Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 05-Ιαν-2020 20:00

    Χρηματιστήριο: Οι προκλήσεις, τα ρίσκα και το μεγάλο στοίχημα του 2020

    Χρηματιστήριο: Οι προκλήσεις, τα ρίσκα και το μεγάλο στοίχημα του 2020
    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Ελευθερίας Κούρταλη

    Το 2019 καταγράφεται δίχως αμφιβολία ως χρονιά-ορόσημο για τα ελληνικά assets, με το Χρηματιστήριο Αθηνών να σημειώνει το καλύτερό του έτος από πλευράς αποδόσεων την τελευταία... 20ετία. Τα ελληνικά ομόλογα αποτέλεσαν και αυτά τα "αστέρια" των αποδόσεων διεθνώς, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη αποκλιμάκωση σε αποδόσεις από όλες τις χώρες παγκοσμίως το τελευταίο 12μηνο, μια πτώση που φτάνει τις 300 μονάδες βάσης, η οποία και μεταφράζεται σε βουτιά του κόστους δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου άνω του 70%.

    Εάν κοιτάξει κανείς τα διεθνή στατιστικά, καταλαβαίνει αυτό το μεγάλο κατόρθωμα που σημείωσαν οι ελληνικές μετοχές, με τον Γενικό Δείκτη να κλείνει, μάλιστα, το έτος στα υψηλά σχεδόν τεσσάρων ετών (Φεβρουάριος 2015). Οι διεθνείς μετοχές έχουν κερδίσει πάνω από 10 τρισεκατομμύρια δολάρια σε αξία το τελευταίο 12μηνο, ενώ τα ομόλογα και το πετρέλαιο έχουν τρέξει με... ιλιγγιώδη ταχύτητα. Η Wall Street και ο παγκόσμιος δείκτης MSCI έχουν εκτοξευθεί σε ιστορικά υψηλά έπειτα από άνοδο της τάξης του 30% και του 25%, αντίστοιχα, ενώ κέρδη άνω του 20% σημειώνουν οι περισσότεροι βασικοί δείκτες σε Ευρώπη, Κίνα και Ιαπωνία.

    Η εντυπωσιακή αυτή χρονιά, όπου το Χ.Α. σημειώνει κέρδη της τάξης του 49%, με τον ρωσικό δείκτη RTSI να έρχεται δεύτερος με κέρδη 42%, το Χρηματιστήριο της Σανγκάης να ακολουθεί τρίτο με κέρδη 29% και τον αμερικανικό Nasdaq και τον Bovespa της Βραζιλίας με άνοδο 35% και 31%, αντίστοιχα, να συμπληρώνουν την παγκόσμια πεντάδα της πρωτιάς, δημιουργεί για το 2020 μια τεράστια πρόκληση.

    Αντλήθηκαν 15 δισ. ευρώ

    Άλλο ένα σημαντικό στατιστικό για το Χ.Α. είναι το γεγονός ότι, με το θετικό κλείσιμο του Δεκεμβρίου, ο Γενικός Δείκτης σημείωσε 10 μηνιαία θετικά κλεισίματα, μια επίδοση που ουδέποτε στο παρελθόν έχει καταγραφεί, ενώ και ο τζίρος έχει σημειώσει άνοδο άνω του 20% σε ημερήσια βάση, με σημαντικό οδηγό την επιστροφή του ενδιαφέροντος σε εκδόσεις μετοχών και χρέους, οι οποίες προσέγγισαν τα 6 δισ. ευρώ.

    Αν υπολογιστούν και οι εκδόσεις ελληνικών κρατικών ομολόγων (5ετές, 10ετές, 7ετές, άνοιγμα 10ετούς), όπου αντλήθηκαν συνολικά 9 δισ. ευρώ, τα συνολικά αντληθέντα κεφάλαια της Ελλάδας προσεγγίζουν τα 15 δισ. ευρώ, κάτι που δεν έχει σημειωθεί εδώ και τουλάχιστον πέντε χρόνια. Αξίζει να τονίσουμε πως φέτος έχουν προστεθεί σχεδόν 16 δισ. ευρώ στη συνολική κεφαλαιοποίηση του Χ.Α., η οποία διαμορφώνεται σήμερα πάνω από τα 61 δισ. ευρώ, από 44,9 δισ. ευρώ στις 31 Δεκεμβρίου 2018.

