Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 25-Νοε-2019 20:00

    Πού στρέφουν τους επενδυτές τα αρνητικά επιτόκια

    Πού στρέφουν τους επενδυτές τα αρνητικά επιτόκια
    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Νένας Μαλλιάρα

    Νέες επενδυτικές επιλογές σταθερού εισοδήματος, στη θέση των καταθέσεων, γεννά το περιβάλλον αρνητικών επιτοκίων και η ζήτηση για αποδόσεις. Ομόλογα, αμοιβαία κεφάλαια και δομημένα προϊόντα αποτελούν πλέον τις εναλλακτικές για τους επενδυτές, καθώς τα επιτόκια που προσφέρουν οι ελληνικές τράπεζες στις καταθέσεις προσεγγίζουν το μηδέν και διεθνώς, τα αρνητικά επιτόκια μετρούν ήδη μία τριετία που προβλέπεται να παραταθεί σχεδόν για άλλο τόσο.

    Το περιβάλλον αρνητικών επιτοκίων και η ανανέωση του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης από την ΕΚΤ, φέρνουν τους επενδυτές αντιμέτωπους με δύο προκλήσεις: α) την αδυναμία εξεύρεσης χρεογράφων αξιόπιστης επενδυτικής βαθμίδας που να παράγουν ικανοποιητικό εισόδημα και β) την ταυτόχρονη "κατρακύλα" των καταθέσεων σε μηδενικά επιτόκια. Σημειώνεται ότι στο περιβάλλον αυτό, η Ελληνική Δημοκρατία εκδίδει πλέον έντοκα γραμμάτια με μηδενικές ή αρνητικές αποδόσεις για διάστημα 3 και 6 μηνών.

    Η συγκυρία που επικρατεί στρέφει αναπόφευκτα τους επενδυτές σε άλλες μορφές επενδύσεων, οι οποίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με ανάληψη υψηλότερου ρίσκου και προϋποθέτουν ικανότητα αξιολόγησης των ποιοτικών και ποσοτικών δεδομένων των δυνητικών επενδύσεων.

    Όπως αναφέρουν αρμόδια στελέχη τραπεζών, ο επενδυτής που προσδοκά θετικές αποδόσεις, καλείται πλέον να βγει από τη ζώνη ασφαλείας των καταθέσεων και να αναλάβει μια σειρά κινδύνων, με βασικότερους, τον πιστωτικό και τον κίνδυνο που σχετίζεται με την διάρκεια της επένδυσης.

    Ποιες επιλογές έχει, λοιπόν, ο μέσος επενδυτής που τοποθετούνταν μέχρι σήμερα σε καταθέσεις και που τώρα καλείται να βρει την εναλλακτική για επενδύσεις σταθερού εισοδήματος;

    Ομόλογα

    Τα ομόλογα αποτελούν προφανή απάντηση στο παραπάνω ερώτημα. Ωστόσο, επειδή υπάρχει έλλειψη ομολόγων επενδυτικής βαθμίδας -με αξιόλογες αποδόσεις-, ο επενδυτής καλείται να αξιολογήσει την πιθανή συμμετοχή του σε ομόλογα υψηλότερης απόδοσης, αλλά και υψηλότερου ρίσκου (non-investment grade).

    Οι συγκεκριμένοι εκδότες είναι εταιρείες με πιστοληπτική αξιολόγηση μικρότερη του BBB-. Ενδεικτικά, ονόματα όπως Bombardier, CMA, Softbank, Air France/KLM, ThyssenKrupp, Nokia, Tesco, TUI, Jaguar/Land-Rover και πολλοί άλλοι αποτελούν μέλη αυτής της κατηγορίας.

    Από ελληνικές εταιρείες έως πρόσφατα ήταν και ο ΟΤΕ (πριν την πρόσφατη αναβάθμιση σε επενδυτική βαθμίδα), η Motor Oil , τα ΕΛΠΕ (παρότι δεν φέρουν αξιολόγηση) και η εταιρεία ΤΙΤΑΝ. Αξίζει να σημειωθεί ότι, για την πλειονότητα των ελληνικών εταιρειών που έχουν εκδώσει χρεωστικούς τίτλους, η βαθμίδα πιστοληπτικής αξιολόγησης παραμένει χαμηλή, λόγω σύνδεσης με το ελληνικό ρίσκο και αναμένεται να βελτιωθεί όσο αυξάνεται η εμπιστοσύνη της αγοράς στα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου.

    Οι αποδόσεις των ομολόγων χαμηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης (High Yield) κυμαίνονται για λήξεις 5 ετών από 1% έως 5%, αναλόγως με την χρηματοοικονομική κατάσταση της εταιρείας, τον τομέα και την γεωγραφία που λειτουργεί, τις τρέχουσες και μελλοντικές ανάγκες χρηματοδότησης, αλλά και τις ιδιαιτερότητες του κάθε ομολόγου (με εξασφαλίσεις ή χωρίς, πρώτης ή δεύτερης εξασφάλισης, κ.λπ.).

    Το ελάχιστο ποσό επένδυσης για τα παραπάνω ομόλογα είναι οι 100.000 ευρώ ανά ομόλογο. Τα συγκεκριμένα ομόλογα μπορούν να βρίσκονται αυστηρά μόνο σε χαρτοφυλάκια ικανού μεγέθους και μεγάλης διασποράς και προϋποθέτουν κατάλληλη κατηγοριοποίηση του επενδυτή (κατά MiFid 2), επαρκή γνώση και εμπειρία επαγγελματική και διαρκή παρακολούθηση. Τα παραπάνω στοιχεία είναι απαραίτητα καθώς, ιστορικά, τα ποσοστά χρεοκοπίας στη συγκεκριμένη κατηγορία κυμαίνονται μεταξύ του 3% και 8% ανά έτος αναλόγως του οικονομικού κλίματος.

    Όπως λένε τα τραπεζικά στελέχη, τα συγκεκριμένα ομόλογα δεν πρέπει να ξεπερνούν το 40% του συνολικού χαρτοφυλακίου ενός επενδυτή -χαρακτηρισμένου ως "υψηλού ρίσκου", υπό την προϋπόθεση ότι το υπόλοιπο 60% είναι, είτε ρευστά διαθέσιμα, είτε επενδύσεις υψηλότατης πιστοληπτικής αξιολόγησης. "Ως κανόνας, ένα ποσοστό έως 20%, είναι παραπάνω από ικανοποιητικό για να ενισχύσει την απόδοση του συνολικού χαρτοφυλακίου χωρίς να το εκθέτει σε πολύ σοβαρούς κινδύνους. Σε περίπτωση χρεοκοπίας ενός εκδότη, το ποσοστό ανάκτησης από τον επενδυτή κυμαίνεται οπουδήποτε από 0% έως 50% αναλόγως των περιουσιακών στοιχείων του εκδότη, των εξασφαλίσεων, αλλά και του πιθανού σχεδίου αναδιοργάνωσης της εταιρείας κατόπιν έγκρισης της πλειοψηφίας των πιστωτών", αναφέρουν.

    Μια δεύτερη εναλλακτική επένδυσης σε ομόλογα, αποτελεί η αγορά ομολόγων του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Μεγάλες και αναγνωρίσιμες εταιρείες της χώρας αντλούν δανειακά κεφάλαια απευθείας από τους επενδυτές, με τις τράπεζες να αποτελούν τον συνδετικό κρίκο μεταξύ των εταιρειών και των επενδυτών. Επιχειρήσεις όπως ο ΟΠΑΠ, ο όμιλος Μυτιληναίου, η Attika Συμμετοχών, η Aegean Airlines, η Sunlight, η ΓΕΚ Τέρνα και η Τέρνα Ενεργειακή, η Coral και η Housemarket, αποτελούν εκδότες με παρουσία στην Κύρια Αγορά του Χ.Α. Οι αποδόσεις κυμαίνονται από 1% έως 2,80% με τις χρονικές διάρκειες έκδοσης να κυμαίνονται από 3 έως 7 έτη.

    Η αγορά αυτή είναι αρκετά πιο προσβάσιμη στον μέσο επενδυτή, καθώς το ελάχιστο ποσό που απαιτείται ανά ομόλογο είναι τα 1.000 ευρώ. Πρόκειται για μία αγορά που το μέγεθός της έφτασε το 1,5 δισ. ευρώ, την τελευταία τριετία, με ολοένα περισσότερους εκδότες και επενδυτές να δηλώνουν ενδιαφέρον για αυτή.

    Αμοιβαία Κεφάλαια

    Τα Αμοιβαία Κεφάλαια συγκεντρώνουν πολλά πλεονεκτήματα κυρίως για μικρού και μεσαίου μεγέθους επενδυτές. Ο επενδυτής "αγοράζει" διασπορά και επαγγελματική διαχείριση χωρίς να εμπλέκεται ενεργά ο ίδιος στην καθημερινότητα της επένδυσής του. Ειδικευμένες ομάδες επαγγελματιών με υψηλά standards και αυστηρό θεσμικό πλαίσιο, φροντίζουν για την ορθή διαχείριση, σύμφωνα πάντα με το επενδυτικό θέμα και τα στοιχεία του ενημερωτικού δελτίου του αμοιβαίου κεφαλαίου.

    Με ασφαλιστικές δικλείδες (π.χ. όριο στο ποσοστό έκθεσης ανά εκδότη, μέγιστη έκθεση σε μοναδικά ονόματα, stop loss κ.ά.), ο επενδυτής μπορεί πλέον να έχει, με μεθοδολογία και συνέπεια, πρόσβαση σε αγορές όπου μέχρι πρότινος δεν μπορούσε, και όλα αυτά χωρίς την ενεργή, καθημερινή του ενασχόληση.

    Δομημένα προϊόντα

    Τα δομημένα προϊόντα είναι προϊόντα (καταθέσεις ή χρεόγραφα) που συνδέουν την απόδοση του τίτλου ή και την αποπληρωμή του κεφαλαίου με την απόδοση ενός υποκείμενου δείκτη ή προϊόντος. Για παράδειγμα, μία τράπεζα εκδίδει ένα προϊόν που επενδύει στην τιμή του πετρελαίου. Ο επενδυτής που το αγοράζει φέρει τον πιστωτικό κίνδυνο του εκδότη (τράπεζας) και τον κίνδυνο αγοράς που προκύπτει, κυρίως, από την μεταβλητότητα της τιμής του πετρελαίου.

    Οι αποδόσεις γενικά στα δομημένα προϊόντα κυμαίνονται από 2% έως 10%, αναλόγως της δομής που συνοδεύει τον τίτλο. Οι δυνητικές απώλειες κεφαλαίου είναι ανάλογες του αναλαμβανόμενου ρίσκου που προκύπτει από το προϊόν και συνήθως ενεργοποιούνται ανάλογα και ισόποσα με την υποχώρηση του δείκτη πέραν ενός ορισμένου επιπέδου. Οι διάρκειες κυμαίνονται, συνήθως, έως 12 μήνες για τις καταθέσεις και έως 5 χρόνια για τα χρεόγραφα.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων