Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 06-Ιαν-2019 12:00

    Η αβεβαιότητα και το ρίσκο επιστρέφουν στις αγορές

    Η αβεβαιότητα και το ρίσκο επιστρέφουν στις αγορές
    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Ελευθερίας Κούρταλη

    Έπειτα από μία δεκαετία κατά την οποία οι αποδόσεις των χρηματιστηριακών αγορών έχουν ξεπεράσει σημαντικά την οικονομική ανάπτυξη και οι κεντρικές τράπεζες έχουν προσφέρει άνευ προηγουμένου στήριξη στα κρατικά ομόλογα, οι επενδυτές καλούνται να αναπροσαρμόζουν τις προσδοκίες τους για τα επόμενα χρόνια, ξεκινώντας από το 2019.

    Με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να αναμένεται να ακολουθήσει τη Fed στον κύκλο σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής, το επενδυτικό περιβάλλον γίνεται όλο και πιο δύσκολο, καθώς ο παγκόσμιος οικονομικός κύκλος ωριμάζει. Με την οικονομική ανάπτυξη, την παγκόσμια πολιτική και τα μέτρα τόνωσης των κεντρικών τραπεζών να αλλάζουν σελίδα, η μεταβλητότητα στις διεθνείς αγορές έχει αυξηθεί και θα διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα, ενώ οι διορθώσεις των αγορών έχουν αρχίσει και γίνονται όλο και πιο συνηθισμένες.

    Το 2018, ενώ ξεκίνησε με τις καλύτερες συνθήκες, κατέληξε να είναι το χειρότερο έτος για τις αγορές μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, με 7 τρισεκατομμύρια δολάρια να χάνονται από την κεφαλαιοποίηση των διεθνών χρηματιστηρίων. Οι αναδυόμενες αγορές ισοπεδώθηκαν από την ανελέητη ενίσχυση του δολαρίου, ενώ ακόμα και ο χρυσός και τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα είχαν αρνητική απόδοση. Το ξέσπασμα εμπορικού πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, το γεγονός πως οι σημαντικότερες κεντρικές τράπεζες του κόσμου σκληραίνουν τη νομισματική τους πολιτική, σε συνδυασμό με τη επιβράδυνση της ανάπτυξης σε πολλές οικονομίες, οδήγησαν τον παγκόσμιο χρηματιστηριακό δείκτη MSCI, που περιλαμβάνει τα χρηματιστήρια 47 χωρών, σε πτώση άνω του 10% – την πρώτη διψήφια υποχώρησή του από το 2008. Σε πολλές περιπτώσεις, δε, η πτώση ήταν πολύ μεγαλύτερη.

    Οι προκλήσεις για το 2019 είναι πολλές και αναμένεται να καθορίσουν την πορεία των μετοχών, των ομολόγων, των εμπορευμάτων και των νομισμάτων διεθνώς. Η πλειονότητα των οικονομολόγων εκτιμά πως η παγκόσμια ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί το τρέχον έτος και αυτό θα κάνει τους επενδυτές να αρχίσουν να αποτιμούν το τέλος του τρέχοντος οικονομικού κύκλου, αποδυναμώνοντας, έτσι, τις στηρίξεις για τα διεθνή χρηματιστήρια. Το 2019 θα αποτελέσει, παράλληλα, το πρώτο έτος μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση όπου οι ισολογισμοί των κεντρικών τραπεζών θα συρρικνωθούν, με τη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής να στρέφει την προσοχή των επενδυτών στο κατά πόσο οι χώρες θα μπορούν να εξυπηρετούν το χρέος τους.

