Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 03-Ιαν-2018 00:05

    Μικροί αδελφοί

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Χρήστου Χωμενίδη

    Σε μια όχι και τόσο μακρινή εποχή -πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια για την ακρίβεια- οι πολίτες του δυτικού κόσμου εμφανίζονταν τρομερά θορυβημένοι από τα μέτρα ασφαλείας που εσπευσμένα λάμβαναν οι κυβερνήσεις τους προκειμένου να αντιμετωπίσουν την επέλαση της τρομοκρατίας, για να αποφύγουν την επανάληψη μιας 11ης Σεπτεμβρίου. Αυτό που κυρίως σόκαρε την κοινή γνώμη σε Ευρώπη και σε Αμερική ήταν η τοποθέτηση καμερών σε κάθε σχεδόν δημόσιο χώρο, σε δρόμους, καταστήματα, μέχρι και σε εκκλησίες. "Ο κάτοικος Λονδίνου παρακολουθείται, χωρίς καλά-καλά να το συνειδητοποιεί- σε όλες του τις εκτός σπιτιού εκδηλώσεις. Ακόμα και όταν σπεύδει σε μια κοινόχρηστη τουαλέτα, ένα αόρατο μάτι καταγράφει τους μορφασμούς του καθώς ανακουφίζεται σωματικά!" "Εφόσον ο κάτοικος του Λονδίνου -του Παρισιού, της Νέας Υόρκης, της Αθήνας- δεν παρανομεί, δεν έχει κανένα λόγο να ενοχλείται από αυτό" απαντούσαν οι υποστηρικτές της αυξημένης αστυνόμευσης. "Το βλέμμα του νόμου δεν πέφτει πάνω του αδιάκριτα αλλά στοργικά. Δεν τον κατασκοπεύει. Τον προστατεύει".

    Ούτε όσοι εχθρεύονταν ούτε όσοι υποστήριζαν τις κρυφές κάμερες θα μπορούσαν να προβλέψουν τί θα συνέβαινε μισή γενιά αργότερα. Θα φαντάζονταν πως και οι πλέον λαύροι υπερασπιστές της ιδιωτικότητας, θα παρασύρονταν απ' τις σειρήνες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ότι θα καθιστούσαν, αυτοβούλως και ενθουσιωδώς, την καθημερινότητά τους κοινό θέαμα και ακρόαμα.

    Εάν δεν καταλαβαίνετε τι λέω, περιηγηθείτε στο facebook και στο instagram. Και αντικρίστε τις ζωές των άλλων (και τη δική σας κατά πάσα πιθανότητα) να γίνονται -κάθε ώρα και στιγμή- κοινό κτήμα του παγκόσμιου χωριού μας. Ο Τζορτζ Όργουελ του "1984" θα έμενε άναυδος. Η μανιώδης βιντεοσκόπηση, η φρενήρης φωτογράφιση δεν πραγματοποιείται από κάποιον Μεγάλο Αδελφό. Αλλά από δισεκατομμύρια μικρούς αδελφούς, οι οποίοι χρησιμοποιούν εναλλάξ τις δύο κάμερες των κινητών τους, την μπροστινή για να ρουφήξουν ό,τι βλέπουν, την πίσω για να καθρεφτίσουν -με τον νομιμοποιημένο ναρκισισμό των σέλφις- το είδωλό τους.

    Θα χαρακτηρίζαμε τον παραπάνω τρόπο ζωής -διότι για τρόπο ζωής πρόκειται, όταν δεν είσαι οφλάιν παρά μονάχα τις ώρες που κοιμάσαι- νοσηρό;

    Από τη μία, ναι. Καθώς σκρολάρεις στο τάιμλάιν σου (πόσοι νεολογισμοί σε μία μόνο φράση!) σού δημιουργείται βάσιμα η υποψία ότι ο homo sapiens των αρχών του 21ου αιώνα δεν ζει. Παίζει σε μια αέναη παράσταση με κεντρικό πρόσωπο τον ίδιο, συμπρωταγωνιστές τους φίλους και τους συγγενείς του και εν δυνάμει κοινό του σύσσωμη την ανθρωπότητα.

    Ότι αν -ο μη γένοιτο- χαλούσαν τα κινητά ή διακοπτόταν η σύνδεση στο διαδίκτυο, τα πάρτι ακαριαία θα διαλύονταν. Τα εορταστικά δείπνα επίσης. Τα ζευγάρια θα έπαυαν να ρομαντζάρουν και να ποζάρουν με φόντο ειδυλλιακά τοπία. Τα πιτσιρίκια θα απαξιούσαν πλέον να μας φτιάχνουν το κέφι με τις γκριμάτσες και τα αστεία τους καμώματα. Και οι αντιρρησίες ακόμα πάσης φύσεως θα κλείνονταν στους εαυτούς τους. Τι νόημα έχει μια ειρηνική διαδήλωση ή ένα βίαιο ντου εναντίον των φορέων της εξουσίας αν δεν μπορείς να το ανεβάσεις στο youtube; 