    Το ιλιγγιώδες ράλι των ελληνικών τραπεζών, με τον κλαδικό δείκτη να έχει ενισχυθεί πάνω από 100% από τις αρχές του έτους, αποτελεί το μεγαλύτερο καύσιμο του Χ.Α. φέτος. Το μεγάλο "ξέσπασμα" της αγοράς ξεκίνησε μετά το α' τρίμηνο του έτους και οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στα σενάρια και στις προσδοκίες για αλλαγή κυβέρνησης στη χώρα, η οποία θα οδηγούσε σε βελτίωση των προοπτικών της οικονομίας και την επιτάχυνση των αναβαθμίσεων από τους οίκους, καθώς και την επιστροφή της χώρας αλλά και των τραπεζών στην κανονικότητα. Οι κινήσεις των ίδιων των τραπεζών για την εξυγίανση των ισολογισμών τους από τα "κόκκινα" δάνεια σε συνδυασμό με την επιτάχυνση της εφαρμογής του σχεδίου "Ηρακλής", στην οποία προχώρησε η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, συνέβαλαν ουσιαστικά στην πλήρη αλλαγή της εικόνας του κλάδου, με τις ανησυχίες για νέα, τέταρτη ανακεφαλαιοποίηση, οι οποίες και βρίσκονταν κυρίως πίσω από το μέγα "σφυροκόπημα" του 2018, να εκμηδενίζονται εντελώς.

    Η "βαριά" (και θετική) "κληρονομιά" του 2019 μπορεί να φαίνεται δύσκολο να επαναληφθεί, ωστόσο οι αναλυτές επισημαίνουν πως το Ελληνικό Χρηματιστήριο έχει όλα τα εφόδια και τα... καύσιμα να συνεχίσει την ανοδική του πορεία και να διατηρήσει αυτό το πολύ θετικό του momentum.

    Τι έρχεται στη συνέχεια

    Όλα τα παραπάνω είναι παρακαταθήκες για το 2020, αναφέρει η Beta Securities. Το Χρηματιστήριο, παρά την έξοδο σημαντικού πλήθους εισηγμένων εταιρειών, έχει την ευκαιρία να επιστρέψει ως μηχανισμός χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και δημιουργίας υπεραξιών για τους επενδυτές. Στην αύξηση του ενδιαφέροντος εκτιμάται ότι θα συμβάλει το περιβάλλον μηδενικών καταθετικών επιτοκίων, ωθώντας κεφάλαια στην αναζήτηση πραγματικών αποδόσεων με μεγαλύτερο ρίσκο. Ο αριθμός των ενεργών κωδικών αλλά και το ενδιαφέρον των ξένων μπορεί να αυξήθηκε, όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι σημειώθηκε κάποια έξαρση σε βαθμό υπερβολής που να σηματοδοτεί την κορύφωση της ανοδικής αγοράς.

    Οι αποτιμήσεις στο κατώφλι του 2020 δεν είναι πια στη ζώνη της ευκαιρίας, έχουν περιορίσει τον βαθμό συμπίεσης ενσωματώνοντας προσδοκίες από τις εκτιμώμενες επιδόσεις της νέας χρονιάς, τονίζει, σημειώνοντας όμως πως η επενδυτική οπτική θα γίνει πιο επιλεκτική και θα στραφεί σε εταιρείες που συστηματικά υλοποιούν τις υποσχέσεις τους και έχουν μερισματικές αποδόσεις ή άλλες αμοιβές σε είδος προς τους μετόχους τους που δικαιολογούν ένα πιο υψηλό κόστος ευκαιρίας του κεφαλαίου.

    Το επίπεδο των 1.050 μονάδων θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας βατός στόχος για τον Γενικό Δείκτη με βάση τη διαγραμματική εικόνα των τελευταίων ετών. Το ορόσημο των 1.000 μονάδων ασφαλώς και θα αποτελέσει ένα ψυχολογικό όριο στην πορεία αυτή, όμως αυστηρά διαγραμματικά το υψηλό του Δεκεμβρίου του 2014 είναι η ισχυρότερη μακροπρόθεσμη αντίσταση που θα βρει μπροστά του ο Δείκτης. Σε αντίθετη περίπτωση, η μεγάλη βάση των 600 μονάδων ενδέχεται να λειτουργήσει ως ανάχωμα σε καταστάσεις μεταβλητότητας, όπως συνέβη στο κοντινό παρελθόν.

    Οι προοπτικές του Ελληνικού Χρηματιστηρίου για το 2020 μπορούν να χαρακτηριστούν ως ευοίωνες, όπως σημειώνει ο Δημήτρης Τζάνας, διευθυντής επενδύσεων της Κύκλος Χρηματιστηριακή. Οι λόγοι της καταρχήν αισιοδοξίας για το 2020 σχετίζονται με την προοπτική της επιτάχυνσης της οικονομικής μεγέθυνσης λόγω αυξημένων επενδύσεων, της προοπτικής της εξυγίανσης των τραπεζών από τα "κόκκινα" δάνεια και της πιθανολογούμενης αυξημένης πιστωτικής επέκτασης, της προσδοκίας αναβαθμίσεων του αξιόχρεου, της επιτάχυνσης του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων αλλά και της συνέχισης της εφαρμογής μέτρων πιο φιλικών προς το επιχειρείν.

    Οι κίνδυνοι

    Σε ό,τι αφορά τις εξωτερικές προκλήσεις, η διατήρηση των αβεβαιοτήτων του διεθνούς περιβάλλοντος αλλά και η συντήρηση συνθηκών γεωπολιτικής αστάθειας στην Ανατ. Μεσόγειο συνιστούν απειλές για τη διατήρηση κλίματος που θα επιτρέψει αυξημένες ροές σε τοποθετήσεις που ενσωματώνουν επενδυτικούς κινδύνους. Με τις κεντρικές τράπεζες, ωστόσο, να διατηρούν τις πολιτικές χαμηλών έως και αρνητικών επιτοκίων προκειμένου να διατηρούνται υψηλές συνθήκες ρευστότητας, ώστε οι διαχειριστές να κατευθύνονται σε επιλογές με αξιοπρεπείς μερισματικές αποδόσεις στον βαθμό που ο επενδυτικός κίνδυνος είναι χαμηλός.

    Κατά την Beta, στα εγχώρια ρίσκα της επόμενης χρονιάς θα μπορούσαν να επισημανθούν ο γεωπολιτικός παράγοντας, η κόπωση στο ενδιαφέρον ξένων επενδυτικών κεφαλαίων για την απόκτηση χαρτοφυλακίων προβληματικών δανείων, τα stress tests των τραπεζών και η αδυναμία της χώρας να προχωρήσει χωρίς καθυστέρηση στην υλοποίηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων.

    "Κλειδί" οι τράπεζες για την πορεία της αγοράς

    Ο γρίφος της αγοράς που θα καθορίσει και την τάση της είναι οι τράπεζες, σύμφωνα με τον Νίκο Σακαρέλη, αναλυτή της Wealth Financial Services. Οι τράπεζες καλούνται να ισορροπήσουν σε ένα περιβάλλον μειωμένων ή στάσιμων οργανικών εσόδων έχοντας το σχέδιο "Ηρακλής" ως ασπίδα ώστε να προχωρήσουν στις απομειώσεις των "κόκκινων" δανείων από τους ισολογισμούς τους. Σε σύγκριση με τις ευρωπαϊκές τράπεζες, οι ελληνικές με την πρόσφατη άνοδο έχουν μειώσει ή και μηδενίσει το discount σε όρους δείκτη τιμής προς λογιστική αξία. Πλέον, θα πρέπει να πάρουν δράσεις ώστε να βελτιώσουν την ποιότητα των κεφαλαίων τους. Το 2020 θα είναι μια χρονιά που οι επενδυτές θα ψάξουν εφαρμογή των επενδυτικών σχεδίων που παρουσίασαν οι τράπεζες σε ξένους και εγχώριους επενδυτές.

    Κατά τη Eurobank Equities, παρά το φετινό ισχυρό re-rating, οι μετοχές των ελληνικών τραπεζών αναμένεται και το 2020 να παραμείνουν σε θετική πορεία, δεδομένης της αναμενόμενης περαιτέρω προόδου στα θεμελιώδη μεγέθη τους και εν μέσω ενός πιο υποστηρικτικού περιβάλλοντος. Το 2020, όπως τονίζει, αναμένεται να είναι χρονιά-ορόσημο για τα NPEs. Αναμένεται σημαντική επιτάχυνση της μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων του κλάδου έως ακόμα και κατά 50%, κυρίως μέσω τιτλοποιήσεων λόγω των βελτιωμένων συνθηκών της αγοράς και της εφαρμογής του σχεδίου "Ηρακλής", καθώς και της καλής εικόνας της κερδοφορίας λόγω της ανθεκτικότητας των μετά προβλέψεων κερδών και των χαμηλότερων προβλέψεων, αν και ο δείκτης απόδοσης ιδίων κεφαλαίων (RoE) θα παραμείνει κάτω από το 4%. Επίσης, η χρηματιστηριακή σημειώνει ότι είναι αισιόδοξη για τα stress tests του 2020, καθώς το σημείο εκκίνησης είναι παρόμοιο, αν όχι καλύτερο, με το προηγούμενο, ενώ οι προοπτικές για την ελληνική οικονομία και την αγορά ακινήτων είναι πολύ καλύτερες σε σχέση με την προηγούμενη άσκηση.

    Καταλύτης οι αναβαθμίσεις

    Το γεγονός ότι οι οίκοι αξιολόγησης εμφανίστηκαν αρκετά "σφιχτοί" στις αξιολογήσεις τους για την Ελλάδα μετά τις εκλογές, περιμένοντας απτά αποτελέσματα της πολιτικής που ακολουθεί η Νέα Δημοκρατία, σημαίνει ότι υπάρχει ακόμη αρκετός χώρος για μελλοντικές αναβαθμίσεις του αξιόχρεου της χώρας, κάτι που θα θα δώσει νέα στήριξη στο Χρηματιστήριο το 2020.

    Το πρώτο μεγάλο "τεστ" θα έρθει στις 24 Ιανουαρίου, όπου η Fitch δίνει την πρώτη αξιολόγηση του έτους για την Ελλάδα, ενώ έως τα τέλη Απριλίου - αρχές Μαΐου θα έχουν "μιλήσει" και οι υπόλοιποι τρεις μεγάλοι οίκοι. Τα πρώτα δείγματα για τις προθέσεις τους είναι ήδη θετικά, αφού η άρση των capital controls και η προώθηση του "Ηρακλή" τούς έχει ωθήσει να χαρακτηρίσουν αυτά τα βήματα "πιστωτικά θετικά" για την ελληνική οικονομία.

    Παράλληλα, θετικά είναι και τα μηνύματα από οίκους οι οποίοι, αν και δεν περιλαμβάνονται στις αποφάσεις της ΕΚΤ, ωστόσο δίνουν ισχυρό σήμα στις αγορές. Την περασμένη εβδομάδα ο ιαπωνικός οίκος αξιολόγησης R&I αναβάθμισε την Ελλάδα κατά δύο βαθμίδες, σε "ΒΒ" από "Β+" με σταθερές προοπτικές, και δύο σκαλοπάτια κάτω από το investment grade, τονίζοντας ότι η ελληνική οικονομία αναμένεται να συνεχίσει την ισχυρή της πορεία. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει σταθερή πολιτική βάση, ενώ το δυναμικό της οικονομικής ανάπτυξης αναμένεται να ενισχυθεί εάν σημειωθεί πρόοδος στην ατζέντα πολιτικής της για τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, τη βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος και την προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων, όπως σημείωσε.

    Λίγες μέρες νωρίτερα, ο ευρωπαϊκός οίκος αξιολόγησης Scope Ratings τόνισε πως η ανάκαμψη της Ελλάδας θα συνεχιστεί και το 2020, ενώ η διατήρηση της ισχυρής ανάπτυξης είναι κρίσιμη για τις μακροπρόθεσμες προοπτικές των δημόσιων οικονομικών. Σε αυτό θα βοηθήσουν σειρά θετικών εσωτερικών εξελίξεων, όπως η επιτυχία της κυβέρνησης στη συσσώρευση πρωτογενών πλεονασμάτων, στη διατήρηση της εμπιστοσύνης των πιστωτών και στην προσέλκυση ξένων επενδυτών. Παράλληλα, ο οίκος επεσήμανε πως "κλειδί" για τη βιωσιμότητα του χρέους είναι η αύξηση της παραγωγής, ενώ στους βασικούς παράγοντες ενίσχυσης της ανάπτυξης στο μεσοπρόθεσμο διάστημα ο οίκος τοποθετεί την ενίσχυση των επενδύσεων και την ταχεία μείωση των NPLs μέσω τιτλοποιήσεων.

    Σύμφωνα με την Bank of America, τα ελληνικά assets θα δεχτούν ώθηση από την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων και της αναγνώρισής της από τους οίκους αξιολόγησης και την πλήρη άρση προσεχώς του ορίου που έχουν οι ελληνικές τράπεζες στις αγορές ελληνικών ομολόγων, κάτι που θα ενισχύσει την ρευστότητα της αγοράς και θα δημιουργήσει αγοραστή "τελευταίου καταφυγίου" για τα ελληνικά ομόλογα.

    Η εικόνα για τα ομόλογα

    Επιπλέον, τα ομόλογα αναμένεται να αποτελέσουν και το 2020 σημαντική στήριξη στην πορεία του Χ.Α., με τους αναλυτές να επισημαίνουν πως το θετικό momentum που χτίστηκε το 2019 θα συνεχιστεί, έχοντας μπει ήδη στη λίστα των κορυφαίων trades των επενδυτικών οίκων (Citigroup, Societe Generale).

    Όπως επισημαίνει στο "Κ" ο Νίκος Σακαρέλης, στην αγορά ομολόγων αναμένεται να συνεχιστεί η έκδοση εταιρικών ομολόγων από εταιρείες που θέλουν να δανειστούν φθηνά ή να αναδιαρθρώσουν τον δανεισμό τους αξιοποιώντας τα πολύ χαμηλά επιτόκια. Ακόμα και σε μια διόρθωση της ευρωπαϊκής αγοράς εταιρικών ομολόγων, τα ελληνικά εταιρικά ομόλογα θα εμφανίσουν αμυντικά χαρακτηριστικά λόγω της μείωσης εναλλακτικών επιλογών των καταθετών αλλά και της μικρής διάρκειάς τους στη λήξη (χαμηλότερη ευαισθησία σε μεταβολές στα επιτόκια) σε σχέση με τους ευρωπαϊκούς τίτλους. Αξίζει να αναφερθεί ότι το μακρινότερο λήξης εισηγμένο ομόλογο στο Χ.Α. είναι σχεδόν 7ετές. Σε ό,τι αφορά τους κρατικούς τίτλους, οι κίνδυνοι που πιθανώς να αναδυθούν είναι μια γενικότερη αύξηση των αποδόσεων στα ευρωπαϊκά κρατικά ομόλογα και η αποτυχία του σχεδίου "Ηρακλής", που θα αναγκάσει το ελληνικό Δημόσιο να εγγυηθεί περισσότερα, είτε με μετρητά είτε με έκδοση νέων τίτλων. Σε αντίθετη περίπτωση, οι ελληνικοί κρατικοί τίτλοι θα εξακολουθήσουν να είναι στις πρώτες προτιμήσεις επενδυτών σταθερού εισοδήματος που ψάχνουν ικανοποιητική απόδοση σε ευρώ.

    *Αναδημοσίευση από το "Κεφάλαιο" που κυκλοφορεί

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων