Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 26-Νοε-2018 00:05

    Ζην επικινδύνως

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Χρήστου Χωμενίδη

    "Μόνος, μισολησμονημένος, πάμπτωχος απέθανε ο Γιώργος Σκούρτης...". Η είδηση είναι ασφαλώς θλιβερή ακόμα και για όσους δεν τον ήξεραν καν, ακόμα και για εκείνους που δεν εκτιμούσαν ιδιαίτερα ούτε τον ίδιον ούτε το έργο του. Τη δεκαετία του 1970 ο Γιώργος Σκούρτης πρωτοστάτησε στο "νέο κύμα" του ελληνικού θεάτρου.  Γνώρισε πιένες, τα κείμενα του χαιρετήθηκαν ως πρωτοποριακά, ρηξικέλευθα, ανέβηκαν από εξαιρετικούς θιάσους, χειροκροτήθηκαν από το κοινό. Η συνέχεια -φευ- δεν στάθηκε εξίσου λαμπρή...

    Ομότεχνοι και φίλοι του εξεμάνησαν μετά τη θανή του. Κατακεραύνωσαν την πολιτεία που δεν απάλυνε τα δεινά του ενώ τον κήδεψε -υποκριτικά- δημοσία δαπάνη. Με ποιά ωστόσο λογική η πολιτεία θα όφειλε να "υιοθετεί" τούς δημιουργούς όταν τα έργα τους παύουν να γνωρίζουν εμπορική επιτυχία, όταν δεν τους εξασφαλίζουν πλέον τα προς το ζην; Εφόσον κάποιος επιλέγει -ή επιλέγεται- από την Τέχνη για να την υπηρετήσει, εφόσον ακολουθεί τον μποέμικο τρόπο, δεν αποδέχεται και την πιθανότητα να πεθάνει στην ψάθα; Αν ήθελε να περιορίσει το ρίσκο, ας σύναπτε έναν γάμο συμφέροντος. Ή ας είχε μια συμβατική δουλειά. Κοτζάμ Καβάφης εργαζόταν στην Εταιρεία Αρδεύσεων.

    Τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια που ως πεζογράφος πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης βρίσκομαι εκών-άκων τακτικά σε κύκλους ομοτέχνων, έχω μπουχτίσει να ακούω τα ίδια και τα ίδια. Πως στην Ελλάδα δεν υπάρχει αναγνωστική κουλτούρα, κοινώς ο κόσμος δεν διαβάζει βιβλία. Ή -κι αν διαβάζει- προτιμά τα αισθηματογραφήματα, τα πάλαι ποτέ "Άρλεκιν", τα οποία δεν πουλιούνται όπως κάποτε στα περίπτερα αλλά κυκλοφορούν με την προβιά της λογοτεχνίας από έγκριτους εκδοτικούς οίκους. Ότι το κράτος δεν στηρίζει τον πολιτισμό κι ας συνιστά ο πολιτισμός -από πού προκύπτει άραγε αυτό;- τη βαριά βιομηχανία της Ελλάδας.  Ότι στο παρελθόν οι "πνευματικοί άνθρωποι" έχαιραν τεράστιας εκτίμησης ενώ στις μέρες μας ο κόσμος δεν τους σέβεται και προτιμά αντί να σπεύδει σε εικαστικές εκθέσεις και σε βραδιές ποίησης, να σπαταλάει τις ώρες του στις καφετέριες, σε φτηνά θεάματα ή κολλημένος στην τηλεόραση και στο ίντερνετ.