    Από την άλλη, όχι. Ποιος είσαι εσύ για να αναθεματίσεις ως νοσηρή, στρεβλή, μια συμπεριφορά που -προφανώς- εκπορεύεται από τη φύση μας; Ανέκαθεν, αφότου απέκτησε συνείδηση του εαυτού του, ο άνθρωπος μηρύκαζε μετά μανίας την μικρή και τη μεγάλη, την ατομική και τη συλλογική του ιστορία. Απαθανατίζοντας και απαθανατιζόμενος -το λέει και η λέξη- ξεγελάς, αφελώς έστω, τον θάνατο. Ελπίζεις ότι το ίχνος που θα αφήσεις στη γη θα επιβιώσει του φθαρτού σαρκίου σου. Η λαχτάρα της υστεροφημίας αποτελεί -κακά τα ψέμματα- βασικό κίνητρο της τέχνης. Ο Σαίξπηρ απεύθυνε τους στίχους του στην αιωνιότητα. Οι αρχιτέκτονες και οι γλύπτες του Παρθενώνα επιστράτευσαν όλο τους το ταλέντο και τη γνώση ώστε ο ναός που ανέγειραν να αποτελέσει κτήμα εσαεί. Και τα κατάφεραν.

    Αρρωστημένη ή υγιής, η μανία των χρηστών του διαδικτύου θα προσφέρει υπεράφθονο υλικό στον ανθρωπολόγο του μέλλοντος. Εάν ως πηγές για τον 15ο αιώνα σώζονται σκόρπιες διηγήσεις, επί παραγγελία ζωγραφιές και όσα αντικείμενα άντεξαν στον πανδαμάτορα χρόνο, εάν στις αρχές του 20ου ξεκίνησε η κινηματογράφηση -πόσοι όμως διέθεταν τότε κάμερες και φιλμ;-, ο πρώιμος 21ος έχει αποθηκευτεί, αποθηκεύεται διαρκώς, σε όλες του τις εκφάνσεις, ψηφιακά. Και δεν ποζάρουν πλέον βασιλιάδες, μεγιστάνες, αστέρες έστω τού θεάματος. Ο λεγόμενος "απλός άνθρωπος" δεσπόζει πλέον μπροστά στον φακό. Πρωτοστατεί -και κερδίζει- τον πόλεμο της μνήμης εναντίον της λήθης.

    Τι θα αντικρύσει ωστόσο ο ανθρωπολόγος του μέλλοντος αναδιφώντας στα ψηφιακά αρχεία; Τι συμπεράσματα θα εξαγάγει σχετικά με τις ζωές μας; Πολύ σύντομα -φοβάμαι- θα πλήξει θανάσιμα. Θα φρίξει συνειδητοποιώντας πόσο ομογενοποιημένος, πόσο συμβατικός μες στην υποτιθέμενη πολυχρωμία του ήταν ο κόσμος μας.

    Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βρίθουν από φωτογραφίες γελαστών προσώπων που διατυμπανίζουν τη σωματική ευεξία και το κέφι τους. Που αμιλλώνται σε επιδείξεις ευγενών αισθημάτων, κοινωνικής ευαισθησίας, αλληλεγγύης προς τις χειμαζόμενες μειονότητες. Που αναθεματίζουν την οποιαδήποτε -εκλεγμένη από τους ίδιους- κυβέρνηση. Που συμπαραστέκονται -στα λόγια- σε πρόσφυγες, ορφανά πολέμου, ασθενείς και οδοιπόρους.

    Που μοιάζουν να πιστεύουν ειλικρινά ότι πατώντας ένα like, κάνοντας ένα retweet, μπορούν να σώσουν ένα καρκινοπαθές παιδάκι. Που επιλέγουν απ' τους ποιητές τους πιο μελοδραματικούς στίχους, από τους φιλοσόφους τα πιο νερόβραστα αποφθέγματα. Που έχουν αναβαπτίσει τον επαρχιώτικο πουριτανισμό στα νάματα της πολιτικής ορθότητας.

    Που κάθε μέρα σχεδόν στοχοποιούν έναν πολιτικό ή έναν καλλιτέχνη, του χυμάνε με λύσσα, τον κατεξευτελίζουν με αφορμή κάποιο αληθινό -είτε υποτιθέμενο- ολίσθημά του. Που όποτε μία διασημότητα πεθαίνει αναλύονται σε ποταμούς ψηφιακών δακρύων, γράφουν σαν δαιμονισμένοι R.I.P. ("Rest In Peace") και την επαύριο κιόλας έχουν οριστικά ξεπεράσει το δήθεν πένθος τους. Που όταν πεθαίνουν οι ίδιοι, οι λογαριασμοί τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μένουν ορθάνοιχτοι, να χάσκουν σαν ακατοίκητα σπίτια, σαν άδεια κελύφη. 

    "Πώς ένας τέτοιος κόσμος δεν βαριόταν θανάσιμα τον εαυτό του;" θα αναφωνήσει ο ανθρωπολόγος του μέλλοντος. "Πώς δεν πνιγόταν από την κοινοτοπία, από τα φτηνά σιρόπια και τα νάυλον ιδανικά του;" Θα κλείσει -αηδιασμένος σχεδόν- τα ντοκουμέντα των αρχών του 21ου αιώνα. Θα προτιμήσει να μελετήσει μιαν άλλη, λιγότερο κάλπικη εποχή.- 

    *Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας

     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