    Εν τω μεταξύ, η ανάπτυξη της κερδοφορίας των εταιρειών αναμένεται επίσης να είναι πιο αδύναμη μετά τα υψηλά εννέα ετών (+21%) που σημείωσαν οι αμερικανικές εταιρείες το 2018 λόγω των φορολογικών μειώσεων, ενώ οι δασμοί και ο εμπορικός πόλεμος θα αρχίσουν να "δείχνουν" τα δόντια τους. Το 2019 θα χαρακτηριστεί επίσης από σημαντικές προκλήσεις στο πολιτικό μέτωπο. Οι εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας ξεπερνούν τα όρια των διαφωνιών σχετικά με το εμπόριο. Έτσι, οι επενδυτές θα πρέπει να προετοιμαστούν ότι οι σχέσεις μεταξύ των δύο εξουσιών θα συνεχίσουν να επηρεάζουν τις αγορές. Παράλληλα, η γεμάτη εκλογική ατζέντα σε Ευρώπη και αναδυόμενες αγορές θα βρεθεί επίσης στο επίκεντρο, ενώ σιγά-σιγά ξεκινά και η προεκλογική εκστρατεία στις ΗΠΑ.

    Κοινή συνισταμένη, σε κάθε περίπτωση, των εκθέσεων και των εκτιμήσεων που έχουν πραγματοποιήσει οι διεθνείς οίκοι και τις οποίες παρουσιάζει το "Κ" είναι πως το 2019 απαιτείται επενδυτική εγρήγορση και... προετοιμασία για έντονη μεταβλητότητα.

    Νευρικότητα αλλά και ευκαιρίες σε υψηλά μερίσματα και την ενέργεια

    Να στραφούν σε μετοχές "αξίας", καθώς αυτές αναμένεται να υπεραποδώσουν των μετοχών "ανάπτυξης", στις μετοχές των αναδυόμενων αγορών, αλλά και στις αμερικανικές τραπεζικές μετοχές, καθώς και στις μετοχές του κλάδου της ενέργειας διεθνώς, που αναμένεται να έχουν καλές αποδόσεις, συστήνει η UBS στους επενδυτές.

    Αν και οι επενδυτές θα αντιμετωπίσουν έντονη μεταβλητότητα, θα πρέπει να διατηρήσουν κάποιες από τις θέσεις τους στις μετοχές, εκτιμά η UBS. Η πολιτική, η νομισματική πολιτική και τα οικονομικά δεδομένα θα συμβάλουν στην υψηλότερη μεταβλητότητα, αλλά δεν αναμένεται ύφεση, όπως επισημαίνει, τονίζοντας πως οι αποτιμήσεις των διεθνών μετοχών είναι σε discount σε σχέση με τους ιστορικούς μέσους όρους και οι αποδόσεις στο δεύτερο μέρος του οικονομικού κύκλου είναι συχνά καλές.

    Στην Ευρώπη

    Σε ό,τι αφορά τις ευρωπαϊκές μετοχές, η UBS σημειώνει πως οι καλύτερες επενδυτικές ευκαιρίες βρίσκονται στους κλάδους της ενέργειας και των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, καθώς και στις μετοχές με υψηλά μερίσματα. Ωστόσο, όπως επισημαίνει, η ευρωπαϊκή οικονομία και οι ευρωπαϊκές αγορές είναι αντιμέτωπες με πολλές και δύσκολες προκλήσεις λόγω του τέλους του QE. Ο Μάριο Ντράγκι δεν είναι ο μόνος που επισημαίνει ότι "αυξάνονται οι κίνδυνοι για την οικονομία" και ότι η περιοχή είναι πιο ευάλωτη από τις ΗΠΑ έναντι της επιβράδυνσης της ζήτησης της Κίνας. Επίσης, η ομαλοποίηση της νομισματικής πολιτικής θα εξακολουθήσει να είναι πολύ αργή. Με την πολιτική να γίνεται πιο ουδέτερη σταδιακά, η ΕΚΤ μπορεί να διαθέτει πολύ περιορισμένα συμβατικά μέτρα για να αντιμετωπίσει την επόμενη σημαντική επιβράδυνση της οικονομίας. Όλα αυτά θα διατηρήσουν τη νευρικότητα στις αγορές και, έτσι, η UBS τηρεί ουδέτερη στάση στις ευρωπαϊκές μετοχές.

    Οι προτάσεις της Goldman Sachs

    Μετοχές έναντι ομολόγων συστήνει, από την πλευρά της, η Goldman Sachs στους επενδυτές για τη νέα χρονιά.

    Ωστόσο, όπως επισημαίνει, δεν θα πρέπει να αγνοηθούν κίνδυνοι όπως αυτοί της νομισματικής πολιτικής, των εκλογών σε πολλές χώρες της Ευρώπης και των ανησυχιών για σημαντική επιβράδυνση στην οικονομία των ΗΠΑ. Πιο αναλυτικά, η Goldman Sachs τηρεί overweight στάση στις μετοχές για το επόμενο τρίμηνο και δωδεκάμηνο, μετά την πρόσφατη διόρθωση, αναμένοντας σχετικά χαμηλές αποδόσεις, αλλά υψηλότερες από το 2018. Με ακόμη χαμηλό τον κίνδυνο ύφεσης για τη διετία 2019-2020, η G.S. βλέπει επίσης σχετικά χαμηλό κίνδυνο έλευσης της bear market, αν και αναμένει ότι η μεταβλητότητα στις αγορές θα παραμείνει υψηλή. Γεωγραφικά, προτιμά τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία για το επόμενο τρίμηνο και την Ασία εκτός Ιαπωνίας για το επόμενο 12μηνο, τηρώντας παράλληλα long θέσεις στον δείκτη MSCI Αναδυόμενων Αγορών έναντι του δείκτη MSCI EAFE των ανεπτυγμένων αγορών. Επιπλέον, προτιμά τις τοποθετήσεις σε μετοχές εταιρειών με ισχυρούς ισολογισμούς, καθώς και στους κλάδους της ενέργειας, της τεχνολογίας, ενώ short θέσεις συστήνει στον κλάδο καταναλωτικών αγαθών.

    Με την επιβράδυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης, τη συρρίκνωση των οικονομικών συνθηκών και την ανοδική πορεία της οικονομίας των ΗΠΑ, η G.S. αναμένει χαμηλές αποδόσεις για τις διεθνείς μετοχές κατά το επόμενο έτος. Ακόμα και με την προσδοκία χαμηλότερων αποδόσεων, εξακολουθεί να πιστεύει ότι οι μετοχές παραμένουν η κατηγορία των περιουσιακών στοιχείων την οποία πρέπει να διακρατήσουν οι επενδυτές, ιδίως μετά την πρόσφατη διόρθωση. Οι μετοχές, ιδίως εκτός των ΗΠΑ, έχουν ήδη υποστεί repricing εν μέσω της επιδείνωσης της παγκόσμιας ανάπτυξης, τονίζει, και, αν η κερδοφορία δεν μειωθεί απότομα, το 2019 θα προσφέρουν θετικές αποδόσεις.

    Μέτρια κέρδη

    Για το νέο έτος, η Bank of America Merrill Lynch προβλέπει μέτρια κέρδη στις μετοχές, περαιτέρω σύσφιξη της ρευστότητας και πολύ ψηλότερα επίπεδα μεταβλητότητας. Όπως τονίζει, προβλέπει μια μίνι bear market στις αρχές του 2019, ενώ ο δείκτης-βαρόμετρο των διεθνών αγορών, ο S&P 500, θα κλείσει το έτος στις 2.900 μονάδες, από 3.000 μονάδες που αναμένεται να κλείσει το 2018. Η BofΑ εκτιμά πως θα υπάρξει σημαντική επιβράδυνση της εταιρικής κερδοφορίας παγκοσμίως. Η αύξηση των κερδών αναμένεται να μειωθεί δραματικά το επόμενο έτος, από >15% σε <5% σε ετήσια βάση. Η BofA δηλώνει, έτσι, bearish για τις μετοχές, ενώ είναι bullish στα μετρητά, με long θέσεις στη μεταβλητότητα. Για το ξεκίνημα του νέου έτους προτείνει ένα χαρτοφυλάκιο με 50% μετοχές, 25% ομόλογα και 25% μετρητά.

