Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 19-Αυγ-2020 20:06

    Αγώνας δρόμου αξιοπιστίας μεταξύ ελληνικών και ιταλικών ομολόγων

    Αγώνας δρόμου αξιοπιστίας μεταξύ ελληνικών και ιταλικών ομολόγων
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Γ. Αγγέλη

    Η σύγκριση των αποδόσεων και των spreads μεταξύ των ελληνικών και των ιταλικών ομολόγων έχει αποκτήσει μία σταθερότητα καθώς οι τιμές τους παραμένουν με μικρές διαφορές υπέρ των ιταλικών σε βραχυμεσοπρόθεσμες διάρκειες, αλλά μεταστρέφονται υπέρ των ελληνικών μακροπρόθεσμα. 

    Όπως καταγράφεται στο σχετικό διάγραμμα του ΟΔΔΗΧ, τα ελληνικά έντοκα και τα ομολογα μέχρι τα δέκα χρόνια, παραμένουν σε σχετικά χαμηλότερες τιμές και με ελαφρά μεγαλύτερες αποδόσεις από τα ιταλικά, αλλά μετά τη δεκαπενταετία η σχέση αυτή αντιστρέφεται. 

    Η εικόνα θα ήταν πολύ διαφορετική -υπέρ των ελληνικών τίτλων ακόμα και στις μεσοπρόθεσμες διάρκειες- αν δεν μεσολαβούσαν οι ισχυρές παρεμβάσεις της ΕΚΤ, με τις αγορές ιταλικών ομολόγων μέσω του "έκτακτου” και του "κανονικού” QE (PEPP και του PSPP), οι οποίες κατά διαστήματα μετά τον Μάρτιο ήταν πολλαπλάσιες της "κλείδας” που αντιστοιχεί στην Ιταλία. Η προοπτική του ιταλικού χρέους με βάση τις τρέχουσες ανάγκες λόγω της καραντίνας και της ύφεσης που ακολούθησε κινείται αυξητικά και είναι πολύ πιθανό να αγγίξει το 160% του ΑΕΠ πολύ σύντομα μέσα στο 2021. 

    Η συγκράτηση των αποδόσεων των ιταλικών ομολόγων οφείλεται -σχεδόν αποκλειστικά- μέχρι στιγμής στις παρεμβάσεις της ΕΚΤ και τη διατήρηση από πλευρας των οίκων αξιολόγησης της διαβάθμισης αξιοπιστίας στο ΒΒΒ, ήτοι στο τελευταίο "σκαλί” διασφάλισης του investment grade, που όμως ακόμα δεν διαθέτει το ελληνικό χρέος (ΒΒ). 

    Αντίθετα, το ελληνικό χρέος παρά την "non investment grade” διαβάθμιση κινείται όσον αφορά τις αποδόσεις και τις τιμές σε πολύ χαμηλά επίπεδα, αφενός γιατί έχει ενταχθεί στο έκτακτο QE της ΕΚΤ και αφετέρου γιατί η "ζήτηση” στη δευτερογενή αγορά είναι πάντα μεγαλύτερη από την διαθέσιμη "προσφορά”. 

    Το χαρακτηριστικό αυτό ενισχύεται και από δύο άλλους παράγοντες, ήτοι το γεγονός ότι το 80% του χρέους αφορά διακρατικά (GLF) και ευρωπαϊκά δάνεια (ESM) που είναι εκτός αγοράς/διαπραγμάτευσης και το οτι η εξυπηρέτηση του χρέους, πέραν του ότι έχει περιορισθεί σε πολύ χαμηλά ετήσια επίπεδα, παραμένει διασφαλισμένη για τα επόμενα χρόνια από το "μαξιλάρι” της συμφωνίας του Ιουνίου του 2018. 

    Σε κάθε περίπτωση πάντως έχει διαπιστωθεί ότι όταν χαλαρώνει η παρέμβαση της ΕΚΤ μέσω του PEPP, όσον αφορά την στήριξη των ιταλικών ομολόγων, η σχέση τους με τα ελληνικά ομόλογα αμέσως αντιστρέφεται για να επανέλθει όταν οι αγορές της ΕΚΤ αυξάνονται και πάλι σε όγκο... 

    Αντίθετα, οι τιμές και οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων, αν και επηρεάζονται από τις "κινήσεις” της ΕΚΤ εν τούτοις δεν έχουν τα ίδια σκαμπανεβάσματα με τα ιταλικά ομόλογα. 

    Βέβαια, αυτό εξασφαλίζεται από την πολύ προσεκτική διαχείριση της "προσφοράς-ζήτησης” από τον ΟΔΔΗΧ που μπορεί να γίνεται όσο οι ανάγκες αναχρηματοδότησης του χρέους και του δημοσιονομικού ελλείμματος παραμένουν υπό έλεγχο και μέσα στα όρια του προγράμματος του ΓΛΚ. Οι πιέσεις που αναμένεται να εμφανισθούν κατά το τέταρτο τρίμηνο του έτους, όπως και το 2021, λόγω των προβλημάτων ανάκαμψης της οικονομικής δραστηριότητας και των υποτροπών της πανδημίας, εκτιμάται ότι θα θέσουν σε δοκιμασία τις αντοχές αυτής της τακτικής και ενδεχομένως να επηρεάσουν τη στρατηγική διαχείρισης του ΟΔΔΗΧ, αν ξεπεράσουν κάποια όρια. 

    Σε κάθε περίπτωση όμως η ετοιμότητα προσφυγής στο πακέτο του Eurogroup του περασμένου Μαΐου μέσω των δανείων "αντι-covid” του ESM επιτρέπουν αφενός να κρατηθούν χαμηλά όσον αφορά τον όγκο τους οι επόμενες εκδόσεις, αλλά και να διασφαλίσουν την ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο κανονικό QE (το PSPP) λόγω της κάλυψης που συνοδεύει τα δάνεια από τον ESM. 

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