    Από την άλλη, μια μεγάλη μερίδα πολιτών κατακεραυνώνει τους σημερινούς δημιουργούς συγκρίνοντάς τους με τα ιερά τέρατα του παρελθόντος. Οσάκις αποβιώνει κάποιος της παλιάς φρουράς και σε βαθύ ακόμα γήρας, ξεσπούν θρήνοι.  "Ορφανέψαμε...", "Γίναμε φτωχότεροι...", "Ερήμωσε η πατρίδα μας από ταλέντο..." Το ευτράπελο είναι ότι εκείνοι που μοιρολογούν πιό γοερά συνήθως έχουν τη μικρότερη επαφή με το έργο του μακαρίτη. Όπως οι αρχηγοί των κομμάτων που χύνουν κροκοδείλια δάκρυα ακόμα και για καλλιτέχνες οι οποίοι τους είχαν σούρει τον αναβαλλόμενο. Είναι γνωστό τοις πάσι άλλωστε ότι ο νεκρός -κι αν ακόμα δεν δικαιώνεται- προσφέρεται προς εκμετάλλευσιν.

    Προς εκμετάλλευσιν προσφέρονται και εν ζωή, εφόσον βέβαια συναινέσουν, οι "πνευματικοί άνθρωποι". Για κάποιο λόγο έχει στην Ελλάδα επικρατήσει η αντίληψη πως διαθέτουν εξαιρετικά ανεπτυγμένη ευαισθησία και κρίση όχι μονάχα στον τομέα τους αλλά επί παντός του επιστητού. Τους κολλούν λοιπόν οι δημοσιογράφοι ένα μικρόφωνο στο στόμα και τους ζητούν να τοποθετηθούν για την πολιτική επικαιρότητα, για τις σχέσεις κράτους-εκκλησίας, για τον προϋπολογισμό και για λεπτά ζητήματα ακόμα εξωτερικής πολιτικής. Η συνταγή είναι αλάνθαστη: Όσο μεγαλύτερες κοινοτοπίες ξεφουρνίσει ο ερωτώμενος -πασπαλισμένες με γερές δόσεις ανθρωπισμού και "προοδευτικότητας"-, τόσο περισσότερο θα ανέβει στη γενική εκτίμηση. 

    Την εποχή των "Αγανακτισμένων", οι καλλιτέχνες όφειλαν να αναθεματίζουν τα καταραμένα μνημόνια, να διαλοστέλνουν με κάθε ευκαιρία την τρόικα. Διατηρούσαν έτσι και αβγάτιζαν το κοινό τους. Έμπαιναν ενίοτε και σε ψηφοδέλτια, εκλέγονταν και σε θέσεις ευθύνης, στις απαιτήσεις των οποίων δεν μπορούσαν βεβαίως να ανταποκριθούν. Η εικόνα του καλλιτέχνη ο οποίος γίνεται πολιτικός θυμίζει -πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- το Άλμπατρος στο ομώνυμο ποίημα του Μποντλέρ, που ενώ περήφανο σκίζει τους ουρανούς όταν το αιχμαλωτίζουν οι ναυτικοί και το βάζουν να περπατήσει στο κατάστρωμα, κουτσαίνει, τρεκλίζει, καταντάει γελοίο.

    Διακινείται τελευταία η άποψη ότι -από το δεύτερο τουλάχιστον μισό του 20ου αιώνα- κυριάρχησε πολιτιστικά στην Ελλάδα η Αριστερά. Ουδέν ανακριβέστερον. Αμφότεροι οι νομπελίστες τοποθετούνταν δεξιότερα του κέντρου. Το ίδιο και ο Μάνος Χατζιδάκις και όλοι σχεδόν οι συγγραφείς της γενιάς του '30 και οι πλειονότητα των λαϊκών μουσικοσυνθετών από τον Μάρκο Βαμβακάρη μέχρι τον Ζαμπέτα και τον Άκη Πάνου. Ασφαλώς υπήρχαν και σπουδαίοι στον χώρο της Αριστεράς, ο Μάνος Κατράκης, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Δημήτρης Χατζής, ο Άρης Αλεξάνδρου. 

    Οι περισσότεροι, έτσι κι αλλιώς, καλλιτέχνες είναι μυστήρια τρένα, ακολουθούν απροσδόκητες διαδρομές. Ο Άγγελος Σικελιανός ξεκίνησε από βασιλόφρων κατά τον Εθνικό Διχασμό και κατέληξε στην Κατοχή Εαμίτης. Ο Νίκος Καζαντζάκης έπλεξε το εγκώμιο και της Σοβιετικής Ρωσίας και του Μπενίτο Μουσολίνι. Ο Μίκης Θεοδωράκης (ο μόνος καθαρόαιμος πολιτικός στην Τέχνη αφού έχει πολεμήσει και βασανιστεί για τις ιδέες του) κάθισε στα βουλευτικά έδρανα και του ΚΚΕ και της Νέας Δημοκρατίας.     

    Η Αριστερά υπήρξε απλώς ανέκαθεν εξαιρετικά ικανή στην παραγωγή μύθων και ηρώων. "Εάν η Ελένη Παπαδάκη ήταν κομμουνίστρια" είχε πει η Ελένη Βλάχου "θα είχε γεμίσει με αγάλματά της η Ελλάδα..."

    Η άλλη δοξασία που επικρατούσε -μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον- είναι ότι το κράτος οφείλει να εναγκαλίζεται τους "παραγωγούς πολιτισμού", αν όχι και να τους σιτίζει στο πρυτανείο. Το πόσες επιχορηγήσεις μοιράζονταν επί δεκαετίες σε ταλαντούχους και ατάλαντους δεν μετριέται... Το πόσες ταινίες γυρίστηκαν με λεφτά του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου και κατέληξαν -χωρίς ποτέ να προβληθούν σε αίθουσα- να σκονίζονται σε αποθήκες ή κατέβηκαν άρον-άρον λόγω έλλειψης θεατών... Το άκρον άωτον ήταν η απαίτηση του Στέλιου Καζαντζίδη, στις αρχές της δεκαετίας του '80, η κυβέρνηση της "Αλλαγής" να επέμβει νομοθετικά, να σπάσει το συμβόλαιό του με τη δισκογραφική εταιρεία και να εθνικοποιήσει τη φωνή του.

    Εάν ήθελε ειλικρινά η πολιτεία να υποστηρίξει τον πολιτισμό, θα όφειλε να φτιάξει σε κάθε πόλη και χωριό δανειστικές βιβλιοθήκες, κινηματογράφους, θέατρα και να επιχορηγεί μονάχα προϊόντα προς εξαγωγήν. Όπως κάνει τον Ινστιτούτο Γκαίτε για τη Γερμανία, το Θερβάντες για την Ισπανία...

    Ο καλλιτέχνης είναι εξ' ορισμού λοξός και ριψοκίνδυνος. Πρέπει να αναμετράται κάθε στιγμή με το κοινό του χωρίς μαξιλαράκια και αντιολισθητικές αλυσίδες. Οι παλιοί σπουδαίοι θίασοι κατέβαζαν χωρίς δισταγμό τα έργα που δεν έκοβαν εισιτήρια και φώναζαν  τους συγγραφείς να γράψουν άλλα. "Ή θα πάει η παράσταση ή δεν θα πάει οπότε ετοιμάσου για το επόμενο!" έλεγε η Μαρίκα Κοτοπούλη στον Γρηγόριο Ξενόπουλο. Ο Τσιτσάνης χαρακτήριζε ανενδοίαστα τα αριστουργήματά του "σουξέ". 

    Ο Βασίλης Βασιλικός το έχει διατυπώσει ανεπανάληπτα. "… Ο πατέρας μού το έλεγε όταν ήμουν μικρός: "Θα πεθάνεις στην ψάθα με τη λογοτεχνία". Τελικά μπορεί να βγει δικαιωμένος. Αλλά δεν έζησα, μπαμπά, στην ψάθα. Εζησα στα πλούτη με τη λογοτεχνία. Αν πεθάνω στην ψάθα είναι το λιγότερο. Τι να τα κάνεις τα πλούσια φέρετρα;".-

    * Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας 

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων