Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 09-Νοε-2017 11:38

    Capital Economics: Πόσο πιθανή είναι μία νέα τραπεζική κρίση;

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    Capital Economics: Πόσο πιθανή είναι μία νέα τραπεζική κρίση;

    Δέκα χρόνια μετά την κρίση, οι τράπεζες διεθνώς έχουν επιστρέψει σε "κανονικές συνθήκες"; Αυτό εξετάζει η Capital Economics σε νέα έκθεσή της για τον παγκόσμιο τραπεζικό κλάδο. Όπως τονίζει, εάν το "κανονικό" σημαίνει την ανεπαρκώς ρυθμιζόμενη και υπέρ-μοχλευμένη κατάσταση που βρίσκονταν πριν από την κρίση, τότε αυτό είναι το τελευταίο πράγμα στο οποίο χρειάζονται να επιστρέψουν οι τράπεζες. Ευτυχώς, ωστόσο, αυτό δεν φαίνεται να συμβαίνει. Αντίθετα, οι τράπεζες είναι γενικά σε καλή θέση να αυξήσουν τη δανειοδότηση και να στηρίξουν την οικονομική ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια - αν και με σημαντικά αδύνατα σημεία, συμπεριλαμβανομένης της Ιταλίας και της Κίνας, αλλά και των μικρότερων χωρών όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Κύπρος.

    Σε γενικές γραμμές, οι εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα των προηγμένων οικονομιών μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση ήταν θετικές, όπως σημειώνει η Capital Economics. Νέοι κανονισμοί, που εφαρμόστηκαν σε πολλές περιπτώσεις από νέους ρυθμιστικούς φορείς, ώθησαν τις τράπεζες να ενισχύσουν τους ισολογισμούς τους. Τώρα κατέχουν περισσότερα ρευστά assets, γεγονός που καθιστά λιγότερο πιθανό ένα bank run και έχουν περισσότερα κεφάλαια, τα οποία τις κάνει πιο "ικανές" να απορροφήσουν τις ζημίες. Επιπλέον, οι περισσότερες πληρούν ήδη τις κεφαλαιακές απαιτήσεις της Βασιλείας ΙΙΙ, οι οποίες θα τεθούν πλήρως σε εφαρμογή μέχρι το 2019.

    Ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι οι πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις παρεμπόδισαν τη δανειοδότηση και την οικονομική ανάπτυξη, όπως σημειώνει η Capital Economics. Σημειώνουν ότι τα ίδια κεφάλαια είναι μια πιο ακριβή πηγή χρηματοδότησης από το χρέος και επισημαίνοντας ότι το να αναγκάζονται οι τράπεζες να αντλήσουν περισσότερα κεφάλαια και να διατηρούν περισσότερα κέρδη αυξάνει τα κόστη τους. Κατά την άποψή τους, αυτά τα αυξημένα έξοδα "περνούν" στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις μέσω υψηλότερων επιτοκίων.

    Η Capital Economics αμφιβάλλει ότι αυτός ο αντίκτυπος ήταν σημαντικός. Στην πράξη, δεν είναι σαφές ότι το μείγμα "χρέους-ιδίων κεφαλαίων" των τραπεζών επηρεάζει σημαντικά το κόστος χρηματοδότησής τους. Και οποιαδήποτε επιβράδυνση στο τραπεζικό δανεισμό από το αυξημένο κόστος αντισταθμίστηκε από τη χαλαρότερη νομισματική πολιτική. Επιπλέον, ακόμη και αν υπήρξε ένα μικρό χτύπημα στον δανεισμό, μπορεί να είναι ένα τίμημα που αξίζει να πληρώσουμε για να μειώσουμε τον κίνδυνο μιας άλλης χρηματοπιστωτικής κρίσης, όπως τονίζει.

    Σύμφωνα με την C.E. το οικονομικό σκηνικό είναι πιθανό να παραμείνει θετικό για τον τραπεζικό τομέα τα επόμενα χρόνια. Η παγκόσμια οικονομία έχει καλές επιδόσεις και υπάρχουν λίγες προφανείς ανισορροπίες στον κλάδο της ακίνητης περιουσίας ή στον χρηματοπιστωτικό τομέα των μεγάλων ανεπτυγμένων οικονομιών. Επιπλέον, η παγκόσμια νομισματική πολιτική θα εξομαλυνθεί σταδιακά και εν μέρει. Αυτό θα επιτρέψει τη συνέχιση της σταδιακής ανόδου των τραπεζικών δανείων.

    Η μεγάλη πρόκληση κατά τα επόμενα χρόνια, θα είναι η αντιμετώπιση της ευπάθειας των τραπεζικών κλάδων ενός μικρού αριθμού σημαντικών οικονομιών, προειδοποιεί η Capital Economics. Ειδικότερα, στην Κίνα και την Ιταλία, υπάρχουν μεγάλα χαρτοφυλάκια μη εξυπηρετούμενων δανείων, τα οποία είναι απίθανο να επιλυθούν σύντομα. Στην Ιταλία, μια τραπεζική κρίση θα μπορούσε να προκληθεί από την άνοδο των ευρωσκεπτικιστικών κομμάτων ή από μια νέα οικονομική ύφεση. Στην Κίνα, οι πιο προφανείς παράγοντες πυροδότησης μίας κρίσης είναι η απότομη επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας ή σημαντική αύξηση των επιτοκίων.

    Όπως επισημαίνει, στις περισσότερες χώρες, η ποιότητα των τραπεζικών δανείων έχει επιδεινωθεί από το 2010. Ως ποσοστό των συνολικών δανείων, τα NPLs είναι κατά πολύ τα υψηλότερα στην Ιταλία, ακολουθούμενα από τη Ρωσία και την Ινδία. Και στην ευρωζώνη κρύβονται μερικά πολύ υψηλά ποσοστά μη εξυπηρετούμενων δανείων εκτός από την Ιταλία, όπως στην Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία και την Κύπρο. Στην Κίνα, τα NPLs φαίνονται πολύ χαμηλά, αλλά η C.E. Εκτιμά ότι το πραγματικό τους επίπεδο είναι πολύ υψηλότερο.

    Ο υψηλός δείκτης NPLs στην Ιταλία αντανακλά εν μέρει τις χαμηλές επιδόσεις της οικονομίας από την ένταξή της στο ευρώ. Και ο υψηλός δείκτης της Ρωσίας οφείλεται εν μέρει στην οικονομική ύφεση, δεδομένου ότι οι τιμές του πετρελαίου κατέρρευσαν το 2014. Πράγματι, τα στοιχεία δείχνουν δείχνει ότι οι χώρες στις οποίες ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων έχει μειωθεί περισσότερο από το 2010 είναι επίσης εκείνες στις οποίες το ΑΕΠ έχει αυξηθεί στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό.

    Όσον αφορά το μέλλον, θα ήταν ανόητο να προβλέψει κανείς ότι ο τραπεζικός κλάδος δεν θα αποτελέσει ξανά πηγή μίας άλλης χρηματοπιστωτικής κρίσης.

    Γενικότερα, ενώ οι απειλές για το τραπεζικό σύστημα στις ανεπτυγμένες οικονομίες φαίνονται αρκετά χαμηλές για τα επόμενα χρόνια, αυτό είναι απίθανο να συμβεί επ 'αόριστον.

    Βραχυπρόθεσμα ωστόσο, η C.E δεν αναμένει ότι οι ρυθμιστικές αλλαγές θα έχουν σημαντικό αντίκτυπο στον τραπεζικό δανεισμό ή στη χρηματοοικονομική σταθερότητα.

    Ωστόσο μακροπρόθεσμα, πολλά θα εξαρτηθούν από τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται το ρυθμιστικό περιβάλλον, κι έτσι, οι προτάσεις για μια γενική χαλάρωση του ρυθμιστικού περιβάλλοντος στις ΗΠΑ, το οποίο εφαρμόστηκε μετά και λόγω της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, αποτελεί πολύ μεγάλη ανησυχία και μπορεί να πυροδοτήσει μία νέα κρίση. Επιπλέον η συνεχιζόμενη και αυξημένη ένταση μεταξύ της δημοσιονομικής πολιτικής και της νομισματικής ένωσης θα μπορούσε να επανέλθει για να στοιχειώσει την ευρωζώνη του ευρώ, καταλήγει η Capital Economics.


    Ελευθερία Κούρταλη

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων