Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 22-Αυγ-2021 16:00

    Γιατί η ελληνική αγορά, παρά τη θερινή ραστώνη, παραμένει επενδυτική ευκαιρία

    Γιατί η ελληνική αγορά, παρά τη θερινή ραστώνη, παραμένει επενδυτική ευκαιρία
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Αλεξάνδρας Τόμπρα

    Σε διακοπές... διαρκείας φαίνεται ότι βρίσκεται η ελληνική μετοχική αγορά το τελευταίο διάστημα, επαναλαμβάνοντας το μοτίβο του περασμένου καλοκαιριού, οπότε και οι μήνες της συσσώρευσης σε ένα αυστηρά οριοθετημένο εύρος έφτασαν τους επτά. Η φετινή συσσώρευση μέχρι στιγμής μετρά τέσσερις μήνες, με το εύρος να κυμαίνεται μεταξύ 830 και 930 μονάδων και με το Χρηματιστήριο Αθηνών να "αγνοεί" επιδεικτικά σημαντικούς καταλύτες που μπορεί να μην επιδρούν στην παρούσα χρονική στιγμή, αλλά θα αφήσουν ένα ισχυρά θετικό αποτύπωμα στην ελληνική οικονομία σε βάθος χρόνου. 

    Αυτό άλλωστε είναι που επισημαίνουν οι περισσότεροι εγχώριοι αναλυτές, αλλά και οι ξένοι, οι οποίοι είναι από τις λίγες φορές που ομονοούν ότι η πραγματική αξία της ελληνικής κεφαλαιαγοράς είναι σαφώς υψηλότερη από αυτήν που φαίνεται στο ταμπλό. Άλλωστε, δεν είναι και ασύνηθες το γεγονός ότι, αν και αρκετοί τίτλοι είναι σε υψηλά αρκετών μηνών, ή και ετών ακόμα, ο Γενικός Δείκτης και ορισμένοι δεικτοβαρείς τίτλοι παραμένουν καθηλωμένοι εντός του εύρους της τελευταίας εξαετίας. Και σαφώς οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας δεν είναι ίδιες πλέον με αυτές που εκτιμήθηκαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών.

    Περιμένοντας τον... Γκοντό!

    Αν και το Χ.Α. δεν έχει καταφέρει να κάνει τη μεγάλη διαφορά, ως μια αγορά που αρκετές εισηγμένες του θα επωφεληθούν από τα κεφάλαια που θα εισρεύσουν από το Ταμείο Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εντούτοις δεν έχει απογοητεύσει και όσους έχουν προτιμήσει αυτούς τους πολλά υποσχόμενους τίτλους. Ενδεικτικό αυτού είναι ότι από την αρχή του έτους τα κέρδη του Γενικού Δείκτη ξεπερνούν το 8%, όπως και του FTSE-25, ενώ η απόδοση της μεσαίας κεφαλαιοποίησης αγγίζει το 31%!

    Και σαφώς ο κλάδος που λείπει από την παραπάνω θετική εξίσωση είναι ο τραπεζικός, ο οποίος προσπαθεί να περάσει τις συμπληγάδες της οριστικής εκκαθάρισης των ισολογισμών από τη βαριά κληρονομιά της κρίσης, των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs). Είναι άλλωστε και ο κλάδος που έχει σαφώς χαμηλότερη απόδοση από την αρχή του έτους, αφού μόλις που ξεπερνά το 2%, ενώ έχει απορροφήσει και σημαντική ρευστότητα από την αγορά μέσω των αυξήσεων κεφαλαίων της Πειραιώς και της Alpha Bank. 

    Δεν είναι, επομένως, λίγοι οι αναλυτές που θεωρούν ότι, μόλις ενεργοποιηθούν νέοι επενδυτές στον τραπεζικό κλάδο, τότε θα δούμε το Χ.Α. να κινείται σε επίπεδα που θα είναι άνω των 1.000 μονάδων, αποτυπώνοντας έπειτα από αρκετά χρόνια ότι η Ελλάδα έχει βγει στο ξέφωτο μιας βιώσιμης ανάπτυξης. Και η στιγμή αυτή δεν είναι πολύ μακριά, καθώς από τη μεριά της κυβέρνησης υπάρχουν σημαντικές πρωτοβουλίες που εξαλείφουν τον κίνδυνο απώλειας των κεφαλαίων των επενδυτών, σε περίπτωση επιτάχυνσης του μετασχηματισμού των τραπεζών. 

    Τελευταίο παράδειγμα είναι και η επίσπευση, σύμφωνα με πληροφορίες του "Κ", της ψήφισης της αλλαγής του νόμου περί αναβαλλόμενης φορολογίας (DTC), ενδεχομένως και εντός του Αυγούστου. Με την αλλαγή αυτή, η οποία έλαβε το πράσινο φως από τις ευρωπαϊκές αρμόδιες αρχές, παύει ο κίνδυνος μετατροπής της αναβαλλόμενης φορολογίας των τραπεζών σε οριστική απαίτηση υπέρ του Δημοσίου (όπως συνέβη με την Τράπεζα Αττικής), που μπορεί να οδηγούσε σε ανάγκη νέας κεφαλαιοποίησης, ενώ η αναβαλλόμενη φορολογία θα μπορεί να απορροφάται σταδιακά σε βάθος χρόνου μέσω της οργανικής κερδοφορίας των τραπεζών. 

    Μείωση NPEs, εξάλειψη του κινδύνου από τα DTC, ανάκαμψη της αγοράς ακινήτων και αναπτυξιακές χορηγήσεις είναι μια καλή μαγιά άλλωστε, κατά τους αναλυτές, για να κάνει ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος το comeback και να αποζημιώσει τις πολυετείς ζημίες των επενδυτών του. Μάλιστα, ο ίδιος ο οίκος αξιολόγησης Standard & Poor’s χαρακτήρισε πρόσφατα τις ελληνικές τράπεζες ανθεκτικές, μετά και την εξέταση των αποτελεσμάτων των stress tests της ΕΚΤ. Όπως τόνιζε ο οίκος, δίχως αμφιβολία οι σημαντικές προσπάθειες και η μεγάλη πρόοδος που έχει σημειώσει στο μέτωπο της μείωσης των κόκκινων δανείων έχουν κάνει τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο πολύ πιο ισχυρό.

    Οι 3 λόγοι των long

    Και μπορεί το Χ.Α. να μην έχει λάβει ακόμη αυτή τη βοήθεια από τον τραπεζικό κλάδο, όμως ουδείς ξεχνά το ράλι του τελευταίου διμήνου του 2020, οπότε και οι επιφυλακτικοί αναζητούσαν σημεία εισόδου και το Χ.Α. σημείωνε ρεκόρ ανοδικών συνεδριάσεων. Και δεν το ξεχνά διότι οι προοπτικές στην παρούσα φάση είναι σαφώς καλύτερες σε σχέση με πέρσι, όταν η επενδυτική κοινότητα είχε στα χέρια της μόνο ένα εμβόλιο. 

    Τόσο η HSBC όσο και η Citigroup και η J.P. Morgan, σε πρόσφατες αναλύσεις τους είχαν τονίσει ότι η ελληνική κεφαλαιαγορά διαθέτει τα εχέγγυα να αποζημιώσει όσους περιμένουν να ολοκληρωθεί η συσσώρευση με ένα μίνι ράλι ανόδου. Και στην επιχειρηματολογία τους σε αυτό στοιχειοθετούν τους λόγους για τους οποίους οι προοπτικές των ελληνικών μετοχών είναι θετικές:

    1) Ισχυρή ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας 
    2) Ελκυστικές αποτιμήσεις
    3) Ανάκαμψη τραπεζών

    Βέβαια, οι χαμηλές, σε σχέση με τις εκτιμήσεις, επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας φέτος έχουν ανασχέσει τις αγοραστικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να προκαταλάβουν τις θετικές προοπτικές, όμως, όπως έχει επισημάνει και η HSBC σε μια βελτίωση των ρυθμών ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας, η οποία αναμένεται το 2022, ο συνδυασμός των αποτιμήσεων και της κερδοφορίας της ελληνικής αγοράς φαίνεται ελκυστικός, με τον δείκτη P/E να κινείται σημαντικά χαμηλότερα από τον αντίστοιχο δείκτη των αναδυόμενων αγορών. Μάλιστα, στην Ελλάδα σημειώνεται ταχύτερος ρυθμός αύξησης των κερδών, καθώς, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις για το 2021, το P/E της ελληνικής αγοράς κινείται στο 11,0x και για το 2022 στο 8,5x. 

    Καλώς ήλθε το... δολάριο;

    Αυτό που παρατηρείται το τελευταίο διάστημα, πάντως, στην αγορά είναι το γεγονός ότι φθίνει η θετική επίδραση και η πολλαπλασιαστική ισχύς των κεφαλαίων που θα διατεθούν από το Ταμείο Ανάκαμψης της Ε.Ε. Αν και στους πρώτους μήνες της διαμόρφωσης της σχετικής συμφωνίας των Ευρωπαίων η προοπτική η ελληνική οικονομία να λάβει σημαντικά κεφάλαια υπό τη μορφή χρηματοδότησης δρούσε υποστηρικτικά στην αγορά, η εισροή των πρώτων 4 δισ. προ ολίγων ημερών ήταν μια είδηση για την αγορά που δεν έλαβε την απαιτούμενη προσοχή. Και αυτό συνέβη όταν οι περισσότεροι αναλυτές έχουν υπερτονίσει ότι τα εκτεταμένα μέτρα στήριξης από τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής έχουν περιορίσει τον αντίκτυπο της κρίσης COVID-19, κάτι το οποίο μαζί με τα σταθερά βήματα για το άνοιγμα της οικονομίας σημαίνουν ότι η στόχευση της αγοράς θα πρέπει να στραφεί προς τις προοπτικές βιώσιμης ανάπτυξης και τη μεσοπρόθεσμη τάση της απόδοσης κεφαλαίων.

    Είναι χαρακτηριστικό πως οι εκθέσεις των διεθνών οίκων μόνο θετικές είναι το τελευταίο διάστημα, με τους αναλυτές να υπογραμμίζουν τη μεγάλη επενδυτική ευκαιρία που συνεχίζει να αποτελεί η Ελλάδα, με "οδηγό" το σχέδιο "Ελλάδα 2.0", που θα εκτοξεύσει ανάπτυξη και επενδύσεις. Μάλιστα, όπως έχει επισημάνει πρόσφατα και η Citigroup, το ελληνικό σχέδιο ανάκαμψης διαθέτει το μεγαλύτερο ποσό πόρων ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη, στο 16% του ΑΕΠ, τα επόμενα 6 χρόνια (εκ των οποίων σχεδόν το 10% σε επιχορηγήσεις). Οι επιχορηγήσεις προορίζονται για τη χρηματοδότηση δημόσιων επενδυτικών έργων και αφορούν κυρίως την ανάπτυξη του συστήματος μεταφορών, την ανακαίνιση κτιρίων και την παροχή υποστήριξης στις βιομηχανίες τουρισμού και πολιτιστικών υπηρεσιών που χτυπήθηκαν από την COVID.

    Ξεκάθαρος στόχος του ελληνικού σχεδίου ανάκαμψης, όπως τονίζει, είναι η ισχυρή εκκίνηση των επενδύσεων (τόσο των εγχώριων όσο και των ξένων) έπειτα από μια δεκαετία υποαπόδοσης και η βελτίωση του συνολικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος, με το μεγαλύτερο μέρος των μεταρρυθμίσεων να επικεντρώνεται στην απλούστευση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και στην αδειοδότηση, καθώς και σε τρόπους βελτίωσης της διευκόλυνσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

    Ες… Σεπτέμβριο τα σπουδαία

    Το παραπάνω μείγμα, εάν δεν υπάρξει κάποιος αστάθμητος παράγοντας που μπορεί να το μετατρέψει, θα αποτελέσει και τη βάση για ένα καλύτερο τελικό τετράμηνο του 2021. Αυτό εκτιμάται από τους περισσότερους αναλυτές, ειδικά τους εγχώριους, οι οποίοι αποδίδουν την πρόσφατη επιβράδυνση της συναλλακτικής δραστηριότητας στις ανησυχίες για την πανδημία αλλά και στο κύμα ομολογιακών εκδόσεων και ΑΜΚ που προηγήθηκε. Εκτιμάται, μάλιστα, ότι ο τζίρος θα ανεβάσει ρυθμούς και πάλι από τον Σεπτέμβριο, καθώς η αγορά θα αρχίσει να επικεντρώνεται στις θετικές προοπτικές της οικονομίας, αλλά και οι δημοσιεύσεις των αποτελεσμάτων θα επιβεβαιώσουν την καλή δουλειά που γίνεται στις περισσότερες εισηγμένες. 

    Ο διεθνής παράγοντας

    Βέβαια, υπάρχει και ο διεθνής παράγων που μπορεί να προκύψει στο μεταξύ. Αν και υπάρχουν πολλές επικρίσεις στις εκτιμήσεις που συνδέουν το Χ.Α. με το διεθνές κλίμα, οι εξελίξεις γύρω από τη νομισματική πολιτική της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, της Federal Reserve, έχει αποδειχθεί ότι επηρεάζουν την ελληνική κεφαλαιαγορά. Πρόσφατο παράδειγμα ήταν και η βίαιη πτώση της αγοράς την Πέμπτη (19/8), επιβεβαιώνοντας ότι το Χ.Α. επηρεάζεται από το διεθνές risk-off που άρχισε με τη δημοσιοποίηση των πρακτικών της τελευταίας συνεδρίασης της Federal Reserve και τα οποία έδειξαν ότι ο στόχος για τον πληθωρισμό έχει επιτευχθεί. Και πώς, άλλωστε, να μην επηρεαστεί όταν αυτή η "λεπτομέρεια" υποδηλώνει ότι η σταδιακή σύσφιξη της πολιτικής της Fed είναι κοντά, με την έναρξή της να τοποθετείται εντός του έτους. 

    Αν και το Χ.Α. "διεκδικεί" ένα ελάχιστο μερίδιο των ξένων κεφαλαίων που δραστηριοποιούνται διεθνώς, μια αλλαγή στην πολιτική δεν αποκλείεται να επηρεάσει και τη Λ. Αθηνών. Συγκριτικά με το μεγάλο rotation που έφερε το αντίστοιχο tapering το 2013, υπήρξαν μεγάλες εισροές κεφαλαίων στα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία, ιδίως σε εκείνα του σταθερού εισοδήματος, καθώς οι αποδόσεις κατέστησαν περισσότερο ελκυστικές. Το αποτέλεσμα ήταν να υπάρχουν επικίνδυνες αναταράξεις στις αναδυόμενες κυρίως αγορές, ανάμεσα στις οποίες είναι και το Χ.Α. Βέβαια, μπορεί το Χ.Α. να επηρεάζεται πιο εύκολα από αλλαγές στις ροές κεφαλαίων, εντούτοις θα πρέπει να αναλογιστεί κανείς ότι ο κοινός παρονομαστής στις επενδυτικές επιλογές είναι η αποφυγή κινδύνων. Εάν η Ελλάδα επιμείνει στο μέτωπο της διασφάλισης της επενδυτικής εμπιστοσύνης, μέσα από τη γνωστή οδό των μεταρρυθμίσεων και της ορθής διαχείρισης των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης, σαφώς οι αναταράξεις που πιθανόν να δεχτεί θα είναι ηπιότερες σε σχέση με πιο ευάλωτες αγορές.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