    Η αύξηση των κερδών ενδέχεται επίσης να επιβραδυνθεί στις ΗΠΑ, αν και οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές παραμένουν κάπως θετικές. Ο δείκτης S&P 500 αναμένεται να φτάσει ή να ξεπεράσει τις 3.000 μονάδες, πριν υποχωρήσει στις 2.900 μονάδες. Έτσι, η BofA συστήνει overweight θέσεις στους κλάδους: υγεία, τεχνολογία, υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, τράπεζες και βιομηχανία και underweight στα καταναλωτικά αγαθά, στις υπηρεσίες επικοινωνιών και στον κλάδο ακινήτων.

    Για το μεγαλύτερο μέρος του τρέχοντος κύκλου η στρατηγική των θέσεων σε μετρητά δεν μπόρεσε να ανταγωνιστεί τη στρατηγική των overweight θέσεων στα ομόλογα και στις μετοχές. Πλέον, σε ένα περιβάλλον αύξησης των επιτοκίων, τα μετρητά αναμένεται να είναι η πιο σοφή στρατηγική, σύμφωνα με την BofA.

    Σε ό,τι αφορά τις αναδυόμενες αγορές, έπειτα από ένα ισχυρό sell-off το 2018, τα περιουσιακά στοιχεία των αναδυόμενων αγορών είναι πλέον φθηνά, όπως σημειώνει, και θα μπορούσαν να είναι μεγάλοι νικητές το 2019, καθώς το δολάριο εξασθενεί, ωστόσο η περιοχή εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στις επιπτώσεις των εμπορικών εντάσεων ΗΠΑ-Κίνας.

    Πτώση για τον S&P 500...

    Η Capital Economics είχε υποστηρίξει στο πρόσφατο παρελθόν ότι η επόμενη μεγάλη κίνηση στον δείκτη S&P 500 θα είναι προς τα κάτω, καθώς οι επενδυτές αρχίζουν να ανησυχούν για την επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης των ΗΠΑ ως απάντηση στη νομισματική σύσφιξη και την εξασθένηση των δημοσιονομικών μέτρων στήριξης.

    Μπορεί τα τελευταία στοιχεία να δείχνουν ότι η αμερικανική οικονομία "κρατά" καλά προς το παρόν (η έκθεση για την απασχόληση τον Νοέμβριο και οι έρευνες του ISM ήταν πολύ θετικές), ωστόσο οι αγορές είναι προσανατολισμένες προς το μέλλον, και η διόρθωση του S&P 500 τον Δεκέμβριο, καθώς και η αλλαγή στην καμπύλη αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων δείχνουν ότι υπάρχουν έντονες ανησυχίες για τις προοπτικές της οικονομίας, οι οποίες –όπως εκτιμά– θα επιδεινωθούν το 2019, καθώς η ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί σημαντικά. Επιπλέον, τα σημάδια ότι η ανάπτυξη στον υπόλοιπο κόσμο έχει ήδη αρχίσει να επιβραδύνεται ενισχύουν αυτό το σενάριο. Κατά την άποψη της C.E., η ανάπτυξη είναι πιθανό να αποδυναμωθεί περαιτέρω σε πολλές χώρες το επόμενο έτος, κυρίως στην Κίνα. Λαμβάνοντας υπόψη όλα αυτά, η χρηματιστηριακή αγορά των ΗΠΑ θα μειωθεί περαιτέρω το επόμενο έτος, με τον S&P 500 να φτάνει τις 2.500 μονάδες, από περίπου 2.700 τώρα (πτώση σχεδόν 7,5%).

    ...και τους υπόλοιπους δείκτες

    Έπειτα από μια δύσκολη χρονιά για τα risk assets το 2018, η Societe Generale βλέπει περαιτέρω πτωτική πορεία για τους παγκόσμιους δείκτες μετοχών στους επόμενους 12 μήνες, επισημαίνοντας πως η προοπτική ύφεσης της αμερικανικής οικονομίας στις αρχές ή τα μέσα του 2020 θα επηρεάσει τις αγορές μετοχών έντονα στο β' εξάμηνο του 2019. Σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, η τράπεζα συστήνει στους επενδυτές να μείνουν μακριά από τις μετοχές της περιφέρειας.

    Στις ΗΠΑ, η SocGen αναμένει πως η πιο περιοριστική νομισματική πολιτική θα ωθήσει τις αποτιμήσεις των μετοχών χαμηλότερα, ενώ οι πολιτικές συγκρούσεις και οι εμπορικές εντάσεις πιθανόν να αποτελέσουν σημαντική πηγή αστάθειας. Ωστόσο, αναθεωρεί τον στόχο για τον δείκτη S&P 500 για το τέλος του 2019 ελαφρώς υψηλότερα, καθώς οι οικονομολόγοι τις τράπεζας "αναβάλλουν" τις προβλέψεις τους για ύφεση στις ΗΠΑ κατά δύο τρίμηνα. Λαμβάνοντας υπόψη μια ήπια ύφεση στις ΗΠΑ στις αρχές και στα μέσα του 2020, το μοντέλο αποτίμησης της SocGen υποδεικνύει ότι ο S&P 500 θα μπορούσε να βυθιστεί στις 2.400 μονάδες μέχρι το τέλος του 2019 και να κινηθεί σταθεροποιητικά το 2020 συνολικά, με τον πάτο του δείκτη να αναμένεται να σημειωθεί κάποια στιγμή το 2020.

    Μια πιθανή ανάκαμψη της οικονομίας της Ευρωζώνης έπειτα από μια σειρά από απογοητευτικά τρίμηνα, το τέλος των εμπορικών εντάσεων και η συμφωνία για το Brexit θα μπορούσαν να υποστηρίξουν τις αποτιμήσεις μετοχών της Ευρωζώνης στις αρχές του 2019. Ωστόσο, η ανοδική πορεία θα είναι πιθανόν περιορισμένη, καθώς η δυναμική των κερδών έχει εισέλθει σε αρνητικό έδαφος. Όσον αφορά το δεύτερο εξάμηνο του έτους, η αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ τον Σεπτέμβριο θα αποτελέσει πηγή αστάθειας και θα ωθήσει το ευρώ και τις αποδόσεις των ομολόγων της περιοχής σε αρκετά υψηλότερα επίπεδα. Αυτή είναι μια εξέλιξη η οποία θα χτυπήσει τις μετοχές της περιοχής, όπως επισημαίνει η SocGen, η οποία για το νέο έτος προτιμά την έκθεση σε μετοχές του πυρήνα της Ευρωζώνης και συστήνει αποφυγή των μετοχών της ευρωπεριφέρειας, δηλαδή της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της Ελλάδας, και ιδιαίτερα της Ιταλίας.

    Deutsche Bank: Οι αμερικανικές επιχειρήσεις και ο παράγοντας Τραμπ

    Οι επενδυτές έγιναν πιο νευρικοί το 2018 και, παρά τα καλά αποτελέσματα πολλών εταιρειών, οι μετοχές υποχώρησαν ραγδαία σε κάποιες φάσεις, σημειώνει η Deutsche Bank.

    Έπειτα από σχεδόν 10 χρόνια θετικών αποδόσεων, οι συμμετέχοντες στην αγορά αντιδρούν με περισσότερη "ευαισθησία" – ειδικά στις πολιτικές ειδήσεις. "Βλέπουμε περαιτέρω ανοδική δυναμική για μετοχές το 2019, παρά τις αβεβαιότητες. Οι επενδυτές θα μπορούσαν να εξετάσουν το να εκμεταλλευτούν τη μείωση των αποτιμήσεων που προκάλεσε η πτώση των τιμών μετοχών στο β' εξάμηνο του 2018 ως ευκαιρία εισόδου", τονίζει η γερμανική τράπεζα. Τα αποφασιστικά κριτήρια για αυτό είναι οι υψηλές προσδοκίες για την κερδοφορία των εταιρειών και τα ελκυστικά επίπεδα αποτίμησης. Ωστόσο, η ολοένα και πιο νευρική αγορά σημαίνει ότι οι επενδυτές θα πρέπει να εξοικειωθούν με διαρκείς διακυμάνσεις των τιμών, καθώς και με το να αξιολογούν τακτικά και να διαχειρίζονται ενεργά τα χαρτοφυλάκιά τους.

    Σε ό,τι αφορά τις αγορές των ΗΠΑ, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Deutsche Bank, οι αμερικανικές επιχειρήσεις είναι πιθανό να συνεχίσουν να επωφελούνται από την ισχύ της αμερικανικής οικονομίας και τα δημοσιονομικά μέτρα της κυβέρνησης Τραμπ. Για το 2019 η γερμανική τράπεζα αναμένει αύξηση κερδών έως και 10%. Ένας άλλος σημαντικός οδηγός της χρηματιστηριακής αγοράς είναι οι επαναγορές μετοχών, οι οποίες παίζουν πολύ μεγαλύτερο ρόλο στις ΗΠΑ από ό,τι στην Ευρώπη. Αυτές οι επαναγορές τείνουν να ενισχύουν τις τιμές των μετοχών. Για το επόμενο έτος, ο συνολικός όγκος επαναγορών θα μπορούσε να ανέλθει σε νέο ρεκόρ περίπου 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων ΗΠΑ. "Οι μετοχές των ΗΠΑ θα παραμείνουν ελκυστικές, αν και δεν είναι φθηνές σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα", τονίζει η D.B. 

    Στην Ευρώπη οι αποτιμήσεις είναι αυτές που κάνουν ενδιαφέρουσες τις μετοχές για τους επενδυτές. Μόλις ηρεμήσει η κατάσταση γύρω από το Brexit και η Ιταλία επίσης αποτελέσει παρελθόν ως πηγή ανησυχιών, οι επενδυτές αναμένεται να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη τους στην περιοχή.  Οι πιο ελκυστικές μετοχές φαίνεται να είναι αυτές των κλάδων των πρώτων υλών, των κατασκευών και των υλικών, ο χρηματοπιστωτικός κλάδος, καθώς και ο κλάδος του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, ενώ οι μετοχές "αξίας" αναμένεται γενικότερα να βρεθούν στο επίκεντρο προσοχής.

    Στην Ασία, η εμπορική διαμάχη μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ έχει χτυπήσει το επενδυτικό κλίμα και έχει οδηγήσει σε πτώση των τιμών των μετοχών. Ωστόσο, το κλίμα είναι χειρότερο από την πραγματική κατάσταση, σημειώνει η D.B. "Οι γενικά υψηλές προσδοκίες κερδοφορίας και οι συγκριτικά χαμηλές αποτιμήσεις θα μπορούσαν να αυξήσουν τις τιμές των μετοχών στις αναδυόμενες αγορές της Ασίας το 2019 και να καταστήσουν την περιοχή ελκυστική για τους επενδυτές", τονίζει. Πολλά εξαρτώνται από τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται η κινεζική οικονομία: "Η νομισματική πολιτική και τα δημοσιονομικά μέτρα τόνωσης που εφαρμόζει η κυβέρνηση είναι πιθανό να σταθεροποιήσουν περαιτέρω την ανάπτυξη και, συνεπώς, τις αγορές. Προβλέπουμε μια σταθερή οικονομική ανάπτυξη στην Κίνα 6,3% το επόμενο έτος. Αυτό θα έχει θετικό αντίκτυπο σε ολόκληρη την περιοχή".

    Αναδημοσίευση από το "Κεφάλαιο" που κυκλοφορεί.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων