Αποθήκευση
Εγγραφή          Υπενθύμιση κωδικού
Σύμβολο go
        Τζίρος  εκ. €

Σχεδιο Νόμου - Αιτιολογική Έκθεση
Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016

Εκτύπωση σελίδας
Αποθήκευση σελίδας
Αποστολή με e-mail
Προσθήκη στο αρχείο
Μέγεθος κειμένου


Σχέδιο Νόμου - Αιτιολογική Έκθεση
«Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016»

'ΑΡΘΡΟ ΜΟΝΟ

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α.: ΕΓΚΡΙΣΗ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ
ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ 2013-2016

1. Με το παρόν εγκρίνεται το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016, το οποίο επισυνάπτεται ως Παράρτημα I στον παρόντα νόμο, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του νόμου αυτού και στο οποίο περιλαμβάνονται για το τρέχον έτος και τα τρία επόμενα έτη, κατά κύριο λόγο, τα εξής:
- Οι μεσοπρόθεσμοι στόχοι για τη Γενική Κυβέρνηση και τους επιμέρους φορείς της.
- Η περιγραφή και αξιολόγηση των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών εξελίξεων και προβλέψεων για τα δύο προηγούμενα έτη, το τρέχον έτος, το έτος προϋπολογισμού και τα επόμενα τρία έτη.
- Οι παραδοχές των οικονομικών και δημοσιονομικών προβλέψεων (ελαστικότητες και ποσοστά συμμόρφωσης για τις κύριες πηγές των εσόδων, αριθμό εργαζόμενων, μισθολογικές και συνταξιοδοτικές εξελίξεις, παροχές, δαπάνες αγαθών και υπηρεσιών, δαπάνες επενδύσεων και δαπάνες τόκων).
- Οι κύριες πηγές κινδύνου για τις δημοσιονομικές προβλέψεις.
- Ο στόχος για το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης.
- Τα συνολικά ανώτατα όρια δαπανών για τη Γενική Κυβέρνηση καθώς και τα ανώτατα όρια του Κρατικού Προϋπολογισμού, των ΟΤΑ και των ΟΚΑ για την περίοδο.
- Οι δαπάνες και τα έσοδα σε Κεντρική Κυβέρνηση, τοπική αυτοδιοίκηση, κοινωνική ασφάλιση για τα αντίστοιχα έτη.
- Οι προβλεπόμενες δαπάνες της Κεντρικής Κυβέρνησης ανά Υπουργείο για τον Προϋπολογισμό του επόμενου έτους, καθώς και οι συνολικές δαπάνες τους για την περίοδο.
- Τα έσοδα και οι δαπάνες της Κεντρικής Κυβέρνησης ανά οικονομική κατηγορία και οι προβλέψεις για τα φορολογικά έσοδα καθώς και οι δαπάνες για την περίοδο, οι εκτιμήσεις ανά οικονομική κατηγορία των ακαθάριστων εξόδων, εσόδων, και ελλείμματος ή πλεονάσματος του Κοινωνικού Προϋπολογισμού και των Ενοποιημένων Προϋπολογισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.: ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ

1. α. Οι διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 91/1943 (Α' 129), 1 και 2 του ν.δ. 99/1974 (Α' 295) και της παρ. 19 του άρθρου 4 του ν. 3513/2006 (Α' 265) παύουν να ισχύουν για όσους από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα αποκτούν για πρώτη φορά την ιδιότητα του Βουλευτή ή του Δημάρχου, από την επομένη της ημερομηνίας έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου. Τα πρόσωπα αυτά ασφαλίζονται για κύρια σύνταξη, πρόσθετη ασφάλιση και υγειονομική περίθαλψη, στους φορείς που ασφαλίζονταν πριν την εκλογή τους στα αξιώματα αυτά και ο χρόνος της θητείας τους λογίζεται ως χρόνος ασφάλισης στους φορείς αυτούς.
Σε περίπτωση που δεν υφίσταται προγενέστερη κατά τα ανωτέρω ασφάλιση, για τα εν λόγω πρόσωπα έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 2 του ν. 3865/2010 (Α' 120).
Οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία του κάθε φορέα βαρύνουν του μεν ασφαλισμένου τους ίδιους, του δε εργοδότη τη Βουλή ή το Δήμο, κατά περίπτωση, παρακρατούνται από τη βουλευτική αποζημίωση ή την αντιμισθία και αποδίδονται ανά μήνα στους οικείους φορείς.
Όσα από τα ανωτέρω πρόσωπα πριν την εκλογή τους υπάγονταν στο ασφαλιστικό- συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημοσίου, οι ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται επί των συντάξιμων αποδοχών της οργανικής τους θέσης, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου.

β. Οι διατάξεις της παρ. 14 του άρθρου 8 ν. 2592/1998 (Α' 57), αντικαθίστανται ως εξής:

«14. Οι συντάξεις των συνταξιούχων του Δημοσίου, γενικά, συμπεριλαμβανομένων όσων λαμβάνουν βουλευτική σύνταξη ή χορηγία, οι οποίοι υπηρετούν ή προσλαμβάνονται σε θέσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α' 65) και λαμβάνουν σύνταξη ή χορηγία, κατά περίπτωση και αποδοχές συγχρόνως, καταβάλλονται μειωμένες κατά 70% με εξαίρεση τις συντάξεις που καταβάλλονται με βάση τις διατάξεις των νόμων 1897/1990 (Α' 120) και 1977/1991 (Α' 185), τις εξ ιδίου δικαιώματος πολεμικές συντάξεις που καταβάλλονται με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Πολεμικών Συντάξεων, καθώς και τις εξ ιδίου δικαιώματος συντάξεις παθόντων στην υπηρεσία και εξαιτίας αυτής.

Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν ανάλογη εφαρμογή και για όσους λαμβάνουν σύνταξη ή χορηγία από το Δημόσιο και καταλαμβάνουν θέση εξωκοινοβουλευτικού Υπουργού, Αναπληρωτή Υπουργού ή Υφυπουργού.

Οι διοριζόμενοι σε θέσεις προέδρων ή μελών Διοικητικών Συμβουλίων, φορέων του δημοσίου τομέα, οι οποίοι λαμβάνουν σύνταξη από το Δημόσιο ή από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα κύριας ασφάλισης μπορούν, αντί της υπαγωγής τους στις ρυθμίσεις του προηγούμενου εδαφίου, να επιλέξουν με υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 που απευθύνουν τόσο προς την υπηρεσία τους, όσο και προς τον οικείο ασφαλιστικό φορέα, την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις της παρ. 9 του άρθρου 6 του ν. 2469/1997 (Α' 38).»

γ. Οι διατάξεις της παρ. 14 του άρθρου 8 του ν. 2592/1998, όπως τροποποιούνται με τις διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης έχουν εφαρμογή και για όσους λαμβάνουν ταυτόχρονα με τη σύνταξη ή τη χορηγία, κατά περίπτωση, βουλευτική αποζημίωση ή αντιμισθία ως αιρετά όργανα των ο.τ.α. α' και β' βαθμού.

δ. Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 58 του π.δ. 169/2007, προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Οι ανωτέρω διατάξεις έχουν εφαρμογή και:
α. για όσους λαμβάνουν, εξ' ιδίου δικαιώματος ή κατά μεταβίβαση, βουλευτική σύνταξη ή χορηγία αιρετού οργάνου των ο.τ.α. α' και β' βαθμού καθώς και
β. για όσους λαμβάνουν σύνταξη από το Δημόσιο, συμπεριλαμβανομένης και της βουλευτικής ή χορηγία και συγχρόνως βουλευτική αποζημίωση ή αντιμισθία, ως αιρετά όργανα των ο.τ.α. α' και β' βαθμού, κατά περίπτωση».

ε. Χρόνος ασφάλισης σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα καθώς και στο Δημόσιο δεν μπορεί να χρησιμεύσει για τη θεμελίωση ή την προσαύξηση βουλευτικής σύνταξης ή σύνταξης αιρετού οργάνου των ο.τ.α. α' και β' βαθμού.

στ. Οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 14 του ν.3865/2010, αντικαθίστανται, από 1.1.2011, ως εξής:
«Οι δήμαρχοι διατηρούν το καθεστώς υγειονομικής περίθαλψης στο οποίο υπάγονταν πριν την εκλογή τους στις ανωτέρω θέσεις, οι δε αναλογούσες κρατήσεις, υπολογίζονται επί της αντιμισθίας που λαμβάνουν, βαρύνουν τους ίδιους και αποδίδονται, ανά μήνα, στον οικείο φορέα.».

ζ. Οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 14 ν. 3865/2010, από 1.1.2011 έχουν εφαρμογή για τα πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 93 του ν.3852/2010, (Α' 87), με εξαίρεση τους δημάρχους, καθώς και για τα πρόσωπα του άρθρου 182 του ίδιου ως άνω νόμου, τα οποία λαμβάνουν αντιμισθία.

η. Οι αναλογούσες εισφορές για κύρια σύνταξη ασφαλισμένου των προσώπων της παρ. 1 των άρθρων 93 και 182 του ν.3852/2010 βαρύνουν τους ίδιους.

θ. Οι καταβαλλόμενες κατά την 1.1.2013 και εφεξής κανονιζόμενες συντάξεις των Βουλευτών και των αιρετών οργάνων των ο.τ.α. α' και β' βαθμού που λαμβάνουν και δεύτερη κύρια σύνταξη από οποιοδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης ή το Δημόσιο, μειώνονται κατά 20%. Το ποσοστό αυτό διαμορφώνεται σε 30% εάν τα ανωτέρω πρόσωπα λαμβάνουν και τρίτη σύνταξη συμπεριλαμβανομένης και της βουλευτικής ή της χορηγίας.
Η κατά τα ανωτέρω μείωση γίνεται επί του ακαθαρίστου ποσού της μηνιαίας βασικής σύνταξης, όπως αυτό ισχύει κατά την 31.12.2012, προ της παρακράτησης της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων και της επιπλέον εισφοράς της παρ. 14 του άρθρου 2 του ν. 4002/2011 (Α' 180) καθώς και των μειώσεων που επιβλήθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 1 του ν. 4024/2011 (Α' 226), του άρθρου 1 του ν. 4051/2012 (Α' 40) και της παρ. 3 του άρθρου αυτού.

ι. Η εξ ιδίου δικαιώματος σύνταξη για όσα από τα πρόσωπα της προηγούμενης περίπτωσης θα θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από την 1.1.2013 και μετά, καταβάλλεται με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας τους, με εξαίρεση όσα από αυτά είναι ανίκανα για κάθε βιοποριστικό επάγγελμα κατά ποσοστό 67% και άνω.

ια. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, κατά το μέρος που αφορούν βουλευτικές συντάξεις, έχουν εφαρμογή και για τις συντάξεις των Προέδρων και Αντιπροέδρων της Κυβέρνησης καθώς και για αυτές των Προέδρων της Βουλής.

2. α. Στο τέλος του άρθρου 56 του π.δ. 169/2007 προστίθεται παράγραφος 15, ως εξής:
«15. α. Για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από 1.1.2013 και μετά, το όριο ηλικίας καταβολής της σύνταξής τους που προβλέπεται από τις διατάξεις:
αα. των υποπεριπτώσεων βα' και βγ' της περ. β' της παρ. 1 του άρθρου αυτού, αυξάνεται στο 67ο έτος,
ββ. της περ. β' της παρ. 2 του άρθρου αυτού, αυξάνεται στο 62ο έτος.
β. Η σύνταξη όσων θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από 1.1.2013 και μετά, καταβάλλεται ολόκληρη με τη συμπλήρωση σαράντα (40) ετών πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας και του 62ου έτους της ηλικίας τους.»

β. Η υποπερίπτωση γγ) της περ. β) της παρ. 3 του άρθρου 56 του π.δ. 169/2007 καταργείται.

γ. Το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2084/1992 (Α' 165), όπως ισχύουν, αντικαθίστανται ως εξής:
«α) Αν απομακρυνθεί της υπηρεσίας και έχει 15ετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και το 67ο έτος της ηλικίας του.
Για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης από 1-1-2013 και μετά, η σύνταξη καταβάλλεται με τη συμπλήρωση 40 ετών πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσία και του 62ου έτους της ηλικίας τους.»

δ. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 2084/1992 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Ο υπάλληλος δικαιούται μειωμένη σύνταξη μετά τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του και των χρονικών προϋποθέσεων των άρθρων 3 και 7 του νόμου αυτού.»

ε. Οι διατάξεις των προηγούμενων περιπτώσεων έχουν εφαρμογή και για τους δικαστικούς λειτουργούς και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης από 1.1.2013 και μετά.
Ειδικά οι δικαστικοί λειτουργοί και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 88 του Συντάγματος, δεν υπάγονται σε όσες από τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προβλέπουν καταβολή της σύνταξης με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας και συνταξιοδοτούνται άμεσα μετά την υποχρεωτική αποχώρησή τους από την υπηρεσία.

στ. Η σύνταξη όσων από τα πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3660/2008 (Α' 78) θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης με βάση τις διατάξεις του ίδιου άρθρου, από 1.1.2013 και μετά, καταβάλλεται με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας τους.

ζ. Το δεύτερο εδάφιο της υποπερίπτωσης εε' της περ. β' της παρ. 3 του άρθρου 56 του π.δ. 169/2007, αντικαθίσταται ως εξής:
«Για το προσωπικό εσωτερικής φύλαξης και εξωτερικής φρούρησης των γενικών, ειδικών και θεραπευτικών καταστημάτων κράτησης και των ιδρυμάτων αγωγής ανηλίκων, που θεμελιώνει δικαίωμα σύνταξης από 1.1.2013 και μετά η σύνταξη καταβάλλεται ακέραια με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας τους.»

η. Οι διατάξεις του πρώτου και δευτέρου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 19 του ν. 2084/1992 αντικαθίστανται από 1-1-2013 ως εξής:
«7. Υπάλληλοι και λειτουργοί του Δημοσίου, καθώς και στρατιωτικοί που έχουν ασφαλισθεί, για κύρια σύνταξη, σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό πριν την 1.1.1993, δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 1 και 26 του π.δ. 169/2007, εφόσον αποχωρούν με αίτηση τους και έχουν συμπληρώσει 15ετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και το 67ο έτος της ηλικίας τους. Η συμπλήρωση της ανωτέρω 15ετούς συντάξιμης υπηρεσίας δεν συνιστά θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, κατά την έννοια των διατάξεων των προηγουμένων περιπτώσεων.»

θ. Στις περιπτώσεις που η σύνταξη, ανεξαρτήτως του χρόνου θεμελίωσης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, καταβάλλεται με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας, το όριο ηλικίας αυτό αυξάνεται στο 67ο έτος , με εξαίρεση τις περιπτώσεις που το σχετικό δικαίωμα έχει αναγνωρισθεί με πράξη της αρμόδιας Διεύθυνσης Συντάξεων.

ι. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 3865/2010 (Α 120) και τις οικείες διατάξεις του Κανονισμού της Βουλής έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τους υπαλλήλους της Βουλής.

3. α. Η μηνιαία σύνταξη ή το άθροισμα των μηνιαίων συντάξεων και μερισμάτων, άνω των 1.000 ευρώ, που καταβάλλονται από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία, μειώνεται ως εξής:
Για συνολικό ποσό σύνταξης ή αθροίσματος συντάξεων:
αα. άνω των 1.000,00 ευρώ και έως 1.500,00 ευρώ, μειώνεται το σύνολο του ποσού κατά 5% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.000,01 ευρώ.
ββ. από 1.500,01 ευρώ έως και 2.000,00 ευρώ, μειώνεται το σύνολο του ποσού κατά 10% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.425,01 ευρώ.
γγ. από 2.000,01 ευρώ και άνω , μειώνεται το σύνολο του ποσού κατά 15% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.800,01 ευρώ.

β. για τον προσδιορισμό του ποσοστού μείωσης λαμβάνεται υπόψη το ποσό της μηνιαίας βασικής σύνταξης ή των μηνιαίων βασικών συντάξεων όπως αυτά θα έχουν διαμορφωθεί την 31.12.2012 μετά την τυχόν παρακράτηση της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων και της επιπλέον εισφοράς της παρ. 14 του άρθρου 2 του ν. 4002/2011 καθώς και των τυχόν μειώσεων που επιβλήθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 1 του ν. 4024/2011 και του άρθρου 1 του ν. 4051/2012.

γ. Σε περίπτωση συρροής συντάξεων το ποσό της μείωσης επιμερίζεται αναλογικά σε κάθε φορέα ή τομέα και αποτελεί έσοδο του οικείου ασφαλιστικού φορέα ή τομέα.

4. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και το επίδομα αδείας που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2592/1998 (Α' 57) και του άρθρου Μόνου του ν. 3847/2010 (Α' 67) καταργούνται.

5. α. Από 1.1.2013 οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 5 και της παρ. 6 του άρθρου 31, του π.δ. 169/2007 αντικαθίστανται ως εξής:

«α. Το συνολικό ποσό σύνταξης ή συντάξεων που λαμβάνουν οι άγαμες ή διαζευγμένες θυγατέρες, από το Δημόσιο, των οποίων το συνταξιοδοτικό δικαίωμα γεννήθηκε πριν την ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 3865/2010, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 720ευρώ. Στις περιπτώσεις καταβολής δυο συντάξεων που το άθροισμά τους υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό, η περικοπή του υπερβάλλοντος ποσού, διενεργείται επί της μεγαλύτερης σύνταξης και εάν αυτή δεν επαρκεί περικόπτεται ανάλογα και η δεύτερη σύνταξη.
β. Από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού καταργείται η καταβολή του επιδόματος εξομάλυνσης του άρθρου 1 του ν. 3670/2008 (Α 117) στις συντάξεις των προσώπων της προηγούμενης περίπτωσης.
γ. Στις περιπτώσεις που στη σύνταξη συντρέχουν περισσότεροι του ενός δικαιούχοι, το ποσό της περ. α' επιμερίζεται σε αυτούς σε ίσες μερίδες. Ειδικά στην περίπτωση που συνδικαιούχος στη σύνταξη είναι επιζών σύζυγος, το μερίδιό του δεν παραβλάπτεται από τον κατά τα ανωτέρω περιορισμό του ποσού που αναλογεί στο μερίδιο των προσώπων της περίπτωσης α'.
δ. Η καταβολή της σύνταξης των άγαμων ή διαζευγμένων θυγατέρων αναστέλλεται, εάν όπως προκύπτει από τη φορολογική τους δήλωση του προηγούμενου οικονομικού έτους, έχουν και άλλα εισοδήματα, εκτός από την κύρια και επικουρική σύνταξή τους, τα οποία υπερβαίνουν το αναγόμενο σε ετήσια βάση ποσό της περ. α'.
Εάν τα ανωτέρω εισοδήματα δεν υπερβαίνουν το αναγόμενο σε ετήσια βάση ποσό της περ. α' και το συνολικό ετήσιο πραγματικό ακαθάριστο εισόδημα των προσώπων αυτών, όπως αυτό προκύπτει από τη φορολογική τους δήλωση του προηγούμενου οικονομικού έτους, με συνυπολογισμό και του ποσού της κύριας σύνταξης, υπερβαίνει το αναγόμενο σε ετήσια βάση ποσό της περ. α', η κύρια σύνταξη μειώνεται κατά το υπερβάλλον ποσό.
ε. Από την αναστολή ή την περικοπή της σύνταξης σύμφωνα με τα οριζόμενα στις περιπτώσεις δ' και ε' δεν επωφελούνται τα τυχόν συνδικαιούχα πρόσωπα.
στ. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν έχουν εφαρμογή για όσα από τα πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτές είναι ανήλικα ή ανάπηρα κατά ποσοστό 67% και άνω ή σπουδάζουν και υπό τις προϋποθέσεις της περ. δ' της παρ. 1 του άρθρου 5 του Κώδικα αυτού.»

β. Από 1.1.2013 οι καταβαλλόμενες από το Δημόσιο στα ανωτέρω πρόσωπα συντάξεις αναπροσαρμόζονται οίκοθεν από τις αρμόδιες Διευθύνσεις Συντάξεων σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο αυτή.

γ. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής έχουν εφαρμογή και για όσα από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του π.δ. 167/2007 (Α' 208) και του π.δ. 168/2007 (Α' 209).

δ. Οι διατάξεις των παρ. 6 και 7 των άρθρων 5 και 31, αντίστοιχα, του π.δ. 169/2007, της παρ. 3 του άρθρου 9 του ν. 3865/2010 καθώς και αυτές της παρ. 3 του άρθρου 8 του ν. 3865/2010 κατά το μέρος που παραπέμπουν στις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3620/2007, καταργούνται. Σχετικές αιτήσεις που έχουν υποβληθεί στις αρμόδιες Διευθύνσεις Συντάξεων, μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού, εξετάζονται με βάση τις καταργούμενες διατάξεις.

6. Οι διατάξεις της περ. α' της παρ. 2 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου: «Μέτρα ενίσχυσης των χαμηλοσυνταξιούχων» (Α 211) που κυρώθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2453/1997 (Α 4), όπως ισχύει, αντικαθίσταται από 1.1. 2014 ως εξής:
« Έχουν συμπληρώσει το 64ο έτος της ηλικίας τους.»

7. Από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων, καταργείται κάθε διάταξη που αντίκειται σε όσα ρυθμίζονται με τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων.

8. Η ισχύς των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων αρχίζει από 1.1.2013, εκτός εάν διαφορετικά προβλέπεται στις επιμέρους διατάξεις των παραγράφων αυτών.

9. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται αναλόγως και για τους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ. που διέπονται από το ίδιο με τους δημοσίους υπαλλήλους συνταξιοδοτικό καθεστώς, είτε οι συντάξεις τους βαρύνουν το Δημόσιο είτε τους οικείους φορείς, καθώς και για το προσωπικό του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος και των υπαλλήλων των ασφαλιστικών Ταμείων του προσωπικού των Σιδηροδρομικών Δικτύων, που διέπονται από το καθεστώς του ν.δ. 3395/1955 (Α' 276).

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ.: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
Γ. 1.: ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ
1. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013.

2. Αναστέλλεται μέχρι 31.12.2016, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β' του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α' 226). Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31.10.2012.

3. Από 1.1.2013 η αντιμισθία των προέδρων των δημοτικών και περιφερειακών συμβουλίων μειώνεται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) επί του ποσού που καταβάλλεται στις 31.12.2012.

4. Οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 140 του ν. 3463/2006 (Α' 114) και της παραγράφου 4 του άρθρου 184 του ν. 3852/2010, καταργούνται από 1.1.2013.

5. α. Από 1.1.2013, οι αποδοχές, οι αποζημιώσεις, τα έξοδα παράστασης και οι πάσης φύσεως αμοιβές των Διοικητών, Υποδιοικητών, των Προέδρων, Αντιπροέδρων, Διευθυνόντων Συμβούλων, καθώς και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου των Ιδρυμάτων και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου των Δήμων και των Περιφερειών, καθώς και των Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου αυτών, συμπεριλαμβανομένων των Συνδέσμων των Ο.Τ.Α., αλλά και των ανωνύμων εταιρειών, στις οποίες οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης κατέχουν ποσοστό πάνω από το 50% του μετοχικού κεφαλαίου, μειώνονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%).

β. Από 1.1.2013 τα μέλη των δημοτικών συμβουλίων, των οικονομικών επιτροπών των δήμων, των επιτροπών ποιότητας ζωής και των λοιπών επιτροπών των δημοτικών συμβουλίων των δήμων, καθώς και των διοικητικών επιτροπών του άρθρου 164 του ν.3852/2010 (Α' 87) δεν λαμβάνουν αποζημίωση για τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις των ανωτέρω οργάνων.

6. α. Ο βασικός μισθός του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου και του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης της παραγράφου 1Α του διατακτικού της απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών με αριθμό α2/57332/0022/27-7-2012 (ΦΕΚ 358 ΥΟΔΔ), διαμορφώνεται, από 1.1.2013, στο ποσό των τριών χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα ευρώ (3.450 ευρώ).

β. Ο βασικός μισθός του Ειδικού Γραμματέα Υπουργείου της παραγράφου 1 Β της απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών με αριθμό 2/57332/0022/27-7-2012 (ΦΕΚ 358 ΥΟΔΔ), διαμορφώνεται, από 1.1.2013, στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 ευρώ).

7. α. Η περίπτωση δ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011 αντικαθίσταται, από 1.1.2013, ως εξής:
«δ) Οι υπάλληλοι της Βουλής, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στον Κανονισμό της, το προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και της Προεδρίας της Δημοκρατίας.».
β. Από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011 διαγράφονται, από 1.1.2013, οι λέξεις «το προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών».

8. Οι αποδοχές, οι αποζημιώσεις, τα έξοδα παράστασης και οι αμοιβές εν γένει, που καταβάλλονται στους Προέδρους, Αντιπροέδρους και τα μέλη των Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών (ΑΔΑ), καθώς και στους Διοικητές, Υποδιοικητές, στους Προέδρους, Αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και στα μέλη του Δ.Σ. των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ν.Π.Ι.Δ. της περίπτωσης 12 της παρούσας υποπαραγράφου, επιφυλασσομένων των διατάξεων της περίπτωσης 5, μειώνονται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%), από 1.1.2013. Η παράγραφος 3 του άρθρου 2 του ν. 3833/2010 (Α' 40) καταργείται από 1.1.2013.

9. Το χρονοεπίδομα που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του διατακτικού της κοινής υπουργικής απόφασης με αριθμό 2/17132/0022/28.2.2012 (Β' 498), καταργείται από 1.1.2013.

10. Οι διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 55 του ν. 4075/2012 (Α' 89) καταργούνται από τότε που ίσχυσαν.

11. Από 1.1.2013 καταργείται η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 58 του ν. 3528/2007 (Α' 26) προσαύξηση αποδοχών σε όσους χορηγείται άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης στο εσωτερικό. Στους υπαλλήλους που χορηγείται άδεια για μετεκπαίδευση ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση στο εξωτερικό, για τον υπολογισμό της προσαύξησης λαμβάνεται υπόψη μόνο ο βασικός μισθός.

12. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1 α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α' 212).

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, οι οποίες μπορούν να ανατρέχουν στην έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, μπορούν να ρυθμίζονται λεπτομέρειες εφαρμογής των προηγούμενων εδαφίων.
Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2.

13. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 29 του ν. 3205/2003 (Α' 297), αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής:
«1. Ο μηνιαίος βασικός μισθός όλων των βαθμών της ιεραρχίας των δικαστικών λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας (Σ.τ.Ε.), των Πολιτικών και Ποινικών Δικαστηρίων, του Ελεγκτικού Συνεδρίου (Ε.Σ.), των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων (Τ.Δ.Δ.) και της Γενικής Επιτροπείας αυτών, καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό του βαθμού του Πρωτοδίκη και των αντίστοιχων με αυτόν βαθμών, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:
α. Πρόεδρος Σ.τ.Ε., Πρόεδρος και Εισαγγελέας του Αρείου
Πάγου (Α.Π.), Πρόεδρος του Ε.Σ., Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ε.Σ., Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των Τ .Δ.Δ. 1.70
β. Αντιπρόεδρος του Σ.τ.Ε., του Α.Π και του Ε.Σ. ,Επίτροπος της  Επικρατείας του Ε.Σ. και Επίτροπος της Επικρατείας των Τ.Δ.Δ. 1.62
γ. Σύμβουλος της Επικρατείας, Αρεοπαγίτης, Αντεισαγγελέας του Α.Π.,  Σύμβουλος και Αντεπίτροπος του Ε.Σ., Αντεπίτροπος Επικρατείας των  Τ.Δ.Δ., Πρόεδρος και Εισαγγελέας Εφετών και Πρόεδρος Εφετών  Διοικητικών Δικαστηρίων 1.42 δ. Πάρεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Εφέτης, Αντεισαγγελέας  Εφετών, Πάρεδρος του Ε.Σ. και Εφέτης Διοικητικών Δικαστηρίων 1.27 ε. Πρόεδρος και Εισαγγελέας Πρωτοδικών, Πρόεδρος Πρωτοδικών Διοικητικών Δικαστηρίων και Ειρηνοδίκης Α' Τάξης 1.13 στ. Εισηγητής του Σ.τ.Ε. και του Ε.Σ., Πρωτοδίκης, Αντεισαγγελέας  Πρωτοδικών, Πρωτοδίκης Διοικητικών Δικαστηρίων και Ειρηνοδίκης Β' Τάξης 1,00
ζ. Δόκιμος Εισηγητής του Σ.Τ.Ε. και του Ε.Σ., Πάρεδρος Πρωτοδικείου,
Πάρεδρος Εισαγγελίας, Πάρεδρος Πρωτοδικείου των Διοικητικών Δικαστηρίων και Ειρηνοδίκης Γ' Τάξης 0.85 η. Ειρηνοδίκης Δ' Τάξης 0.77
2. Για τη διαμόρφωση των νέων βασικών μισθών της προηγούμενης παραγράφου ο μηνιαίος βασικός μισθός του Πρωτοδίκη ορίζεται σε χίλια επτακόσια εβδομήντα οκτώ (1.778) ευρώ.».

14. Οι παράγραφοι 3, 5, και 6 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003, αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής:
«3. Για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεκπεραίωση των υποθέσεων, καθώς και για την αντιστάθμιση δαπανών στις οποίες υποβάλλονται κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους (δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης, οργάνωση γραφείου), οριζόμενο κατά βαθμό ως εξής:
α. Ειρηνοδίκες Γ' και Δ' Τάξης, Δόκιμος Εισηγητής του ΣτΕ και αντίστοιχοι τριακόσια δέκα έξι ευρώ (316 ευρώ).
β. Εισηγητής του ΣτΕ και αντίστοιχοι τετρακόσια είκοσι ευρώ (420 ευρώ).
γ. Πρόεδρος Πρωτοδικών και αντίστοιχοι τετρακόσια πενήντα έξι ευρώ (456 ευρώ).
δ. Πάρεδρος του ΣτΕ και αντίστοιχοι τετρακόσια εξήντα ευρώ (460 ευρώ).
ε. Πρόεδρος Εφετών, Σύμβουλος της Επικρατείας και αντίστοιχοι τετρακόσια εβδομήντα ευρώ (470 ευρώ) .
στ. Αντιπρόεδρος και αντίστοιχοι τετρακόσια ογδόντα πέντε ευρώ (485 ευρώ).
ζ. Πρόεδρος και αντίστοιχοι πεντακόσια ευρώ (500 ευρώ).»
«5. Πάγια αποζημίωση, λόγω των ειδικών συνθηκών προσφοράς υπηρεσιών (πολύωρη παραμονή στην έδρα, απασχόληση χωρίς ωράριο εργασίας, κατ' οίκον εργασία, προσφορά υπηρεσιών σε παραμεθόριες και προβληματικές περιοχές), οριζόμενη κατά βαθμό ως εξής:
Για δικαστικούς λειτουργούς από το βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών και αντίστοιχων μέχρι και το βαθμό του Προέδρου Ανωτάτου Δικαστηρίου πεντακόσια εξήντα ευρώ (560 ευρώ).
Για δικαστικούς λειτουργούς από το βαθμό του Ειρηνοδίκη Δ' Τάξης μέχρι και το βαθμό του Εισηγητή του ΣτΕ και αντίστοιχων τετρακόσια εξήντα ευρώ (460 ευρώ).
6. Αποζημίωση εξόδων παράστασης στους δικαστές που φέρουν βαθμό Προέδρου, Αντιπροέδρου και Συμβούλου Επικρατείας ή αντίστοιχους, οριζόμενη κατά βαθμό ως εξής:
Πρόεδρος ΣτΕ και αντίστοιχοι διακόσια σαράντα δύο ευρώ (242 ευρώ).
Αντιπρόεδρος ΣτΕ και αντίστοιχοι εκατόν εξήντα ένα ευρώ (161 ευρώ).
Σύμβουλος Επικρατείας και αντίστοιχοι εκατόν είκοσι ένα ευρώ (121 ευρώ).
Η αποζημίωση αυτή δεν παρέχεται σε δικαστικούς λειτουργούς που δεν φέρουν τους ανωτέρω βαθμούς, ανεξαρτήτως της τυχόν μισθολογικής εξομοίωσης προς αυτούς.».

15. α. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 32 του ν. 3205/2003, αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής:
«1. Ο μηνιαίος βασικός μισθός όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό του βαθμού του Δικαστικού Αντιπροσώπου, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:
α. Πρόεδρος 1,70
β. Αντιπρόεδρος 1,62
γ. Σύμβουλος 1,42
δ. Πάρεδρος 1,27
ε. Δικαστικός Αντιπρόσωπος Α' Τάξεως 1,13
στ. Δικαστικός Αντιπρόσωπος 1,00
ζ. Δόκιμος Δικαστικός Αντιπρόσωπος 0,85.
2. Για τη διαμόρφωση των βασικών μισθών της προηγούμενης παραγράφου ο μηνιαίος βασικός μισθός του Δικαστικού Αντιπροσώπου ορίζεται σε χίλια επτακόσια εβδομήντα οκτώ ευρώ (1.778 ευρώ).»

β. Οι παράγραφοι 3, 5 και 6 του άρθρου 33 του ν. 3205/2003, αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής:
«3. Για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεκπεραίωση των υποστηριζόμενων ενώπιον των δικαστηρίων υποθέσεων του Δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ., καθώς και για την αντιστάθμιση δαπανών στις οποίες υποβάλλονται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οριζόμενο κατά βαθμό ως εξής:

α. Δόκιμος Δικαστικός Αντιπρόσωπος τριακόσια δέκα έξι ευρώ (316 ευρώ).
β. Δικαστικός Αντιπρόσωπος τετρακόσια είκοσι ευρώ (420 ευρώ).
γ. Δικαστικός Αντιπρόσωπος Α' Τάξης τετρακόσια πενήντα έξι ευρώ (456 ευρώ).
δ. Πάρεδρος τετρακόσια εξήντα ευρώ (460 ευρώ).
ε. Σύμβουλος τετρακόσια εβδομήντα ευρώ (470 ευρώ).
στ. Αντιπρόεδρος τετρακόσια ογδόντα πέντε ευρώ (485 ευρώ).
ζ. Πρόεδρος πεντακόσια ευρώ (500 ευρώ).»
5. Πάγια αποζημίωση, λόγω της πολύωρης παραμονής στα δικαστήρια, της απασχόλησής τους χωρίς ωράριο εργασίας, καθώς και των ειδικών συνθηκών προσφοράς υπηρεσιών σε παραμεθόριες περιοχές, οριζόμενη κατά βαθμό ως εξής:
Δικαστικός Αντιπρόσωπος Α' Τάξης μέχρι Πρόεδρο πεντακόσια εξήντα ευρώ (560 ευρώ).
Δόκιμος και Δικαστικός Αντιπρόσωπος τετρακόσια εξήντα ευρώ (460 ευρώ).
6. Αποζημίωση εξόδων παράστασης οριζόμενη κατά βαθμό ως εξής:
Πρόεδρος διακόσια σαράντα δύο ευρώ (242 ευρώ), Αντιπρόεδρος εκατόν εξήντα ένα ευρώ (161 ευρώ), Σύμβουλος εκατόν είκοσι ένα ευρώ (121 ευρώ).».

16. Ι) Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 34 του ν.3205/2003 (Α' 297) αντικαθίστανται από 1.8.2012, ως εξής:

«1. Ο μηνιαίος βασικός μισθός όλων των βαθμών της ιεραρχίας των Ιατροδικαστών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό του βαθμού Ιατροδικαστή Δ' Τάξεως, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:
Ιατροδικαστής Α' Τάξεως 1,45
Ιατροδικαστής Β' Τάξεως 1,31
Ιατροδικαστής Γ Τάξεως 1,16
Ιατροδικαστής Δ' Τάξεως 1,00
2. Για τη διαμόρφωση των βασικών μισθών της προηγούμενης παραγράφου, ο μηνιαίος βασικός μισθός του Ιατροδικαστή Δ' Τάξεως ορίζεται σε χίλια είκοσι τρία ευρώ (1.023 ευρώ).»

ΙΙ) Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 35 του ν.3205/2003 αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής:
«3. Ειδικό επίδομα ιατροδικαστικής υπηρεσίας για την ανθυγιεινή και επικίνδυνη εργασία τους, καθώς και για την απασχόλησή τους πέρα από το υποχρεωτικό ωράριο, κατά τις απογευματινές και νυκτερινές ώρες ή κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες, οριζόμενο για όλους τους Ιατροδικαστές σε οκτακόσια είκοσι έξι ευρώ (826 ευρώ).
4. Στους Ιατροδικαστές του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων χορηγείται, λόγω των ειδικών συνθηκών προσφοράς υπηρεσιών, της απασχόλησής τους χωρίς ωράριο εργασίας, καθώς και για τη δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης, πάγια αποζημίωση οριζόμενη κατά μήνα, για όλους τους βαθμούς της ιεραρχίας, σε διακόσια ενενήντα δύο ευρώ (292 ευρώ).».

17. Ι) Η παράγραφος 1 του άρθρου 36 του ν.3205/2003 αντικαθίσταται, από 1.8.2012, ως εξής:
«1. Ο βασικός μηνιαίος μισθός όλων των βαθμίδων των μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) των Πανεπιστημίων με πλήρη απασχόληση, καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό του Λέκτορα, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:
α. Καθηγητής 1,37
β. Αναπληρωτής Καθηγητής 1,25
γ. Επίκουρος Καθηγητής 1,08
δ. Λέκτορας 1,00
Για τη διαμόρφωση των νέων βασικών μισθών της παραγράφου αυτής ο μηνιαίος βασικός μισθός του Λέκτορα ορίζεται σε χίλια εξήντα πέντε ευρώ (1.065 ευρώ).»

ΙΙ) Οι περιπτώσεις β, γ, δ και στ της παραγράφου 2 και η παράγραφος 4 του άρθρου 36 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής:
«2.β. Διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής πανεπιστημιακής απασχόλησης εντός των Πανεπιστημίων, οριζόμενο, ως εξής:
i.Καθηγητής 390 ευρώ
ii. Αναπληρωτής Καθηγητής 368 ευρώ
iii. Επίκουρος Καθηγητής 335 ευρώ
iv. Λέκτορας 300 ευρώ
Το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους δικαιούχους και κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής τους άδειας.
γ. Πάγια αποζημίωση, για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια, οριζόμενη ως εξής:
i. Καθηγητής 273 ευρώ
ii Αναπληρωτής Καθηγητής 184 ευρώ
iii. Επίκουρος Καθηγητής 128 ευρώ
iv. Λέκτορας 128 ευρώ
δ. Ειδικό ερευνητικό, για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας και την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων, οριζόμενο, ως εξής:
i. Καθηγητής 226 ευρώ
ii Αναπληρωτής Καθηγητής 215 ευρώ
iii. Επίκουρος Καθηγητής 200 ευρώ
iv. Λέκτορας 184 ευρώ
στ. 'Εξοδα παράστασης στους Πρυτάνεις, Αντιπρυτάνεις, Κοσμήτορες και Προέδρους Τμημάτων, οριζόμενα, ως εξής:
i. Πρύτανης 250 ευρώ
ii. Αντιπρύτανης 200 ευρώ
iii. Κοσμήτορας ή Πρόεδρος Τμήματος 210 ευρώ
4. Τα ποσά των περιπτώσεων i των εδαφίων β', γ' και δ' της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου προσαυξάνονται κατά εβδομήντα ευρώ (70 ευρώ) με τη συμπλήρωση είκοσι πέντε (25) ετών υπηρεσίας.».

18. α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 3 του π.δ. 118/2002 (Α' 99) αντικαθίσταται, από 1.8.2012, ως εξής:
«1. Ο βασικός μηνιαίος μισθός των μελών Ε.Ε.ΔΙ.Π, καθορίζεται ανά βαθμίδα σε ποσοστό επί του εκάστοτε βασικού μισθού του μέλους Δ.Ε.Π. Α.Ε.Ι. της βαθμίδας του Λέκτορα, ως εξής:

Βαθμίδα Κλάδος Ι Κλάδος ΙΙ
ΠΕ ΠΕ ΤΕ

Δ 0,90 0,85 0,81
Γ 0,92 0,89 0,85
Β 0,96 0,92 0,89
Α 0,98 0,97 0,92

β. Οι περιπτώσεις iii και iv της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του π.δ. 118/2002 αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής:
«iii) Επίδομα διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής πανεπιστημιακής απασχόλησης εντός του Πανεπιστημίου οριζόμενο στο ποσό των εκατόν ενενήντα πέντε (195) ευρώ μηνιαίως για την κατηγορία ΠΕ του κλάδου Ι, στο ποσό των εκατόν πενήντα (150) ευρώ για την κατηγορία ΠΕ του κλάδου ΙΙ και στο ποσό των εκατόν τριάντα πέντε (135) ευρώ για την κατηγορία ΤΕ του κλάδου ΙΙ.
iv) Πάγια μηνιαία αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και συμμετοχής σε συνέδρια οριζόμενη στο ποσό των ογδόντα τριών (83) ευρώ για την κατηγορία ΠΕ του κλάδου Ι, στο ποσό των εξήντα τεσσάρων (64) ευρώ για την κατηγορία ΠΕ του κλάδου ΙΙ και στο ποσό των πενήντα ενός (51) ευρώ για την κατηγορία ΤΕ του κλάδου ΙΙ.».
γ. Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 3 του π.δ. 118/2002 αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής:
«4. Στους κατόχους διδακτορικού διπλώματος χορηγείται ειδικό ερευνητικό επίδομα για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας οριζόμενο στο ποσό των ογδόντα εννέα (89) ευρώ μηνιαίως για τα μέλη Ε.Ε.ΔΙ.Π. κλάδου Ι και στο ποσό των εξήντα οκτώ (68) ευρώ για τα μέλη Ε.Ε.ΔΙ.Π. κλάδου ΙΙ.
5. Τα σύμφωνα με τα στοιχεία (iii) και (iv) της παρ. 2 του παρόντος άρθρου χορηγούμενα επιδόματα και μηνιαίες αποζημιώσεις, όπως επίσης και το χορηγούμενο ειδικό ερευνητικό επίδομα κατά την παρ. 4 του παρόντος άρθρου, προσαυξάνονται κατά δέκα (10) ευρώ για κάθε πενταετία πραγματικής υπηρεσίας που συμπληρώνεται στην καταληκτική βαθμίδα ύστερα από την με οποιονδήποτε τρόπο ένταξη σε αυτή.»
δ. Οι υποπεριπτώσεις iii και iv της περίπτωσης β της παραγράφου 6 του άρθρου 3 του π.δ. 118/2002 αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής:
« iii) Επίδομα διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής πανεπιστημιακής απασχόλησης εντός του Πανεπιστημίου οριζόμενο στο ποσό των εκατόν πέντε (105) ευρώ μηνιαίως.
iv) Πάγια μηνιαία αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και συμμετοχή σε συνέδρια οριζόμενη στο ποσό των τριάντα (30) ευρώ.».

19. I) Η παράγραφος 1 και οι περιπτώσεις β, γ, δ, στ και η της παραγράφου 2 του άρθρου 30 του ν.3187/2003 (Α' 233) αντικαθίστανται από 1.8.2012, ως εξής:
«1. Ο βασικός μηνιαίος μισθός όλων των βαθμίδων των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Σ.Ε.Ι. καθορίζεται με βάση το βασικό μηνιαίο μισθό του Λέκτορα, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:
α. Καθηγητής 1,37
β. Αναπληρωτής Καθηγητής 1,22
γ. Επίκουρος Καθηγητής 1,11
δ. Λέκτορας 1,00
Ο βασικός μηνιαίος μισθός του Λέκτορα ορίζεται σε εννιακόσια πενήντα τέσσερα (954) ευρώ.»
«2.β. Διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής απασχόλησης εντός των Α.Σ.Ε.Ι., το οποίο ορίζεται ως εξής:
Ι. Καθηγητής 380 ευρώ
ΙΙ. Αναπληρωτής Καθηγητής 363 ευρώ
ΙΙΙ. Επίκουρος Καθηγητής 294 ευρώ
ΙV. Λέκτορας 208 ευρώ
γ. Πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια, η οποία ορίζεται ως εξής:
Ι. Καθηγητής 260 ευρώ
ΙΙ. Αναπληρωτής Καθηγητής 180 ευρώ
ΙΙΙ. Επίκουρος Καθηγητής 120 ευρώ
ΙV. Λέκτορας 115 ευρώ
δ. Ειδικό ερευνητικό επίδομα για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας και την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων, το οποίο ορίζεται ως εξής:
Ι. Καθηγητής 218 ευρώ
ΙΙ. Αναπληρωτής Καθηγητής 195 ευρώ
ΙΙΙ. Επίκουρος Καθηγητής 170 ευρώ
ΙV. Λέκτορας 111 ευρώ
στ. Έξοδα παράστασης στους Διευθυντές Τομέων και στον Πρόεδρο Ακαδημαϊκών Θεμάτων οριζόμενα σε εκατόν σαράντα (140) ευρώ.
η. Τα ποσά των περιπτώσεων Ι των στοιχείων β', γ'και δ' της παραγράφου αυτής προσαυξάνονται κατά σαράντα (40) ευρώ με τη συμπλήρωση είκοσι πέντε ετών υπηρεσίας.».

20. Η παράγραφος 4 του άρθρου 30 του ν.3187/2003 αντικαθίσταται από 1.8.012, ως εξής:

«4. Ο βασικός μηνιαίος μισθός των μελών Ε.Ε.ΔΙ.Π. των Α.Σ.Ε.Ι. καθορίζεται ανά βαθμίδα ως γινόμενο του εκάστοτε βασικού μισθού του μέλους Δ.Ε.Π. Α.Σ.Ε.Ι. της βαθμίδας του Λέκτορα, επί τους κατωτέρω συντελεστές ως εξής:

Βαθμίδα Κλάδος Ι Κλάδος ΙΙ
ΠΕ ΠΕ ΤΕ
Δ 0,93 0,81 0,80
Γ 0,94 0,88 0,84
Β 0,95 0,92 0,88
Α 0,98 0,97 0,92»


21. Ι) Η παράγραφος 1 του άρθρου 37 του ν.3205/2003, αντικαθίσταται από 1.8.2012, ως εξής:

«1. Ο βασικός μηνιαίος μισθός των μελών Εκπαιδευτικού Προσωπικού των Ανώτατων Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Ε.Π. Τ.Ε.Ι.), καθώς και των μελών Ειδικού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.), καθορίζεται με βάση το βασικό μηνιαίο μισθό του Καθηγητή Εφαρμογών, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:
α. Καθηγητής 1,37
β. Αναπληρωτής Καθηγητής 1,25
γ. Επίκουρος Καθηγητής 1,13
δ. Καθηγητής Εφαρμογών 1,00
ε. Μέλος Ε.ΔΙ.Π. 1,00
Ο βασικός μηνιαίος μισθός του Καθηγητή Εφαρμογών ορίζεται σε εννιακόσια εξήντα ευρώ (960 ευρώ).».
ΙΙ) Οι περιπτώσεις β, γ, δ και στ της παραγράφου 2 και η παράγραφος 3 του άρθρου 37 του ν.3205/2003 αντικαθίστανται, από 1-8-2012, ως εξής:
«2.β. Διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής απασχόλησης εντός των Τ.Ε.Ι., οριζόμενο, ως ακολούθως:
i. Καθηγητής: 383 ευρώ
ii. Αναπληρωτής Καθηγητής: 350 ευρώ
iii. Επίκουρος Καθηγητής: 285 ευρώ
iv. Καθηγητής Εφαρμογών: 200 ευρώ
v. Μέλος Ε.ΔΙ.Π.: 86 ευρώ
Το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους δικαιούχους και κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής τους άδειας.
γ. Πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης, και για συμμετοχή σε συνέδρια, οριζόμενη ως ακολούθως:
i. Καθηγητής 218ευρώ
ii. Αναπληρωτής Καθηγητής 180 ευρώ
iii. Επίκουρος Καθηγητής 125 ευρώ
iv. Καθηγητής Εφαρμογών 110 ευρώ
v. Μέλος Ε.ΔI.Π. 66 ευρώ
δ. Ερευνητικό επίδομα τεχνολογικής έρευνας, οριζόμενο, ως ακολούθως:
αα. Για τους κατέχοντες μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών:
i. Καθηγητής: 205 ευρώ
ii. Αναπληρωτής Καθηγητής: 185 ευρώ
iii. Επίκουρος Καθηγητής: 165 ευρώ
iv. Καθηγητής Εφαρμογών: 115 ευρώ
ββ. Για τους μη κατέχοντες μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών:
i. Καθηγητής: 135 ευρώ
ii. Αναπληρωτής Καθηγητής: 120 ευρώ
iii. Επίκουρος Καθηγητής: 105 ευρώ
iv. Καθηγητής Εφαρμογών: 70 ευρώ
στ. Έξοδα παράστασης στους Προέδρους, Αντιπροέδρους, Διευθυντές Σχολών και Προϊσταμένους Τμήματος οριζόμενα, κατά μήνα, ως ακολούθως:
i. Πρόεδρος 250 ευρώ
ii. Αντιπρόεδρος 210 ευρώ
iii. Διευθυντής Σχολής 210 ευρώ
iv. Προϊστάμενος Τμήματος και
Διευθυντής Κέντρου Ξένων
Γλωσσών και Φυσικής Aγωγής 100 ευρώ
3. Τα ποσά των περιπτώσεων i των στοιχείων β', γ' και δ' της παραγράφου αυτής προσαυξάνονται κατά πενήντα ευρώ (50 ευρώ) με τη συμπλήρωση είκοσι πέντε ετών υπηρεσίας.
Τα ποσά των περιπτώσεων ii των στοιχείων β', γ' και δ' ββ. της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού προσαυξάνονται κατά τριάντα πέντε ευρώ (35 ευρώ) με τη συμπλήρωση 25 ετών υπηρεσίας, για όσους κατέχουν προσωποπαγή θέση Αναπληρωτή Καθηγητή.
Την ανωτέρω προσαύξηση δικαιούνται, μετά τη συμπλήρωση 25 ετών υπηρεσίας, και όσοι κατέχουν προσωποπαγή θέση Αναπληρωτή Καθηγητή και δεν διαθέτουν διδακτορικό δίπλωμα σπουδών, αλλά μόνο μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών.».

22. Ι) Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 38 του ν.3205/2003 αντικαθίστανται από 1.8.2012, ως εξής:
«1.Ο βασικός μηνιαίος μισθός των Ερευνητών που υπηρετούν σε Εθνικά Ερευνητικά Κέντρα και ανεξάρτητα Ερευνητικά Ινστιτούτα, τα οποία διέπονται από τις διατάξεις του ν.1514/1985 (Α' 13), καθώς και σε κέντρα έρευνας της Ακαδημίας Αθηνών καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό της βαθμίδας του Ερευνητή Δ', ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:
α. Ερευνητής Α' 1,37
β. Ερευνητής Β' 1,25
γ. Ερευνητής Γ' 1,08
δ. Ερευνητής Δ' 1,00
Για τη διαμόρφωση των ανωτέρω νέων βασικών μισθών, ο βασικός μηνιαίος μισθός του Eρευνητή Δ' ορίζεται σε χίλια είκοσι ευρώ (1.020 ευρώ).
2. Ο βασικός μηνιαίος μισθός των Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων (Ε.Λ.Ε.) των ανωτέρω Ερευνητικών Κέντρων και ανεξάρτητων Ερευνητικών Ινστιτούτων καθορίζεται, με βάση το βασικό μισθό του Ειδικού Λειτουργικού Επιστήμονα Δ', ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:
α. Ε.Λ.Ε. Α' 1,28
β. Ε.Λ.Ε. Β' 1,16
γ. Ε.Λ.Ε. Γ' 1,06
δ. Ε.Λ.Ε. Δ' 1,00
Για τη διαμόρφωση των νέων βασικών μισθών της παραγράφου αυτής, ο μηνιαίος βασικός μισθός του Ε.Λ.Ε. Δ' ορίζεται σε εννιακόσια σαράντα πέντε ευρώ (945 ευρώ).».

ΙΙ) Οι περιπτώσεις β, γ και ε της παραγράφου 3 και οι παράγραφοι 5 και 6 του άρθρου 38 του ν.3205/2003, αντικαθίστανται από 1.8.2012, ως εξής:
«3.β. Πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια, οριζόμενη ως εξής:
i. Ερευνητές Α' 273 ευρώ
Ερευνητές Β' 184 ευρώ
Ερευνητές Γ' 128 ευρώ
Ερευνητές Δ' 128 ευρώ
ii. Ε.Λ.Ε. Α' 263 ευρώ
Ε.Λ.Ε. Β' 143 ευρώ
Ε.Λ.Ε. Γ' 75 ευρώ
Ε.Λ.Ε.Δ' 75 ευρώ
γ. Ειδικό ερευνητικό, για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας, καθώς και την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων, οριζόμενο, ως εξής:
i. Ερευνητές Α' 226 ευρώ
Ερευνητές Β' 215 ευρώ
Ερευνητές Γ' 200 ευρώ
Ερευνητές Δ' 184 ευρώ
ii. Ε.Λ.Ε. Α' 190 ευρώ
Ε.Λ.Ε. Β' 152 ευρώ
Ε.Λ.Ε. Γ' 117 ευρώ
Ε.Λ.Ε.Δ' 90 ευρώ »
«ε. Ραδιενέργειας, στους Ερευνητές και στους Ειδικούς Λειτουργικούς Επιστήμονες του Εθνικού Κέντρου Έρευνας Φυσικών Επιστημών (Ε.Κ.Ε.Φ.Ε.) "ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ", οριζόμενο, κατά ζώνη, ως εξής:
Ζώνη Α' 238 ευρώ
Ζώνη Β' 132 ευρώ
Ζώνη Γ 79 ευρώ
Το επίδομα αυτό καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους που δικαιολογείται η καταβολή του, η οποία θα βεβαιώνεται, κάθε μήνα, από τον οικείο προϊστάμενο.
Σε περίπτωση απομάκρυνσης των υπαλλήλων για οποιονδήποτε λόγο από τα καθήκοντα, τις θέσεις και τις συνθήκες, οι οποίες δικαιολογούν τη χορήγηση του επιδόματος αυτού, διακόπτεται ισοχρόνως και η καταβολή του με ευθύνη του οικείου προϊσταμένου. Η κατανομή του προσωπικού σε ζώνες (Α', Β', Γ') θα γίνεται στην αρχή κάθε εξαμήνου.»
«5. Οι αποδοχές των Διευθυντών των ερευνητικών κέντρων, των ινστιτούτων τους και των αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων, καθώς και του Προέδρου της Ε.Ε.Α.Ε. είναι ο βασικός μισθός του ερευνητή Δ' με συντελεστή 1,7 στρογγυλοποιούμενος στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ, μαζί με όλα τα Επιδόματα, τις παροχές και τις αποζημιώσεις, όπως αυτές ορίζονται στις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου με τις προϋποθέσεις καταβολής τους. Πέραν των αποδοχών αυτών, στους Διευθυντές αυτούς καταβάλλεται και Επίδομα θέσης ευθύνης, ύψους τετρακοσίων ευρώ (400 ευρώ) το μήνα για τους Διευθυντές των Ινστιτούτων των ερευνητικών κέντρων και των αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων και πεντακοσίων ευρώ (500 ευρώ) για τους Διευθυντές των ερευνητικών κέντρων. Διευθυντές που είναι μέλη Δ.Ε.Π. εισπράττουν ολόκληρο το επίδομα χρόνου υπηρεσίας, ανάλογα με τα έτη προϋπηρεσίας που αναγνωρίζονται από το οικείο Α.Ε.Ι.
6. Προκειμένου περί Ερευνητών Α' τα ποσά των περιπτώσεων i των εδαφίων β' και γ' της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού προσαυξάνονται κατά εβδομήντα ευρώ (70 ευρώ), με τη συμπλήρωση είκοσι πέντε (25) ετών υπηρεσίας.».

23. α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 40 του ν. 3205/2003, αντικαθίσταται από 1.8.2012, ως εξής:
«1. Ο μηνιαίος βασικός μισθός του ερευνητικού προσωπικού του Κ.Ε.Π.Ε. καθορίζεται με βάση το βασικό μηνιαίο μισθό του Συνεργάτη Β', ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:
α. Ερευνητής Α' 1,37
β. Ερευνητής Β' 1,28
γ. Ερευνητής Γ' 1,18
δ. Ερευνητής Δ' 1,10
ε. Ερευνητής Ε' 1,08
στ. Ερευνητής ΣΤ' 1,06
ζ. Συνεργάτης Α' 1,04
η. Συνεργάτης Β' 1,00
θ. Συνεργάτης Γ' 0,90
ι. Συνεργάτης Δ' 0,88
ια. Συνεργάτης Ε' 0,84
Για τη διαμόρφωση των νέων βασικών μισθών της παραγράφου αυτής, ο μηνιαίος βασικός μισθός του Συνεργάτη Β' ορίζεται σε οκτακόσια πενήντα ευρώ (850 ευρώ )».

β. Οι υποπεριπτώσεις i και ii των περιπτώσεων β και γ της παραγράφου 2 του άρθρου 40 του ν. 3205/2003, αντικαθίστανται από 1.8.2012, ως εξής:
«β. Πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια, οριζόμενη ως εξής:
i. Για ερευνητές, σε διακόσια ευρώ (200 ευρώ).
ii. Για συνεργάτες, σε εκατόν ογδόντα ευρώ (180 ευρώ).
γ. Επίδομα για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων, οριζόμενο ως εξής:
i. Ερευνητές τριακόσια ευρώ (300 ευρώ).
ii. Συνεργάτες διακόσια ευρώ (200 ευρώ).».

24. α. Ο βασικός μηνιαίος μισθός της παραγράφου 1 του άρθρου 41 του ν. 3205/2003, ορίζεται, από 1.8.2012, σε χίλια τετρακόσια δέκα ευρώ (1.410 ευρώ).

β. Το άρθρο 29 του ν. 3370/2005 (Α' 176), αντικαθίσταται, από 1.8.2012, ως εξής:
«Άρθρο 29

Στους Καθηγητές της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας χορηγείται μηνιαίως επίδομα διδακτικής προετοιμασίας ύψους τριακοσίων ογδόντα (380) ευρώ, επίδομα βιβλιοθήκης ύψους διακοσίων εξήντα (260) ευρώ και ειδικό ερευνητικό επίδομα ύψους διακοσίων (200) ευρώ. Στους Επιμελητές και Επιστημονικούς Συνεργάτες της Ε.Σ.Δ.Υ. με διδακτορικό, καθώς και στο λοιπό διδακτικό προσωπικό με διδακτορικό χορηγείται μηνιαίως επίδομα διδακτικής προετοιμασίας ύψους τριακοσίων (300) ευρώ, επίδομα βιβλιοθήκης ύψους εκατόν είκοσι (120) ευρώ και ειδικό ερευνητικό επίδομα ύψους εκατόν ογδόντα (180) ευρώ. Στους Επιμελητές και Επιστημονικούς Συνεργάτες της Ε.Σ.Δ.Υ. χωρίς διδακτορικό χορηγείται μηνιαίως επίδομα διδακτικής προετοιμασίας ύψους εκατόν είκοσι (120) ευρώ, επίδομα βιβλιοθήκης ύψους εκατόν (100) ευρώ και ειδικό ερευνητικό επίδομα ύψους εκατόν πενήντα (150) ευρώ.».

25. Ι) Η παράγραφος 1 του άρθρου 42 του ν.3205/2003 αντικαθίσταται από 1.8.2012, ως εξής:
«1. Ο βασικός μηνιαίος μισθός των συμβούλων και των παρέδρων του πρώην Παιδαγωγικού Ινστιτούτου (Π.Ι.) καθορίζεται με βάση το βασικό μηνιαίο μισθό του Παρέδρου με θητεία, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:
α. Σύμβουλος 1,23
β. Μόνιμος Πάρεδρος 1,11
γ. Πάρεδρος με θητεία και Ειδικός Πάρεδρος 1,00
Για τη διαμόρφωση των νέων βασικών μισθών της παραγράφου αυτής, ο μηνιαίος βασικός μισθός του Παρέδρου με θητεία ορίζεται σε χίλια εξήντα πέντε ευρώ (1.065 ευρώ).».

ΙΙ) Οι περιπτώσεις β και γ της παραγράφου 2 του άρθρου 42 του ν.3205/2003 αντικαθίστανται από 1.8.2012, ως εξής:
«β. Πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια, οριζόμενη ως εξής:
i. Σύμβουλος 270 ευρώ
ii. Μόνιμος Πάρεδρος 180 ευρώ
iii. Πάρεδρος με θητεία 123 ευρώ
iv. Ειδικός Πάρεδρος 85 ευρώ
γ. Ειδικό ερευνητικό, για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας και την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων, οριζόμενο σε:
i. Σύμβουλος 217 ευρώ
ii. Μόνιμος Πάρεδρος 199 ευρώ
iii Πάρεδρος με θητεία 178 ευρώ
iv. Ειδικός Πάρεδρος 100 ευρώ».

26. Η παράγραφος 14 και οι περιπτώσεις β και γ της παραγράφου 15 του άρθρου 11 του ν.3966/2011 (Α' 118) αντικαθίστανται από 1.8.2012, ως εξής:
«14. Ο βασικός μηνιαίος μισθός των Συμβούλων Α', Συμβούλων Β', Συμβούλων Γ' και Εισηγητών του Ι.Ε.Π. καθορίζεται με βάση το βασικό μηνιαίο μισθό του Εισηγητή, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:
α) Σύμβουλος Α': 1,35
β) Σύμβουλος Β': 1,25
γ) Σύμβουλος Γ': 1,11
δ) Εισηγητής: 1,00
Για τη διαμόρφωση των βασικών μισθών της παραγράφου αυτής, ο μηνιαίος βασικός μισθός του Εισηγητή ορίζεται σε χίλια εξήντα πέντε (1.065 ευρώ) ευρώ.»
«15. β) Πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια, οριζόμενη ως εξής:
Σύμβουλος Α': 270 ευρώ
Σύμβουλος Β': 184 ευρώ
Σύμβουλος Γ': 128 ευρώ
Εισηγητής: 128 ευρώ.
γ) Ειδικό ερευνητικό, για την εκτέλεση έρευνας και την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων, οριζόμενο σε:
Σύμβουλος Α': 220 ευρώ
Σύμβουλος Β': 215 ευρώ
Σύμβουλος Γ': 200 ευρώ
Εισηγητής: 184 ευρώ.».

27. α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 43 του ν. 3205/2003, αντικαθίσταται, από 1.8.2012, ως εξής:
«1. Οι μηνιαίοι βασικοί μισθοί όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου των ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) ορίζονται στα παρακάτω ποσά:
α. Συντονιστής Διευθυντής 1.665 ευρώ
β. Διευθυντής 1.580 ευρώ
γ. Επιμελητής Α' 1.513 ευρώ
δ. Επιμελητής Β' 1.321 ευρώ
ε. Ειδικευόμενος 1.007 ευρώ».

β. Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003, αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής:
«3. Νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης ιατρικού έργου οριζόμενο κατά βαθμό, ως εξής:
α. Συντονιστής Διευθυντής, Διευθυντής 238 ευρώ
β. Επιμελητής Α' 205 ευρώ
γ. Επιμελητής Β' 174 ευρώ
δ. Ειδικευόμενος 190 ευρώ
4. Πάγια αποζημίωση για συμμετοχή σε σεμινάρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης, οριζόμενη κατά βαθμό, ως εξής:
α. Συντονιστής Διευθυντής, Διευθυντής 225 ευρώ
β. Επιμελητής Α' 195 ευρώ
γ. Επιμελητής Β' 164 ευρώ
δ. Ειδικευόμενος 123 ευρώ».

γ. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003, αντικαθίσταται, από 1.8.2012, ως εξής:
«6. Θέσης - Ευθύνης στους Συντονιστές Διευθυντές και σε όσους Διευθυντές ασκούν χρέη Συντονιστή, για όσο χρόνο ασκούν τα καθήκοντα των βαθμών τους, οριζόμενο σε εκατόν πενήντα έξι (156) ευρώ.».

δ. Το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της περίπτωσης δ της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του ν. 3205/2003, αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής:
«Τα ανωτέρω προκύπτοντα συνολικά ποσά αμοιβής δεκαεπτάωρης ή εικοσιτετράωρης ενεργού εφημερίας, κατά περίπτωση, προσαυξάνονται κατά τριάντα ευρώ (30 ευρώ).
Το ωρομίσθιο των εφημεριών υπολογίζεται με συντελεστή 0,0042 επί του βασικού μισθού που κατέχει ο δικαιούχος.».

ε. Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης ε της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του ν. 3205/2003, αντικαθίσταται, από 1.8.2012, ως εξής:
«ε. Στους ιατρούς που υπηρετούν με βαθμό Συντονιστή Διευθυντή σε Νοσοκομεία της Α' Ζώνης και στους Διευθυντές των πανεπιστημιακών κλινικών εργαστηρίων και μονάδων, ως αποζημίωση εφημεριών καταβάλλεται μηνιαίο ποσό, ίσο με το τριάντα τοις εκατό (30%) του εκάστοτε ισχύοντος βασικού μισθού του Συντονιστή Διευθυντή Ε.Σ.Υ, στρογγυλοποιούμενο στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ.».

στ. Το πρώτο και δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 45 του ν. 3205/2003, αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής:
«Οι ιατροί και οδοντίατροι των νοσοκομείων και των κέντρων υγείας του Ε.Σ.Υ., όπως αναφέρονται στο όρθρο 43 του παρόντος, συμμετέχουν σε μικτή εφημερία, αποτελούμενη από ενεργό 6ωρη εφημερία, μετά το πέρας του τακτικού ωραρίου, που συνεχίζεται με εφημερία ετοιμότητας μέχρι τη συμπλήρωση του 17ώρου.
Η αμοιβή της εφημερίας αυτής καθορίζεται συνολικό σε εβδομήντα εκατοστό (70/100) της αντίστοιχης συνολικής αμοιβής της 17ωρης ενεργού εφημερίας.».

28. Ι) Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 46 του ν.3205/2003 αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής:
«1. Ο μηνιαίος βασικός μισθός όλων των βαθμών της ιεραρχίας των υπαλλήλων του διπλωματικού κλάδου του Υπουργείου Εξωτερικών, του επιστημονικού προσωπικού της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας, της Ειδικής Νομικής Yπηρεσίας Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και των υπαλλήλων του κλάδου Εμπειρογνωμόνων του ίδιου Υπουργείου, καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό του Ακολούθου Πρεσβείας, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:
α. Πρέσβης 1,79
β. Πληρεξούσιος Υπουργός Α' Τάξεως, Ειδικός Νομικός
Σύμβουλος και Εμπειρογνώμονας Πρεσβευτής Σύμβουλος Α' Τάξεως 1,67
γ. Πληρεξούσιος Υπουργός Β' Τάξεως, Νομικός Σύμβουλος και
Εμπειρογνώμονας Πρεσβευτής Σύμβουλος Β' Τάξεως 1,56
δ. Σύμβουλος Πρεσβείας Α' Τάξεως, Αναπληρωτής Νομικός Σύμβουλος
και Εμπειρογνώμονας Α' Τάξεως 1,44
ε. Σύμβουλος Πρεσβείας Β' Τάξεως και Εμπειρογνώμονας Β' Τάξεως 1,33
στ. Γραμματέας Πρεσβείας Α' τάξεως και Εισηγητής της
Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας 1,25
ζ. Γραμματέας Πρεσβείας Β' Τάξεως 1,17
η. Γραμματέας Πρεσβείας Γ' Τάξεως 1,09
θ. Ακόλουθος Πρεσβείας 1,00
2. Για τη διαμόρφωση των νέων βασικών μισθών της προηγούμενης παραγράφου ο μηνιαίος βασικός μισθός του Ακολούθου Πρεσβείας ορίζεται σε χίλια εξήντα ένα ευρώ (1.061 ευρώ).»

ΙΙ) Το κίνητρο απόδοσης της παρ. 3 του άρθρου 47 του ν.3205/2003 καθορίζεται από 1.8.2012, σε εκατόν τριάντα ευρώ (130 ευρώ).

ΙΙΙ) Οι παράγραφοι 5 και 6 του άρθρου 47 του ν.3205/2003, αντικαθίστανται από 1.8.2012, ως εξής:
«5. Ξενίας - παράστασης και ξένων γλωσσών, οριζόμενο ως εξής:
α. Για το βαθμό του Ακολούθου Πρεσβείας διακόσια τριάντα ένα ευρώ (231 ευρώ).
β. Για το βαθμό του Γραμματέα Πρεσβείας Γ' μέχρι και για το βαθμό του Γραμματέα Πρεσβείας Α', καθώς και για το βαθμό του Εισηγητή της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας διακόσια τριάντα ένα ευρώ (231 ευρώ).
γ. Για το βαθμό Συμβούλου Πρεσβείας Β' και Εμπειρογνώμονα Β' διακόσια σαράντα επτά ευρώ (247 ευρώ).
δ. Για το βαθμό Συμβούλου Πρεσβείας Α', του Αναπληρωτή Νομικού Συμβούλου και του Εμπειρογνώμονα Α' τριακόσια πέντε ευρώ (305 ευρώ).
ε. Για το βαθμό του Πληρεξούσιου Υπουργού Β', του Νομικού Συμβούλου, του Εμπειρογνώμονα Πρεσβευτή Συμβούλου Β' και για όλους τους ανώτερους βαθμούς τριακόσια δέκα οκτώ ευρώ (318 ευρώ).
6. Πάγια αποζημίωση, λόγω των ειδικών συνθηκών προσφοράς διπλωματικών ή επιστημονικών υπηρεσιών και της απασχόλησής τους πέραν του κανονικού ωραρίου εργασίας, οριζόμενη κατά βαθμό ως εξής:
α. Ακόλουθος Πρεσβείας εκατόν δώδεκα ευρώ (112 ευρώ).
β. Γραμματέας Πρεσβείας Γ Τάξεως εκατόν δώδεκα ευρώ (112 ευρώ).
γ. Γραμματέας Πρεσβείας Β' Τάξεως εκατόν πενήντα τέσσερα ευρώ (154 ευρώ).
δ. Γραμματέας Πρεσβείας Α' τάξεως και Εισηγητής της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας εκατόν ενενήντα τέσσερα ευρώ (194 ευρώ).
ε. Σύμβουλος Πρεσβείας Β' Τάξεως και Εμπειρογνώμονας Β' Τάξεως διακόσια πενήντα έξι ευρώ (256 ευρώ).
στ. Σύμβουλος Πρεσβείας Α' Τάξεως, Αναπληρωτής Νομικός Σύμβουλος και Εμπειρογνώμονας Α' Τάξεως τριακόσια δέκα τρία ευρώ (313 ευρώ).
ζ. Πληρεξούσιος Υπουργός Β' Τάξεως, Νομικός Σύμβουλος και Εμπειρογνώμονας Πρεσβευτής Σύμβουλος Β' Τάξεως τριακόσια ενενήντα τρία ευρώ (393 ευρώ).
η. Πληρεξούσιος Υπουργός Α' Τάξεως, Ειδικός Νομικός Σύμβουλος και Εμπειρογνώμονας Πρεσβευτής Σύμβουλος Α' Τάξεως τετρακόσια εβδομήντα ευρώ (470 ευρώ).
θ. Πρέσβης πεντακόσια πέντε ευρώ (505 ευρώ).»

29. Ι) Η παράγραφος 1 του άρθρου 48 του ν.3205/2003, αντικαθίσταται από 1.8.2012, ως εξής:
«1. Ο μηνιαίος βασικός μισθός των Αρχιερέων της Εκκλησίας της Ελλάδος καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό του Τιτουλάριου Επισκόπου και Βοηθού Επισκόπου, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ.
α. Αρχιεπίσκοπος 1,32
β. Μητροπολίτης και Τιτουλάριος Μητροπολίτης 1,17
γ. Τιτουλάριος Επίσκοπος και Βοηθός Επίσκοπος 1,00
Για τη διαμόρφωση των βασικών μισθών, ο μηνιαίος βασικός μισθός του Τιτουλάριου Επισκόπου και Βοηθού Επισκόπου ορίζεται σε χίλια ογδόντα εννέα ευρώ (1.089 ευρώ).

ΙΙ) Οι περιπτώσεις γ' και δ' της παρ.2 του άρθρου 48 του ν.3205/2003 αντικαθίστανται από 1.8.2012 ως εξής:
«γ. Αποκλειστικού ειδικού λειτουργήματος οριζόμενο σε εκατόν εξήντα πέντε ευρώ (165 ευρώ).
δ. Αποζημίωση εξόδων παράστασης οριζόμενη ως εξής: Αρχιεπίσκοπος, εκατό ευρώ (100 ευρώ). Εν ενεργεία Μητροπολίτης, πενήντα ευρώ (50 ευρώ).».

30. Ι) Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 49 του ν.3205/2003, αντικαθίστανται από 1.8.2012, ως εξής:
«1. 0 μηνιαίος βασικός μισθός των μελών του μόνιμου καλλιτεχνικού προσωπικού της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών (Κ.Ο.Α.), της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης (Κ.Ο.Θ.) και της Ορχήστρας της Λυρικής Σκηνής (Ο.Λ.Σ.) καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό της κατηγορίας του Μουσικού, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:
Αρχιμουσικός Εξάρχων 1,47
Κορυφαίος Α' 1,41
Κορυφαίος Β' 1,30
Μουσικός 1,00
2. Για τη διαμόρφωση των ανωτέρω βασικών μισθών της προηγούμενης παραγράφου ο μηνιαίος βασικός μισθός του μουσικού ορίζεται σε οκτακόσια ογδόντα έξι ευρώ (886 ευρώ).»

ΙΙ) Οι περιπτώσεις γ και δ της παραγράφου 3 του άρθρου 49 του ν.3205/2003, αντικαθίστανται από 1.8.2012, ως εξής:

«γ. Ειδικό μουσικό επίδομα, οριζόμενο σε τριακόσια ενενήντα έξι ευρώ (396 ευρώ).
δ. Ειδικό επίδομα για τη διευκόλυνση αγοράς, συντήρησης και επισκευής οργάνων, οριζόμενο σε τριακόσια είκοσι τρία ευρώ (323 ευρώ).».

31. α. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 50 του ν. 3205/2003, αντικαθίστανται από 1.8.2012, ως εξής:
«2. Οι συντελεστές προσδιορισμού των βασικών μισθών της παραγράφου 1 είναι οι εξής:
Αρχηγός Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας
(Α/Γ.Ε.ΕΘ.Α.) 2,14
Αρχηγός Γενικού Επιτελείου Στρατού,
Ναυτικού, Αεροπορίας (Α/Γ.Ε.Σ., Γ.Ε.Ν., Γ.Ε.Α.),
Ελληνικής Αστυνομίας, Πυροσβεστικού και
Λιμενικού Σώματος 1,94
Γενικός Επιθεωρητής Στρατού, Διοικητής
1ης Στρατιάς, Αρχηγός Στόλου και Αρχηγός
Τακτικής Αεροπορίας 1,81
Αντιστράτηγος και αντίστοιχοι 1,69
Υποστράτηγος και αντίστοιχοι 1,60
Ταξίαρχος και αντίστοιχοι 1,50
Συνταγματάρχης και αντίστοιχοι 1,31
Αντισυνταγματάρχης και αντίστοιχοι 1,18
Ταγματάρχης και αντίστοιχοι 1,11
Λοχαγός και αντίστοιχοι 1,06
Υπολοχαγός και αντίστοιχοι 1,04
Ανθυπολοχαγός και αντίστοιχοι 1,00
Ανθυπασπιστής και αντίστοιχοι 0,94
Αρχιλοχίας και αντίστοιχοι 0,91
Επιλοχίας και αντίστοιχοι 0,88
Λοχίας και αντίστοιχοι 0,82
Δεκανέας και αντίστοιχοι 0,57
Μόνιμος Στρατιώτης και Αστυφύλακας
που δεν έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές
του υποχρεώσεις 0,32
3. Για τη διαμόρφωση των βασικών μισθών ο μηνιαίος βασικός μισθός του Ανθυπολοχαγού και αντιστοίχων ορίζεται σε οκτακόσια εβδομήντα πέντε ευρώ (875 ευρώ).».

β. Οι παράγραφοι 3 έως και 8 α του άρθρου 51 του ν. 3205/2003, αντικαθίστανται από 1.8.2012, ως εξής:
«3. Εξομάλυνσης μισθολογικών διαφορών, ποσού εκατό ευρώ (100 ευρώ) για όλους τους στρατιωτικούς εν γένει .
Για τους έγγαμους χωρίς τέκνα, που αναγνωρίζονται ως προστατευόμενα μέλη της οικογένειας για τον προσδιορισμό του φόρου εισοδήματος, το ανωτέρω ποσό ορίζεται σε εκατόν πενήντα ευρώ (150 ευρώ).
Για έγγαμους ή διαζευγμένους ή σε διάσταση ή σε χηρεία ή άγαμους οι οποίοι έχουν τέκνα, που αναγνωρίζονται ως προστατευόμενα μέλη της οικογένειας για τον προσδιορισμό του φόρου εισοδήματος, το ποσό του επιδόματος αυτού ορίζεται σε διακόσια ευρώ (200).
Σε περίπτωση συζύγων που αμείβονται και οι δύο με τις διατάξεις του παρόντος, τα προστατευόμενα μέλη οικογένειας (τέκνα) λαμβάνονται υπόψη μόνο για τον έναν εξ αυτών.
Στη βάση υπολογισμού των μηνιαίων αποδοχών των μαθητών των παραγωγικών σχολών των Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς και των Εφέδρων και των Δοκίμων Εφέδρων Αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων, το επίδομα εξομάλυνσης ορίζεται σε εκατό ευρώ (100).
4. Ειδικής απασχόλησης για την Εθνική Άμυνα, Δημόσια Τάξη και Ασφάλεια:
α. Για τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων ορίζεται, κατά περίπτωση, ως εξής:
i. Για ανώτατους αξιωματικούς σε διακόσια πενήντα ευρώ (250ευρώ) και για λοιπούς αξιωματικούς και ανθυπασπιστές σε εκατόν εβδομήντα ευρώ (170ευρώ).
ii. Για υπαξιωματικούς και μόνιμους στρατιώτες σε εκατόν τριάντα ευρώ (130 ευρώ).
β. Για το αστυνομικό προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και για το προσωπικό του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος που ορίζεται κατά περίπτωση ως εξής:
i. Για ανώτατους αξιωματικούς σε διακόσια είκοσι πέντε ευρώ (225 ευρώ) και για λοιπούς αξιωματικούς και ανθυπαστυνόμους ή αντίστοιχους σε εκατόν πενήντα πέντε ευρώ (155 ευρώ).
ii. Για υπαξιωματικούς και αστυφύλακες ή αντίστοιχους σε εκατόν δέκα πέντε ευρώ (115 ευρώ).
Από τη χορήγηση του ανωτέρω επιδόματος εξαιρούνται οι τελούντες σε κατάσταση πολεμικής ή μόνιμης διαθεσιμότητας και οι έφεδροι και δόκιμοι έφεδροι αξιωματικοί και οπλίτες θητείας και βραχείας ανακατάταξης (μέχρι τριών ετών).
5. Θέσης υψηλής ή αυξημένης ευθύνης, οριζόμενο κατά βαθμό ως εξής:
α. Για τον Αρχηγό Γ.Ε.ΕΘ.Α. σε πεντακόσια τριάντα πέντε ευρώ (535 ευρώ).
β. Για τους Αρχηγούς Γ.Ε.Σ., Γ.Ε.Ν., Γ.Ε.Α., το Γενικό Επιθεωρητή Στρατού, το Διοικητή της 1ηςΣτρατιάς, τον Αρχηγό Στόλου και τον Αρχηγό τακτικής Αεροπορίας, καθώς και για τους Αρχηγούς της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος σε τριακόσια πενήντα ευρώ (350 ευρώ).
γ. Για τον Αντιστράτηγο ή αντίστοιχο σε διακόσια ογδόντα πέντε ευρώ (285 ευρώ).
δ. Για τον Υποστράτηγο ή αντίστοιχο σε διακόσια δέκα ευρώ (210 ευρώ).
ε. Για τον Ταξίαρχο ή αντίστοιχο, σε εκατόν τριάντα τρία ευρώ (133 ευρώ).
στ. Για το Συνταγματάρχη ή αντίστοιχο, με εξαίρεση τους προαγόμενους μισθολογικά στο βαθμό, σε ενενήντα πέντε ευρώ (95 ευρώ).
ζ. Για τον Αντισυνταγματάρχη και Ταγματάρχη ή αντίστοιχους, με εξαίρεση τους μισθολογικά προαγόμενους στους βαθμούς αυτούς, σε σαράντα τρία ευρώ (43 ευρώ).
η. Για τους κατώτερους Αξιωματικούς (Λοχαγούς, Υπολοχαγούς και Ανθυπολοχαγούς ή αντίστοιχους) με εξαίρεση τους μισθολογικά προαγόμενους στους βαθμούς αυτούς, σε τριάντα δύο ευρώ (32 ευρώ).
θ. Για Ανθυπασπιστές, Υπαξιωματικούς και Μόνιμους Στρατιώτες, σε είκοσι έξι ευρώ (26 ευρώ).
6. Έξοδα παράστασης τα οποία ορίζονται ως εξής:
α. Για τον Αρχηγό Γ.Ε.ΕΘ.Α. σε τριακόσια πενήντα ευρώ (350 ευρώ).
β. Για τους Αρχηγούς Γ.Ε.Σ., Γ.Ε.Ν., Γ.Ε.Α. και τον αρχηγό της ΕΛ.ΑΣ., του Λ.Σ. και Π.Σ. σε διακόσια δέκα πέντε ευρώ (215 ευρώ).
γ. Για το Γενικό Επιθεωρητή Στρατού, το Διοικητή της Πρώτης Στρατιάς, τον Αρχηγό του Στόλου και τον Αρχηγό της Τακτικής Αεροπορίας σε εκατόν πενήντα ευρώ (150ευρώ).
7. Ευθύνης Διοίκησης Διεύθυνσης ορίζεται ως εξής:
α. Για τους Ανώτατους Αξιωματικούς, με εξαίρεση τους προαγόμενους μισθολογικά, σε ενενήντα πέντε ευρώ (95 ευρώ).
β. Για το Συνταγματάρχη ή αντίστοιχο, με εξαίρεση τους προαγόμενους μισθολογικά στο βαθμό, σε εβδομήντα έξι ευρώ (76 ευρώ).
γ. Για τον Αντισυνταγματάρχη και Ταγματάρχη ή αντίστοιχους, με εξαίρεση τους προαγόμενους μισθολογικά στους βαθμούς αυτούς, σε πενήντα επτά ευρώ (57 ευρώ).
δ. Για Κατώτερους Αξιωματικούς (Λοχαγούς, Υπολοχαγούς και Ανθυπολοχαγούς ή αντίστοιχους) με εξαίρεση τους μισθολογικά προαγόμενους στους βαθμούς αυτούς, σε τριάντα οκτώ ευρώ (38 ευρώ).
ε. Για Ανθυπασπιστές, Υπαξιωματικούς και Μόνιμους Στρατιώτες σε είκοσι οκτώ ευρώ (28ευρώ).
8. Αυξημένης Επιχειρησιακής Ετοιμότητας Μονάδων:
α. Για τους Αξιωματικούς και Υπαξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων ορίζεται σε σαράντα τρία ευρώ (43ευρώ).».

32. Η παράγραφος 10 του άρθρου 51 του ν. 3205/2003, αντικαθίστανται από 1.8.2012, ως εξής:
«10. Στα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, στο αστυνομικό προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας και στο ένστολο προσωπικό του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος, χορηγείται μηνιαίως επίδομα ειδικών συνθηκών, ποσό ίσο με εξήντα πέντε ευρώ (65 ευρώ). Από τη χορήγηση του ανωτέρω επιδόματος εξαιρούνται οι έφεδροι και δόκιμοι έφεδροι αξιωματικοί και οπλίτες θητείας.».

33. Το ποσό της παραγράφου 2 του άρθρου 2 της αριθμ. 8002/32/122-α/6-9-2007 (Β' 1803) κοινής υπουργικής απόφασης και της παραγράφου 3 του άρθρου 2 της αριθμ. 2/2381/0022/5-5-2009 (Β' 928) όμοιας, διαμορφώνεται, από 1.8.2012, σε δύο ευρώ και εξήντα λεπτά (2,60 ευρώ).».

34. α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 16 του ν. 3432/2006 (Α' 14), αντικαθίσταται από 1.8.2012, ως εξής:
«1. Ο βασικός μηνιαίος μισθός των μελών του τακτικού Διδακτικού και Ειδικού Διδακτικού Προσωπικού των Ανωτάτων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών καθορίζεται με βάση το βασικό μηνιαίο μισθό του Λέκτορα, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:

α. Καθηγητής 1,36
β. Αναπληρωτής Καθηγητής 1,20
γ. Επίκουρος Καθηγητής 1,11
δ. Λέκτορας 1,00
ε. Μέλος Ειδικού Διδακτικού Προσωπικού 0,94.

Ο βασικός μηνιαίος μισθός του Λέκτορα ορίζεται σε εννιακόσια εβδομήντα πέντε ευρώ (975 ευρώ).».

β. Οι περιπτώσεις β, γ, δ και στ της παραγράφου 2 και η παράγραφος 3 του άρθρου
16 του ν. 3432/2006 αντικαθίστανται από 1.8.2012, ως εξής:
«β. Διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής απασχόλησης εντός των Α.Ε.Α., οριζόμενο, ως ακολούθως:

αα. Καθηγητής 383 ευρώ
ββ. Αναπληρωτής Καθηγητής 350 ευρώ
γγ. Επίκουρος Καθηγητής 278 ευρώ
δδ. Λέκτορας 192 ευρώ
εε. Μέλος Ειδικού Διδακτικού Προσωπικού 85 ευρώ
Το ανωτέρω επίδομα, καταβάλλεται στους δικαιούχους και κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής τους άδειας.
γ. Πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης, και για συμμετοχή σε συνέδρια, οριζόμενη ως ακολούθως:
αα. Καθηγητής 218 ευρώ
ββ. Αναπληρωτής Καθηγητής 180 ευρώ
γγ. Επίκουρος Καθηγητής 125 ευρώ
δδ. Λέκτορας 107 ευρώ
εε. Μέλος Ειδικού Διδακτικού Προσωπικού 64 ευρώ

δ. Ερευνητικό επίδομα, οριζόμενο, ως ακολούθως:
Για τους κατέχοντες μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών:
αα. Καθηγητής 200 ευρώ
ββ. Αναπληρωτής Καθηγητής 180 ευρώ
γγ. Επίκουρος Καθηγητής 156 ευρώ
δδ. Λέκτορας 104 ευρώ

Για τους μη κατέχοντες μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών:
αα. Καθηγητής 145 ευρώ
ββ. Αναπληρωτής Καθηγητής 145 ευρώ
γγ. Επίκουρος Καθηγητής 124 ευρώ
δδ. Λέκτορας 91 ευρώ

στ. Εξοδα παράστασης στον Πρόεδρο του Ακαδημαϊκού Συμβουλίου και στον Διευθυντή Σπουδών οριζόμενα, κατά μήνα, ως ακολούθως:
αα. Πρόεδρος Ακαδημαϊκού Συμβουλίου 250ευρώ
ββ. Διευθυντής Σπουδών 200ευρώ
3. Τα ποσά των περιπτώσεων αα των στοιχείων β', γ' και δ' της προηγούμενης παραγράφου προσαυξάνονται κατά σαράντα ευρώ (40 ευρώ) με τη συμπλήρωση είκοσι πέντε ετών υπηρεσίας».

35. Ι) Η παράγραφος 1 του άρθρου 11 του ν.3450/2006 (Α'64), αντικαθίσταται από 1.8.2012, ως εξής:
«1. Ο βασικός μηνιαίος μισθός των μελών του Εκπαιδευτικού Προσωπικού και του Ειδικού Διδακτικού Προσωπικού των Ακαδημιών Εμπορικού Ναυτικού (Α.Ε.Ν.) καθορίζεται με βάση το βασικό μηνιαίο μισθό του Καθηγητή Εφαρμογών, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:
α. Καθηγητής 1,36
β. Αναπληρωτής Καθηγητής 1,21
γ. Επίκουρος Καθηγητής 1,11
δ. Καθηγητής Εφαρμογών 1,00
ε. Μέλος Ε.ΔΙ.Π. 0,94
Ο βασικός μηνιαίος μισθός του Καθηγητή Εφαρμογών ορίζεται σε εννιακόσια εβδομήντα πέντε ευρώ (975 ευρώ).»

ΙΙ) Οι περιπτώσεις β. γ, δ και στ της παραγράφου 2 και η παράγραφος 3 του άρθρου 11 του ν.3450/2006, αντικαθίστανται από 1.8.2012, ως εξής:
«β. Διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής απασχόλησης εντός των Α.Ε.Ν., οριζόμενο, ως ακολούθως:
i) Καθηγητής 383 ευρώ
ii) Αναπληρωτής Καθηγητής 350 ευρώ
iii) Επίκουρος Καθηγητής 278 ευρώ
iν) Καθηγητής Εφαρμογών 192 ευρώ
ν) Μέλος Ειδικού Διδακτικού Προσωπικού 85 ευρώ
Το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους δικαιούχους και κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής τους άδειας.
γ. Πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια, οριζόμενη ως ακολούθως:
i) Καθηγητής 218 ευρώ
ii) Αναπληρωτής Καθηγητής 180 ευρώ
iii) Επίκουρος Καθηγητής 125 ευρώ
iv) Καθηγητής Εφαρμογών 107 ευρώ
ν) Μέλος Ειδικού Διδακτικού Προσωπικού 64 ευρώ
δ. Ειδικό επίδομα ναυτικής εκπαίδευσης και μεταπτυχιακής έρευνας, για μέλη που έχουν τακτικές θέσεις.
αα. Για τους κατέχοντες μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών:
i) Καθηγητής 200 ευρώ
ii) Αναπληρωτής Καθηγητής 181 ευρώ
iii) Επίκουρος Καθηγητής 156 ευρώ
iv) Καθηγητής Εφαρμογών 104 ευρώ
ββ. Για τους μη κατέχοντες μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών:
i) Επίκουρος Καθηγητής 100 ευρώ
ii) Καθηγητής Εφαρμογών 73 ευρώ
στ. Έξοδα παράστασης στους Διευθυντές Σχολών και Αναπληρωτές Διευθυντών Σχολών οριζόμενα, κατά μήνα, ως ακολούθως:
i) Διευθυντές Σχολών 128 ευρώ
ii) Αναπληρωτές Δ/ντών Σχολών εφόσον στη Σχολή λειτουργούν τουλάχιστον πέντε τμήματα 62 ευρώ.»
3. Τα ποσά των περιπτώσεων i των στοιχείων β', γ' και δ' της προηγούμενης παραγράφου προσαυξάνονται κατά σαράντα ευρώ (40 ευρώ) με τη συμπλήρωση είκοσι πέντε ετών υπηρεσίας.»

36. Ι) Η παράγραφος 1 του άρθρου 52 του ν.3205/2003, αντικαθίσταται από 1.8.2012, ως εξής:
«1. Ο βασικός μηνιαίος μισθός των μελών Ε.Π. των Α.Ε.Ν. καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό του Επιμελητή, με τους παρακάτω συντελεστές, στρογγυλοποιούμενος στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:
α. Καθηγητής 1,17
β. Επίκουρος Καθηγητής 1,06
γ. Επιμελητής 1,00
δ. Καθηγητής ειδικών μαθημάτων 0,98
Για τη διαμόρφωση των βασικών μισθών της παραγράφου αυτής ο βασικός μισθός του Επιμελητή ορίζεται σε εννιακόσια τριάντα τρία ευρώ (933 ευρώ).

ΙΙ) Οι περιπτώσεις β, γ, δ και ε της παραγράφου 2 του άρθρου 52 του ν.3205/2003 αντικαθίστανται από 1.8.2012, ως εξής:
«β. Διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής απασχόλησης εντός των Α.Ε.Ν. οριζόμενο ως εξής:
i. Καθηγητής 221 ευρώ
ii. Επίκoυρoς Καθηγητής 177 ευρώ
iii. Επιμελητής 134 ευρώ
iv. Καθηγητής ειδικών μαθημάτων 112 ευρώ
γ. Πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης, οριζόμενη ως εξής:
i. Καθηγητής 208 ευρώ
ii. Επίκουρος Καθηγητής 158 ευρώ
iii. Επιμελητής 113 ευρώ
iv. Καθηγητής ειδικών μαθημάτων 110 ευρώ
δ. Ειδικό επίδομα ναυτικής εκπαίδευσης, οριζόμενο για όλες τις βαθμίδες σε εκατόν πέντε ευρώ (105 ευρώ).
ε. Έξοδα παράστασης σε Διευθυντές και Αναπληρωτές Διευθυντές Σχολών, οριζόμενα ως εξής:
i. Διευθυντές Σχολών ογδόντα πέντε ευρώ (85 ευρώ)
ii. Αναπληρωτές Διευθυντές Σχολών, εφόσον στη Σχολή λειτουργούν τουλάχιστον πέντε τμήματα σαράντα τρία ευρώ (43 ευρώ).».

37. Ο χρόνος και ο τρόπος επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών ή συντάξεων, που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας υποπαραγράφου, καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

38. α. Στο τέλος της περίπτωσης α) της παραγράφου 5 του άρθρου 38 του ν. 3986/2011 (Α' 152), προστίθεται, από τότε που ίσχυσε, το ακόλουθο εδάφιο:
«Στους αμειβόμενους με ειδικά μισθολόγια που διορίζονται, προσλαμβάνονται, κατατάσσονται ή μετατάσσονται μετά την 30.6.2011 αναγνωρίζεται η προϋπηρεσία τους μέχρι και την εν λόγω ημερομηνία, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, για τη χορήγηση επιδόματος χρόνου υπηρεσίας. »

β. Στο τέλος της παρ.2 του άρθρου 27 του 4024/2011 (Α'226) προστίθενται οι λέξεις: «και μέχρι την τροποποίηση των διατάξεων του Β' Μέρους του ν.3205/2003 με τις οποίες επέρχονται μειώσεις στα ειδικά μισθολόγια.»

39. Η καταβολή των δύο τελευταίων δόσεων της έκτακτης παροχής στους εν ενεργεία δικαστικούς λειτουργούς και μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 5 του ν.3620/2007 (Α' 276), όπως ισχύει και περιγράφεται στην απόφαση των Υπουργών Οικονομίας & Οικονομικών και Δικαιοσύνης με αριθμό 2/38031/0022/7-6-2010 (Β' 898), θα πραγματοποιηθεί ως εξής:
α) η τέταρτη (4η) δόση τον Μάρτιο του 2013,
β) η πέμπτη (5η) δόση τον Μάρτιο του 2014,
γ) η 5η δόση για τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς και μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, θα καταβληθεί τον Νοέμβριο του 2014.

Γ.2. ΠΛΗΡΩΜΗ ΔΑΠΑΝΩΝ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΤΩΝ – ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ

1. α. Δαπάνες Φορέων της Γενικής Κυβέρνησης του άρθρου 1Β του ν.2362/1995 (Α' 247), όπως προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν.3871/2010 (Α' 141) και συμπληρώθηκε με το άρθρο 50 του ν.3943/2011 (Α' 66) που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2011, καθ' υπέρβαση των εγγεγραμμένων πιστώσεων χωρίς την τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται από τις περί αναλήψεως υποχρεώσεων διατάξεις, οι οποίες περαιτέρω κατέστησαν ήδη και αναφέρονται ως ληξιπρόθεσμες οφειλές, δύνανται να πληρωθούν κατ' εξαίρεση, σε βάρος των πιστώσεων του προϋπολογισμού των οικείων φορέων του τρέχοντος ή και του επόμενου οικονομικού έτους, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις νομιμότητας και κανονικότητας αυτών.

β. Για την εγγραφή και μεταφορά των αναγκαίων πιστώσεων στους προϋπολογισμούς των οικείων φορέων, προς εξόφληση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων, απαιτείται η υπογραφή μνημονίου κατανόησης μεταξύ του Υπουργείου Οικονομικών/Γ.Λ.Κράτους και του οικείου Υπουργείου, με το οποίο αναλαμβάνεται ρητά η υποχρέωση από τον αρμόδιο οικονομικά υπεύθυνο για την εφεξής πιστή και απαρέγκλιτη εφαρμογή των περί αναλήψεως υποχρεώσεων διατάξεων και την αποφυγή της δημιουργίας νέων ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων. Αντίστοιχα μνημόνια υπογράφονται μεταξύ των Υπουργείων και των εποπτευόμενων από αυτά φορέων.

2. Οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, που περιλαμβάνονται στο μητρώο της ΕΛ.ΣΤΑΤ. μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου, δύνανται να επιχορηγούνται κατ' εξαίρεση από τον κρατικό προϋπολογισμό αποκλειστικά και μόνο για την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων τους και μέχρι του ύψους των υφιστάμενων κατά την 31η Δεκεμβρίου 2011 υποχρεώσεων αυτών.

3. Οι δαπάνες προμήθειας φαρμάκων, υγειονομικού υλικού, ορθοπεδικού υλικού και χημικών αντιδραστηρίων των στρατιωτικών νοσοκομείων και του ΝΙΜΤΣ, των στρατιωτικών φαρμακείων και του Κέντρου Εφοδιασμού Ναυτικού που πραγματοποιήθηκαν έως και 31.12.2011 δύνανται να εξοφληθούν κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 21, 82 και 83 του ν.2362/1995, του ν.2286/1995, του π.δ. 60/2007, του π.δ. 118/2007 και του π.δ. 113/2010 (Α' 194).

4. Δαπάνες που εκκαθαρίζονται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και αφορούν αμοιβές και έξοδα φυσικών ή νομικών προσώπων που ενεργούν για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, όπως δικηγορικές εταιρίες, δικηγόροι, δικαστικοί επιμελητές, μεταφραστές, πραγματογνώμονες, συμβολαιογράφοι, καθώς και δαπάνες για δημοσιεύσεις στον τύπο και μετακινήσεις μελών του Ν.Σ.Κ., που σχετίζονται με δικαστικές ενέργειες, υπάγονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 του π.δ. 113/2000. Εκκρεμείς ληξιπρόθεσμες δαπάνες εξοφλούνται κατά τα οριζόμενα στην περίπτωση 1.

5. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 7 του π.δ. 113/2010 αντί των λέξεων «Το πρώτο δεκαήμερο» τίθενται οι λέξεις «Μέσα στις πρώτες είκοσι ημέρες».

6. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας υποπαραγράφου.


Γ.3. ΔΑΠΑΝΕΣ ΕΛ.ΣΤΑΤ.

Δαπάνες της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής ( ΕΛΣΤΑΤ) που αφορούν:
α) αμοιβές ιδιωτών συνεργατών, στατιστικών ανταποκριτών και υπαλλήλων Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, οι οποίοι απασχολήθηκαν σε στατιστικές έρευνες και εργασίες 2011 και 2012, β) αποζημίωση για παρασχεθείσα υπερωριακή απασχόληση των υπαλλήλων της ΕΛΣΤΑΤ στο πλαίσιο των Γενικών Απογραφών Πληθυσμού-Κατοικιών-Κτιρίων, της Απογραφής Γεωργίας-Κτηνοτροφίας και της Διαδικασίας Υπερβολικού Ελλείμματος 2011-2012, γ) αποζημίωση για μετακινήσεις εκτός έδρας υπαλλήλων της ΕΛΣΤΑΤ για διενέργεια στατιστικών ερευνών 2011-2012, δ) αμοιβή για την ανάπτυξη διαδικτυακής εφαρμογής υποβολής στοιχείων ενδοκοινοτικού εμπορίου (INTRASTAT) 2011, ε) αμοιβές εμπειρογνωμόνων για παροχή τεχνογνωσίας στην έρευνα Ισοτιμιών Αγοραστικών Δυνάμεων και στην Απογραφή Γεωργίας- Κτηνοτροφίας 2011, στ) αμοιβή για τη νομική εκπροσώπηση της ΕΛ.ΣΤΑΤ. στα δικαστήρια και την παροχή άλλων νομικών υπηρεσιών πρώτου εξαμήνου 2012, ζ) αμοιβή εμπειρογνώμονα για παροχή συμβουλών και τεχνογνωσίας για τις Γενικές Απογραφές Πληθυσμού-Κατοικιών-Κτιρίων 2011, εκκαθαρίζονται και πληρώνονται σε βάρος των πιστώσεων του Προϋπολογισμού της ΕΛ.ΣΤΑΤ. τρέχοντος οικονομικού έτους.


Γ.4. ΡΥΘΜΙΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ ΤΗΣ Ε.Τ.Ε.Α.Ν. Α.Ε.

1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σε περίπτωση που έχουν καταπέσει ή καταπίπτουν εγγυήσεις που παρασχέθηκαν σε πιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων 3066/2002 (Α' 252) και 3912/2011 (Α' 17), η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε.» και τον ειδικό τίτλο «Ε.Τ.Ε.ΑΝ. Α.Ε.» εξοφλεί στο εξής τις σχετικές υποχρεώσεις της προς τα πιστωτικά ιδρύματα, με την καταβολή μετρητών, τα οποία της αποδίδονται από το Ελληνικό Δημόσιο σε αντικατάσταση ομολόγων της παραγράφου 3 του άρθρου 22 του ν. 3775/2009 (Α' 122) που διακρατεί η εταιρεία.
Για το σκοπό αυτό, η εταιρεία, επιστρέφει στο Ελληνικό Δημόσιο ομόλογα του προηγουμένου εδαφίου, τα οποία δεν έχουν λήξει, ίσης ονομαστικής αξίας με το ποσό που λαμβάνει από το Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς να επέρχεται μεταβολή στο μετοχικό της κεφάλαιο, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του κ.ν. 2190/20 ή άλλου νόμου ή του καταστατικού της.
Η κατά τα ανωτέρω γενόμενη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της ΕΤΕΑΝ προς τα πιστωτικά ιδρύματα επιφέρει αυτόματα ισόποση μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης του κ.ν. 2190/20 ή άλλου νόμου ή του καταστατικού της.
Μετά την ως άνω μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, οι απαιτήσεις της Ε.Τ.Ε.Α.Ν. Α.Ε. κατά των πρωτοφειλετών για τα δάνεια των οποίων είχε παρασχεθεί η εγγύηση που κατέπεσε, καθίστανται απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου και για τη βεβαίωσή τους ως δημόσιο έσοδο εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 22 του ν. 3775/2009.

2. Πιστωτικά ιδρύματα τα οποία, εντός του έτους 2012 και μέχρι την προηγούμενη ημερομηνίας έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου, έλαβαν ομόλογα, σε εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 7 του άρθρου 22 του ν. 3775/2009, δύνανται να τα επιστρέψουν στην Ε.Τ.Ε.ΑΝ. ΑΕ και να λάβουν σε μετρητά το ισόποσο της αξίας των εγγυήσεων που είχαν καταπέσει. Για το σκοπό αυτό, αποδίδονται στην ΕΤ.Ε.ΑΝ. Α.Ε. από το Ελληνικό Δημόσιο μετρητά σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των δύο πρώτων εδαφίων της προηγούμενης περίπτωσης 1. Συνεπεία αυτής της διαδικασίας, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του κ.ν. 2190/1920 ή άλλου νόμου ή του καταστατικού της, επέρχεται στο μετοχικό κεφάλαιο της ΕΤ.Ε.ΑΝ. Α.Ε. μείωση, κατά το ποσό των μετρητών που καταβάλλει στο πιστωτικό ίδρυμα και αύξηση κατά το ποσό της ονομαστικής αξίας των ομολόγων που της επιστρέφονται.

3. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι της διαδικασίας αντικατάστασης και επιστροφής των ομολόγων. Με όμοια απόφαση τα επιστρεφόμενα στο Ελληνικό Δημόσιο ομόλογα δύνανται να ακυρώνονται στο σύνολό τους ή μερικά. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, δύναται να καθορίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων των προηγουμένων περιπτώσεων της υποπαραγράφου αυτής.

4. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 10 του άρθρου 22 του ν.3775/2009 (A' 122), αντικαθίσταται ως εξής:

«10. Ομόλογα της παραγράφου 6 που εκδόθηκαν με την αριθ. 2/58044/0023 Α /05.08.2009 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (Β' 1828), ονομαστικής αξίας εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) ευρώ αντικαθίστανται με ομόλογα ίσης ονομαστικής αξίας, τα οποία φέρουν ίδιους όρους με τα αντικαθιστάμενα και ημερομηνία λήξης 10.08.2019».

5. Στη διάταξη της παραγράφου 10 του άρθρου 22 του νόμου 3775/2009, κάθε αναφορά στην ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ νοείται ως αναφορά στην Ε.Τ.Ε.ΑΝ. Α.Ε.

6. Η παράγραφος 11 του άρθρου 22 του ν.3775/2009 (A' 122) καταργείται.

Γ.5. ΡΥΘΜΙΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗΣ ΔΑΝΕΙΩΝ ΟΤΑ Α' ΚΑΙ Β' ΒΑΘΜΟΥ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΤΟΥΣ ΣΤΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ

1. Η διάρκεια αποπληρωμής των χορηγηθέντων δανείων από το Τ.Π.Δ. προς τους Ο.Τ.Α. Α' και Β' βαθμού, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου αυτών, τους Συνδέσμους αυτών και τις Δημοτικές Επιχειρήσεις αυτών επιμηκύνεται άπαξ έως οκτώ (8) έτη από τη λήξη της δανειακής σύμβασης, όπως αυτή ισχύει σήμερα, με υποβολή σχετικής αίτησης, έως 31.12.2012, του οικείου νομικού προσώπου, μετά από απόφαση του αρμοδίου οργάνου αυτού, στην οποία θα καθορίζεται ο χρόνος της επιμήκυνσης. Παραλλήλως, μετά από την υποβολή της ίδιας ως άνω αίτησης, χορηγείται, για τα αυτά δάνεια, περίοδος χάριτος διάρκειας έως τριών (3) ετών, αρχής γενομένης από 1.1.2013, εντός της οποίας καταβάλλονται μόνο τόκοι, κατά τον τρόπο και στον χρόνο, που προβλέπουν οι σχετικές συμβάσεις, με μειωμένο το επιτόκιο των δανείων αυτών, κατά την εν λόγω περίοδο χάριτος, κατά μισή (0,5) ποσοστιαία μονάδα. Η περίοδος χάριτος περιλαμβάνεται στον χρόνο επιμήκυνσης, που παρέχεται δυνάμει του παρόντος.
Η παρούσα ρύθμιση τίθεται σε ισχύ από την 1.1.2013. Οι λοιποί όροι της ισχύουσας δανειακής σύμβασης διατηρούνται ακέραιοι σε ισχύ.
Από την ανωτέρω ρύθμιση εξαιρούνται τα δάνεια, που έχουν χορηγηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 4038/2012 (Α' 14).
Η ανωτέρω ρύθμιση ισχύει και για τα δάνεια, που έχουν εγκριθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος και θα συνομολογηθούν έως 30.6.2013.

2. Η αναφερόμενη στην παρ. 1α του άρθρου 49 του ν. 3943/2011 (Α' 66) διάρκεια παράτασης αποπληρωμής οφειλών επιμηκύνεται έως δέκα (10) επιπλέον έτη.

3. Η αποκλειστική προθεσμία της περ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 49 του ν.3943/2011 όπως αυτή τροποποιήθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 4038/2012, εντός της οποίας θα πρέπει να έχει λάβει χώρα η συνομολόγηση των σχετικών δανείων, παρατείνεται έως 30.6.2013, εφόσον έχει υποβληθεί το σχετικό αίτημα το αργότερο έως 31.1.2013. Μετά την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας, τα χρεωστικά ανοίγματα, όπως εμφανίζονται στα βιβλία του Τ.Π.Δ., βεβαιώνονται ή επαναβεβαιώνονται οίκοθεν στην Κεντρική Υπηρεσία του Τ.Π.Δ. από 1.7.2013 υπέρ του Τ.Π.Δ., με βάση τα σχετικά στοιχεία που διαθέτει κατά του οικείου δήμου, και εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε.

4. Αναστέλλεται η παρακράτηση του ένατου ενδεκατημορίου έναντι τοκοχρεολυτικών δόσεων εξυπηρέτησης χορηγηθέντων δανείων από το Τ.Π.Δ. προς Ο.Τ.Α. Α' και Β' βαθμού και τα τυχόν παρακρατηθέντα ποσά επιστρέφονται σε αυτούς κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησής τους.
Τα ως άνω οφειλόμενα ποσά, καθώς και οι τυχόν λοιπές ανεξόφλητες, κατά την 1.1.2013, οφειλές των Ο.Τ.Α. Α' και Β' βαθμού, των νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου αυτών, των Συνδέσμων αυτών και των Δημοτικών Επιχειρήσεων αυτών, από χορηγηθέντα δάνεια δύνανται να εξοφληθούν άτοκα, εντός του έτους 2013, κατά μέγιστο σε ένδεκα (11) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από 31.1.2013, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π.Δ.

5. Η προθεσμία του άρθρου 2 παρ. 2 του ν.4038/2012, που αφορά στη συνομολόγηση δανείου και λήγει στις 30.9.2012, παρατείνεται μέχρι 30.6.2013.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Δ.: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Δ.1. ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ Ν.3601/2007 ΚΑΙ Ν.3864/2010

1. α. Στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 63Δ του νόμου 3601/2007 (Α' 178), οι λέξεις «Εντός τριμήνου» αντικαθίστανται με τις λέξεις «Εντός εξαμήνου».

β. Η τροποποίηση της προηγούμενης περίπτωσης καταλαμβάνει και τις περιπτώσεις, στις οποίες ο προσωρινός καθορισμός του ποσού της διαφοράς έχει ήδη γίνει κατά τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου.

2. α. Στο άρθρο 16Γ του ν. 3864/2010 (Α' 119) προστίθεται παράγραφος 7, ως εξής:
«7. Τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία λαμβάνουν κεφαλαιακή ενίσχυση σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος καταβάλλουν άπαξ στο Ταμείο χρηματικό ποσό, συνολικού ύψους πεντακοσίων πενήντα πέντε εκατομμυρίων και εξακοσίων χιλιάδων ευρώ (555.600.000ευρώ), επακριβώς καθοριζόμενο ως προς το ύψος και τους όρους καταβολής για έκαστο πιστωτικό ίδρυμα στην οικεία σύμβαση προεγγραφής, την οποία το πιστωτικό ίδρυμα θα συνάψει με το Ταμείο μέχρι της 21ης Δεκεμβρίου 2012.»

β. Στην παρ. 3 του άρθρου 1 του ν.3723/2008 προστίθεται μετά το πρώτο εδάφιο νέο εδάφιο ως εξής:
«Η ως άνω σταθερή απόδοση 10% είναι καταβλητέα σε κάθε περίπτωση, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του ΚΝ 2190/1920 όπως ισχύει, εκτός του άρθρου 44Α, πλην της περιπτώσεως και στο μέτρο κατά το οποίο η καταβολή του σχετικού ποσού θα οδηγούσε σε μείωση των κυρίων στοιχείων των βασικών ιδίων κεφαλαίων του υπόχρεου πιστωτικού ιδρύματος κάτω από το προβλεπόμενο ελάχιστο όριο.»

3. Όπου στις διατάξεις του ν.3864/2010 αναφέρονται οι λέξεις «Εκτελεστικό Συμβούλιο» ή «Εκτελεστικού Συμβουλίου» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Εκτελεστική Επιτροπή» ή «Εκτελεστικής Επιτροπής» .

4. Στην παράγραφο 10 του άρθρου 4 του ν. 3864/2010 προστίθενται στοιχεία (ε) και (στ) ως εξής:

« (ε)να εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα το Ταμείο,
(στ) να ασκεί οποιαδήποτε άλλη αρμοδιότητα που δεν απονέμεται ρητά στο Γενικό Συμβούλιο».

5. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 13 του άρθρου 4 του ν. 3864/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «Οι συνεδριάσεις του Γενικού Συμβουλίου συγκαλούνται από τον Πρόεδρο ή σε περίπτωση απουσίας του από ένα από τα άλλα μέλη του Γενικού Συμβουλίου, εκτός του εκπροσώπου του Υπουργείου Οικονομικών και εκτός του προσώπου που ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος».
6. Στο έβδομο εδάφιο της παραγράφου 10 του άρθρου 6 οι λέξεις «της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας» διαγράφονται.

7. Στο τέλος της παραγράφου 10 του άρθρου 6 του ν. 3864/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Με όμοια απόφαση δύναται να καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι που συνομολογούνται κατά τη σύναψη των συμβάσεων προεγγραφής του Ταμείου, του πιστωτικού ιδρύματος και του ΕΤΧΣ για την συμμετοχή του Ταμείου στην κάλυψη υπό αίρεση μετατρέψιμων ομολογιών εκδόσεως του πιστωτικού ιδρύματος.»

8. Στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του ν.3864/2010 μετά τις λέξεις «των ομολογιών» προστίθενται οι λέξεις «και των χρηματοοικονομικών μέσων, η τιμή διάθεσης των κοινών μετοχών, οι προϋποθέσεις και οι όροι χορήγησης της κεφαλαιακής ενίσχυσης».

9. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του ν. 3864/2010 εφαρμόζεται και για την έκδοση των μετατρέψιμων ομολογιών ή χρηματοοικονομικών μέσων.

10. Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν. 3864/2010 καταργείται.

11. Tο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 10 του άρθρου 9 του ν. 4051/2012 (A 40) καταργείται και προστίθεται παράγραφος 10 στο άρθρο 16Β του ν. 3864/2010 ως εξής:
«10. Μέχρι το διορισμό των μελών του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής και τη συγκρότηση των οργάνων αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν.3864/2010, το Ταμείο διοικείται από το υφιστάμενο διοικητικό συμβούλιο. Με τον διορισμό των νέων οργάνων διοίκησης καταργείται το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου και παύει η θητεία των μελών του αυτοδικαίως και αζημίως.»

Δ.2. ΡΥΘΜΙΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΠΟΚΡΑΤΙΚΟΠOΙΗΣΕΩΝ

1. α. Στο τέλος του άρθρου 7 του ν. 4062/2012 (A'70), προστίθενται παράγραφοι 4 και 5 ως εξής:
« 4. Περιέρχονται στο Ελληνικό Δημόσιο κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, με τα παραρτήματα και τα συστατικά τους, τα παρακάτω ακίνητα, τα οποία βρίσκονται στην έκταση του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού - Αγ. Κοσμά, όπως αυτή ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού:
α. Εκτάσεις του πρώην Αεροδρομίου Ελληνικού, με τα κτίσματα, συστατικά και παραρτήματα που βρίσκονται σε αυτές, συνολικού εμβαδού 169.448,20 τ.μ., όπως αυτές εμφαίνονται με στοιχεία 1.1, 1.2, 1.3, 1.4, 1.1 και 1.5, 1.6, 1.7, 1.8, 1.5 στο από Οκτώβριο 2012 τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1: 1000 που θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών και Στέγασης του Υπουργείου Οικονομικών, αντίγραφο του οποίου δημοσιεύεται σε φωτοσμίκρυνση με το νόμο αυτό στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II – διάγραμμα 1).

β. Κτίσμα του πρώην Αεροδρομίου Ελληνικού, εμβαδού 149,80 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται με στοιχεία 2.1, 2.2, 2.3, 2.4, 2.1. στο από Οκτώβριο 2012 τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1: 200 που θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών και Στέγασης του Υπουργείου Οικονομικών, αντίγραφο του οποίου δημοσιεύεται σε φωτοσμίκρυνση με το νόμο αυτό στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II- διάγραμμα 2).

γ. Έκταση του πρώην Αεροδρομίου Ελληνικού, με τα κτίσματα, συστατικά και παραρτήματα που βρίσκονται σε αυτή, εμβαδού 38.688,30 τ.μ., όπως αυτή εμφαίνεται με στοιχεία 3.1, 3.2, …….. 3.12, 3.13, 3.1 στο από Οκτώβριο 2012 τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1: 500 που θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών και Στέγασης του Υπουργείου Οικονομικών, αντίγραφο του οποίου δημοσιεύεται σε φωτοσμίκρυνση με τον παρόντα νόμο στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II- διάγραμμα 3).

Το φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, στο οποίο δημοσιεύεται ο παρών νόμος, καταχωρίζεται στα βιβλία μεταγραφών του αρμόδιου Υποφυκοφυλακείου και στο αρμόδιο Γραφείο Κτηματογράφησης. Η ως άνω καταχώριση απαλλάσσεται από κάθε φόρο, τέλος ή αμοιβή, συμπεριλαμβανομένου κάθε τέλους, εισφοράς ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου ή οποιουδήποτε νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και ασφαλιστικών οργανισμών ή τρίτων και αμοιβών ή ανταποδοτικών τελών υποθηκοφυλάκων και πάσης φύσης ανταποδοτικών τελών.

5. Περιέρχεται στο Ελληνικό Δημόσιο η πλήρης και αποκλειστική κυριότητα κάθε ακινήτου, με τα παραρτήματα και τα συστατικά του, το οποίο βρίσκεται εντός της έκτασης του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού - Αγ. Κοσμά, όπως αυτή περιγράφεται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού».

β. Στο τέλος της υποπαραγράφου α) της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του ν. 4062/2012 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Με όμοιο Προεδρικό Διάταγμα μπορούν επίσης να τροποποιούνται ή αναθεωρούνται γενικά πολεοδομικά σχέδια, πολεοδομικές μελέτες, ρυμοτομικά σχέδια και σχέδια πόλεως, καθώς και τοπικά ρυμοτομικά σχέδια του άρθρου 26 του ν. 1337/1983 (Α' 33), προκειμένου να εναρμονιστούν με τα όρια και το περιεχόμενο των ειδικότερων ζωνών των παραγράφων 2 και 3, ιδίως όσον αφορά τις χρήσεις γης, τους όρους και περιορισμούς δόμησης και τους όρους προστασίας του περιβάλλοντος ή και κάθε άλλο θέμα αναγκαίο για την ολοκληρωμένη ανάπτυξη του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού – Αγίου Κοσμά».

2. α. Καταργείται αφότου ίσχυσε η με αριθμ. 186/6-9-2011 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (Β' 2061) κατά το μέρος που αφορά το ακίνητο με αύξοντα αριθμό 34, Α.Β.Κ. 193, Διεύθυνση Μεσογείων 96, Αθήνα, επιφάνεια 10.000 τ.μ..
Η μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου με την καταργούμενη απόφαση θεωρείται ως μηδέποτε γενομένη.

β. Εγκρίνεται το ρυμοτομικό διάγραμμα εντός Ζωνών Δ1 και Δ2 του Μητροπολιτικού Πάρκου «Γουδή» του από 14-6-2011 π.δ. (Δ'187) σε κλίμακα 1:1000, που θεωρήθηκε από τον Διευθυντή Περιουσίας της ΕΤΑΔ ΑΕ τον Οκτώβριο 2012, και που αντίτυπό του δημοσιεύεται σε σε φωτοσμίκρυνση με τον παρόντα νόμο στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IΙΙ), με τους επί αυτού εμφαινόμενους κοινόχρηστους χώρους και τον με στοιχεία 21,22,23,24,25,26,27,28,29,30,31,32,33,70,69,68,67,66,65,64,63,62,61,60,59,58,57,56,55,54,53,52,51,50,21 οικοδομήσιμο χώρο. Επιτρεπόμενες χρήσεις στον οικοδομήσιμο χώρο καθορίζονται οι εξής: περίθαλψη, κοινωνική πρόνοια, εκπαίδευση/έρευνα, διοίκηση.

γ. Το ακίνητο με στοιχεία 21,22,23,24,25,26,27,28,29,30,31,32,33,70,69,68,67,66,65,64,63,62,61,60,59,58,57,56,55,54,53,52,51,50,21, , το οποίο εμφαίνεται στο δημοσιευόμενο με τον παρόντα νόμο ρυμοτομικό διάγραμμα που περιγράφεται στην προηγούμενη υποπαράγραφο, επιφανείας 11.903,00 τ.μ. μετά των επ' αυτού κτισμάτων, μεταβιβάζεται και περιέρχεται χωρίς αντάλλαγμα στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου Α.Ε.» κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ν. 3986/2011 (Α' 152). Το Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως στο οποίο δημοσιεύεται ο παρών νόμος καταχωρίζεται στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών και στο αρμόδιο Γραφείο Κτηματογράφησης Αθηνών.

3. α. Καταργείται αφότου ίσχυσε η με αριθμ. 202/21.2.2012 (Β' 656) Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων κατά το μέρος που αφορά το ακίνητο με αύξοντα αριθμό 24, Διεύθυνση Α. Παπανδρέου 37, Μαρούσι, επιφάνεια 28.000 τ.μ. και κτηματολογική μερίδα 050142664006/0/0.
Η μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου με την καταργούμενη απόφαση θεωρείται ως μηδέποτε γενομένη.

β. Το ακίνητο (ΚΑΕΚ 050142664006/0/0) με στοιχεία 1,2,3…140,141,1, εμβαδού 231.092 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα σε κλίμακα 1:1000., που θεωρήθηκε από τον Διευθυντή Περιουσίας της ΕΤΑΔ ΑΕ τον Οκτώβριο 2012και που αντίτυπό του δημοσιεύεται σε φωτοσμίκρυνση με τον παρόντα νόμο στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV), κατατμείται στο ακίνητο ΙΕ1 με στοιχεία 74,75,76…123,124,173,172,171…144,143,142,74, εμβαδού 95.352 τ.μ. και στο ακίνητο Ε2 με στοιχεία 1,2,3…73,74,142,143…172,173,124,125…140,141,1, εμβαδού 135.740 τ.μ., ως εμφαίνονται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα.

γ. Το ακίνητο Ε1 της προηγούμενης υποπαραγράφου μεταβιβάζεται και περιέρχεται χωρίς αντάλλαγμα στην Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία «Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου Α.Ε.» κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ν. 3986/2011.

δ. Επί του ακινήτου Ε2 το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, Ανώτατη Σχολή Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε.) του άρθρου 4 παρ. 1α του ν. 3027/2002 (Α' 152) διατηρεί δικαίωμα επικαρπίας.

ε. Το φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, στο οποίο δημοσιεύεται ο παρών νόμος, καταχωρίζεται στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο Αμαρουσίου.

4. α. Καταργείται αφότου ίσχυσε η υπ' αριθ. 186/6.9.2011 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (Β' 2061) κατά το μέρος που αφορά το ακίνητο με αύξοντα αριθμό 35, Α.Β.Κ. 2248, Διεύθυνση Κηφισίας 39, Μαρούσι, επιφάνεια 28.000 τ.μ.
Η μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου με την καταργούμενη απόφαση θεωρείται ως μηδέποτε γενομένη.

β. Επί του ενιαίου οικοπέδου κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου συνολικής έκτασης 14.300,54 τ.μ., το οποίο απαρτίζεται από (α) το οικόπεδο με αριθμό Β.Κ. 2248, έκτασης 11.494,86 τ.μ., το οποίο είναι καταχωρισμένο στο Κτηματολογικό Φύλλο του Κτηματολογικού Βιβλίου του Δήμου Αμαρουσίου με Κ.Α.Ε.Κ. 050142411001 / 0 / 0 κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου και (β) το οικόπεδο εμβαδού 2.805,68 τ.μ., το οποίο είναι καταχωρισμένο στο Κτηματολογικό Φύλλο του Κτηματολογικού Βιβλίου του Δήμου Αμαρουσίου με Κ.Α.Ε.Κ. 050142411002 / 0 / 0 κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, συνιστώνται από και με τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3741/1929 (Α' 4) και τα άρθρα 1002 και 1117 Αστικού Κώδικα, δύο (2) ανεξάρτητες και αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες και συγκεκριμένα:

Α) Η υπό στοιχείο (Α) οριζόντια ιδιοκτησία που εμφαίνεται στο από Οκτωβρίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:200 του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Ιωάννη Παπαστάμου, το οποίο προσαρτάται στον παρόντα νόμο και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτού (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V), αποτελείται από ισόγειο και τρεις (3) ορόφους, συνολικού εμβαδού 14.680,60 τ.μ., πλέον υπόγειων βοηθητικών χώρων εμβαδού 6.281,00 τ.μ. και η οποία συμμετέχει με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του ενιαίου οικοπέδου 337,20/1000 εξ αδιαιρέτου.
Β) Η υπό στοιχείο (Β) οριζόντια ιδιοκτησία που εμφαίνεται στο συνημμένο, στον παρόντα νόμο, από Οκτωβρίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:200 του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Ιωάννη Παπαστάμου (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V), αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο όροφο, και επτά (7) ορόφους συνολικού εμβαδού 28.856,50 τ.μ. πλέον υπόγειων βοηθητικών χώρων εμβαδού 5.327,62 τ.μ. και η οποία συμμετέχει με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του ενιαίου οικοπέδου 662,80/1000 εξ αδιαιρέτου.

γ. Τροποποίηση της κατά την προηγούμενη υποπαράγραφο σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών, καθώς και καθορισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών δύναται να γίνει οποτεδήποτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο υποβαλλόμενο σε μεταγραφή, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, στις οποίες υπάγονται εφεξής και τα διά του παρόντος συνιστώμενα εμπράγματα δικαιώματα.
δ. Μεταβιβάζεται και περιέρχεται χωρίς αντάλλαγμα στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου Α.Ε.» κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή η υπό στοιχείο (Β) οριζόντια ιδιοκτησία της υποπαραγράφου β., εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ν. 3986/2011.
ε. Το Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, στο οποίο δημοσιεύεται ο παρών νόμος καταχωρίζεται στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο Αμαρουσίου.
στ. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, το Παραχωρητήριο Χρήσης Δημοσίου Ακινήτου της «Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου» με αριθμό φακέλου 312969/8.2.1991, με το οποίο παραχωρήθηκε στην HELEXPO-ΔΕΘ Α.Ε. η χρήση του Β.Κ. 2248 δημοσίου ακινήτου αρμοδιότητας Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών, ισχύει μόνο για την υπό στοιχείο (Α) οριζόντια ιδιοκτησία που συνίσταται με την υποπαράγραφο β.

5. α. Στο τέλος της παραγράφου 10 του άρθρου 3 του ν.3986/2011 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Το Ταμείο συντάσσει, επίσης, τριμηνιαίες αναφορές επί των δραστηριοτήτων και των οικονομικών καταστάσεών του, που περιλαμβάνουν αναλυτική κατάσταση του συνόλου των εσόδων και καταστάσεις ταμειακών ροών και οικονομικής θέσης και αναρτώνται στην ιστοσελίδα του εντός 60 ημερών από το τέλος κάθε τριμήνου.»

β. Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του ν.3986/2011 αντικαθίσταται ως εξής:
«Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις περί εντολής του Α.Κ., με εξαίρεση τα άρθρα 719, 721 έως και 723 του ίδιου Κώδικα.».

Ε. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΣΟΔΑ, ΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Ε.1. ΚΩΔΙΚΑΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ KAI ΛΟΙΠΕΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

1. Ο Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων (π.δ.186/1992, Α' 84), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, καταργείται και αντικαθίσταται με τον Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών που έχει ως εξής:

« ΚΩΔΙΚΑΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ

Άρθρο 1
Υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών

1. Κάθε ημεδαπό πρόσωπο των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 2 και των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 101 του νόμου 2238/1994, κοινοπραξία, κοινωνία ή νομική οντότητα που ασκεί δραστηριότητα στην ελληνική επικράτεια και αποβλέπει στην απόκτηση εισοδήματος από εμπορική ή βιομηχανική ή βιοτεχνική ή γεωργική επιχείρηση ή από ελευθέριο επάγγελμα ή από οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση, καθώς και οι αστικές κερδοσκοπικές ή μη εταιρείες, έχει τις υποχρεώσεις του παρόντος νόμου σχετικά με την τήρηση βιβλίων, έκδοση στοιχείων και υποβολή δεδομένων για διασταύρωση.
2. Τις υποχρεώσεις της προηγουμένης παραγράφου έχει και κάθε αλλοδαπό πρόσωπο ή νομική οντότητα που αποκτά πραγματική-φυσική επαγγελματική εγκατάσταση στην ελληνική επικράτεια ή ασκεί δραστηριότητα στην ελληνική επικράτεια αποβλέποντας στην απόκτηση εισοδήματος από εμπορική ή βιομηχανική ή βιοτεχνική ή γεωργική επιχείρηση ή από ελευθέριο επάγγελμα ή από οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση. Εξαιρετικά, τις υποχρεώσεις αυτές έχει και κάθε αλλοδαπό νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που δεν έχει εγκατάσταση στην ελληνική επικράτεια, εφόσον ανεγείρει ακίνητο κυριότητάς της εντός της ελληνικής επικράτειας ή πραγματοποιεί σε τέτοιο ακίνητο προσθήκες ή επεκτάσεις. Τα αναφερόμενα στο προηγούμενο εδάφιο δεν ισχύουν για τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3.

Άρθρο 2
Τρόπος απεικόνισης συναλλαγών

1. Από την απεικόνιση των συναλλαγών στα βιβλία και από τα στοιχεία πρέπει να προκύπτουν συγκεντρωτικά και αναλυτικά στοιχεία των καταχωρήσεων και να υποστηρίζονται αυτές, ώστε να είναι ευχερής η αναλυτική πληροφόρηση και εφικτή η επαλήθευση αυτών από το φορολογικό έλεγχο, για τις ανάγκες όλων των φορολογικών αντικειμένων.
2. Τα βιβλία και τα στοιχεία τηρούνται στην ελληνική γλώσσα και στο ευρώ, εκτός αν έχει νομίμως επιτραπεί η τήρηση αυτών κατ' άλλον τρόπο. Τα στοιχεία που εκδίδονται για συναλλαγές με το εξωτερικό επιτρέπεται να διατυπώνονται σε ξένη γλώσσα και να αναγράφεται σ' αυτά το ξένο νόμισμα στο οποίο γίνεται η συναλλαγή.
Ειδικά, τα τιμολόγια και τα στοιχεία που επέχουν θέση τιμολογίου συνενωμένα ή μη με στοιχεία διακίνησης μπορεί να εκφράζονται σε ξένη γλώσσα για συναλλαγές και στο εσωτερικό της χώρας. Η φορολογική αρχή δικαιούται, για ορισμένους υπόχρεους απεικόνισης συναλλαγών ή σε ορισμένες περιπτώσεις, να ζητά για λόγους ελέγχου, μετάφραση των στοιχείων που εκφράζονται σε ξένη γλώσσα, τα οποία προσκομίζονται μεταφρασμένα εντός ευλόγου προθεσμίας, η οποία τίθεται από την φορολογική αρχή. Τα ποσά που αναφέρονται στα ανωτέρω στοιχεία είναι δυνατόν να εκφράζονται σε οποιοδήποτε νόμισμα, υπό την προϋπόθεση ότι το ποσό του οφειλόμενου φόρου εκφράζεται στο εθνικό νόμισμα του κράτους - μέλους στο οποίο πραγματοποιείται η παράδοση των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών με τη χρήση του μηχανισμού μετατροπής που προβλέπεται στο άρθρο 91 της οδηγίας 2006/112/ΕΕ.
3. Κάθε εγγραφή στα βιβλία, που αφορά συναλλαγή ή άλλη πράξη του υπόχρεου, πρέπει να στηρίζεται σε στοιχεία που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή σε δημόσια έγγραφα ή σε άλλα πρόσφορα αποδεικτικά στοιχεία.
4. Μηχανογραφικές καταστάσεις ή βεβαιώσεις, σε έγγραφη ή μαγνητική μορφή, οι οποίες εκδίδονται ή παράγονται από τράπεζες ή άλλους πιστωτικούς οργανισμούς και πιστοποιούν την πραγματοποίηση από αυτές εισπράξεων ή πληρωμών για λογαριασμό του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή ασφαλιστικών οργανισμών, επέχουν θέση παραστατικών εγγράφων των δοσοληψιών που αναφέρονται σ' αυτές.
5. Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, ως «ηλεκτρονικό τιμολόγιο» νοείται το τιμολόγιο που περιέχει τις απαιτούμενες σύμφωνα με τον παρόντα νόμο πληροφορίες και το οποίο εκδίδεται και λαμβάνεται σε οποιαδήποτε ηλεκτρονική μορφή. Η χρήση ηλεκτρονικού τιμολογίου υπόκειται στην αποδοχή του αποκτώντος τα αγαθά ή του λήπτη των υπηρεσιών.
Η αυθεντικότητα της προέλευσης, η ακεραιότητα του περιεχομένου και η αναγνωσιμότητα των τιμολογίων, σε χαρτί ή σε ηλεκτρονική μορφή, διασφαλίζεται από τη χρονική στιγμή της έκδοσής τους έως τη λήξη της περιόδου φύλαξής τους. Κάθε υπόχρεος ορίζει τον τρόπο διασφάλισης της αυθεντικότητας της προέλευσης, της ακεραιότητας του περιεχομένου και της αναγνωσιμότητάς του με κάθε πρόσφορο τρόπο ο οποίος διασφαλίζει την αξιοπιστία της διαδρομής μεταξύ τιμολογίου και παράδοσης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών. Με τον όρο «αυθεντικότητα της προέλευσης» νοείται η διασφάλιση της ταυτότητας του προμηθευτή ή του εκδότη του τιμολογίου. Με τον όρο «ακεραιότητα του περιεχομένου» νοείται ότι το περιεχόμενο που απαιτείται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία δεν έχει αλλοιωθεί.
Για την υλοποίηση των προαναφερομένων η αυθεντικότητα της προέλευσης και η ακεραιότητα του περιεχομένου ενός ηλεκτρονικού τιμολογίου, θεωρείται ότι διασφαλίζεται με τους πιο κάτω ενδεικτικά αναφερόμενους τρόπους:
α) προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του Π.Δ. 150/2001 (Α' 125).
β) ηλεκτρονική ανταλλαγή δεδομένων (EDI), όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 της σύστασης 1994/820/Ε.Κ. της Επιτροπής, της 19ης Οκτωβρίου 1994 (Επίσημη Εφημερίδα Ε.Κ. EL 388/28.12.1994), εφόσον η συμφωνία σχετικά με αυτήν την ανταλλαγή προβλέπει τη χρησιμοποίηση διαδικασιών που να εξασφαλίζουν τη γνησιότητα της προέλευσης και την ακεραιότητα των δεδομένων.
γ) σήμανση με τη χρήση ειδικών ασφαλών διατάξεων σήμανσης του ν. 1809/1988.
Στην περίπτωση που πλήθος τιμολογίων αποστέλλεται ή τίθεται στη διάθεση του ίδιου αποκτώντος αγαθά ή λήπτη υπηρεσιών, οι κοινές ενδείξεις στα διάφορα τιμολόγια είναι δυνατόν να παρατίθενται μία μόνο φορά, όταν είναι δυνατή η πρόσβαση στο σύνολο των πληροφοριών κάθε τιμολογίου.
Ειδικά, για συναλλαγές με ιδιώτες το αντίτυπο των φορολογικών στοιχείων ή παραστατικών που προορίζεται για τον πελάτη, μπορεί να μην αποστέλλεται σε χαρτί, εφόσον ο πελάτης αποδέχεται τη λήψη ηλεκτρονικών αρχείων, τα οποία περιέχουν όλα τα δεδομένα και τις ενδείξεις που αποτυπώνονται στο στέλεχος ή το ηλεκτρονικό αρχείο του εκδότη των στοιχείων.
6. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών μπορεί να συγχωνεύει ή συνενώνει οποιοδήποτε βιβλίο ή βιβλία, στοιχείο ή στοιχεία, βιβλίο και στοιχείο ή βιβλία και στοιχεία σε άλλο, με την προϋπόθεση ότι από το βιβλίο ή το στοιχείο που προκύπτει από τη συγχώνευση ή τη συνένωση παρέχονται τουλάχιστον τα δεδομένα των συγχωνευομένων ή συνενωμένων βιβλίων ή στοιχείων. Επί συνένωσης βιβλίου με στοιχείο το βιβλίο μπορεί να τηρείται σε περισσότερα του ενός αντίτυπα.
7. Σε περίπτωση βλάβης μηχανήματος ή γενικά μη λειτουργίας του λογισμικού παρατείνεται η προθεσμία ενημέρωσης των βιβλίων με εξαίρεση της αναλυτικής πληροφόρησης της παραγράφου 23 του άρθρου 4. Η παράταση αυτή δεν μπορεί να υπερβεί την προθεσμία υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.
8. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών που χρησιμοποιεί ηλεκτρονικό υπολογιστή (Η/Υ) για την τήρηση των βιβλίων ή την έκδοση των στοιχείων υποχρεούται να θέτει στη διάθεση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ., το κατάλληλο προσωπικό για τη χρήση του λογισμικού της επιχείρησης, για όσο χρόνο απαιτηθεί, κατά τη διάρκεια του ελέγχου και να επιτρέπει, σε συνεργείο ελέγχου που συμμετέχει και υπάλληλος με ειδικότητα πληροφορικής, την απευθείας λήψη οποιουδήποτε στοιχείου ή πληροφορίας από τα αρχεία του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Επίσης, υποχρεούται να παρέχει κάθε πληροφορία στον φορολογικό έλεγχο σχετικά με τις εφαρμογές λογισμικού που αναφέρονται τουλάχιστον στην εφαρμογή των διατάξεων της Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών. Τις υποχρεώσεις του προηγούμενου εδαφίου έχει και όποιος αναλαμβάνει τη μηχανογραφική τήρηση των βιβλίων των υπόχρεων.

Άρθρο 3
Εξαιρέσεις – Απαλλαγές

1. Το Δημόσιο, το ημεδαπό ή αλλοδαπό νομικό πρόσωπο ή επιτροπή ή ένωση προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, το αλλοδαπό νομικό πρόσωπο που δεν έχει εγκατάσταση στην Ελλάδα και αποκτά κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου στην ημεδαπή, οι ξένες αποστολές και οι διεθνείς οργανισμοί υποχρεούνται μόνο στη λήψη, έκδοση, υποβολή και διαφύλαξη των στοιχείων που ορίζονται ρητά από τον παρόντα νόμο.
Τα πρόσωπα αυτά, εκτός από το Δημόσιο, όταν ενεργούν πράξεις παράδοσης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών που υπάγονται στο φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) ή στο φόρο εισοδήματος θεωρούνται υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών μόνο για τις δραστηριότητες αυτές και έχουν τις υποχρεώσεις των άρθρων 1 έως 10.
2. Δεν είναι υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών τα φυσικά πρόσωπα, με εξαίρεση τους ελεύθερους επαγγελματίες, τα οποία, ευκαιριακά και ως παρεπόμενη απασχόληση, πωλούν προϊόντα ή παρέχουν υπηρεσίες για τις οποίες εκδίδονται στοιχεία από τον αντισυμβαλλόμενο.
3. Απαλλάσσονται από την υποχρέωση τήρησης βιβλίων και έκδοσης αποδείξεων λιανικής ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών φυσικό πρόσωπο, που πραγματοποίησε κατά την προηγούμενη ετήσια διαχειριστική περίοδο ακαθάριστα έσοδα μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ από την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών, αθροιστικά ή διαζευκτικά.
Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου της παραγράφου αυτής δεν εφαρμόζονται επί ελευθέρων επαγγελματιών, επί υπόχρεων απεικόνισης συναλλαγών που πραγματοποιούν ακαθάριστα έσοδα από πωλήσεις κατά ποσοστό τουλάχιστον εξήντα τοις εκατό (60%) σε άλλο υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών και σε πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 και αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α. ή εξαγωγές ανεξάρτητα από ποσοστό, επί των υπόχρεων στην τήρηση πληροφοριών του άρθρου 4, καθώς και επί προσώπων που επιλέγουν την ένταξή τους στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ.
4. Σε περιπτώσεις μετασχηματισμού επιχειρήσεων, η νέα εταιρεία έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου, που είχε οποιαδήποτε από τις επιχειρήσεις ή κλάδους που μετασχηματίστηκαν.
5. Έξοδα πρώτης εγκατάστασης, αγορές και λοιπές συναλλαγές που πραγματοποιούνται από τον ιδρυτή, πριν τη σύσταση νομικού προσώπου ή υποκαταστήματος αλλοδαπού προσώπου ή κοινοπραξίας ή την έναρξη λειτουργίας ατομικής επιχείρησης και οποιασδήποτε επιχείρησης γενικά, καταχωρούνται στα βιβλία των προσώπων αυτών μετά τη σύστασή τους ή την υποβολή της δήλωσης έναρξης εργασιών, κατά περίπτωση.

Άρθρο 4
Τήρηση Απλογραφικών ή Διπλογραφικών βιβλίων.

1. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών τηρεί απλογραφικά ή διπλογραφικά βιβλία όπως ορίζεται στις παραγράφους 2 έως 5 του άρθρου αυτού ή απαλλάσσεται από την τήρηση βιβλίων όπως ορίζεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 3 από την έναρξη κάθε διαχειριστικής του περιόδου.
2. Στην τήρηση διπλογραφικών βιβλίων εντάσσονται οι ημεδαπές και αλλοδαπές ανώνυμες και περιορισμένης ευθύνης εταιρίες καθώς και οι ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρίες. Κατ' εξαίρεση, μπορούν να τηρήσουν απλογραφικά βιβλία οι αλλοδαπές γενικά επιχειρήσεις που εγκαθίστανται στην Ελλάδα με βάση τις διατάξεις των α.ν. 89/1967 (Α' 132) και 378/1968 (Α' 82), τα υποκαταστήματα των αλλοδαπών αεροπορικών επιχειρήσεων που λειτουργούν στην Ελλάδα και απαλλάσσονται από τη φορολογία εισοδήματος με τον όρο της αμοιβαιότητας καθώς και οι αλλοδαπές Α.Ε. και Ε.Π.Ε. του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 1.
3. Σε απλογραφικά βιβλία εντάσσονται με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού:
α) Ο πράκτορας εφημερίδων και περιοδικών, καθώς και ο πρατηριούχος χονδρικής πώλησης καπνοβιομηχανικών προϊόντων.
Όποιος από τους παραπάνω υπόχρεους απεικόνισης συναλλαγών διατηρεί και κλάδο παροχής άλλων υπηρεσιών ή πώλησης αγαθών τηρεί, για όλες τις δραστηριότητές του τα βιβλία της κατηγορίας που αντιστοιχεί στο σύνολο των ετήσιων ακαθάριστων εσόδων του.
β) Ο εκμεταλλευτής πλοίου δεύτερης κατηγορίας του άρθρου 3 του ν. 27/1975.
γ) Ο πρατηριούχος υγρών καυσίμων για την εμπορία βενζίνης και πετρελαίου και ο πωλητής πετρελαίου εσωτερικής καύσης (DIESEL) θέρμανσης.
Όποιος από τους παραπάνω υπόχρεους απεικόνισης συναλλαγών των περιπτώσεων β' και γ' διατηρεί και κλάδο πώλησης άλλων αγαθών ή παροχής υπηρεσιών τηρεί για τον κλάδο αυτόν τα βιβλία της κατηγορίας που αντιστοιχεί στα ετήσια ακαθάριστα έσοδά του.
δ) Ο νέος υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών κατά την έναρξη εργασιών του.
ε) Τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3, σε περίπτωση υποχρέωσης τήρησης διπλογραφικών βιβλίων.
4. Στην κατηγορία που αντιστοιχεί στα ετήσια ακαθάριστα έσοδά τους, οι λοιποί υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων και των αστικών επαγγελματικών εταιρειών δικηγόρων των προεδρικών διαταγμάτων 518/1989 (Α' 220) και 81/2005 (Α' 120), για τους οποίους δεν προβλέπεται ένταξη με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου αυτού.
5. Για την εφαρμογή των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων τα όρια για την ένταξη σε τήρηση απλογραφικών ή διπλογραφικών βιβλίων, ορίζονται με βάση το ύψος των ετήσιων ακαθάριστων εσόδων της προηγούμενης διαχειριστικής περιόδου, ως ακολούθως:
Βιβλία όρια ακαθάριστων εσόδων
Απλογραφικά
(Β' Κατηγορίας) μέχρι και 1.500.000 ευρώ

Διπλογραφικά
(Γ' Κατηγορίας) Άνω των 1.500.000 ευρώ

 

 

 


Αν η προηγούμενη διαχειριστική περίοδος είναι μικρότερη ή μεγαλύτερη του 12μήνου τα ετήσια ακαθάριστα έσοδα για την ένταξη σε κατηγορία βιβλίων βρίσκονται με αναγωγή.
Όταν πωλούνται αγαθά για λογαριασμό τρίτου ως ακαθάριστο έσοδο για την τήρηση βιβλίων θεωρείται η αξία των αγαθών που πωλήθηκαν.
6. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών, από την έναρξη της διαχειριστικής του περιόδου, μπορεί να τηρήσει βιβλία ανώτερης κατηγορίας από εκείνη στην οποία εντάσσεται, με την προϋπόθεση της τήρησης όλων των βιβλίων και των στοιχείων, που ορίζονται για την κατηγορία αυτή.
7. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών που εντάσσεται σε τήρηση διπλογραφικών βιβλίων για την άσκηση του επαγγέλματός του, τηρεί λογιστικά βιβλία κατά τη διπλογραφική μέθοδο με οποιοδήποτε λογιστικό σύστημα, σύμφωνα με τις γενικά παραδεκτές αρχές της λογιστικής.
8. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 13 και 14 του παρόντος άρθρου, για την τήρηση των ημερολογίων και καθολικών εφαρμόζεται υποχρεωτικά το Ελληνικό Γενικό Λογιστικό Σχέδιο (Π.Δ. 1123/1980, Α' 283), μόνο ως προς την δομή, την ονοματολογία και το περιεχόμενο των πρωτοβαθμίων, δευτεροβαθμίων και των υπογραμμισμένων τριτοβαθμίων λογαριασμών, και από τους λογαριασμούς της ομάδας 9 μόνο ο λογαριασμός 94, εφόσον τα ακαθάριστα έσοδα από πωλήσεις αγαθών (λογαριασμοί 70, 71) υπερβαίνουν τα πέντε (5) εκατομμύρια ευρώ ανά λογαριασμό. Η ανάπτυξη των δευτεροβαθμίων λογαριασμών, σε μη θεσμοθετημένους από τις διατάξεις του Γενικού Λογιστικού Σχεδίου τριτοβαθμίους λογαριασμούς, καθώς και η ανάπτυξη των τριτοβαθμίων λογαριασμών σε επίπεδο τεταρτοβαθμίων, γίνεται σύμφωνα με τις αρχές της λογιστικής και τις ανάγκες του υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών.
Διατάξεις που επιβάλλουν την τήρηση κλαδικών λογιστικών σχεδίων κατισχύουν των διατάξεων των προηγούμενων εδαφίων.
Από τους λογαριασμούς του γενικού και των αναλυτικών καθολικών πρέπει να προκύπτουν συγκεντρωτικά και αναλυτικά στοιχεία των καταχωρήσεων, ώστε να είναι ευχερής η πληροφόρηση ή η επαλήθευση από το φορολογικό έλεγχο, για τις ανάγκες όλων των φορολογικών αντικειμένων.
9. Το πρώτο, το δεύτερο και τα δύο τελευταία εδάφια της παραγράφου 21 του άρθρου αυτού έχουν ανάλογη εφαρμογή και επί τήρησης διπλογραφικών βιβλίων.
10. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών που τηρεί διπλογραφικά βιβλία τηρεί επίσης:
10.1. Μητρώο παγίων περιουσιακών στοιχείων κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παράγραφο 2.2.103 του Γενικού Λογιστικού Σχεδίου. Τα έπιπλα και σκεύη μπορεί να παρακολουθούνται στο μητρώο παγίων ανά συντελεστή απόσβεσης.
10.2. Βιβλίο απογραφών στο οποίο μετά από καταμέτρηση καταγράφονται και αποτιμώνται όλα τα στοιχεία της επαγγελματικής του περιουσίας που κατέχει κατά τη λήξη της διαχειριστικής του περιόδου. Την ίδια υποχρέωση έχουν στο τέλος κάθε έτους και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 101 του ν. 2238/1994 που έχουν τεθεί σε εκκαθάριση που διαρκεί πέραν του έτους. Για την αποτίμηση των στοιχείων της απογραφής εφαρμόζονται υποχρεωτικά οι κανόνες αποτίμησης του π.δ. 1123/1980.
Όταν τα λογιστικά βιβλία τηρούνται σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (Δ.Λ.Π.), η αξία των μενόντων αποθεμάτων των ιδιοπαραχθέντων έτοιμων προϊόντων και της παραγωγής σε εξέλιξη, όπως αυτή προσδιορίζεται με βάση τα Δ.Λ.Π. δεν αναπροσαρμόζεται με τις διαφοροποιήσεις στοιχείων κόστους μεταξύ λογιστικής και φορολογικής βάσης. Οι διαφορές αυτές, εφόσον υπάρχουν, ποσοτικοποιούνται σε ετήσια συνολική βάση, ανεξάρτητα αν αποτελούν στοιχεία κόστους των πωληθέντων ή των μενόντων προϊόντων και καταχωρούνται στον Πίνακα των Φορολογικών Αποτελεσμάτων Χρήσης και στον Πίνακα Συμφωνίας Λογιστικής Φορολογικής Βάσης (Π.Σ.Λ.Φ.Β.), που ορίζονται από τις διατάξεις της παραγράφου 14 του άρθρου αυτού.
Στο βιβλίο απογραφών καταχωρούνται:
α) Τα αποθέματα τα οποία καταγράφονται στο βιβλίο ή σε καταστάσεις διακεκριμένα για κάθε αποθηκευτικό χώρο. Τα αποθέματα που βρίσκονται σε τρίτους καταχωρούνται ανά τρίτο χωρίς να απαιτείται καταχώρηση και κατά αποθηκευτικό χώρο τρίτου. Η καταχώρηση, η οποία περιλαμβάνει το είδος, τη μονάδα μέτρησης, την ποσότητα, την κατά μονάδα αξία, στην οποία αποτιμήθηκε κάθε είδος, καθώς και τη συνολική του αξία, γίνεται με μία εγγραφή για ολόκληρη την ποσότητα κάθε είδους αγαθού, για κάθε αποθηκευτικό χώρο. Τα πιο πάνω αναφερόμενα αγαθά που βρίσκονται σε υποκατάστημα ή σε αποθηκευτικό χώρο καταχωρούνται διακεκριμένα στο βιβλίο απογραφών της έδρας και τα δεδομένα των αγαθών αυτών δίνονται άμεσα στον έλεγχο που διενεργείται στο υποκατάστημα ή στον αποθηκευτικό χώρο.
β) Τα πάγια περιουσιακά στοιχεία τα οποία αναγράφονται κατά ομοειδείς κατηγορίες τουλάχιστον με την αξία κτήσης ή κόστος ιδιοκατασκευής, προσαυξημένο με τις δαπάνες επεκτάσεων ή προσθηκών και βελτιώσεων, τις αποσβέσεις τους και την αναπόσβεστη αξία τους.
Σε περίπτωση ολοσχερούς απόσβεσης παγίου περιουσιακού στοιχείου διατηρείται στο μητρώο παγίων περιουσιακών στοιχείων αναπόσβεστη αξία ενός λεπτού του ευρώ, όταν το περιουσιακό αυτό στοιχείο εξακολουθεί να παραμένει στην κυριότητα του υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών.
Κατ' εξαίρεση, τα έπιπλα και σκεύη μπορεί να καταχωρούνται στο βιβλίο απογραφών, κατά συντελεστή αποσβέσεων, με το συνολικό ποσό της αξίας κτήσης τους, τις αποσβέσεις και την αναπόσβεστη αξία τους.
γ) Τα λοιπά στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού, τα οποία μπορεί να καταχωρούνται στο βιβλίο απογραφών με τα υπόλοιπα μόνο των πρωτοβάθμιων λογαριασμών, εφόσον ανάλυση καθενός λογαριασμού δίνεται στον έλεγχο. Ειδικά για τις μετοχές, τις ομολογίες και τα λοιπά χρεόγραφα καταχωρείται για κάθε είδος η ποσότητα, η αξία κτήσης κι η τρέχουσα αξία.
δ) Τα αποθέματα κυριότητας άλλου υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών που βρίσκονται κατά τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου στις εγκαταστάσεις του κατ' είδος και ποσότητα, εφόσον τα δεδομένα αυτά δεν προκύπτουν από άλλα βιβλία.
ε) Ο νόμιμα συνταχθείς ισολογισμός και λογαριασμός αποτελεσμάτων χρήσης, ο πίνακας διάθεσης αποτελεσμάτων, η κατάσταση του λογαριασμού γενικής εκμετάλλευσης, σύμφωνα με τα υποδείγματα των παραγράφων 4.1.202, 4.1.302 και 4.1.402 του άρθρου 1 του Π.Δ. 1123/1980, καθώς και οι πίνακες που ορίζονται από τις περιπτώσεις Α' και Γ' της παραγράφου 15 του άρθρου αυτού. Ειδικά τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 101 του νόμου 2238/1994 που τελούν υπό εκκαθάριση που διαρκεί πέραν του έτους συντάσσουν και καταχωρούν στο βιβλίο απογραφών προσωρινό ισολογισμό λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσης και κατάσταση του λογαριασμού γενικής εκμετάλλευσης, σύμφωνα με τα υποδείγματα του προηγούμενου εδαφίου.
11. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών που τηρεί διπλογραφικά βιβλία, υποχρεούται να τηρεί ηλεκτρονικό φάκελο ελέγχου ανά διαχειριστική περίοδο, ο οποίος ενημερώνεται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα της λήξης της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος με τα αναλυτικά δεδομένα του τελευταίου προσωρινού και του οριστικού ισοζυγίου των λογαριασμών όλων των βαθμίδων, των ημερολογίων, του βιβλίου απογραφών και ισολογισμού, των πληροφοριών της παραγράφου 23 του άρθρου αυτού, και του μητρώου παγίων, εφόσον αυτά τηρούνται μηχανογραφικά.
12. Η ενημέρωση των διπλογραφικών βιβλίων γίνεται:
α) Του ή των ημερολογίων μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από την έκδοση ή λήψη του κατά περίπτωση δικαιολογητικού και επί ταμειακών πράξεων από τη διενέργειά τους. Η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να υπερβεί την εμπρόθεσμη υποβολή της δήλωσης Φ.Π.Α.. Στην ίδια προθεσμία ενημερώνεται το γενικό καθολικό και τα αναλυτικά καθολικά με εξαίρεση αυτά των ασφαλιστικών επιχειρήσεων τα οποία μπορεί να ενημερώνονται μέχρι την εικοστή (20η) του μεθεπόμενου μήνα.
β) Του Μητρώου Πάγιων Περιουσιακών Στοιχείων και του ιδιαίτερου Φορολογικού Μητρώου Πάγιων Περιουσιακών Στοιχείων μέχρι την προθεσμία κλεισίματος του Ισολογισμού.
γ) Η ποσοτική καταχώριση των αποθεμάτων στο βιβλίο απογραφών ή σε καταστάσεις μέχρι την 20η ημέρα του μεθεπόμενου μήνα από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου.
δ) Του βιβλίου απογραφών με την αξία των αποθεμάτων και των λοιπών περιουσιακών στοιχείων καθώς και το κλείσιμο του ισολογισμού μέχρι την εμπρόθεσμη υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.
13. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών που συντάσσει τις Ετήσιες Οικονομικές του Καταστάσεις σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (Δ.Λ.Π.) τηρεί τα λογιστικά του βιβλία ή με βάση τις αρχές και τους κανόνες των Δ.Λ.Π. ή με βάση τις αρχές και τους κανόνες της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας.
14. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών που τηρεί τα βιβλία του σύμφωνα με τους κανόνες των Δ.Λ.Π. υποχρεούται:
Α. Να συντάσσει Πίνακα Συμφωνίας Λογιστικής - Φορολογικής Βάσης (Π.Σ.Λ.Φ.Β.).
Στον Πίνακα αυτόν καταχωρούνται σε χωριστές στήλες για κάθε πρωτοβάθμιο διαφοροποιημένο λογαριασμό σε χρέωση ή πίστωση:
α) Η αξία όπως προκύπτει από τα τηρούμενα βιβλία (Λογιστική βάση).
β) Η αξία όπως προσδιορίζεται με βάση τους κανόνες της φορολογικής νομοθεσίας (Φορολογική βάση).
γ) Η διαφορά μεταξύ Λογιστικής και Φορολογικής βάσης.
Β. Να τηρεί ιδιαίτερο Φορολογικό Μητρώο Πάγιων Περιουσιακών Στοιχείων, το οποίο μπορεί να είναι ενσωματωμένο στο κύριο Μητρώο Πάγιων Περιουσιακών Στοιχείων της εταιρείας και χρησιμοποιείται ως βάση του ποσοτικού προσδιορισμού των αναγκαίων καταχωρήσεων στον Π.Σ.Λ.Φ.Β. και στον Πίνακα Φορολογικών Αποτελεσμάτων, στο βαθμό που, κατά την εφαρμογή των Δ.Λ.Π., προκύπτουν διαφορές στην αποτίμηση πάγιων περιουσιακών στοιχείων είτε λόγω της διαφοροποίησης της προ των αποσβέσεων αξίας τους είτε λόγω της διαφοροποίησης των συσσωρευμένων αποσβέσεων.
Γ. Να συντάσσει Πίνακες Φορολογικών Αποτελεσμάτων Χρήσης, Σχηματισμού Φορολογικών Αποθεματικών και Ανακεφαλαιωτικό Πίνακα Φορολογικών Αποθεματικών, των οποίων τα δεδομένα προκύπτουν από λογαριασμούς που τηρούνται με τη διπλογραφική μέθοδο.
15. Οι συναλλαγές του υποκαταστήματος με εξηρτημένη λογιστική, αντί να καταχωρούνται σε ιδιαίτερα βιβλία ή καταστάσεις, καταχωρούνται στα βιβλία της έδρας και ειδικά οι αγορές, οι πωλήσεις και το ταμείο κάθε υποκαταστήματος παρακολουθούνται χωριστά από τα αντίστοιχα δεδομένα της έδρας ή άλλου υποκαταστήματος και δίνεται άμεσα στον έλεγχο το υπόλοιπο ταμείου κάθε υποκαταστήματος για το οποίο δεν τηρούνται βιβλία μέχρι την ημέρα που σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης α' της παραγράφου 12 του άρθρου αυτού έπρεπε να έχει γίνει η ενημέρωση των ημερολογίων.
Στο υποκατάστημα από τα βιβλία του οποίου εξάγεται αυτοτελές λογιστικό αποτέλεσμα τηρούνται ίδια διπλογραφικά βιβλία και εξάγεται τελικό αποτέλεσμα το οποίο ενσωματώνεται με λογιστική εγγραφή στα βιβλία της έδρας.
16. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών που εντάσσεται σε τήρηση απλογραφικών βιβλίων τηρεί:
α) Βιβλίο εσόδων - εξόδων.
β) Βιβλίο απογραφών ή καταστάσεις απογραφής, εφόσον τα ετήσια ακαθάριστα έσοδά του από την πώληση αγαθών υπερέβησαν το όριο των εκατό πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Τα έσοδα της πρώτης διαχειριστικής περιόδου δεν ανάγονται σε ετήσια βάση.
17. Στο βιβλίο εσόδων - εξόδων καταχωρούνται διακεκριμένα:
α) Το είδος του δικαιολογητικού, ο αύξων αριθμός και η χρονολογία έκδοσης ή λήψης του, καθώς και το ονοματεπώνυμο ή η επωνυμία του εκδότη των στοιχείων αγορών και εξόδων.
β) Τα έσοδα από την πώληση εμπορευμάτων, προϊόντων, πρώτων και βοηθητικών υλών, υλικών συσκευασίας, από την παροχή υπηρεσίας και από λοιπές πράξεις.
γ) Οι δαπάνες για αγορά αγαθών, διακεκριμένα και ανάλογα με τον προορισμό τους για μεταπώληση ή παραγωγή προϊόντων, oι δαπάνες λήψης υπηρεσιών, τα γενικά έξοδα και λοιπές πράξεις.
δ) Η αξία αγοράς και πώλησης των παγίων στοιχείων.
ε) Ο Φ.Π.Α. που αντιστοιχεί στις πιο πάνω πράξεις.
στ) Οι αυτοπαραδόσεις αγαθών ή η ιδιοχρησιμοποίηση υπηρεσιών.
ζ) Τα έσοδα και έξοδα για λογαριασμό τρίτου που αφορούν πράξεις για τις οποίες εκδίδονται εκκαθαρίσεις των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 6 του παρόντος.
η) Οι επιστροφές και οι εκπτώσεις που γίνονται με ιδιαίτερο στοιχείο επί των πιο πάνω πράξεων, οι οποίες καταχωρούνται αφαιρετικά από τις αντίστοιχες στήλες.
Το ποσό κάθε πράξης των περιπτώσεων β', γ', δ' και στ' αναλύεται στον χρόνο ενημέρωσής, σε ιδιαίτερες στήλες του τηρούμενου βιβλίου ή σε καταστάσεις ανάλογα με τις ανάγκες του Φ.Π.Α..
18. Η καταχώρηση - ενημέρωση του βιβλίου εσόδων - εξόδων με τις πιο πάνω πράξεις γίνεται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα κάθε ημερολογιακού τριμήνου και όχι πέραν του χρόνου της εμπρόθεσμης υποβολής της περιοδικής δήλωσης Φ.Π.Α..
Στην περίπτωση που κατά την διάρκεια της χρήσης λαμβάνονται στοιχεία αγοράς αγαθών πριν από την παραλαβή τους, η ενημέρωση των βιβλίων γίνεται κατά την παραλαβή των αγαθών. Εφόσον στο τέλος της χρήσης λαμβάνονται στοιχεία αγοράς αγαθών που δεν έχουν ακόμα παραληφθεί, καταχωρούνται σχετικές εγγραφές σε ιδιαίτερες στήλες του βιβλίου εσόδων - εξόδων και τακτοποιούνται με την παραλαβή των αγαθών
Επιπλέον, μέχρι τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του οικείου οικονομικού έτους καταχωρείται ανακεφαλαιωτικά, συγκεντρωτικά και όχι ανά παραστατικό, ανάλυση των δεδομένων της παραγράφου 17 του άρθρου αυτού, ανάλογα με τις ανάγκες της φορολογίας εισοδήματος για τον προσδιορισμό του αποτελέσματος και την συμπλήρωση των φορολογικών δηλώσεων ή καταστάσεων που ορίζονται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
19. Σε ιδιαίτερο χώρο του βιβλίου εσόδων - εξόδων ή σε καταστάσεις καταχωρείται, μέχρι τον χρόνο της εμπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος για κάθε πάγιο περιουσιακό στοιχείο, η ημερομηνία και η αξία κτήσης του, το οικείο δικαιολογητικό, ο συντελεστής απόσβεσής του, οι αποσβέσεις και η αναπόσβεστη αξία.
20. Στο βιβλίο απογραφών ή σε καταστάσεις απογραφής καταχωρούνται τα εμπορεύματα, τα προϊόντα, τα ημιέτοιμα, οι Α' και Β' ύλες καθώς και τα υλικά συσκευασίας, τα οποία κατέχει ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών κατά τη λήξη της διαχειριστικής του περιόδου και βρίσκονται σε δικές του εγκαταστάσεις ή σε εγκαταστάσεις τρίτων. Η καταχώρηση αυτή γίνεται με τον τρόπο που ορίζεται με τις διατάξεις της περίπτωσης α' της υποπαραγράφου 10.2 της παραγράφου 10 του άρθρου 4. Τα πιο πάνω αναφερόμενα αγαθά που βρίσκονται σε υποκατάστημα ή σε αποθηκευτικό χώρο καταχωρούνται διακεκριμένα στο βιβλίο απογραφών της έδρας και τα δεδομένα των αγαθών αυτών δίνονται άμεσα στον έλεγχο που διενεργείται στο υποκατάστημα ή στον αποθηκευτικό χώρο.
Το βιβλίο ενημερώνεται, με την ποσοτική καταχώρηση των αποθεμάτων, μέχρι την 20η Φεβρουαρίου του επόμενου έτους, η δε αξία τίθεται μέχρι τον χρόνο της εμπρόθεσμης υποβολής, της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.
21. Τα ποσά των ακαθάριστων εσόδων και ο Φ.Π.Α που αντιστοιχεί σ' αυτά μπορεί να καταχωρούνται καθημερινά στις στήλες που αφορούν, με ένα ποσό, για κάθε ένα είδος και σειρά στοιχείων που εκδόθηκαν την ίδια ημέρα με αναγραφή του πρώτου και τελευταίου αριθμού.
Σε περίπτωση χρήσης φορολογικής ταμειακής μηχανής αναγράφεται ο αριθμός του ημερήσιου δελτίου «Ζ», όπως ορίζεται από τις εκάστοτε ισχύουσες αποφάσεις περί Τεχνικών Προδιαγραφών των φ.τ.μ.
Παρέχεται η δυνατότητα καταχώρησης των ημερήσιων δελτίων «Ζ» με μία μηνιαία συγκεντρωτική εγγραφή με βάση δελτίο μηνιαίας αναφοράς, που εκτυπώνεται από την φ.τ.μ., και στο οποίο εμφανίζονται τα αντίστοιχα αθροίσματα των επιμέρους ημερήσιων δελτίων «Ζ», με αναγραφή στο βιβλίο εσόδων - εξόδων της περιόδου που αφορά καθώς και του πρώτου και του τελευταίου αριθμού του ημερήσιου δελτίου «Ζ» του αντίστοιχου μήνα. Τα ημερήσια δελτία «Ζ» θα συνεχίσουν να εκδίδονται και να διαφυλάσσονται κατά τα οριζόμενα από τις εκάστοτε ισχύουσες αποφάσεις περί τεχνικών προδιαγραφών των φ.τ.μ. και των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 9. Στον ίδιο χρόνο διαφυλάσσονται και τα παραπάνω δελτία αναφοράς.
Τα ποσά των ακαθάριστων εσόδων και ο Φ.Π.Α που αντιστοιχεί σ' αυτά μπορεί επίσης να καταχωρούνται καθημερινά στις στήλες που αφορούν, με ένα ποσό, με την προϋπόθεση ότι θα δίνεται άμεσα στον έλεγχο όταν ζητηθεί από αυτόν κατάσταση με ανάλυση των εσόδων για κάθε ένα είδος και σειρά στοιχείων που εκδόθηκαν την ίδια ημέρα με αναγραφή του πρώτου και τελευταίου αριθμού ή του αύξοντα αριθμού του ημερήσιου δελτίου «Z» κατά περίπτωση.
Τα ποσά των εξόδων μέχρι εκατόν πενήντα (150) ευρώ έκαστο και ο Φ.Π.Α. που αντιστοιχεί σε αυτά μπορεί να καταχωρούνται καθημερινά στις στήλες που αφορούν συγκεντρωτικά με ένα ποσό, με αναγραφή και του πλήθους των αντίστοιχων δικαιολογητικών.
22. Στο υποκατάστημα, πλην των πρόσκαιρων εγκαταστάσεων, τηρείται βιβλίο εσόδων - εξόδων για τις συναλλαγές κάθε υποκαταστήματος με δυνατότητα μη τήρησής του, εφόσον οι αγορές και οι πωλήσεις κάθε υποκαταστήματος παρακολουθούνται χωριστά στο βιβλίο εσόδων - εξόδων της έδρας, από τα αντίστοιχα δεδομένα της έδρας ή άλλου υποκαταστήματος.
Όταν στο υποκατάστημα τηρείται ιδιαίτερο βιβλίο εσόδων - εξόδων τα δεδομένα του καταχωρούνται διακεκριμένα συγκεντρωτικά στο αντίστοιχο βιβλίο της έδρας μέχρι την προθεσμία ενημέρωσής του.
23. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών της παραγράφου αυτής, ανεξάρτητα από την κατηγορία των βιβλίων που τηρεί, εκμεταλλευτής χώρου διαμονής ή φιλοξενίας, εκπαιδευτηρίου, κλινικής ή θεραπευτηρίου, κέντρων αισθητικής, γυμναστηρίων, χώρου στάθμευσης, καθώς και οι γιατροί και οδοντίατροι, παρέχουν ασφαλείς πληροφορίες για τις συναλλαγές τους μέχρι την έκδοση του στοιχείου, για το οποίο έχουν υποχρέωση, όπου και αναγράφονται τα στοιχεία του πελάτη. Η διασφάλιση των πληροφοριών αυτών γίνεται είτε με την καταχώριση χειρόγραφα σε θεωρημένα έντυπα ή, επί μηχανογραφικής τήρησης, με τη χρήση ειδικών ασφαλών διατάξεων σήμανσης του νόμου 1809/1988 (Α' 222). Η παρούσα παράγραφος παύει να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2014.

Άρθρο 5
Δελτίο Αποστολής

1. Δελτίο αποστολής εκδίδεται από τον υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών:
α) σε κάθε περίπτωση χονδρικής πώλησης ή παράδοσης ή διακίνησης αγαθών προς οποιονδήποτε και για οποιοδήποτε σκοπό, εφόσον δεν εκδόθηκε συνενωμένο δελτίο αποστολής με φορολογικό στοιχείο αξίας,
β) σε κάθε περίπτωση παραλαβής από αυτόν αγαθών για διακίνηση, από μη υπόχρεο σε έκδοση δελτίου ή από αρνούμενο την έκδοσή του,
γ) επί διακίνησης αγαθών μεταξύ των επαγγελματικών εγκαταστάσεών του.
δ) επί ποσοτικής παραλαβής σε επαγγελματική του εγκατάσταση, χωρίς στοιχείο διακίνησης, εμπορεύσιμων ή πάγιων αγαθών από οποιονδήποτε τρίτο για αγορά, πώληση, απλή διαμεσολάβηση προς πώληση, αποθήκευση, φύλαξη, χρήση καθώς και για επεξεργασία στην περίπτωση που ο αποστολέας είναι υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών ή αγρότης του ειδικού καθεστώτος. Όταν κατά την παραλαβή των αγαθών εκδίδεται άμεσα τιμολόγιο αγοράς δεν απαιτείται να εκδίδεται δελτίο αποστολής.
2. Δελτίο αποστολής εκδίδεται και από τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3, σε περίπτωση αποστολής αγαθών σε υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών, λόγω πώλησης ή για να πωληθούν για λογαριασμό τους.
3. Δελτίο αποστολής εκδίδεται και από τους αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., εφόσον διακινούν οπωρολαχανικά, νωπά αλιεύματα, άνθη και φυτά για πώληση απευθείας ή μέσω τρίτων, για επεξεργασία ή συσκευασία, ανεξάρτητα από το χρησιμοποιούμενο μεταφορικό μέσο. Για τα λοιπά αγροτικά προϊόντα εκδίδουν δελτία αποστολής μόνον, όταν τα διακινούν με δημόσιας χρήσης μεταφορικά μέσα και για τις αιτίες που προαναφέρονται.
4. Συγκεντρωτικό δελτίο αποστολής εκδίδεται σε περίπτωση μεταφοράς και διανομής αγαθών, που η ποσότητά τους καθορίζεται από τον παραλήπτη, κατά την παραλαβή τους. Στη περίπτωση που χρησιμοποιούνται οχήματα ιδιωτικής χρήσης για τη διακίνηση κάθε είδους αγαθών, αντί της έκδοσης Συγκεντρωτικού Δελτίου Αποστολής δύναται να τηρείται θεωρημένο βιβλίο κινητής αποθήκης, ξεχωριστά σε κάθε όχημα, στο οποίο καταχωρούνται εντός δεκαπέντε (15) ημερών, τα δελτία αποστολής εφοδιασμού του οχήματος με αγαθά και τα εκδιδόμενα παραστατικά για τη διάθεση αυτών, τα οποία φυλάσσονται επί του οχήματος μέχρι την ενημέρωση του βιβλίου αυτού.
Κατά την παράδοση των αγαθών εκδίδεται, κατά παραλήπτη, δελτίο αποστολής ή συνενωμένο δελτίο αποστολής με φορολογικό στοιχείο αξίας ή απόδειξη λιανικής πώλησης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για υπόχρεο τήρησης βιβλίων. Στο στοιχείο που εκδίδεται, κατά περίπτωση, αναγράφεται και το είδος και η ποσότητα των αγαθών, με εξαίρεση τις αποδείξεις που εκδίδονται από φορολογική ταμειακή μηχανή και εφόσον δεν τηρείται ο λογαριασμός 94 του Ε.Γ.Λ.Σ., καθώς και η ακριβής ώρα παράδοσής τους. Με την επιστροφή στην επιχείρηση αναγράφεται στο πρωτότυπο του συγκεντρωτικού δελτίου αποστολής η ποσότητα των αγαθών που επιστρέφονται ή εκδίδεται δελτίο αποστολής, στο οποίο αναγράφονται το είδος και η ποσότητα των επιστρεφόμενων αγαθών καθώς και ο αύξων αριθμός του συγκεντρωτικού δελτίου αποστολής.
Το συγκεντρωτικό δελτίο αποστολής αυτής της παραγράφου, κατάλληλα γραμμογραφημένο σε στήλες, μπορεί να εκδίδεται την πρώτη ημέρα της διακίνησης των αγαθών, ανεξαρτήτως απόστασης, εφόσον, κάθε ημέρα και μέχρι τριάντα (30) ημέρες πριν από την εκκίνηση του μεταφορικού μέσου αναγράφονται σε ιδιαίτερη στήλη τα υπόλοιπα των ποσοτήτων κάθε είδους αγαθών που διακινούνται την ημέρα αυτή.
5. Στο δελτίο αποστολής αναγράφονται:
α) Τα στοιχεία του αποστολέα και παραλήπτη, όπως ορίζονται από τις διατάξεις της παραγράφου 10 του άρθρου 6. Όταν τα αγαθά αποστέλλονται σε ιδιώτη αναγράφεται μόνο το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνσή του. Στο συγκεντρωτικό δελτίο αποστολής, ως παραλήπτης, αναγράφεται η λέξη «Διάφοροι».
β) Η ακριβής ώρα παράδοσης ή έναρξης της αποστολής, που σημειώνεται τουλάχιστον στο πρώτο αντίτυπο, με τετραψήφιο αριθμό.
γ) Ο αριθμός κυκλοφορίας του πρώτου χρησιμοποιούμενου, κατά τη μεταφορά των αγαθών, φορτηγού αυτοκινήτου δημόσιας ή ιδιωτικής χρήσης ή το όνομα του πλωτού μέσου επί θαλάσσιων μεταφορών.
δ) Ο τόπος από τον οποίο τα αγαθά αποστέλλονται, καθώς και ο τόπος προορισμού, όταν δε συμπίπτει με τη διεύθυνση του καταστήματος ή του υποκαταστήματος του αποστολέα και του καταστήματος του παραλήπτη, κατά περίπτωση.
ε) Η ημερομηνία έκδοσης αυτού. Σε περίπτωση που το δελτίο αποστολής εκδίδεται για τη διακίνηση αγαθών με ενδιάμεσο σταθμό, αναγράφεται σε αυτό εκτός από την ημερομηνία και ώρα διακίνησής τους μέχρι τον ενδιάμεσο αυτό σταθμό και η ημερομηνία και η ώρα της κυρίως διακίνησής τους από τον σταθμό αυτό μέχρι το τελικό σημείο προορισμού τους.
στ) Ο σκοπός της διακίνησης.
ζ) Το είδος, η μονάδα μέτρησης, η ποσότητα κάθε είδους, το άθροισμα των ποσοτήτων των ειδών, αριθμητικώς και ολογράφως, ανεξάρτητα αν για τον προσδιορισμό της ποσότητας κάθε είδους χρησιμοποιήθηκε η ίδια ή διαφορετική μονάδα μέτρησης. Δεν υπάρχει υποχρέωση αναγραφής του αθροίσματος των ποσοτήτων αριθμητικώς και ολογράφως όταν το δελτίο αποστολής εκδίδεται με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή (Η/Υ).
η) Επί αποστολής αγαθών εκτός της χώρας με σκοπό την αποθήκευση και εν συνεχεία την πώληση, αναγράφεται και η αξία των αγαθών που αποστέλλονται.
θ) Ο αριθμός του τιμολογίου αγοράς ή πώλησης ηρτημένων καρπών.
6. Τα αγαθά που αποστέλλονται ή παραλαμβάνονται, συνοδεύονται κατά τη διακίνησή τους με το πρώτο αντίτυπο του δελτίου αποστολής, που παραδίδεται στον παραλήπτη τους. Όταν για τη διακίνηση αγαθών, εκδίδεται δελτίο αποστολής δεν επιτρέπεται στη συνέχεια για την ίδια συναλλαγή η έκδοση συνενωμένου δελτίου αποστολής με φορολογικό στοιχείο αξίας και αντίστροφα. Το στοιχείο αυτό συνοδεύει τα αγαθά σε όλη τη διαδρομή και παραδίδεται στον παραλήπτη τους.
Επί μεταφοράς αγαθών με μεταφορικά μέσα δημόσιας χρήσης, ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών ή τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 και οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.ΠΑ. παραδίδουν στο μεταφορέα ή το μεταφορικό γραφείο τα στοιχεία του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, που συνοδεύουν τα αγαθά μέχρι την παράδοσή τους στον παραλήπτη.
Επί αποστολής αγαθών από πρόσωπο μη υπόχρεο στην έκδοση των στοιχείων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, το πρόσωπο αυτό παραδίδει στο μεταφορέα ή το μεταφορικό γραφείο ενυπόγραφη δήλωση μεταφοράς, στην οποία αναγράφεται το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνσή του, καθώς και τα αντίστοιχα στοιχεία του παραλήπτη, ο τόπος προορισμού και συνοπτική περιγραφή των ειδών.
7. Το δελτίο αποστολής, σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής από τον τόπο έναρξης της διακίνησης μέχρι τον τόπο παράδοσης ή προορισμού, συνοδεύει τα διακινούμενα αγαθά και επιδεικνύεται άμεσα στο φορολογικό έλεγχο.
Η επικαιρότητα του δελτίου αποστολής, εξαρτάται από την απόσταση, τον τρόπο της μεταφοράς, το είδος των χρησιμοποιούμενων μεταφορικών μέσων και τις ειδικότερες συνθήκες της μεταφοράς.
Το βάρος της απόδειξης της χρονικής διάρκειας των δελτίων αποστολής φέρει ο υπόχρεος σε έκδοσή τους, ο οποίος μπορεί να αναγράφει στα δελτία αποστολής, γεγονότα ή καταστάσεις, που δικαιολογούν τη χρονική διάρκεια αυτών.
8. Κατ' εξαίρεση δεν απαιτείται η έκδοση δελτίου αποστολής στις εξής περιπτώσεις:
α) Διακινήσεις ειδών που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό αυτών ως αγαθών, υπό την έννοια ότι πρόκειται για ενσώματα είδη που δεν εμπεριέχονται σ' αυτά δικαιώματα ή δεν έχουν εμπορευματική αξία για τον αποστολέα, τον παραλήπτη ή άλλον τρίτο και δεν προκύπτει από τη διάθεση αυτών, αυτούσιων ή μη, έσοδο.
β) Διακινήσεις ανταλλακτικών παγίων από τον υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών μεταξύ των εγκαταστάσεών του, εφόσον δεν αποτελούν γι' αυτόν αντικείμενο εμπορίας και προορίζονται αποκλειστικά για την αποκατάσταση βλαβών στις εγκαταστάσεις του και οι διακινήσεις αυτές διενεργούνται με μεταφορικά μέσα ιδιωτικής χρήσης κυριότητάς του ή μισθωμένα δημόσιας χρήσης.
γ) Μεταφοράς, με μεταφορικά μέσα ιδιωτικής χρήσης ή μισθωμένα δημόσιας χρήσης: γα) αυτούσιων λατομικών προϊόντων (άμμου, σκύρων κ.λπ.) από κατασκευαστικές επιχειρήσεις, που παράγονται από τις ίδιες επιχειρήσεις για τα έργα που εκτελούνται από αυτές, γβ) μεταλλεύματος, από εργοτάξιο σε εργοτάξιο και από εργοτάξιο σε χώρους αποθήκευσης, επεξεργασίας και εκφόρτωσης, κατά περίπτωση, που ενεργούνται από μεταλλευτικές επιχειρήσεις και γγ) πέτρας, χαλικιού, αργιλοπετρώματος και αργιλοχώματος, από επιχειρήσεις παραγωγής αδρανών υλικών, ασβέστη και τσιμέντου, από τους χώρους περισυλλογής ή εξόρυξης στους χώρους επεξεργασίας.
δ) Διακίνηση αγαθών που αναφέρονται στις διατάξεις της περίπτωσης β' της παραγράφου 16 του άρθρου 6, τα οποία διατίθενται μέσω δικτύου με συνεχή ροή.

Άρθρο 6
Τιμολόγηση Συναλλαγών

1. Για την πώληση αγαθών για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτου και την παροχή υπηρεσιών από υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών σε άλλο υπόχρεο, σε πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 ή σε αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α. ή σε πρόσωπα εκτός της χώρας, για την άσκηση του επαγγέλματός τους ή την εκτέλεση του σκοπού τους, κατά περίπτωση, εκδίδεται τιμολόγιο, τουλάχιστον διπλότυπο.
Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών οφείλει να εξασφαλίζει την έκδοση τιμολογίου από τον ίδιο σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, καθώς επίσης εξ ονόματός του και για λογαριασμό του από τον πελάτη του ή από τρίτον, για τις παραδόσεις αγαθών ή παροχή υπηρεσιών που πραγματοποιούνται από αυτόν, είτε στο εσωτερικό της χώρας, είτε σε άλλα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε σε τρίτη χώρα.
2. Για τις χονδρικές πωλήσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών, που επαναλαμβάνονται κάθε ημέρα ή και κατά αραιότερα χρονικά διαστήματα μέσα στον ίδιο μήνα, προς τον ίδιο υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών ή πρόσωπο της παραγράφου 1 του άρθρου 3 ή σε αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., ο πωλητής μπορεί, αντί της έκδοσης τιμολογίου για κάθε πώληση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών, να τηρεί κατάσταση κατά αγοραστή - πελάτη, στην οποία καταχωρείται για κάθε πώληση αγαθών ή για κάθε παροχή υπηρεσιών η ημερομηνία παράδοσης των αγαθών ή παροχής των υπηρεσιών, το είδος, η ποσότητα και η αξία των αγαθών ή το είδος των υπηρεσιών και το ποσό της αμοιβής που συμφωνήθηκε. Με βάση τα δεδομένα της κατάστασης αυτής εκδίδεται το τιμολόγιο την τελευταία ημέρα του μήνα εκείνου που αφορά, στο οποίο δεν απαιτείται αναλυτική περιγραφή, εφόσον η πιο πάνω κατάσταση συντάσσεται σε δύο αντίτυπα, ένα των οποίων επισυνάπτεται στο τιμολόγιο. Η κατάσταση αυτή δεν απαιτείται όταν το τιμολόγιο που εκδίδεται περιέχει αναλυτικά όλα τα δεδομένα που απαιτούνται από τις κατ' ιδίαν διατάξεις.
3. Επίσης, ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών εκδίδει τιμολόγιο όταν εισπράττει επιδοτήσεις, οικονομικές ενισχύσεις, αποζημιώσεις, επιστροφές τόκων, εισφορές και άλλα ανόργανα έσοδα. Για την υποχρέωση έκδοσης τιμολογίου, ως είσπραξη θεωρείται και η πίστωση του λογαριασμού του δικαιούχου, εφόσον αυτός εγγράφως έλαβε γνώση της πίστωσης αυτής.
4. Τιμολόγιο εκδίδεται και από τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 για τις πωλήσεις αγαθών ή τις παροχές υπηρεσιών, που πραγματοποιούν σε υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών ή σε πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 ή αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α..
5. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών και τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 εκδίδουν τιμολόγιο για τα αγαθά που αγοράζουν από πρόσωπα που δεν έχουν υποχρέωση για έκδοση τιμολογίου κατά την πώληση αγαθών. Στην περίπτωση άρνησης από υπόχρεο έκδοσης τιμολογίου ή έκδοσης ανακριβούς τιμολογίου το γεγονός γνωστοποιείται άμεσα από τον αγοραστή των αγαθών ή τον λήπτη των υπηρεσιών στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. του αντισυμβαλλόμενου σε Κεντρικές Υποδομές.
6. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών και τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 όταν αγοράζουν αγροτικά προϊόντα από αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α. εκδίδουν τιμολόγιο.
Για το χρόνο έκδοσης του τιμολογίου του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν αναλόγως τα οριζόμενα, για την πώληση αγαθών, στις διατάξεις των παραγράφων 14 και 15 του άρθρου αυτού, για δε τις επαναλαμβανόμενες αγορές τα οριζόμενα στην παραπάνω παράγραφο 2.
7. Τα αγαθά που παραλαμβάνονται από τρίτο προς πώληση ή προς επεξεργασία για λογαριασμό του καταχωρούνται, κατ' είδος και ποσότητα σε διπλότυπη κατάσταση κατά εντολέα. Στην ίδια κατάσταση καταχωρούνται κατ' είδος, ποσότητα και αξία τα αγαθά που πωλούνται ή παραδίδονται μετά την επεξεργασία, οι δαπάνες που πραγματοποιούνται για λογαριασμό του τρίτου, ο Φ.Π.Α. και κάθε άλλο στοιχείο απαραίτητο για την εκκαθάριση. Την τελευταία ημέρα κάθε μήνα εκδίδεται εκκαθάριση κατά εντολέα, στην οποία αναγράφονται τα πλήρη στοιχεία του εντολέα, η συνολική αξία των πωλήσεων ή της αμοιβής κατά συντελεστή Φ.Π.Α., το ποσό του Φ.Π.Α., η προμήθεια που αναλογεί, ο Φ.Π.Α. της προμήθειας, καθώς και οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν για λογαριασμό του εντολέα. Η εκκαθάριση με το ένα αντίτυπο της κατάστασης και τα δικαιολογητικά των δαπανών, που εκδόθηκαν στο όνομα του εντολέα και αναγράφονται αναλυτικά στην κατάσταση, αποστέλλονται στον εντολέα μέχρι τη δεκάτη πέμπτη (15η) ημέρα του μήνα της εκκαθάρισης και προκειμένου για τον τελευταίο μήνα της διαχειριστικής περιόδου μέχρι την εικοστή (20ή) ημέρα του επόμενου μήνα. Η εκκαθάριση και η κατάσταση, ως προς τον εντολέα, υποκαθιστούν τα στοιχεία πώλησης αυτού.
Η πιο πάνω κατάσταση μπορεί να μη συντάσσεται εάν τα στοιχεία της αναγράφονται στην εκκαθάριση.
8. Οι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται ανάλογα και επί αγοράς αγαθών ή λήψης υπηρεσιών για λογαριασμό τρίτου.
Επί αγοράς αγαθών ή λήψης υπηρεσιών από πρόσωπο που δεν έχει υποχρέωση έκδοσης τιμολογίου αυτό εκδίδεται από τον αντιπρόσωπο. Στην περίπτωση αυτή στο τιμολόγιο αναγράφεται και το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση του εντολέα, διαφορετικά η αγορά θεωρείται, κατ' αμάχητο τεκμήριο, ότι έγινε για λογαριασμό του αντιπροσώπου.
Στις περιπτώσεις χορήγησης αμοιβών (προμηθειών), που απαλλάσσονται από το Φ.Π.Α., σε υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών, δύναται ο λήπτης των υπηρεσιών, υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών, να εκδίδει εκκαθάριση έως το τέλος του δεύτερου μήνα από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου των συμβαλλομένων με την προϋπόθεση, ότι αφορά το σύνολο των περιπτώσεων στην ίδια διαχειριστική περίοδο.
9. Στο τιμολόγιο αναγράφονται η ημερομηνία έκδοσης αυτού, τα πλήρη στοιχεία των συμβαλλομένων, η ημερομηνία και τα στοιχεία της συναλλαγής, καθώς και ο αύξων αριθμός ή οι αριθμοί των δελτίων αποστολής που εκδόθηκαν για τη διακίνηση ή την παραλαβή των αγαθών που αφορά το τιμολόγιο.
Ακόμη, στο τιμολόγιο αναγράφονται υποχρεωτικά και οι ακόλουθες ενδείξεις:
α) Όταν η πράξη απαλλάσσεται από το Φ.Π.Α., η αντίστοιχη εθνική διάταξη ή διάταξη της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ σύμφωνα με την οποία η παράδοση αγαθών ή η παροχή υπηρεσιών απαλλάσσεται από το φόρο αυτό.
β) Επί ενδοκοινοτικής παράδοσης ενός καινούργιου μεταφορικού μέσου, τα στοιχεία που απαριθμούνται στην παράγραφο 4 του άρθρου 11 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν 2859/2000, Α' 248).
γ) Όταν εφαρμόζεται το καθεστώς του περιθωρίου κέρδους των πρακτορείων ταξιδιών, η αναφορά «Καθεστώς περιθωρίου – Ταξιδιωτικά πρακτορεία».
δ) Όταν ο υπόχρεος στο Φ.Π.Α. είναι φορολογικός αντιπρόσωπος κατά την έννοια του άρθρου 35 του Κώδικα Φ.Π.Α., τα πλήρη στοιχεία του προσώπου αυτού, καθώς και ο Α.Φ.Μ. του.
ε) Όταν ο λήπτης είναι υπόχρεος καταβολής του φόρου, η αναφορά «Αντίστροφη επιβάρυνση».
στ) Όταν εφαρμόζεται ένα από τα ειδικά καθεστώτα που ισχύουν στον τομέα των μεταχειρισμένων αγαθών και αντικειμένων καλλιτεχνικής, συλλεκτικής και αρχαιολογικής αξίας, η αναφορά «Καθεστώς περιθωρίου – Μεταχειρισμένα αγαθά», «Καθεστώς περιθωρίου – Έργα τέχνης» ή «Καθεστώς περιθωρίου – Αντικείμενα συλλεκτικής και αρχαιολογικής αξίας» αντιστοίχως.
10. Ως πλήρη στοιχεία των συμβαλλομένων νοούνται το ονοματεπώνυμο ή η επωνυμία, η διεύθυνση και ο Α.Φ.Μ.. Για το Δημόσιο και τα εξομοιούμενα με αυτό πρόσωπα, καθώς και για τους διεθνείς οργανισμούς και τις ξένες αποστολές, αναγράφεται τουλάχιστον η επωνυμία και η διεύθυνση, καθώς και ο Α.Φ.Μ..
11. Ως πλήρη στοιχεία της συναλλαγής νοούνται το είδος των αγαθών, η ποσότητα, η μονάδα μέτρησης, η τιμή μονάδας και η αξία ή το είδος των υπηρεσιών και η αμοιβή, η οποία, όπου συντρέχει περίπτωση, αναλύεται κατά συντελεστή Φ.Π.Α. ή απαλλαγή από το Φ.Π.Α. Οι παρεχόμενες εκπτώσεις αναγράφονται κατά τις ίδιες διακρίσεις. Στο καθαρό ποσό περιλαμβάνονται οι κατά το χρόνο της συναλλαγής συναλλακτικές και ειδικές φορολογικές επιβαρύνσεις και προστίθεται ο Φ.Π.Α. που αναλογεί. Ακόμη αναγράφεται το συνολικό ποσό της αξίας της συναλλαγής ή της αμοιβής. Επί αγοράς ηρτημένων καρπών ορισμένου κτήματος στο τιμολόγιο αναγράφεται ως ποσότητα αυτή που υπολογίζεται να αποληφθεί.
Επί παροχής πολλαπλών συναφών υπηρεσιών ως είδος μπορεί να αναγράφεται συνοπτική περιγραφή τούτων, εφόσον γίνεται παραπομπή στην οικεία σύμβαση.
Ειδικά επί παροχής ιατρικών υπηρεσιών το είδος αυτών αναγράφεται κατά γενική κατηγορία.
12. Στο τιμολόγιο που εκδίδει ο αντιπρόσωπος οίκου εξωτερικού, εκτός από τα στοιχεία του, τα στοιχεία του αντισυμβαλλόμενου οίκου εξωτερικού και τα στοιχεία της συναλλαγής, όπως αυτά αναφέρονται στις παραγράφους 9, 10 και 11 του άρθρου αυτού αναγράφει τον αριθμό του τιμολογίου ή της παραγγελίας, στα οποία αναφέρεται η προμήθεια. Επίσης, εκδίδει τιμολόγιο με το ίδιο περιεχόμενο και στις περιπτώσεις που παίρνει προμήθεια και από τον παραγγελέα ή μόνο από αυτόν.
13. Για τις επιστροφές και τις εκπτώσεις ή άλλες διαφορές, εκτός του Φ.Π.Α., οι οποίες αναφέρονται σε προηγούμενες συναλλαγές, εκδίδεται πιστωτικό τιμολόγιο από τον εκδότη του τιμολογίου ή άλλου στοιχείου που εκδόθηκε αντί τιμολογίου, στο οποίο αναγράφονται, εκτός των στοιχείων των συμβαλλομένων, το είδος, η ποσότητα, η μονάδα μέτρησης, η τιμή και η αξία κατά συντελεστή Φ.Π.Α. των επιστρεφομένων αγαθών, το ποσό των εκπτώσεων και των τυχόν διαφορών, ο αύξων αριθμός ή οι αριθμοί των στοιχείων της συναλλαγής που αφορά η επιστροφή ή η παρεχόμενη έκπτωση, καθώς και ο Φ.Π.Α. Επί εκπτώσεων που υπολογίζονται με βάση τις πωλήσεις δεν απαιτείται η αναγραφή των πιο πάνω αριθμών. Πιστωτικό τιμολόγιο για το Φ.Π.Α. εκδίδεται μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπεται αυτό ρητά από σχετικές διατάξεις.
14. Το τιμολόγιο εκδίδεται κατά την παράδοση ή την έναρξη της αποστολής των αγαθών στον παραλήπτη, κατά περίπτωση. Κατ' εξαίρεση, όταν για τη διακίνηση έχει εκδοθεί δελτίο αποστολής, το τιμολόγιο εκδίδεται το αργότερο σε ένα (1) μήνα από την παράδοση ή αποστολή των αγαθών στον αγοραστή και πάντως μέσα στην ίδια διαχειριστική περίοδο των συμβαλλομένων. Στις προαναφερόμενες περιπτώσεις έκδοσης του τιμολογίου σε χρόνο μεταγενέστερο της παράδοσης ή αποστολής των αγαθών, όταν αυτές αφορούν ενδοκοινοτικές αποστολές ή παραδόσεις αγαθών, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 28 του Ν. 2859/2000, το τιμολόγιο εκδίδεται το αργότερο μέχρι τη 15η του επόμενου μήνα της παράδοσης ή αποστολής αγαθών και πάντως μέσα στην ίδια διαχειριστική περίοδο των συμβαλλομένων. Το τιμολόγιο αγοράς ηρτημένων καρπών εκδίδεται κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης. Επί επιστροφής αγαθών το πιστωτικό τιμολόγιο εκδίδεται το αργότερο σε ένα (1) μήνα από το χρόνο της παραλαβής τους και πάντως μέσα στην ίδια διαχειριστική περίοδο που παραλήφθηκαν τα αγαθά. Στην περίπτωση παροχής υπηρεσίας το τιμολόγιο εκδίδεται με την ολοκλήρωση της παροχής. Όταν η παροχή υπηρεσίας διαρκεί, εκδίδεται τιμολόγιο κατά το χρόνο που καθίσταται απαιτητό μέρος της αμοιβής, για το μέρος αυτό και την υπηρεσία που παρασχέθηκε. Πάντως, το τιμολόγιο δεν μπορεί να εκδοθεί πέραν της διαχειριστικής περιόδου που παρασχέθηκε η υπηρεσία. Στην περίπτωση εκτέλεσης τεχνικών έργων ή εγκαταστάσεων, το τιμολόγιο εκδίδεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την προσωρινή επιμέτρηση και πάντως μέσα στην ίδια φορολογική περίοδο που πραγματοποιήθηκε η επιμέτρηση. Ειδικά σε περίπτωση παροχής σε πελάτη δικαιώματος λήψης υπηρεσιών, για συγκεκριμένο ή μη χρονικό διάστημα, έναντι προκαθορισμένης αμοιβής, ανεξάρτητα αν αυτή αφορά συγκεκριμένο ή μη πλήθος υπηρεσιών, το τιμολόγιο εκδίδεται κατά το χρόνο που η αμοιβή είναι απαιτητή και ο πελάτης αποκτά το σχετικό δικαίωμα λήψης των υπηρεσιών και πάντως μέσα στην ίδια διαχειριστική περίοδο των συμβαλλομένων.
15. Εάν ο αγοραστής των αγαθών ή υπηρεσιών είναι πρόσωπο της παραγράφου 1 του άρθρου 3, το τιμολόγιο μπορεί να εκδοθεί μέχρι το τέλος της διαχειριστικής περιόδου μέσα στην οποία έγινε η παράδοση ή η αποστολή των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών ή η πιστοποίηση δημόσιων έργων ή η οριστικοποίηση από τις αρμόδιες αρχές της πώλησης συγγραμμάτων.
Όλα τα φορολογικά στοιχεία του παρόντος άρθρου, τα οποία εκδίδονται στο τέλος της διαχειριστικής περιόδου, επιτρέπεται να εκδίδονται μέχρι την εικοστή ημέρα του επόμενου μήνα με ημερομηνία έκδοσης την τελευταία ημέρα της διαχειριστικής περιόδου, εφόσον παραδίδονται μέχρι την ημέρα αυτή, σε αυτόν που αφορούν.
Ειδικά, όλα τα φορολογικά στοιχεία του παρόντος άρθρου που εκδίδονται στο τέλος κάθε μήνα, επιτρέπεται να εκδίδονται μέχρι τη δέκατη πέμπτη (15η) ημέρα του επόμενου μήνα με ημερομηνία έκδοσης την τελευταία ημέρα του προηγούμενου μήνα, με εξαίρεση τα τιμολόγια που εκδίδονται στο χρόνο που προβλέπεται από τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου 14, τα οποία επιτρέπεται να εκδίδονται εντός του επόμενου δεκαπενθημέρου από τον προβλεπόμενο αυτόν χρόνο και με ημερομηνία έκδοσης αυτή της συμπλήρωσης ενός μήνα από την παράδοση ή την αποστολή των αγαθών στον αγοραστή.
16. Εξομοιώνονται με τιμολόγια:
α) Τα συντασσόμενα συμβόλαια μεταβίβασης στις πωλήσεις ακινήτων, βιομηχανοστασίων, πλοίων, αυτοκινήτων, αεροσκαφών και λοιπών μηχανημάτων, καθώς και λοιπά συντασσόμενα έγγραφα στις πωλήσεις μετοχών, παραγώγων, ομολογιών, ομολόγων, εντόκων γραμματίων και λοιπών συναφών που περιλαμβάνουν τα στοιχεία των τιμολογίων,
β) Λοιπά στοιχεία που εκδίδονται για πωλήσεις φυσικού αερίου μέσω δικτύου, ύδατος μη ιαματικού, αεριόφωτος, ηλεκτρικού ρεύματος, θερμικής ενέργειας ή παροχής τηλεπικοινωνιακών, ταχυδρομικών, τραπεζικών, χρηματιστηριακών, χρηματοδοτικών εργασιών, καθώς και στις περιπτώσεις είσπραξης ανταποδοτικών τελών και λοιπών συναφών δικαιωμάτων από το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α., δημοτικές επιχειρήσεις και επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, εφόσον περιλαμβάνουν τα στοιχεία του τιμολογίου και αντίτυπο αυτών παραδίδεται στον πελάτη.
γ) Η απόδειξη λιανικής, στην οποία αναγράφεται γενική περιγραφή του είδους των αγαθών ή υπηρεσιών ή η γενική περιγραφή του είδους που προκύπτει από το αντικείμενο εργασιών που εμφανίζεται στα στοιχεία του εκδότη υπό την προϋπόθεση της αποδοχής του στοιχείου αυτού από τον αντισυμβαλλόμενο για τις περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών καθώς και τις πωλήσεις μη εμπορεύσιμων αγαθών για τον αγοραστή υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών ή τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 ή αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., αξίας κάθε συναλλαγής μέχρι εκατό (100) ευρώ.
17. Τα πρόσωπα που εκδίδουν τιμολόγιο εξ ονόματος και για λογαριασμό του υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών μπορεί να είναι εγκατεστημένα στην Ελλάδα, σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε τρίτη χώρα, με τους ακόλουθους όρους και προϋποθέσεις:
α) Τα πρόσωπα αυτά να είναι υποκείμενα στο φόρο στη χώρα εγκατάστασής τους. Ειδικά, όταν τα πρόσωπα αυτά είναι εγκατεστημένα σε χώρα με την οποία δεν υφίσταται νομική πράξη για την αμοιβαία συνδρομή ανάλογης εμβέλειας με την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 1402/1983 (Α' 167), του ν. 1914/1990 (Α' 178) και τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1798/2003 του Συμβουλίου της 7ης Οκτωβρίου 2003 (Επίσημη Εφημερίδα L 264/2003, σελ. 1-11) θα πρέπει να αποδεικνύεται η άσκηση δραστηριότητας από τα πρόσωπα αυτά στη χώρα εγκατάστασής τους από επίσημο έγγραφο της οικείας φορολογικής αρχής.
β) Να υπάρχει προηγούμενη συμφωνία, πριν την έκδοση του πρώτου τιμολογίου, μεταξύ τους που αποδεικνύεται με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο και από την οποία να προκύπτουν, μεταξύ άλλων, η ακριβής διεύθυνση της εγκατάστασης από την οποία θα εκδίδονται τα τιμολόγια, η ρητή αποδοχή της συγκεκριμένης διαδικασίας, που καθορίζεται με το άρθρο αυτό, οι όροι της τιμολόγησης, καθώς και οι διαδικασίες αποδοχής του κάθε τιμολογίου από τον υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών.
Ειδικά, στην περίπτωση έκδοσης τιμολογίων από τον πελάτη ή τον τρίτο που είναι εγκατεστημένος σε χώρα με την οποία δεν υφίσταται νομική πράξη για την αμοιβαία συνδρομή με την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 1402/1983, του ν. 1914/ 1990 και τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1798/2003 του Συμβουλίου της 7ης Οκτωβρίου 2003, η ανωτέρω συμφωνία απαιτείται να έχει καταρτισθεί εγγράφως, η οποία να έχει κατατεθεί πριν την έκδοση του πρώτου τιμολογίου στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. του υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών για λογαριασμό του οποίου ο πελάτης ή ο τρίτος εκδίδει τιμολόγια.
γ) Τα εκδιδόμενα τιμολόγια από τον πελάτη του υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών ή τον τρίτο πρέπει να φέρουν τα πλήρη στοιχεία του πελάτη ή του τρίτου, καθώς και του υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών για λογαριασμό του οποίου εκδίδονται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του παρόντος νόμου διακριτά και με σαφή αναφορά στην ιδιότητα εκάστου. Ο πελάτης ανεξάρτητα του τόπου εγκατάστασής του εκδίδει το τιμολόγιο στο όνομα και για λογαριασμό του υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών με την ένδειξη «αυτοτιμολόγηση».
δ) Για τα τιμολόγια που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου αυτού.
18. Ως στοιχεία που επέχουν θέση τιμολογίου γίνονται δεκτά όλα τα έγγραφα ή μηνύματα σε χαρτί ή με ηλεκτρονική μορφή, τα οποία πληρούν τους όρους που καθορίζονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Άρθρο 7
Αποδείξεις Λιανικών Συναλλαγών

1. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών εκδίδει απόδειξη λιανικής, τουλάχιστον διπλότυπη, για κάθε πώληση αγαθού, για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτου, ή παροχή υπηρεσίας προς φυσικό πρόσωπο, για την ικανοποίηση ατομικών ή οικογενειακών αναγκών ή προς τα μέλη προμηθευτικού συνεταιρισμού με βάση διατακτικές του ή αλλαγή λιανικώς πωληθέντος αγαθού.
2. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών εκδίδει απόδειξη επιστροφής στις εξής περιπτώσεις:
α) Στην επιστροφή λιανικώς πωληθέντος αγαθού, στην οποία αναγράφεται το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση του πελάτη, εφόσον επιστρέφεται ποσό άνω των τριάντα (30) ευρώ.
β) Στην έκπτωση, μετά την έκδοση της απόδειξης λιανικής, που αφορά διαρκή καταναλωτικά αγαθά, των οποίων η αρχική τιμή είχε επιβαρυνθεί λόγω διακανονισμού, ή αγαθά που διαπιστώνεται εκ των υστέρων ελάττωμα, στην οποία αναγράφεται το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση του πελάτη, το είδος και η ποσότητα, καθώς και ο αύξων αριθμός της σχετικής απόδειξης.
3. Στην απόδειξη λιανικής ή επιστροφής αναγράφεται και η αξία της πώλησης ή το ποσό της αμοιβής ή επιστροφής ή έκπτωσης, κατά συντελεστή Φ.Π.Α.. Το ποσό της αμοιβής αναγράφεται και ολογράφως όταν η απόδειξη εκδίδεται χειρόγραφη. Επί παροχής υπηρεσιών από ασκούντες ελευθέριο επάγγελμα και υπόχρεους τήρησης πληροφοριών της παραγράφου 23 του άρθρου 4 χωρίς αμοιβή, στην απόδειξη λιανικής αναγράφεται η ένδειξη «δωρεάν», εφόσον δεν εκδίδεται στοιχείο αυτοπαράδοσης.
Σε περίπτωση αλλαγής λιανικώς πωληθέντος αγαθού αναγράφεται χωριστά τουλάχιστον η αξία του αγαθού που παραδίδεται στον πελάτη, η αξία του αγαθού που επιστρέφεται και η τυχόν διαφορά και εφόσον επιστρέφεται ποσό άνω των τριάντα (30) ευρώ το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση του πελάτη.
Οι ασκούντες ελευθέριο επάγγελμα, αναγράφουν και το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του πελάτη.
Οι εκμεταλλευτές γεωργικών μηχανημάτων ή ελαιουργείου ή αλευρόμυλου ή εργοστασίου αποφλοίωσης ρυζιού αναγράφουν και το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του πελάτη καθώς και το είδος, την ποσότητα και την αξία του στην τρέχουσα τιμή, όταν η αμοιβή καταβάλλεται σε είδος.
Ο υπόχρεος τήρησης του λογαριασμού 94 του Ε.Γ.Λ.Σ., σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 4, αναγράφει στην απόδειξη λιανικής ή στην απόδειξη επιστροφής, κατά περίπτωση, και το είδος και την ποσότητα του αγαθού που πωλήθηκε ή επιστράφηκε ή αλλάχθηκε.
4. Ο χρόνος έκδοσης των αποδείξεων, ορίζεται, κατά περίπτωση ως εξής:
α) Στην πώληση αγαθών, κατά την παράδοση ή την έναρξη της αποστολής του αγαθού. Κατ' εξαίρεση, όταν για τη διακίνηση έχει εκδοθεί δελτίο αποστολής, η απόδειξη μπορεί να εκδίδεται το αργότερο μέχρι τη δέκατη πέμπτη (15η) ημέρα του επόμενου μήνα με ημερομηνία έκδοσης την τελευταία ημέρα του μήνα αποστολής και πάντως όχι πέραν της διαχειριστικής περιόδου. Όταν η αποστολή των αγαθών γίνεται σε τρίτο, με εντολή του αγοραστή, σε χρόνο μεταγενέστερο από την έκδοση της απόδειξης λιανικής, στο δελτίο αποστολής αναγράφεται ο αριθμός της απόδειξης αυτής.
β) Στην παροχή υπηρεσιών, στο χρόνο που ορίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 14 και του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 15 του άρθρου 6, με εξαίρεση την περίπτωση παροχής υπηρεσιών από τους ασκούντες ελευθέριο επάγγελμα προς το Δημόσιο και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, όπου η απόδειξη εκδίδεται με κάθε επαγγελματική τους είσπραξη, καθώς και στη περίπτωση παροχής υπηρεσιών θεάματος ή μεταφοράς προσώπων, όπου η έκδοση πραγματοποιείται το αργότερο, κατά το χρόνο έναρξης του θεάματος ή της μεταφοράς.
γ) Στην περίπτωση εκτέλεσης οποιουδήποτε τεχνικού έργου ή εγκατάστασης που ανήκει σε ιδιώτη, κατά την παράδοση του έργου ή της εγκατάστασης και μέχρι το τέλος της διαχειριστικής περιόδου για το έργο που έχει εκτελεστεί.
5. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή στις συναλλαγές των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 16 του άρθρου 6, εφόσον από τις επιχειρήσεις πώλησης των ειδών ή παροχής των υπηρεσιών αυτών ή από τα πρόσωπα είσπραξης ανταποδοτικών τελών, εκδίδονται άλλα έγγραφα, που περιλαμβάνουν τα στοιχεία της απόδειξης λιανικής και αντίτυπο αυτών των εγγράφων παραδίδεται στον πελάτη, καθώς και στην είσπραξη αμοιβής από συμβολαιογράφο, εφόσον η αμοιβή του αναγράφεται στο συμβόλαιο για το οποίο εισπράττεται.
Κατ' εξαίρεση, για τις πωλήσεις ύδατος μη ιαματικού, ηλεκτρικού ρεύματος και παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών στα εκδιδόμενα φορολογικά στοιχεία ή άλλα παραστατικά αναγράφεται και το ονοματεπώνυμο του πελάτη - καταναλωτή, η διεύθυνσή του και ο αριθμός φορολογικού μητρώου ή ο αριθμός της αστυνομικής του ταυτότητας, αν στερείται αριθμού φορολογικού μητρώου. Τις υποχρεώσεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις.
6. Η έκδοση εισιτηρίων θεάτρων, κινηματογράφων, συναυλιών και λοιπών συναφών καλλιτεχνικών εκδηλώσεων καθώς και η έκδοση εισιτηρίων μεταφοράς προσώπων δύνανται να ανατίθενται σε τρίτο.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις.

Άρθρο 8
Έγγραφα μεταφοράς και Στοιχεία Λοιπών Συναλλαγών

1. Ο μεταφορέας με βάση τα έγγραφα των δύο τελευταίων εδαφίων της παραγράφου 7 του άρθρου 5, εκδίδει κατά την παραλαβή των προς μεταφορά αγαθών και το αργότερο πριν την εκκίνηση του μεταφορικού μέσου, για κάθε μεταφορά, φορτωτική κατά φορτωτή και παραλήπτη σε τέσσερα (4) αντίτυπα. Το πρώτο αντίτυπο συνοδεύει τα αγαθά, αποτελεί αποδεικτικό παράδοσης αυτών και παραμένει στο μεταφορέα, το δεύτερο παραδίδεται στο φορτωτή, το τρίτο έχει την ένδειξη «Αποδεικτικό Δαπάνης» και παραδίδεται σ' αυτόν που καταβάλλει τα κόμιστρα και το τέταρτο παραμένει ως στέλεχος.
2. Το μεταφορικό γραφείο ή ο διαμεταφορέας, με βάση τα έγγραφα των δύο τελευταίων εδαφίων της παραγράφου 7 του άρθρου 5, εκδίδει για κάθε μεταφορά, φορτωτική κατά αποστολέα και παραλήπτη σε τέσσερα (4) αντίτυπα. Το πρώτο αντίτυπο προορίζεται για το μεταφορικό γραφείο ή τον διαμεταφορέα, το δεύτερο παραδίδεται στον αποστολέα, το τρίτο έχει την ένδειξη «Αποδεικτικό Δαπάνης» και παραδίδεται σε αυτόν που καταβάλλει τα κόμιστρα και το τέταρτο παραμένει ως στέλεχος.
Όταν η φόρτωση των αγαθών γίνεται από τις εγκαταστάσεις του μεταφορικού γραφείου ή του διαμεταφορέα, η φορτωτική εκδίδεται με την παραλαβή των προς μεταφορά αγαθών και το αργότερο πριν την εκκίνηση του μεταφορικού μέσου και το πρώτο αντίτυπο αυτής συνοδεύει τα αγαθά και επιστρέφεται στο μεταφορικό γραφείο ή στον διαμεταφορέα.
Όταν η μεταφορά ενεργείται κατ' εντολή του μεταφορικού γραφείου ή του διαμεταφορέα απευθείας από τον αποστολέα στον παραλήπτη, η φορτωτική του μεταφορικού γραφείου ή του διαμεταφορέα εκδίδεται μέχρι το τέλος της επόμενης ημέρας από την ολοκλήρωση της μεταφοράς και με ημερομηνία έκδοσης αυτή της προηγούμενης ημέρας.
Στην περίπτωση αυτή το πρώτο αντίτυπο της φορτωτικής μπορεί να παραμένει στο μεταφορικό γραφείο ή στον διαμεταφορέα εφόσον φυλάσσεται για όσο χρόνο ορίζεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού και επιδεικνύεται όταν ζητηθεί από τον έλεγχο.
Για τη μεταφορά των αγαθών το μεταφορικό γραφείο ή ο διαμεταφορέας, όταν η φόρτωση γίνεται από τις εγκαταστάσεις του, εκδίδει διπλότυπη κατάσταση αποστολής αγαθών, στην οποία αναγράφει το είδος και τους αριθμούς των δεμάτων, το είδος και την ποσότητα των μεταφερόμενων αγαθών και τον τόπο του προορισμού τους. Το ένα αντίτυπο της κατάστασης αυτής παραδίδεται στον μεταφορέα για την έκδοση της συγκεντρωτικής φορτωτικής. Εφόσον στην κατάσταση επισυνάπτεται αντίγραφο των τετραπλότυπων φορτωτικών που εκδόθηκαν αναγράφεται μόνο ο αριθμός κάθε φορτωτικής, το συνολικό βάρος των αγαθών που μεταφέρονται και ο συνολικός αριθμός των δεμάτων.
3. Η φορτωτική περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία:
α) το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία, το επάγγελμα και τη διεύθυνση του αποστολέα ή φορτωτή και του παραλήπτη των αγαθών, καθώς και τον Α.Φ.Μ. του καταβάλλοντος τα κόμιστρα,
β) όταν η μεταφορά ενεργείται απευθείας από τον αποστολέα στον παραλήπτη, κατ' εντολή μεταφορικού γραφείου, διαμεταφορέα ή άλλου τρίτου, στη φορτωτική αναγράφονται και τα πλήρη στοιχεία του εντολέα,
γ) την ημερομηνία και τον τόπο έκδοσης της φορτωτικής, καθώς και την ημερομηνία έναρξης της μεταφοράς από το μεταφορέα,
δ) τον τόπο προορισμού των προς μεταφορά αγαθών,
ε) το είδος και τον αριθμό του συνοδευτικού στοιχείου του αποστολέα,
στ) τους αριθμούς των δεμάτων, το είδος κατά γενική κατηγορία και την ποσότητα των μεταφερομένων αγαθών,
ζ) το κόμιστρο και τις λοιπές επιβαρύνσεις της μεταφοράς,
η) τον αριθμό κυκλοφορίας του αυτοκινήτου ή το όνομα του πλωτού μέσου, προκειμένου περί θαλασσίων μεταφορών.
4. Ο μεταφορέας εκδίδει φορτωτική και όταν μεταφέρει αγαθά δικά του. Από την υποχρέωση αυτή εξαιρούνται οι δημόσιες μεταφορικές επιχειρήσεις.
5. Ο μεταφορέας, αντί φορτωτικής, μπορεί να εκδίδει διπλότυπη απόδειξη για μεταφορές αποσκευών που συνοδεύονται από τον ταξιδιώτη ή μικροδεμάτων ή για μεταφορές εντός της αστικής περιοχής των πόλεων ή για μεταφορές εμφόρτων ή κενών οχημάτων με πλωτά μέσα. Στην απόδειξη αυτή, που εκδίδεται πριν από την εκκίνηση του μεταφορικού μέσου και το ένα αντίτυπό της παραδίδεται στον καταβάλλοντα το κόμιστρο, αναγράφονται:
α) επί μεταφοράς αποσκευών, τουλάχιστον το κόμιστρο,
β) επί μεταφοράς μικροδεμάτων, τα στοιχεία του φορτωτή και του παραλήπτη, το είδος κατά γενική κατηγορία, η ποσότητα των αγαθών και το κόμιστρο,
γ) επί αστικών μεταφορών, τα στοιχεία της προηγούμενης περίπτωσης β', ο αριθμός του συνοδευτικού στοιχείου του αποστολέα και η ώρα εκκίνησης του μεταφορικού μέσου,
δ) επί μεταφοράς οχημάτων με πλωτά μέσα, τα στοιχεία αυτού που καταβάλλει το ναύλο και το ποσό αυτού.
6. Ο μεταφορέας, το μεταφορικό γραφείο ή ο διαμεταφορέας εκδίδει διορθωτικό σημείωμα μεταφοράς σε τρία αντίτυπα: α) όταν επιστρέφει ποσό κομίστρων, β) όταν κατά την παράδοση των αγαθών στον παραλήπτη διαπιστωθούν ποσοτικές διαφορές και γ) σε κάθε περίπτωση πραγματοποίησης της μεταφοράς κατά τρόπο, τόπο και χρόνο διαφορετικό από αυτόν που αναγράφεται στη φορτωτική και για κάθε άλλη διαφορά. Στο σημείωμα αυτό, που υπογράφεται από το μεταφορέα και τον παραλήπτη, γράφονται τα στοιχεία του μεταφορέα, του φορτωτή ή αποστολέα και του παραλήπτη, ο αριθμός της φορτωτικής, το ποσό της διαφοράς των κομίστρων, καθώς και οι διαφορές που διαπιστώθηκαν. Το πρώτο αντίτυπο αποστέλλεται στο φορτωτή ή αποστολέα, το δεύτερο παραδίδεται στον παραλήπτη και το τρίτο παραμένει ως στέλεχος.
7. Ο μεταφορέας που πραγματοποιεί διεθνείς μεταφορές οδικές, σιδηροδρομικές, θαλάσσιες ή εναέριες, δύναται να εκδίδει γι' αυτές τις μεταφορές άλλα ισοδύναμα με τα παραπάνω στοιχεία, εφόσον αυτά προβλέπονται από διεθνείς συμβάσεις, στις οποίες έχει προσχωρήσει και η χώρα μας.
8. Ο μεταφορέας που πραγματοποιεί θαλάσσιες ή εναέριες μεταφορές δύναται να αναθέτει την έκδοση των εγγράφων μεταφοράς σε αντιπρόσωπο ή σε πράκτορα, εφόσον πριν από την ανάθεση γνωστοποιήσει τούτο εγγράφως στη Δ.Ο.Υ., στην οποία υπάγεται ο αντιπρόσωπός του ή ο πράκτοράς του.
9. Επί μεταφοράς αγαθών ενός φορτωτή με μεταφορικά μέσα δημόσιας χρήσης, που προορίζονται να παραδοθούν σε περισσότερους από έναν παραλήπτες, μπορεί να εκδίδεται μία συγκεντρωτική φορτωτική κατά αποστολέα για κάθε μεταφορά, αντί της έκδοσης φορτωτικών κατά φορτωτή και παραλήπτη, με την προϋπόθεση ότι το συνολικό κόμιστρο καταβάλλεται στο μεταφορέα από το φορτωτή. Στη συγκεντρωτική φορτωτική αναγράφονται το ονοματεπώνυμο ή η επωνυμία, το επάγγελμα και η διεύθυνση του φορτωτή, ο τόπος φόρτωσης, το συνολικό κόμιστρο αριθμητικώς και ολογράφως, η χρονολογία εκκίνησης του μεταφορικού μέσου, καθώς και για κάθε παραλήπτη ο αριθμός και το είδος του συνοδευτικού φορολογικού στοιχείου, το είδος κατά γενική κατηγορία, η ποσότητα των αγαθών που προορίζονται γι' αυτόν και ο τόπος προορισμού (εκφόρτωσης).
10. Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου μεταφορέας θεωρείται αυτός που ενεργεί τη μεταφορά αγαθών με κόμιστρο, με μεταφορικά μέσα που ανήκουν σ' αυτόν ή εκμεταλλεύεται αυτός, και φορτωτής αυτός που αναθέτει στο μεταφορέα το έργο της μεταφοράς.
11. Ο μεταφορέας, επί μεταφοράς αγαθών με ή χωρίς παροχή και άλλων υπηρεσιών, μπορεί να εκδίδει, αντί φορτωτικής, τιμολόγιο ή απόδειξη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 6 και 7, εφόσον τηρείται το ημερολόγιο μεταφοράς, που προβλέπεται από τις διατάξεις της Α.Υ.Ο. 1077844/641/0015/ΠΟΛ.1144/6.8.1992 (Β' 517). Τα προαναφερόμενα ισχύουν και για τα μεταφορικά γραφεία ή τους διαμεταφορείς, χωρίς την προϋπόθεση της τήρησης ημερολογίου μεταφοράς.
Στο περιεχόμενο του τιμολογίου ή της απόδειξης αναγράφονται, εκτός των άλλων, τα πλήρη στοιχεία του καταβάλλοντος τα κόμιστρα, τα μεταφερόμενα αγαθά, κατά γενική κατηγορία, το κόμιστρο ή την αμοιβή, τις λοιπές επιβαρύνσεις της μεταφοράς και τον ανα¬λογούντα Φ.Π.Α.
12. Στις περιπτώσεις αυτοπαράδοσης αγαθών ή ιδιοχρησιμοποίησης υπηρεσιών, που προβλέπονται από το ν. 2859/2000, εκδίδεται απόδειξη αυτοπαράδοσης. Αντί της απόδειξης αυτής μπορεί να εκδίδεται άλλο στοιχείο αξίας, εφόσον κατά την έκδοσή τους αναγράφεται η ένδειξη «απόδειξη αυτοπαράδοσης».
13. α) Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών που τηρεί βιβλία οποιασδήποτε κατηγορίας και τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 για κάθε δαπάνη που αφορά την άσκηση της επιχείρησής του ή την εκτέλεση του σκοπού τους, αντίστοιχα, για την οποία ο δικαιούχος δεν υποχρεούται στην έκδοση στοιχείου του παρόντος νόμου, εκδίδει διπλότυπη απόδειξη δαπάνης. Διπλότυπη απόδειξη δαπάνης εκδίδεται επίσης και από τον εκμεταλλευτή επιβατικού αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης για την καταβολή στους οδηγούς αμοιβών οι οποίες δεν υπάγονται στο φόρο προστιθέμενης αξίας.
β) Στην απόδειξη δαπάνης, η οποία υπογράφεται και από το δικαιούχο και στα δύο αντίτυπα, αναγράφονται: α) τα πλήρη στοιχεία των συμβαλλομένων όπως περιγράφονται στην παράγραφο 10 του άρθρου 6, β) η αιτιολογία και το ποσό της δαπάνης αριθμητικώς και ολογράφως. Δεν απαιτείται η αναγραφή του ποσού ολογράφως στις αποδείξεις που εκδίδονται με Η/Υ, γ) οι τυχόν φόροι και οι λοιπές φορολογικές επιβαρύνσεις.
γ) Για τα δώρα που γίνονται από τον υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών σε διάφορα πρόσωπα, για την επαγγελματική του προβολή ή για την εκπλήρωση κοινωνικής του υποχρέωσης, συνυφασμένης με την επαγγελματική του δραστηριότητα, αξίας του καθενός μέχρι εκατόν πενήντα (150) ευρώ, μπορεί να συντάσσεται σχετική κατάσταση, με το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση των προσώπων αυτών, αντί της έκδοσης της διπλότυπης απόδειξης του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης α' της παραγράφου αυτής για κάθε πρόσωπο.
δ) Όταν καταβάλλονται μισθοί, ημερομίσθια, ή άλλες παροχές σε μισθωτούς δύναται, αντί της έκδοσης απόδειξης δαπάνης, να συντάσσεται κατάσταση στην οποία υπογράφουν οι δικαιούχοι για τα ποσά που λαμβάνουν. Επί καταβολής μισθών και ημερομισθίων με τη μεσολάβηση τράπεζας δεν απαιτείται υπογραφή της κατάστασης, εφόσον υπάρχει σχετική εξουσιοδότηση των δικαιούχων της αμοιβής, που δίδεται μία φορά με ταυτόχρονη εντολή προς την τράπεζα για πίστωση συγκεκριμένου λογαριασμού.

Άρθρο 9
Διασφάλιση συναλλαγών και Διαφύλαξη Δεδομένων

1. Η αυθεντικότητα των στοιχείων διακίνησης διασφαλίζεται με τη χρήση θεωρημένων από την αρμόδια ΔΟΥ εντύπων, επί χειρόγραφης έκδοσής τους, ή με τη χρήση ειδικών ασφαλών διατάξεων σήμανσης του νόμου 1809/1988 (Α' 222), επί μηχανογραφικής έκδοσής αυτών, και των στοιχείων αξίας λιανικών συναλλαγών για παροχή υπηρεσίας με θεώρηση από την αρμόδια ΔΟΥ. Τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζονται για τα εισιτήρια επιχειρήσεων μεταφοράς προσώπων με λεωφορεία, σιδηρόδρομους και αεροπλάνα, όταν εκτελούν συγκοινωνίες, καθώς και για τα εισιτήρια πλοίων, εφόσον φορολογούνται κατ' ειδικό τρόπο και απαλλάσσονται του Φ.Π.Α.. Η παρούσα παράγραφος παύει να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2014.
2. Κατά τη διάρκεια της διαχειριστικής περιόδου και μέχρι την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, τα βιβλία τηρούνται, τα δε στοιχεία, καθώς και τα λοιπά δικαιολογητικά εγγραφών, φυλάσσονται στην επαγγελματική εγκατάσταση που αφορούν και επιδεικνύονται άμεσα στο φορολογικό έλεγχο.
Με γνωστοποίηση στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία της έδρας του υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών μπορεί τα βιβλία να τηρούνται, τα δε στοιχεία, καθώς και τα λοιπά δικαιολογητικά εγγραφών, να φυλάσσονται σε άλλο τόπο, με την προϋπόθεση ότι επιδεικνύονται στην προθεσμία που ορίζεται από την αρμόδια φορολογική αρχή.
Επίσης, με τις προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου, μπορεί τα βιβλία να ενημερώνονται σε άλλο τόπο με τα πρωτογενή φορολογικά στοιχεία και λοιπά δικαιολογητικά εγγραφών, τα οποία, μετά την ενημέρωση τους, επιστρέφονται στην επαγγελματική εγκατάσταση που αφορούν.
Οι πληροφορίες της παραγράφου 23 του άρθρου 4 και των αποφάσεων που έχουν εκδοθεί, κατ' εξουσιοδότηση του παρόντος νόμου, τηρούνται στην επαγγελματική εγκατάσταση που ασκείται η σχετική δραστηριότητα.
3. Μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος τα βιβλία, τα στοιχεία, τα λοιπά δικαιολογητικά των εγγραφών, καθώς και τα ηλεκτρομαγνητικά μέσα αποθήκευσης αυτών κάθε διαχειριστικής περιόδου, μπορεί να φυλάσσονται σε οποιονδήποτε τόπο εντός ή εκτός της Ελληνικής Επικράτειας και επιδεικνύονται στην προθεσμία που ορίζεται από την αρμόδια φορολογική αρχή. Όταν ο τόπος αποθήκευσης ευρίσκεται εκτός Ελλάδας, υποχρεούται να γνωστοποιεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. πριν την αποθήκευση, τον τόπο αυτόν, καθώς και κάθε μεταβολή του τόπου αυτού.
4. Ειδικά, για τη διαφύλαξη των τιμολογίων εφαρμόζονται τα εξής:
α) Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών οφείλει να μεριμνά για την αποθήκευση των αντιγράφων των τιμολογίων που εκδίδονται από τον ίδιο ή εξ ονόματός του και για λογαριασμό του, από τον πελάτη του ή από τρίτους, καθώς και όλων των τιμολογίων που λαμβάνει. Αντίτυπα των τιμολογίων που εκδίδονται εξ ονόματος και για λογαριασμό του υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών, παραδίδονται σε αυτόν μέσα στην προθεσμία που ορίζουν οι διατάξεις περί Απεικόνισης Συναλλαγών για την ενημέρωση των τηρούμενων βιβλίων.
β) Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών μπορεί να καθορίζει τον τόπο αποθήκευσης, υπό τον όρο να θέτει στη διάθεση των αρμόδιων αρχών, έπειτα από οποιαδήποτε αίτησή τους, τα τιμολόγια ή τις πληροφορίες που έχουν αποθηκευτεί, μέσα στις προθεσμίες που τίθενται με την αίτηση των αρχών αυτών, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Όταν ο τόπος αποθήκευσης ευρίσκεται εκτός Ελλάδας, υποχρεούται να γνωστοποιεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. πριν την αποθήκευση, τον τόπο αυτόν, καθώς και κάθε μεταβολή του τόπου αυτού.
γ) Όταν η αποθήκευση δεν πραγματοποιείται με ηλεκτρονικά μέσα που να εξασφαλίζουν την πλήρη και επιγραμμική (on line) πρόσβαση στα σχετικά δεδομένα, o υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών υποχρεούται να αποθηκεύει στο εσωτερικό της χώρας τα τιμολόγια που εκδίδει ή λαμβάνει.
δ) Όταν η αποθήκευση γίνεται σε χώρα με την οποία δεν υφίσταται νομική πράξη για την αμοιβαία συνδρομή με την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 1402/1983, του ν. 1914/1990 και τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1798/2003 του Συμβουλίου της 7ης Οκτωβρίου 2003 και σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης με ηλεκτρονικά μέσα, τηλεκφόρτωσης και χρήσης που προβλέπεται στην περίπτωση στ', ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών υποχρεούται να αποθηκεύει στο εσωτερικό της χώρας, τα τιμολόγια που εκδίδει ή λαμβάνει.
ε) Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών υποχρεούται στη διαφύλαξη των τιμολογίων με την αρχική τους μορφή με την οποία διαβιβάσθηκαν ή τέθηκαν στη διάθεση του, σε χαρτί ή με ηλεκτρονικά μέσα. Επίσης, όταν τα τιμολόγια διαφυλάσσονται με ηλεκτρονικά μέσα, διαφυλάσσονται με ηλεκτρονικά μέσα και τα δεδομένα που εξασφαλίζουν τη γνησιότητα της προέλευσης και την ακεραιότητα του περιεχομένου κάθε τιμολογίου.
στ) Όταν ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών αποθηκεύει, με ηλεκτρονικά μέσα τα οποία εξασφαλίζουν πρόσβαση με απευθείας σύνδεση (on-line) πρόσβαση στα σχετικά δεδομένα, τιμολόγια τα οποία εκδίδει ή λαμβάνει, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος και, όταν ο ΦΠΑ οφείλεται σε ένα άλλο κράτος μέλος, οι αρμόδιες αρχές εκείνου του κράτους μέλους έχουν δικαίωμα πρόσβασης, λήψης και χρήσης αυτών των τιμολογίων.
ζ) Με τον όρο «διαφύλαξη τιμολογίου με ηλεκτρονικά μέσα» νοείται η διαφύλαξη δεδομένων που πραγματοποιείται με ηλεκτρονικό εξοπλισμό επεξεργασίας (περιλαμβανομένης της ψηφιακής συμπίεσης) και διαφύλαξης καθώς και με ενσύρματα, ασύρματα, οπτικά ή άλλα ηλεκτρομαγνητικά μέσα.
5. Τα βιβλία, τα στοιχεία, τα λοιπά δικαιολογητικά των εγγραφών στα βιβλία, καθώς και τα ηλεκτρομαγνητικά μέσα στα οποία αποθηκεύονται δεδομένα βιβλίων, για τα οποία δεν υπάρχει υποχρέωση εκτύπωσής τους, διατηρούνται στον εκάστοτε οριζόμενο από τις σχετικές φορολογικές διατάξεις χρόνο παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για επιβολή φόρου και οπωσδήποτε όσο χρόνο εκκρεμεί σχετική υπόθεση ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων ή του Συμβουλίου της Επικρατείας.
6. Επιτρέπεται στους υπόχρεους απεικόνισης συναλλαγών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλες διατάξεις, να διαφυλάττουν τα εκδοθέντα και ληφθέντα φορολογικά στοιχεία σε μικροφίλμ ή σε ηλεκτρονική μορφή (οπτικοί δίσκοι CD-ROM τεχνολογίας WORM) με φωτογράφιση ή ψηφιοποίηση από τα αντίστοιχα στελέχη, μετά την υποβολή των περιοδικών δηλώσεων του φόρου προστιθέμενης αξίας ή των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, κατά περίπτωση, για όσο χρόνο ορίζεται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου του άρθρου αυτού, εφόσον υπάρχει και σύστημα αναζήτησης, εμφάνισης και εκτύπωσης (αναπαραγωγής) των φορολογικών στοιχείων, με την προϋπόθεση ότι τίθενται στη διάθεση της αρμόδιας φορολογικής αρχής στην προθεσμία που ορίζεται από αυτή. Ειδικά για τα χρησιμοποιούμενα ηλεκτρονικά μέσα του ανωτέρω εδαφίου απαιτείται, προ της χρησιμοποίησής τους, σήμανση από αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών. Η αδυναμία αναπαραγωγής αντιγράφων λογίζεται ως μη διαφύλαξη των σχετικών φορολογικών στοιχείων. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση μη σήμανσης των ηλεκτρονικών μέσων αρχειοθέτησης.
7. Τα αθεώρητα βιβλία που ενημερώνονται μηχανογραφικά, μπορεί να μην εκτυπώνονται, εφόσον τα δεδομένα τους φυλάσσονται σε ηλεκτρομαγνητικά μέσα αποθήκευσης, με την προϋπόθεση ότι, τα δεδομένα αυτά εκτυπώνονται άμεσα όταν ζητηθεί από το φορολογικό έλεγχο. Η μη διαφύλαξη των ηλεκτρομαγνητικών μέσων ή η αδυναμία αναπαραγωγής του περιεχομένου αυτών εξομοιώνεται με μη τήρηση των βιβλίων ή των καταστάσεων που εμπεριέχονται σε αυτά.
Τα αναφερόμενα στο προηγούμενο εδάφιο ισχύουν και για τα αποθηκευμένα δεδομένα, που επέχουν θέση στελέχους των εκδιδόμενων φορολογικών στοιχείων.

Άρθρο 10
Διασταυρώσεις και Απόδειξη Συναλλαγών

1. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών και τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 υποβάλλουν καταστάσεις, για μηχανογραφική επεξεργασία και διασταύρωση πληροφοριών, με τις συναλλαγές που πραγματοποίησαν για την επαγγελματική τους εξυπηρέτηση ή την εκπλήρωση του σκοπού τους, από αγορές αγαθών και λήψη υπηρεσιών, από χονδρικές πωλήσεις αγαθών και παροχή υπηρεσιών και από καταβολή ή είσπραξη αμοιβών, αποζημιώσεων, οικονομικών ενισχύσεων και άλλων δικαιωμάτων.
Οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α. υποβάλλουν καταστάσεις, μόνο για τα τιμολόγια πώλησης των προϊόντων τους, που δύνανται να εκδίδουν οι ίδιοι για το σύνολο της παραγωγής τους.
2. Τα αναγκαία για διασταύρωση στοιχεία που αφορούν εισαγωγές ή εξαγωγές αγαθών των αναφερομένων στην προηγούμενη παράγραφο προσώπων, λαμβάνονται από το Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα Τελωνείων (Ο.Π.Σ.Τ. – ICIS).
3. Οι καταστάσεις της προηγούμενης παραγράφου 1 περιέχουν το ονοματεπώνυμο και το πατρώνυμο ή την επωνυμία καθώς και τον Α.Φ.Μ. του υπόχρεου και το έτος που αφορούν.
Στις καταστάσεις αυτές καταχωρούνται το ονοματεπώνυμο ή η επωνυμία, ο Α.Φ.Μ. των συναλλασσομένων με τον υπόχρεο (προμηθευτών, πελατών κ.λπ.), ο συνολικός αριθμός των τιμολογίων ή άλλων φορολογικών στοιχείων και η συνολική αξία, προ Φ.Π.Α..
Εξαιρετικά, δεν συμπεριλαμβάνονται στις καταστάσεις αυτές συναλλαγές, εφόσον η συνολική αξία, προ Φ.Π.Α., ενός εκάστου στοιχείου που έχει εκδοθεί γι' αυτές δεν υπερβαίνει τα τριακόσια (300) ευρώ.
4. Οι καταστάσεις της παραγράφου 1 υποβάλλονται μέχρι την εικοστή πέμπτη (25η) Ιουνίου κάθε χρόνου με τις συναλλαγές του προηγούμενου ημερολογιακού έτους.
Οι καταστάσεις υποβάλλονται αποκλειστικά με ηλεκτρονικό τρόπο επικοινωνίας στο διαδικτυακό τόπο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων.
Οι ανωτέρω καταστάσεις δεν υποβάλλονται, όταν τα δεδομένα τους διαβιβάζονται ηλεκτρονικά στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 3842/2010 (Α' 58).
5. Δεν υποχρεούνται στην υποβολή των καταστάσεων της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού:
α) οι τράπεζες για τους τόκους καταθέσεων που χορηγούν, καθώς και για τους τόκους και τις προμήθειες που χορηγούν σε άλλες τράπεζες ή πρόσωπα του άρθρου 1 και πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 ή πρόσωπα του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α. ή λαμβάνουν από τα παραπάνω πρόσωπα, με την εξαίρεση των προμηθειών που λαμβάνουν από πρόσωπα του άρθρου 1 ή πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 ή πρόσωπα του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α. που πωλούν αγαθά ή παρέχουν υπηρεσίες σε κατόχους - χρήστες πιστωτικών καρτών,
β) τα πρόσωπα του άρθρου 1 και τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 για τους τόκους καταθέσεων που λαμβάνουν από τράπεζες, για τους τόκους και τις προμήθειες που καταβάλλουν σε τράπεζες ή λαμβάνουν από αυτές, καθώς και για τους μισθούς, τα ημερομίσθια και τις συντάξεις που χορηγούν, με την εξαίρεση των προμηθειών που καταβάλλουν στις τράπεζες λόγω πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών σε κατόχους - χρήστες πιστωτικών καρτών,
γ) τα πρόσωπα του άρθρου 1 και τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 ή πρόσωπα του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α. για τις πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών εκτός της χώρας, καθώς και για τις αγορές αγαθών ή υπηρεσιών από επιχειρήσεις που δεν ασκούν δραστηριότητα εντός της χώρας,
δ) τα πρόσωπα του άρθρου 1 και τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 για τα ασφάλιστρα, τις επιστροφές ασφαλίστρων και τις εκπτώσεις επί των ασφαλίστρων που αναγράφονται στα σχετικά ασφαλιστήρια συμβόλαια ή στις πρόσθετες πράξεις.
6. Για την απόδειξη της συναλλαγής από το λήπτη φορολογικού στοιχείου που αφορά αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών αξίας τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και άνω απαιτείται η τμηματική ή ολική εξόφληση να γίνεται μέσω τραπεζικού λογαριασμού ή με επιταγή έκδοσης του λήπτη του στοιχείου. Σε περίπτωση εκχώρησης επιταγών τρίτων εκδίδεται άμεσα λογιστική απόδειξη εκχώρησης αξιογράφων, στην οποία αναγράφονται τα στοιχεία των εκχωρούμενων επιταγών.
Με επιταγή του αγοραστή ή με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό αποκλειστικά και μόνο εξοφλούνται επίσης, μερικά ή ολικά, και τα φορολογικά στοιχεία αξίας τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και άνω, που αφορούν αγορές αγροτικών προϊόντων από πρόσωπο που παράγει τα προϊόντα αυτά, καθώς επίσης και το ποσό που αποδίδεται από τον αντιπρόσωπο στον εντολέα, επίσης πρόσωπο που παράγει τα ως άνω αγροτικά προϊόντα, για τις διενεργηθείσες πωλήσεις των προϊόντων αυτών, για λογαριασμό του, με βάση την εκκαθάριση της παραγράφου 7 του άρθρου 6, μετά την αφαίρεση της δικαιούμενης προμήθειας. Από την ως άνω υποχρέωση εξαιρούνται τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3.
Κατ' εξαίρεση, των αναφερομένων στα προηγούμενα εδάφια, επιτρέπεται ο συμψηφισμός αμοιβαίων ανταπαιτήσεων μεταξύ των αντισυμβαλλομένων.
7. Στα εκδιδόμενα από τις τράπεζες και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα, παραστατικά στοιχεία πάσης φύσεως εισπράξεων ή πληρωμών μετρητοίς για συναλλαγές φυσικών ή νομικών προσώπων ή κοι¬νοπραξιών ποσού άνω των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ αναγράφεται και ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου του συναλλασ¬σομέ¬νου. Σε περίπτωση αλλοδαπού φυσικού προσώπου αναγράφεται ο αριθμός διαβατηρίου ή ταυτότητας.
Στις εκδιδόμενες επιταγές που καλύπτουν εξόφληση επαγγελματικών συναλλαγών, ανεξαρτήτως ποσού, αναγράφεται υποχρεωτικά ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου του εκδότη, του εκάστοτε οπισθογράφου καθώς και του τελευταίου κομιστή που εισπράττει αυτήν. Επίσης αναγράφεται υποχρεωτικά ο Α.Φ.Μ. του εκδότη της επιταγής που προσκομίζεται για εξόφληση οφειλής προς το Δημόσιο ανεξαρτήτως ποσού.
8. Το βάρος της απόδειξης της συναλλαγής φέρει τόσον ο εκδότης, όσον και ο λήπτης του στοιχείου, οι οποίοι δικαιούνται να επιβεβαιώνουν τα αναγκαία στοιχεία του αντισυμβαλλόμενου από τη δήλωση έναρξης εργασιών ή από άλλο πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο, επιφυλασσομένων των διατάξεων περί φορολογικού απορρήτου, τα οποία οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται εκατέρωθεν να παρέχουν, φέροντας ο καθένας και την ευθύνη για την ακρίβεια των στοιχείων που παρέχει.
Η επιβεβαίωση των στοιχείων των συναλλασσομένων μπορεί να γίνεται και από βάση δεδομένων ή αρχείο υπόχρεων απεικόνισης συναλλαγών, που είναι διαθέσιμα από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, καμπτομένου στην περίπτωση αυτή του ισχύοντος φορολογικού απορρήτου.

Άρθρο 11
Εξουσίες της Φορολογικής Αρχής

1. Ο αρμόδιος οικονομικός επιθεωρητής, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. της έδρας του υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών μπορεί με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του:
α) να επιτρέπει τη μη έκδοση δελτίου αποστολής ή την έκδοσή του κατά διαφορετικό τρόπο, επί διακίνησης αγαθών μεταξύ των επαγγελματικών εγκαταστάσεων του υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών, εφόσον δεν είναι εξαιρετικά δύσκολη η παρακολούθηση των διακινουμένων αγαθών,
β) να απαλλάσσει τον υπόχρεο, κατά την έναρξη εργασιών από την τήρηση απλογραφικών βιβλίων και από την έκδοση των αποδείξεων λιανικής, στην περίπτωση που εκτιμάται ότι κατά τη διαχειριστική περίοδο αυτή δεν θα υπερβεί το όριο των ακαθαρίστων εσόδων της παραγράφου 4 του άρθρου 3.

2. Ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. δε θεωρεί φορολογικά στοιχεία σε υπόχρεο ο οποίος:
α) δεν έχει εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες και απαιτητές υποχρεώσεις του από πάσης φύσης φόρους του Δημοσίου από την επαγγελματική του δραστηριότητα, από δάνεια με την εγγύηση του Δημοσίου, πρόστιμα για παραβάσεις των διατάξεων του νόμου αυτού, τέλη ή εισφορές που βεβαιώνονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες, όταν το σύνολο των υποχρεώσεων αυτών, χωρίς τις νόμιμες προσαυξήσεις ξεπερνά τις έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ, εκτός αν έχει υπαχθεί σε ρύθμιση τμηματικής καταβολής των ληξιπρόθεσμων χρεών του από τα κατά νόμο αρμόδια όργανα και είναι απόλυτα συνεπής στην καταβολή των δόσεων αυτών. Επί ομόρρυθμων, ετερόρρυθμων και περιορισμένης ευθύνης εταιρειών, κοινοπραξιών, κοινωνιών και αστικών εταιρειών πρέπει να ερευνάται, μόνο κατά την πρώτη θεώρηση μετά τη σύστασή τους, εάν έχουν εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις και τα μέλη των εταιρειών ή της κοινοπραξίας ή της κοινωνίας ή της αστικής εταιρείας,
β) δεν έχει υποβάλει στη δημόσια οικονομική υπηρεσία δηλώσεις απόδοσης οποιουδήποτε παρακρατούμενου ή επιρριπτόμενου φόρου, τέλους, εισφοράς από οποιαδήποτε αιτία, καθώς και δηλώσεις φόρου εισοδήματος.
Κατ' εξαίρεση των όσων ορίζονται πιο πάνω ο προϊστάμενος της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. μπορεί, με απόφασή του, να εγκρίνει τη θεώρηση περιορισμένου αριθμού φορολογικών στοιχείων, αφού καταβάλλει ο υπόχρεος μέρος της οφειλής του που καθορίζεται με την ίδια απόφαση.
Το όριο της περίπτωσης α'ισχύει και σε κάθε περίπτωση μη θεώρησης βιβλίων και στοιχείων με βάση μη φορολογικές διατάξεις, εξαιρουμένων των χρεών προς τα Επιμελητήρια.
Ομοίως, κατ'εξαίρεση, με απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. μπορεί να θεωρούνται βιβλία και περιορισμένος αριθμός στοιχείων σε υπόχρεους απεικόνισης συναλλαγών που οφείλουν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά ασφαλιστικά χρέη μη φορολογικά και έχουν κώλυμα θεώρησης από άλλες μη φορολογικές ασφαλιστικές διατάξεις. Κάθε σχετική περίπτωση θα αναγγέλλεται εγγράφως στα αρμόδια κατά περίπτωση, για τα χρέη αυτά, πρόσωπα.
Η παρούσα παράγραφος παύει να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2014.

Άρθρο 12
Εξουσίες Υπουργού Οικονομικών

Ο Υπουργός των Οικονομικών εκδίδει τις αναγκαίες αποφάσεις σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 1-11 και της Οδηγίας 2006/112/ΕΕ, καθώς και αποφάσεις για την περαιτέρω απλοποίηση της διαδικασίας,

Άρθρο 13
Θέση σε ισχύ
Οι διατάξεις του παρόντος Κώδικα ισχύουν από 1.1.2013.

Άρθρο 14
Μεταβατικές διατάξεις

1,Κάθε διάταξη αντίθετη στις διατάξεις των άρθρων 1-13 δεν ισχύει σε θέματα που ρυθμίζονται από αυτά και παύουν να ισχύουν διοικητικά έγγραφα και εγκύκλιοι διαταγές, που αφορούν τις διατάξεις αυτές.

2.Όπου από τις κείμενες διατάξεις γίνεται παραπομπή στις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων (π.δ. 99/1977, Α' 34) και του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (π.δ.186/1992, Α' 84), μετά την ισχύ του παρόντος νόμου νοούνται οι συναφείς διατάξεις των άρθρων 1-12.

3.Όπου στις κείμενες διατάξεις γίνεται παραπομπή σε βιβλία δεύτερης κατηγορίας νοούνται τα απλογραφικά βιβλία των παραγράφων 15 έως και 22 του άρθρου 4 και όπου γίνεται παραπομπή σε βιβλία τρίτης κατηγορίας νοούνται τα διπλογραφικά βιβλία των παραγράφων 2 έως και 14 του άρθρου 4.

4.Αποφάσεις της Κεντρικής Επιτροπής Λογιστικών Βιβλίων, της Επιτροπής Λογιστικών Αμφισβητήσεων και της Επιτροπής Λογιστικών Βιβλίων εξακολουθούν να ισχύουν για το χρόνο που ορίζεται και τα θέματα που ρυθμίζονται αντίστοιχα από αυτές, εφόσον με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα υφίστανται οι σχετικές υποχρεώσεις.

5. Οι διατάξεις των άρθρων 5, 7 και 8 παύουν να ισχύουν την 1η Ιανουαρίου 2014. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών συστήνεται Ομάδα Εργασίας, προκειμένου να επεξεργασθεί και να υποβάλει μέχρι 30.06.2013 τις προτάσεις της για περαιτέρω απλοποίηση και βελτίωση των προβλεπομένων από τον παρόντα Κώδικα διατάξεων και αντίστοιχες τροποποιήσεις που απαιτούνται στην εμπορική και λογιστική νομοθεσία. »

2. α. Τα τρία πρώτα εδάφια της παραγράφου 21 του άρθρου 55 ν. 4002/2011 (Α' 180) αντικαθίστανται ως εξής:
«21. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και καθ' όλη τη διάρκεια του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής, η τοποθέτηση και η λήξη θητείας των προϊσταμένων των κατωτέρω οργανικών μονάδων, επιπέδου Τμήματος, Υποδιεύθυνσης και Διεύθυνσης του Υπουργείου Οικονομικών, διενεργείται χωρίς τη διαδικασία που προβλέπεται στις διατάξεις των άρθρων 84, 85 και 86 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, Α' 26) και του άρθρου πέμπτου του ν. 3839/2010 (Α' 51), με μόνη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, για θητεία ενός έτους που μπορεί να ανανεώνεται μέχρι δύο φορές ή να διακόπτεται πριν τη λήξη της, με όμοια απόφαση και κύριο κριτήριο την επίτευξη των ποιοτικών και ποσοτικών στόχων που τους έχουν τεθεί.
Οι υπάλληλοι που τοποθετούνται προϊστάμενοι σε αυτές τις οργανικές μονάδες πρέπει να διαθέτουν τα τυπικά προσόντα που προβλέπονται για τη θέση που καταλαμβάνουν, σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου 84 του Υπαλληλικού Κώδικα, να μην έχει επιβληθεί σε βάρος τους οποιαδήποτε ποινή και να μην εκκρεμεί πειθαρχική δίωξη.
Με την απόφαση τοποθέτησης καθορίζονται ποσοτικοί και ποιοτικοί στόχοι για κάθε τρίμηνο της θητείας και για κάθε οργανική μονάδα, οι οποίοι ελέγχονται ανά τρίμηνο.»

β. Σε περίπτωση που οι αποφάσεις τοποθέτησης, που έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθορίζουν ποσοτικούς και ποιοτικούς στόχους σε ετήσια βάση, οι στόχοι αυτοί κατανέμονται αναλογικά σε κάθε τρίμηνο της θητείας.

γ. Στο τέλος του στοιχείου ε) του πέμπτου εδαφίου της παραγράφου 21 του άρθρου 55 του ν. 4002/2011 (Α' 180) προστίθενται οι λέξεις: «και όσες άλλες Δ.Ο.Υ. διατηρούνται σε λειτουργία.

δ. Το στοιχείο στ) του πέμπτου εδαφίου της παραγράφου 21 του άρθρου 55 ν. 4002/2011 καταργείται και το στοιχείο ζ) του ίδιου ως άνω εδαφίου αναριθμείται ως στοιχείο στ).

ε. Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του ν.3943/2011 (Α' 66) προστίθενται δύο εδάφια ως εξής:
«Οι ελεγκτές αξιολογούνται σε τριμηνιαία βάση στη βάση του αριθμού και του είδους των ελέγχων, καθώς και των επιτευχθέντων εσόδων. Αμέσως μετά την επιλογή των ελεγκτών συνάπτεται συμβόλαιο αποδοτικότητας, στο οποίο εξειδικεύονται οι συγκεκριμένοι στόχοι που οφείλουν να εκπληρώσουν»

στ. Κατ' εξαίρεση, για χρονικό διάστημα έξι μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, οι θέσεις Ελεγκτών Βεβαίωσης και Αναγκαστικής Είσπραξης των Εσόδων του Κράτους προκηρύσσονται και οι υποψήφιοι επιλέγονται από πίνακα που καταρτίζει η Ειδική Επιτροπή που προβλέπεται στην παράγραφο 16 του άρθρου 4 του ν. 3943/2011 (Α' 66) μετά από συνέντευξη, προκειμένου η Επιτροπή να διαμορφώσει γνώμη για την προσωπικότητα και την ουσιαστική ικανότητα άσκησης των ειδικών καθηκόντων της θέσης. Για το χρονικό αυτό διάστημα, δεν απαιτείται η διενέργεια της προβλεπόμενης στο προηγούμενο εδάφιο συνέντευξης στην περίπτωση της επιλογής υπαλλήλων με τουλάχιστον διετή προηγούμενη εμπειρία σε ελεγκτικά καθήκοντα.


Ε.2. ΣΥΣΤΑΣΗ ΘΕΣΗΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ ΕΣΟΔΩΝ

1. Στο Υπουργείο Οικονομικών συνιστάται Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων καταργουμένης ταυτοχρόνως της Γενικής Γραμματείας Φορολογικών και Τελωνειακών Θεμάτων. Συνιστάται επίσης θέση Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων με βαθμό 1ο της κατηγορίας Ειδικών Θέσεων, ο οποίος προΐσταται της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, ενώ καταργείται ταυτοχρόνως η θέση του Γενικού Γραμματέα Φορολογικών και Τελωνειακών Θεμάτων με βαθμό 1ο της κατηγορίας Ειδικών Θέσεων.

2. Η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων συγκροτείται από όλες τις οργανικές μονάδες και τις Ειδικές Αποκεντρωμένες Υπηρεσίες, που υπάγονται στις παρακάτω Γενικές Διευθύνσεις και Υπηρεσίες:
α. Γραφείο Γενικού Γραμματέα.
β. Γενική Διεύθυνση Φορολογίας.
γ. Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.
δ. Γενική Διεύθυνση Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης.
ε. Γενική Διεύθυνση Γενικού Χημείου του Κράτους.
στ. Γενική Διεύθυνση Οικονομικής Επιθεώρησης.
ζ. Γενική Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης.

3. α. Εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, ο Γενικός Γραμματέας οφείλει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά:
(1) να διαμορφώνει και να επικαιροποιεί σε ετήσια βάση το στρατηγικό σχεδιασμό της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, όπως επίσης ποιοτικούς και ποσοτικούς στόχους και κριτήρια αξιολόγησης των οργανικών μονάδων που υπάγονται στην αρμοδιότητά του και του προσωπικού τους και να ενημερώνει σχετικά τον Υπουργό Οικονομικών,
(2) να τοποθετεί τους προϊσταμένους των οργανικών μονάδων και υπηρεσιών που υπάγονται στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων σύμφωνα με τα κριτήρια που προβλέπονται στον Υπαλληλικό Κώδικα (ν. 3548/2007) και να αποφασίζει την πρόωρη λήξη της θητείας τους, λόγω μη εκπλήρωσης των τεθέντων ποιοτικών και ποσοτικών στόχων,
(3) να διασφαλίζει ότι το πρόγραμμα και οι δραστηριότητες των επιμέρους οργανικών μονάδων και υπηρεσιών που υπάγονται στις αρμοδιότητές του συμβαδίζουν με το στρατηγικό σχεδιασμό και τους τεθέντες στόχους και να ελέγχει και εποπτεύει όλες τις δραστηριότητες της Γενικής Γραμματείας,
(4) να υποβάλλει προτάσεις νομοθετικών ρυθμίσεων που κατατίθενται στη Βουλή από τον Υπουργό Οικονομικών σε ζητήματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές του,
(5) να εισηγείται στον Υπουργό Οικονομικών την υποβολή προτάσεων για την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων με τα οποία επέρχονται αλλαγές στον αριθμό, την οργάνωση, τις αρμοδιότητες και τη διάρθρωση των οργανικών μονάδων και υπηρεσιών που υπάγονται στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, καθώς και στην κατανομή του ανθρώπινου δυναμικού,
(6) να μεταφέρει πόρους μεταξύ των οργανικών μονάδων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων,
(7) να λαμβάνει μέτρα για τη διασφάλιση της διαφάνειας και την καταπολέμηση της διαφθοράς στις υπηρεσίες που υπάγονται στις αρμοδιότητές του, συμπεριλαμβανομένης και της κίνησης της διαδικασίας πειθαρχικής δίωξης,
(8) να οργανώνει προγράμματα μετεκπαίδευσης και εξειδίκευσης του προσωπικού που υπάγεται στις υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων.
Μέχρι το διορισμό του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, σύμφωνα με την παράγραφο 4β του παρόντος άρθρου, οι ανωτέρω αρμοδιότητες ασκούνται από τον Υπουργό ή τον Υφυπουργό Οικονομικών σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου διατάξεις.

β. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, ή του καθ' ύλην αρμόδιου Υφυπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, περιέρχονται στον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων περαιτέρω αρμοδιότητες που κατά την κείμενη νομοθεσία ασκούνται από τον Υπουργό Οικονομικών, ή τον αρμόδιο Υφυπουργό, ή τους προϊσταμένους των οργανικών μονάδων του Υπουργείου Οικονομικών, εντός του πεδίου των αρμοδιοτήτων τους, σχετικά με την οργάνωση και άσκηση της φορολογικής διοίκησης, την εφαρμογή της φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας που άπτεται της είσπραξης εσόδων, καθώς και την παρακολούθηση και αξιολόγηση του έργου των υπαγόμενων στην αρμοδιότητά του οργανικών μονάδων του Υπουργείου Οικονομικών και των υπαλλήλων τους. Οι αρμοδιότητες που μεταβιβάζονται κατά το προηγούμενο εδάφιο δεν μπορούν να αναμεταβιβασθούν στον Υπουργό Οικονομικών με μεταγενέστερη κανονιστική διοικητική πράξη.

Με αποφάσεις του, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων μπορεί να μεταβιβάζει στους προϊσταμένους των οργανικών μονάδων και ειδικών αποκεντρωμένων υπηρεσιών που υπάγονται στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, τις αναγκαίες αρμοδιότητες προκειμένου αυτοί να ανταποκριθούν στους στόχους που τους τίθενται, όπως και να ανακαλεί τη μεταβίβαση αυτή των αρμοδιοτήτων, ανεξάρτητα του εάν έλαβε χώρα πριν ή μετά το διορισμό του. Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων ορίζει έναν από τους προϊσταμένους Γενικής Διεύθυνσης της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων να τον αναπληρώνει σε περίπτωση προσωρινής αδυναμίας εκπλήρωσης των καθηκόντων του, καθώς και για το χρονικό διάστημα από τη λήξη της θητείας του μέχρι το διορισμό του διαδόχου του.

γ. Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων υποβάλλει στη Βουλή μέσω του Υπουργού Οικονομικών ως το τέλος Φεβρουαρίου κάθε έτους αναλυτική ετήσια έκθεση απολογισμού και προγραμματισμού των δραστηριοτήτων της Γενικής Γραμματείας, η οποία συζητείται στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής κατά τα οριζόμενα στον Κανονισμό της Βουλής, και αναρτάται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών. Στην έκθεση δραστηριοτήτων δεν περιλαμβάνονται εξειδικευμένα στοιχεία, η γνωστοποίηση των οποίων μπορεί να παρεμποδίσει την υλοποίηση του προγράμματος και την επίτευξη των στόχων είσπραξης.

4. α. Ως Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων επιλέγεται πρόσωπο εγνωσμένου κύρους που διαθέτει: 1) Πτυχίο Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος και, κατά προτίμηση, μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στη φορολογική διοίκηση και το φορολογικό σύστημα εν γένει. 2) Σημαντική επαγγελματική εμπειρία κατά προτίμηση στον ιδιωτικό τομέα, στη φορολογική διοίκηση και το φορολογικό σύστημα. 3) Σημαντική διοικητική εμπειρία, σε θέσεις ευθύνης, σε διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού, κατάρτιση στρατηγικών σχεδίων, διαχείριση έργων και δραστηριοτήτων (project management), στοχοθεσία, συντονισμό ομάδων και παρακολούθηση επίτευξης στόχων. 4) Γνώση ξένων γλωσσών, ιδίως δε της Αγγλικής, που αποδεικνύεται από σπουδές, δημοσιεύσεις και άλλα πρόσφορα μέσα. 5) Ισχυρό ιστορικό φορολογικής συμμόρφωσης.

β. Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων επιλέγεται και διορίζεται για πενταετή θητεία με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από εισήγηση του Υπουργού Οικονομικών. Με την ανάληψη των καθηκόντων του ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων υπογράφει συμβόλαιο αποδοτικότητας με τον Υπουργό Οικονομικών, όπου περιλαμβάνονται οι υποχρεώσεις του και οι ποιοτικοί και ποσοτικοί στόχοι, οι οποίοι θα πρέπει να επιτευχθούν από τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων κατά τη διάρκεια της θητείας του, όπως επίσης και σε ετήσια βάση.

γ. Η θητεία του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων μπορεί να ανανεωθεί μία μόνο φορά με την ίδια διαδικασία.

δ. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 55 παρ. 13-16 του π.δ.63/2005, για την υποστήριξη του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων στην άσκηση των καθηκόντων του συνιστάται μια επιπλέον θέση διοικητικού υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ, δύο επιπλέον θέσεις ειδικού συμβούλου και δύο επιπλέον θέσεις ειδικού συνεργάτη.

5. Η θητεία του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων λήγει πρόωρα σε περίπτωση παραίτησης του Γενικού Γραμματέα καθώς και αυτοδίκαιης θέσης σε αργία κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 103 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν.3528/2007, Α' 26), όπως εκάστοτε ισχύει. Η θητεία του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων μπορεί επίσης να λήξει, με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου που εκδίδεται μετά από εισήγηση του Υπουργού Οικονομικών, σε περίπτωση μόνιμης αδυναμίας εκτέλεσης των καθηκόντων του λόγω νόσου ή αναπηρίας, σωματικής ή πνευματικής, όπως επίσης εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις δυνητικής θέσης σε αργία κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 104 του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως εκάστοτε ισχύει. Κατά την ίδια διαδικασία, ο Υπουργός Οικονομικών μπορεί να εισηγηθεί την πρόωρη λήξη της θητείας του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων σε περίπτωση προφανούς απόκλισης από την επίτευξη των τεθέντων στην παράγραφο 4 β του παρόντος άρθρου ποιοτικών και ποσοτικών στόχων, μετά την συμπλήρωση δύο ετών από την τοποθέτησή του. Μετά τη λήξη της θητείας του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων και μέχρι το διορισμό του διαδόχου του, ή σε περίπτωση προσωρινής αδυναμίας εκτέλεσης των καθηκόντων του, οι αρμοδιότητές του ασκούνται από τον Γενικό Διευθυντή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. Τα ενδιάμεσα αυτά διαστήματα δεν επιτρέπεται κατά κανόνα να υπερβαίνουν τους δύο μήνες.

6. α. Κατά τη διάρκεια της θητείας του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων αναστέλλεται η άσκηση οποιουδήποτε δημόσιου λειτουργήματος, καθώς και η άσκηση καθηκόντων σε οποιαδήποτε θέση στο Δημόσιο, Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ. και νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Επίσης αναστέλλεται η άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος και ο ίδιος οφείλει, πριν την ανάληψη των καθηκόντων του, να παύσει οποιαδήποτε έννομη σχέση με εταιρεία, από την οποία μπορεί να προκληθεί σύγκρουση συμφερόντων.

β. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να προβλέπεται ετήσια ειδική ανταμοιβή (bonus) του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ως ποσοστό επί των εισπράξεων της Γενικής Γραμματείας που υπερβαίνουν τον ετήσιο στόχο.

Ε.3. ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ

Στο ν. 2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας» (Α' 265) επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις:
1. α. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 73, η περίπτωση ιγ) αντικαθίσταται ως εξής:


«ΕΙΔΟΣ
ΚΩΔΙΚΟΣ
Σ.Ο.
ΠΟΣΟ ΦΟΡΟΥ ΣΕ ΕΥΡΩ
ΜΟΝΑΔΑ
ΕΠΙΒΟΛΗΣ
ιγ) Υγραέρια (LPG) που χρησιμοποιούνται ως καύσιμα κινητήρων 2711 12 11
έως και
2711 19 00
330
1.000 χιλιόγραμμα

β. Τα δύο πρώτα εδάφια της παραγράφου 5 του άρθρου 78 αντικαθίστανται ως εξής:
«5. Για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) κινητή¬ρων, της περίπτωσης στ' της παραγράφου 1 του άρθρου 73, το οποίο χρησιμοποιείται αποκλειστικά στη γεωργία, ο συντελεστής Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) ορί¬ζεται σε εξήντα έξι (66) ευρώ ανά χιλιόλιτρο. Κατά τη θέση σε ανάλωση του ως άνω προϊόντος, εφαρμόζεται ο συντελεστής Ε.Φ.Κ. της περίπτωσης στ' της παραγράφου 1 του άρθρου 73 και επιστρέφεται το ποσό του Ε.Φ.Κ. που υπολογίζεται με βάση τη διαφορά του συντελεστή της περίπτωσης στ' της παραγράφου 1 του άρθρου 73 και του ως άνω οριζόμενου συντελεστή των εξήντα έξι (66) ευρώ ανά χιλιόλιτρο.»

2. α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 96 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης των βιομηχανοποιημένων καπνών:
α) προκειμένου για τα τσιγάρα, αποτελείται από ένα πάγιο στοιχείο (πάγιος φόρος) που ορίζεται σε ποσό εκφρασμένο σε ευρώ ανά μονάδα προϊόντος και από ένα αναλογικό στοιχείο (αναλογικός φόρος) που ορίζεται σε ποσοστό επί της κατά μονάδα προϊόντος τιμής λιανικής πώλησης αυτών,
β) προκειμένου για το λεπτοκομμένο καπνό για την κατασκευή χειροποίητων τσιγάρων και τα άλλα καπνά για κάπνισμα ορίζεται σε ποσό εκφρασμένο σε ευρώ ανά χιλιόγραμμο καθαρού βάρους και
γ) προκειμένου για τα πούρα και τα πουράκια σε ποσοστό επί της κατά χιλιόγραμμο τιμής λιανικής πώλησης αυτών.»

β. Το άρθρο 97 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 97
Βάση υπολογισμού και συντελεστές του φόρου
Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης που επιβάλλεται στα βιομηχανοποιημένα καπνά υπολογίζεται ως εξής:
1. Στα τσιγάρα και τα προϊόντα που εξομοιώνονται με αυτά ο ειδικός φόρος κατανάλωσης διαρθρώνεται:
α) σε ένα πάγιο φόρο ο οποίος επιβάλλεται ανά μονάδα προϊόντος, το ποσό του οποίου είναι 80 ευρώ ανά χίλια (1.000) τεμάχια τσιγάρων (1 φορολογική μονάδα) και είναι το ίδιο για όλες τις κατηγορίες τσιγάρων, και
β) σε έναν αναλογικό φόρο, ο συντελεστής του οποίου είναι 20% και υπολογίζεται στην τιμή λιανικής πώλησης χιλίων (1.000) τεμαχίων τσιγάρων (1 φορολογική μονάδα) και είναι ο ίδιος για όλες τις κατηγορίες τσιγάρων.
Το συνολικό ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που υπολογίζεται σύμφωνα με τις ανωτέρω περιπτώσεις α' και β' δεν μπορεί να είναι κατώτερο των 115 ευρώ ανά χίλια (1.000) τεμάχια τσιγάρων (1 φορολογική μονάδα).
2. Στα πούρα ή στα πουράκια ο συντελεστής του ειδι¬κού φόρου κατανάλωσης ορίζεται σε ποσοστό 34% επί της κατά χιλιόγραμμο τιμής λιανικής πώλησής τους.
3. Στο λεπτοκομμένο καπνό, ο οποίος προορίζεται για την κατασκευή χειροποίητων τσιγάρων, ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης ορίζεται στα 153 ευρώ ανά χιλιόγραμμο καθαρού βάρους.
4. Στα άλλα καπνά για κάπνισμα, ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης ορίζεται στα 153 ευρώ ανά χιλιόγραμμο καθαρού βάρους.
5. Για τα τσιγάρα, τα πούρα και πουράκια που παράγονται κατόπιν ειδικής παραγγελίας και δεν προορίζονται για εμπορία, καθώς και τα όμοια προϊόντα που διατίθενται δωρεάν για σκοπούς έρευνας αγοράς, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους, συσκευασμένα σε λευκά πακέτα χωρίς ενδείξεις και τιμή λιανικής πώλησης, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης υπολογίζεται στην ανώτατη τιμή λιανικής πώλησης των ομοειδών προϊόντων της επιχείρησης που τα παράγει ή τα διαθέτει στην αγορά, εκτός αν έχει συμφωνηθεί μεγαλύτερη τιμή.
6. Για τα τσιγάρα, τα πούρα και πουράκια που αποτελούν αντικείμενο λαθρεμπορίας και δεν έχει καθοριστεί η τιμή λιανικής πώλησης αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 100 του παρόντα Κώδικα, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης υπολογίζεται, προκειμένου για τσιγάρα στη σταθμισμένη μέση τιμή λιανικής πώλησης που κα¬θορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 και ισχύει κάθε φορά, προσαυξημένη κατά δέκα τοις εκατό (10%), και για τα πούρα και τα πουράκια στην ανώτατη τιμή λιανικής πώλησης των ομοειδών προϊόντων που κυκλοφορούν στο εσωτερικό της χώρας
7. Για τα τσιγάρα, τα πούρα και τα πουράκια που διακινούνται υπό καθεστώς αναστολής και δεν έχει καθοριστεί η τιμή λιανικής πώλησης αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 100 του παρόντα Κώδικα, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης υπολογίζεται, για τους σκοπούς της παραγράφου 6 του άρθρου 112, προκειμένου για τσιγάρα στη σταθμισμένη μέση τιμή λιανικής πώλησης που καθορί¬ζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 και ισχύει κάθε φορά και για τα πούρα και τα πουράκια στην ανώτατη τιμή λιανικής πώλησης των ομοειδών προϊόντων που κυκλοφορούν στο εσωτερικό της χώρας.»
8. Η σταθμισμένη μέση τιμή λιανικής πώλησης των τσιγάρων υπολογίζεται, σύμφωνα με τα στοιχεία φορολογίας που είναι γνωστά κατά την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους, με αναγωγή στη συνολική αξία όλων των τσιγάρων που τίθενται σε ανάλωση, βάσει της λιανικής τιμής πώλησης, περιλαμβανομένων όλων των φόρων, διαιρούμενη δια της συνολικής ποσότητας των τσιγάρων που τίθενται σε ανάλωση.
Η σταθμισμένη μέση τιμή λιανικής πώλησης των τσιγάρων καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών βάσει των δεδομένων που αφορούν τις συνολικές ποσότητες που τέθηκαν σε ανάλωση κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος και η έναρξη εφαρμογής της ορίζεται μεταξύ 1ης και 31ης Ιανουαρίου κάθε έτους.»

γ. Το άρθρο 98 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 98
Βάση υπολογισμού του φόρου μικροποσοτήτων
βιομηχανοποιημένων καπνών για ατομική χρήση
«1. Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) των βιομηχανοποιημένων καπνών που κατέχονται από ιδιώτες και εισάγονται από τρίτες χώρες, αποκλειστικά για ατομική χρήση του προσώπου που τα κατέχει, σε ποσότητα μεγαλύτερη από εκείνη που επιτρέπεται ατελώς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και η οποία δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από χίλια (1.000) τεμάχια, προκειμένου για τσιγάρα ή 500 γραμμάρια μικτού βάρους, προκειμένου για τα λοιπά προϊόντα, υπολογίζεται για τα τσιγάρα και τα πούρα και πουράκια με βάση πλασματικές τιμές λιανικής πώλησης που καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών.
2. Με όμοιες αποφάσεις καθορίζονται οι πλασματικές τιμές λιανικής πώλησης για τα τσιγάρα, τα πούρα και τα πουράκια που παραλαμβάνονται στο εσωτερικό της χώρας με ταχυδρομικά δέματα, για αποκλειστική χρήση των παραληπτών τους και σε ποσότητες μέχρι αυτές που αναγράφονται στην πρώτη παράγραφο.»

3. Η ισχύς των διατάξεων της υποπαραγράφου Ε.3. αρχίζει από την κατάθεση του σχεδίου νόμου στη Βουλή.

Ε.4. ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΚΩΔΙΚΑ Φ.Π.Α.

1. Τα δύο πρώτα εδάφια της παραγράφου 2 του άρθρου 41 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000), όπως ισχύουν, αντικαθίστανται, ως εξής:
«2. Η επιστροφή του φόρου ενεργείται από το Δημόσιο με καταβολή στον αγρότη ποσού, το οποίο προκύπτει με την εφαρμογή κατ' αποκοπή συντελεστή έξι τοις εκατό (6%), στην αξία των παραδιδόμενων αγροτικών προϊόντων και των παρεχόμενων αγροτικών υπηρεσιών του Παραρτήματος IV του παρόντος προς άλλους υποκείμενους στο φόρο, εκτός των αγροτών που υπάγονται στο καθεστώς του παρόντος άρθρου. Για την πραγματοποίηση της επιστροφής αυτής υποβάλλεται δήλωση – αίτηση επιστροφής.
Ειδικά για πωλήσεις αγροτικών προϊόντων δικής τους παραγωγής που πραγματοποιούνται από αγρότες του παρόντος άρθρου από δικό τους κατάστημα ή από λαϊκές αγορές ή εξάγονται ή παραδίδονται σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε., η επιστροφή πραγματοποιείται με την εφαρμογή κατ' αποκοπή συντελεστή τρία τοις εκατό (3%) στην αξία των εν λόγω πωλήσεων, όπως αυτή προκύπτει από το τηρούμενο βιβλίο εσόδων εξόδων.»

2. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 41 του Κώδικα Φ.Π.Α., όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου ισχύει για αιτήσεις επιστροφής που θα υποβληθούν από 1.1.2013 και μεταγενέστερα, καθώς και για πωλήσεις αγροτικών προϊόντων που θα πραγματοποιηθούν υπό το κανονικό καθεστώς από 1.1.2013.


Ε.5. ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ Ν.718/1977

1. Το άρθρο 1 του ν. 718/1977 (Α' 304) αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 1
Εκτελωνιστικές εργασίες – Τελωνειακός αντιπρόσωπος – Εξουσιοδότηση.

1. Εκτελωνιστικές εργασίες είναι οι κατά τις κείμενες διατάξεις και κανονισμούς απαιτούμενες πάσης φύσεως διατυπώσεις ενώπιον των Τελωνειακών Αρχών προκειμένου για την εισαγωγή και εξαγωγή εμπορευμάτων.
Στις εκτελωνιστικές εργασίες συμπεριλαμβάνονται και οι διαδικασίες για τη διακίνηση των υποκειμένων σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) και Τέλους Ταξινόμησης κοινοτικών εμπορευμάτων, ως επίσης και οι διαδικασίες για την καταβολή του Ε.Φ.Κ. και του Τέλους Ταξινόμησης.
Οι εκτελωνιστικές εργασίες μπορούν να διενεργούνται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, εγκαταστημένα σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αρκεί να διαθέτουν ενεργό ελληνικό Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) ή αριθμό καταχώρισης και αναγνώρισης οικονομικών φορέων EORI (Economic Operators' Registration and Identification System).

2. Κάθε πρόσωπο μπορεί να ορίσει τελωνειακό αντιπρόσωπο. Η εν λόγω αντιπροσώπευση μπορεί να είναι είτε άμεση, οπότε ο τελωνειακός αντιπρόσωπος ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, είτε έμμεση, οπότε ο τελωνειακός αντιπρόσωπος ενεργεί στο δικό του όνομα, αλλά για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.
Ο τελωνειακός αντιπρόσωπος πρέπει να είναι εγκατεστημένος στο τελωνειακό έδαφος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ).
Κατά τις συναλλαγές του με τις τελωνειακές αρχές, ο τελωνειακός αντιπρόσωπος αναφέρει ότι ενεργεί στο όνομα του αντιπροσωπευόμενου και διευκρινίζει ρητώς κατά πόσον η αντιπροσώπευση είναι άμεση ή έμμεση.
Το πρόσωπο που δεν δηλώνει ότι ενεργεί ως τελωνειακός αντιπρόσωπος ή που δηλώνει ότι ενεργεί ως τελωνειακός αντιπρόσωπος χωρίς να έχει σχετική έγγραφη εξουσιοδότηση, θεωρείται ότι ενεργεί στο δικό του όνομα και για ίδιο λογαριασμό.

3. Οι τελωνειακές Αρχές μπορούν να ζητήσουν από οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο δηλώνει ότι ενεργεί ως τελωνειακός αντιπρόσωπος, να παρουσιάσει έγγραφη εξουσιοδότηση του προσώπου που αντιπροσωπεύει.».

2. Η παράγραφος 1 του άρθρου 2 του ν. 718/1977 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Οι κατά κύριο επάγγελμα εκτελωνιστικές εργασίες ασκούνται ελεύθερα υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 του παρόντος.»

3. Το άρθρο 3 του ν. 718/1977 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Οι εκτελωνιστικές εργασίες ενεργούνται:
α. Προκειμένου για εμπορεύματα που ανήκουν σε φυσικά πρόσωπα από τον δικαιούχο αυτών αυτοπροσώπως ή από τρίτο πρόσωπο με εξουσιοδότηση.
β. Προκειμένου για εμπορεύματα που ανήκουν σε νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, ημεδαπά ή αλλοδαπά, από το νόμιμο εκπρόσωπο αυτών ή από τρίτο πρόσωπο με εξουσιοδότηση.
2. Κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου:
α. Φυσικά πρόσωπα που ενεργούν κατά κύριο επάγγελμα εκτελωνιστικές εργασίες νοούνται ως εκτελωνιστές. Οι εκτελωνιστές υποχρεούνται στην απόκτηση πιστοποίησης επάρκειας εκτελωνιστή.
β. Νομικά πρόσωπα που ενεργούν κατά κύρια δραστηριότητα εκτελωνιστικές εργασίες νοούνται ως εκτελωνιστικές επιχειρήσεις. Στις εκτελωνιστικές επιχειρήσεις υποχρεωτικά συμμετέχει ή απασχολείται με οποιαδήποτε σχέση απασχόλησης ένας τουλάχιστον εκτελωνιστής.
3. Οι ανωτέρω διατάξεις δεν αποκλείουν κανένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων από τη διενέργεια με οποιαδήποτε συχνότητα εκτελωνιστικών εργασιών.»

4. Η παράγραφος 1 του άρθρου 5 του ν. 718/1977 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Τα πρόσωπα που ενεργούν εκτελωνιστικές εργασίες μπορούν να δραστηριοποιούνται σε ολόκληρη την Ελληνική Επικράτεια, σε μία ή περισσότερες Τελωνειακές Περιφέρειες της χώρας.
Για τις ανάγκες της άσκησης της εποπτείας και της πειθαρχικής εξουσίας κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί εκτελωνιστικές εργασίες εγγράφεται στο Μητρώο μόνον της Τελωνειακής Περιφέρειας, στην οποία εδρεύει. Η Επικράτεια διαιρείται στις ακόλουθες Τελωνειακές Περιφέρειες:
α. Τελωνειακή Περιφέρεια Πειραιώς που έχει έδρα τον Πειραιά, στη Διεύθυνση Τελωνείων Αττικής και περιλαμβάνει την Περιφέρεια Αττικής, τις Περιφερειακές Ενότητες (Π.Ε.) Αργολίδας και Κορινθίας της Περιφέρειας Πελοποννήσου, τις Π.Ε. Βοιωτίας, Ευβοίας και Φθιώτιδας της Περιφέρειας Κεντρικής Ελλάδος και τις Π.Ε. Άνδρου, Θήρας, Κέας - Κύθνου, Μήλου, Μυκόνου, Νάξου, Πάρου, Σύρου και Τήνου (τέως Νομό Κυκλάδων) της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου.
β. Τελωνειακή Περιφέρεια Θεσσαλονίκης που έχει έδρα τη Θεσσαλονίκη, στη Διεύθυνση Τελωνείων Θεσσαλονίκης και περιλαμβάνει τη Μητροπολιτική Ενότητα Θεσσαλονίκης, τις Π.Ε. Ημαθίας, Κιλκίς, Πέλλας, Πιερίας, Σερρών και Χαλκιδικής της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και τις Π.Ε. Καστοριάς, Κοζάνης και Φλώρινας της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας.
γ. Τελωνειακή Περιφέρεια Πατρών που έχει έδρα την Πάτρα, στη Διεύθυνση Τελωνείου Πατρών και περιλαμβάνει όλες τις Π.Ε. της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, τις Π.Ε. Φωκίδας και Ευρυτανίας, τις Π.Ε. Ζακύνθου, Ιθάκης, Κεφαλληνίας και Λευκάδας της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων.
δ. Τελωνειακή Περιφέρεια Βόλου που έχει έδρα το Βόλο, στη Διεύθυνση Τελωνείου Βόλου και περιλαμβάνει όλες τις Π.Ε. της Περιφέρειας Θεσσαλίας.
ε. Τελωνειακή Περιφέρεια Καλαμάτας που έχει έδρα την Καλαμάτα, στη Διεύθυνση Τελωνείου Καλαμάτας και περιλαμβάνει τις Π.Ε. Αρκαδίας, Λακωνίας και Μεσσηνίας της Περιφέρειας Πελοποννήσου.
στ. Τελωνειακή Περιφέρεια Καβάλας που έχει έδρα την Καβάλα, στη Διεύθυνση Τελωνείου Καβάλας και περιλαμβάνει τις Π.Ε. Δράμας Καβάλας και Ξάνθης της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας & Θράκης.
ζ. Τελωνειακή Περιφέρεια Αλεξανδρούπολης που έχει έδρα την Αλεξανδρούπολη, στη Διεύθυνση Τελωνείου Αλεξανδρούπολης και περιλαμβάνει τις Π.Ε. Έβρου και Ροδόπης της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας & Θράκης.
η. Τελωνειακή Περιφέρεια Ηρακλείου που έχει έδρα το Ηράκλειο Κρήτης, στη Διεύθυνση Τελωνείου Ηρακλείου και περιλαμβάνει όλες τις Π.Ε. της Περιφέρειας Κρήτης.
θ. Τελωνειακή Περιφέρεια Κέρκυρας που έχει έδρα την Πόλη της Κέρκυρας, στη Διεύθυνση Τελωνείου Κερκύρας και περιλαμβάνει την Π.Ε. Κέρκυρας της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων και όλες τις Π.Ε. της Περιφέρειας Ηπείρου.
ι. Τελωνειακή Περιφέρεια Ρόδου που έχει έδρα την Πόλη της Ρόδου, στη Διεύθυνση Τελωνείου Ρόδου και περιλαμβάνει τις Π.Ε. Καλύμνου, Καρπάθου, Κω και Ρόδου (τέως Νομό Δωδεκανήσου) της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου.
ια. Τελωνειακή Περιφέρεια Μυτιλήνης που έχει έδρα τη Μυτιλήνη, στη Διεύθυνση Τελωνείου Μυτιλήνης και περιλαμβάνει όλες τις Π.Ε. της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να αυξάνεται ή να μειώνεται ο αριθμός των ανωτέρω Τελωνειακών Περιφερειών ή να μεταβάλλονται τα όρια ή η έδρα τούτων, όπως και να καθορίζεται κάθε σχετικό ζήτημα , κάθε διαδικαστικό θέμα ή αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.
Ο εκάστοτε επικαιροποιημένος κατάλογος των εκτελωνιστών που εδρεύουν σε κάθε Τελωνειακή Περιφέρεια με πλήρη τα στοιχεία επικοινωνίας τους αναρτάται στο δικτυακό τόπο της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων του Υπουργείου Οικονομικών. Την ευθύνη παροχής στο Υπουργείο των ορθών στοιχείων των εκτελωνιστών έχει κάθε Τελωνειακή Περιφέρεια.».

5. Οι παράγραφοι 3, 4 και 5 του άρθρου 5 του ν. 718/1977 καταργούνται.

6. Το άρθρο 7 του ν. 718/1977 τροποποιείται ως εξής:

α. Ο τίτλος του άρθρου 7 αντικαθίσταται με τον τίτλο «Προσόντα - Διαγωνισμός για την απόκτηση πιστοποίησης επάρκειας εκτελωνιστή».

β. Η περίπτωση α' της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 718/1977 αντικαθίσταται ως εξής:
«α) Να είναι έλληνες πολίτες ή πολίτες άλλου κράτους μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.).».
γ. Οι περιπτώσεις, γ' και δ' της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 718/1977 καταργούνται.

δ. Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του ν. 718/1977 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Η συνδρομή των ανωτέρω υπό ε', στ' και ζ' προϋποθέσεων βεβαιώνεται με υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 του ενδιαφερομένου.»

ε. Η παράγραφος 2 του άρθρου 7 του ν. 718/1977 καταργείται.

7. Το άρθρο 8 του ν. 718/1977 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 8
Διαγωνισμός – Απόκτηση πιστοποίησης επάρκειας εκτελωνιστή

1. Ο διαγωνισμός για την απόκτηση πιστοποίησης επάρκειας εκτελωνιστή διενεργείται κάθε έτος, σε κάθε Τελωνειακή Περιφέρεια, χωρίς κανέναν περιορισμό στον αριθμό των αιτούντων συμμετοχή στο διαγωνισμό. Η προκήρυξη του διαγωνισμού δημοσιεύεται, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2, τουλάχιστον εξήντα (60) ημέρες πριν από την διεξαγωγή του.
2. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που εκδίδεται εντός εξαμήνου από την δημοσίευση του παρόντος και υπό την επιφύλαξη τήρησης των διατάξεων του Ν.3919/2011 καθορίζονται: α) ο χρόνος, ο τόπος, ο τρόπος και τα όργανα διενέργειας των διαγωνισμών και εκδόσεων των αποτελεσμάτων, β) τα υποβλητέα δικαιολογητικά και ο χρόνος υποβολής αυτών, γ) το ποσό των καταβλητέων εξέταστρων και ο τρόπος κατανομής αυτών, δ) τα εξεταστέα μαθήματα, η εξεταστέα ύλη και ο τρόπος επιλογής των θεμάτων, ε) ο τύπος, ο τρόπος και ο χρόνος χορήγησης των πτυχίων και στ) κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.».

8. Το άρθρο 9 του ν. 718/1977 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 9
Απόκτηση πιστοποίησης επάρκειας εκτελωνιστή
Οι επιτυχόντες στον κατά το άρθρ. 8 του παρόντος διαγωνισμό λαμβάνουν επίσημη πιστοποίηση επάρκειας για την κατά κύριο επάγγελμα διενέργεια εκτελωνιστικών εργασιών σε όλες τις Τελωνειακές Περιφέρειες της χώρας.»

9. α. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 10 του ν. 718/1977 αντικαθίστανται ως εξής:
«2. Οι εκτελωνιστές κατά την εκτέλεση των εκτελωνιστικών εργασιών εκπροσωπούν τον εντολέα αυτών ενώπιων των τελωνειακών αρχών, με άμεση ή έμμεση αντιπροσώπευση.

3. Όλα τα συντασσόμενα από τον εκτελωνιστή τελωνειακά έγγραφα πρέπει απαραιτήτως, πέραν της υπογραφής του, να φέρουν και σφραγίδα που θα αναγράφει το ονοματεπώνυμο αυτού, τον Α.Φ.Μ. του, τα στοιχεία επικοινωνίας αυτού (τουλάχιστον διεύθυνση κατοικίας ή έδρας, αριθμό τηλεφώνου και διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου), καθώς και την επωνυμία της εταιρείας στην περίπτωση που μετέχει σε τέτοια.»

β. Η παράγραφος 4 του άρθρου 10 του ν. 718/1977 καταργείται.

10. α. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του ν. 718/1977 τροποποιείται ως εξής:
«Ο εκτελωνιστής αποδέχεται με την υπογραφή του την εντολή εκτελωνισμού πριν την κατάθεσή της στην οικεία Τελωνειακή Αρχή.»

β. Η παράγραφος 4 του άρθρου 11 του ν. 718/1977 καταργείται.

11. α. Ο τίτλος του άρθρου 12 του ν. 718/1977, αντικαθίσταται ως εξής: «Ευθύνη έναντι του Δημοσίου».

β. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1, του άρθρου 12 του ν. 718/1977 αντικαθίσταται ως εξής:
«Τα πρόσωπα που διενεργούν εκτελωνιστικές εργασίες, σύμφωνα με το άρθρο 1 και 3 είναι εις ολόκληρον υπόχρεοι μετά του δικαιούχου του εμπορεύματος έναντι του Δημοσίου, ως ακολούθως:…..».

γ. Η παρ.2 του άρθρου ν.718/77 αντικαθίσταται ως εξής:
«Η προς καταβολή υποχρέωση των προσώπων που διενεργούν εκτελωνιστικές εργασίες κατά την προηγούμενη παράγραφο υφίσταται εφόσον οι καταλογιστικές πράξεις κοινοποιήθηκαν εντός τεσσάρων ετών από της αρχικής χρεώσεως και επί πλέον η κοινοποίηση αυτή πραγματοποιήθηκε σε αυτούς κατά τον ίδιο χρόνο με την προς τους εντολείς αυτών, η δε εξόφληση από τους εντολείς δεν συντελέσθηκε εντός εξαμήνου από την κοινοποίηση.»

12. Οι περιπτώσεις α', δ', ε', ς', ζ', θ', ιδ, ιε', ις', ιη,' κ', κα, κγ της παρ. 1 και οι παράγραφοι 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 13 του ν. 718/1977 καταργούνται.

13. α. Η παράγραφος 2 του άρθρου 16 του ν. 718/1977 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Την επί των εκτελωνιστών πειθαρχική εξουσία ασκεί ο υπουργός Οικονομικών μέσω του κατά το άρθρο 20 Πειθαρχικού Συμβουλίου Εκτελωνιστών.».

β. Η παράγραφος 3 του άρθρου 16 του ν. 718/1977 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Η πειθαρχική δίωξη εκτελωνιστή ασκείται αυτεπαγγέλτως ή με εντολή του Υπουργού Οικονομικών ή κατόπιν έγγραφης αναφοράς ή καταγγελίας των Επιθεωρητών Τελωνείων και των Προϊσταμένων των Τελωνειακών Περιφερειών και των τελωνειακών Αρχών, καθώς και κάθε τελωνειακού υπαλλήλου ή άλλης Δημόσιας Αρχής ή κατόπιν αίτησης του κυρίου του εμπορεύματος και κάθε ιδιώτη που έχει έννομο συμφέρον.».

γ. Η παράγραφος 4 του άρθρου 16 του ν. 718/1977 αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται είναι: α) πρόστιμο μέχρι 50.000,00 ευρώ, β) προσωρινή ανάκληση της πιστοποίησης επάρκειας εκτελωνιστή για χρονικό διάστημα μέχρι τέσσερα (4) έτη και γ) οριστική ανάκληση της πιστοποίησης επάρκειας εκτελωνιστή.».

δ. Η παράγραφος 10 του άρθρου 16 του ν. 718/1977 αντικαθίσταται ως εξής:
«10. Τα επιβαλλόμενα πρόστιμα βεβαιώνονται και εισπράττονται ως έσοδα του Δημοσίου κατά τον Κώδικα περί Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ).».

ε. Οι παράγραφοι 5, 6, 7, 8, 9, 11 και 12 του άρθρου 16 του ν. 718/1977 καταργούνται.

14. α. Η περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του ν. 718/1977 αντικαθίσταται ως εξής:

«α. Για διάπραξη ποινικώς κολασίμου αδικήματος που ανάγεται στην εκτέλεση του επαγγέλματος του εκτελωνιστή ή λόγω αυτής.».

β. Η περίπτωση β' της παραγράφου 2 του άρθρου 17 του ν.718/77 καταργείται.

15. Στο τέλος της παραγράφου 10 του άρθρου 20 του ν. 718/1977 προστίθεται παράγραφος 11 που έχει ως εξής:
«11. Για τη συμμετοχή των μελών στο Συμβούλιο δεν προβλέπεται καμία πρόσθετη αμοιβή ή αποζημίωση.»

16. α. Η παράγραφος 2 του άρθρου 21 του ν. 718/1977 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Προς εφαρμογή των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου, οι εκτελωνιστές υποχρεούνται να υποβάλουν στην οικεία τους Τελωνειακή Περιφέρεια, εντός του μηνός Ιανουαρίου κάθε έτους υπεύθυνη δήλωση του ν.1599/1986 ότι δεν καταδικάσθηκαν, ούτε έχουν παραπεμφθεί στο ακροατήριο δικαστηρίου για αδικήματα της παρ. 1 του παρόντος άρθρου και ότι εξακολουθούν να συγκεντρώνουν όλα τα προσόντα που προβλέπονται από το άρθρο 7.».

β. Η παράγραφος 3 του άρθρου 21 του ν. 718/1977 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Όσοι εκτελωνιστές δεν υποβάλλουν εντός της τασσόμενης προθεσμίας την υπεύθυνη δήλωση, με απόφαση στερούνται αυτοδικαίως και προσωρινώς το δικαίωμα άσκησης του επαγγέλματός του εκτελωνιστή μέχρι την προσκόμισή της αρμοδίως στην οικεία τους Τελωνειακή Περιφέρεια.».

γ. Οι παράγραφοι 4 έως και 8 του άρθρου 21 του ν. 718/1977 καταργούνται.

17. Η παράγραφος 2 του άρθρου 26 του ν. 718/1977 τροποποιείται ως εξής:
α. Όπου στο ν. 718/77 αναφέρεται ο όρος «Άδεια Ασκήσεως επαγγέλματος εκτελωνιστή» ή «Πτυχίο» αυτός αντικαθίσταται με τον όρο «Πιστοποίηση επάρκειας εκτελωνιστή» και όπου αναφέρεται ο όρος «Επιτροπή», αυτός αντικαθίσταται με τον όρο «Τελωνειακή Περιφέρεια».
β. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 26 του ν. 718/1977 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:
«3. Η αρμοδιότητα για την οριστική διεκπεραίωση πειθαρχικών υποθέσεων εκτελωνιστών που εκκρεμούν στις Επιτροπές του άρθρου 18 που καταργούνται, περιέρχεται στο Πειθαρχικό Συμβούλιο Εκτελωνιστών.».

18. Τα άρθρα 4, 15, 18, 19, 22, 23, 24, 25, 27, 28, 29, 30 και 31 του ν. 718/1977 καταργούνται.

E.6. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΤΟΥ ΟΡΚΩΤΟΥ ΕΚΤΙΜΗΤΗ

1. Ως Ορκωτός Εκτιμητής μπορεί να οριστεί οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει την ιθαγένεια ή την έδρα του αντίστοιχα σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο αριθμός των ορκωτών εκτιμητών και των βοηθών ορκωτών εκτιμητών που δραστηριοποιούνται στην Ελληνική επικράτεια είναι απεριόριστος. Η παράγραφος 1 του άρθρου 7 του π.δ.279/1979 (Α' 81) και η περίπτωση β' της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του π.δ.140/1990 (Α' 55), το οποίο αντικατέστησε τις παραγράφους 1 και 2 του αρ. 6 του Π. Δ. 279/1979 (Α' 81), καταργούνται.

2. Ο καθορισμός της αμοιβής για την παροχή εκτιμητικών υπηρεσιών γίνεται ελεύθερα με κοινή συμφωνία των μερών. Η παράγραφος 1 του αρ. 11 του π.δ.279/1979 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. 140/1990 και η περίπτωση γ' της παραγράφου 4 του αρ. 7 του π.δ. 279/1979, όπως προστέθηκε με το άρ. 3 του π.δ. 140/1990, το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 4 του αρ. 15 του ν. 820/1978 (Α' 174), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του αρ. 4 του ν. 979/1979 (Α' 234), καθώς και οποιαδήποτε άλλη νομοθετική διάταξη, απόφαση ή πράξη περιέχει ρυθμίσεις αντίθετες προς τα ανωτέρω, καταργούνται. Επίσης, καταργείται η παράγραφος 6 του άρθρου 39 του ν.1041/1980 (Α' 75) που προβλέπει την απαλλαγή του Δημοσίου από την καταβολή δαπάνης εκτιμήσεως.

3. Η παράγραφος 3 του άρθρου 39 του ν.1041/1980 (Α' 75), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, καθώς και το άρθρο 4 του π.δ. 140/1990 (Α' 55) καταργούνται, κατά το μέρος που στις διατάξεις αυτές προβλέπεται εκτίμηση αποκλειστικά από το Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών. Επίσης, καταργείται οποιαδήποτε άλλη διάταξη, απόφαση ή πράξη κατά το μέρος που προβλέπει την παροχή συγκεκριμένης εκτιμητικής υπηρεσίας υποχρεωτικά από μέλος του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών ή από ομάδα ή επιτροπή στην οποία συμμετέχει υποχρεωτικά μέλος του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών.

Ε.7. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΕΛΩΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ, ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΟΦΕΙΛΩΝ ΑΠΟ ΤΕΛΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΟΧΗΜΑΤΩΝ

1. Η είσπραξη των τελών κυκλοφορίας αυτοκινήτων οχημάτων γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του ν. 2362/1995 (Α' 247) «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις».
Τα τέλη κυκλοφορίας εισπράττονται κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Νοεμβρίου έως την 31η Δεκεμβρίου του προηγουμένου έτους εκείνου στο οποίο αφορούν. Εξαιρετικά για το πρώτο έτος εφαρμογής η καταβολή των τελών κυκλοφορίας θα αρχίσει την 15η Νοεμβρίου 2012.
Οι κάτοχοι των αυτοκινήτων οχημάτων είναι υπόχρεοι στην καταβολή των τελών κυκλοφορίας, που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη ενημέρωση αυτών.
Ειδικά για τα οχήματα που τίθενται για πρώτη φορά σε κυκλοφορία, τα τέλη κυκλοφορίας καταβάλλονται πριν από τη χορήγηση της άδειας κυκλοφορίας.
Σε περίπτωση αλλαγής των χαρακτηριστικών οποιουδήποτε οχήματος, βάσει της οποίας μεταβάλλεται το ύψος των τελών κυκλοφορίας, τα νέα τέλη οφείλονται από το επόμενο ημερολογιακό έτος.
Σε περίπτωση εκπρόθεσμης καταβολής, μη καταβολής ή καταβολής μειωμένων τελών κυκλοφορίας, με υπαιτιότητα του φορολογουμένου, καταβάλλεται αυτοτελές πρόστιμο ίσο με τα τέλη κυκλοφορίας. Το πρόστιμο αυτό μειώνεται στο ήμισυ των τελών κυκλοφορίας, προκειμένου για οχήματα των περιπτώσεων Α.γ, Α.δ, Β.α, Β.β, Β.γ και Β.δ της παρ. 1 του άρθρου 20 του ν.2948/2001 (242 Α'), όπως ισχύει. Πάντως, το πρόστιμο για μη καταβολή τελών κυκλοφορίας δεν μπορεί να είναι κατώτερο των 30,00 ευρώ.
Ο τρόπος, η διαδικασία, τα αρμόδια για την είσπραξη όργανα και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια αναφορικά με την καταβολή των τελών κυκλοφορίας και των τυχόν κατά περίπτωση οφειλομένων προστίμων και την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσης παραγράφου, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Με όμοια απόφαση είναι επίσης δυνατόν να παρατείνεται η προβλεπόμενη στην παράγραφο αυτή προθεσμία καταβολής των τελών κυκλοφορίας.

2. Για τα ποσά των τελών κυκλοφορίας που δεν έχουν καταβληθεί έως την καταληκτική προθεσμία πληρωμής τους, καθώς και για τα τυχόν οφειλόμενα πρόστιμα, δημιουργούνται χρηματικοί κατάλογοι από την Γ.Γ.Π.Σ. για λογαριασμό των αρμοδίων Δ.Ο.Υ ή από τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ., κατά περίπτωση.
Αρμόδιος για τη βεβαίωση των οφειλομένων τελών κυκλοφορίας και προστίμων είναι ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. που, κατά το χρόνο βεβαίωσης αυτών, είναι αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματος του κατόχου του οχήματος.
Τα οφειλόμενα ποσά τελών κυκλοφορίας του τρέχοντος κάθε φορά έτους, καθώς και τα αντίστοιχα πρόστιμα βεβαιώνονται εφάπαξ.
Για την είσπραξη ή τη βεβαίωση των κατά περίπτωση οφειλομένων προστίμων, δεν απαιτείται η έκδοση απόφασης του Προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο τρόπος βεβαίωσης και καταβολής των οφειλομένων τελών κυκλοφορίας και προστίμων και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής.

3. Τα όργανα της Αστυνομικής Αρχής προβαίνουν σε έλεγχο των οφειλομένων τελών κυκλοφορίας, μέσω εφαρμογών διαλειτουργικότητας με τα συστήματα της Γ.Γ.Π.Σ. Στις περιπτώσεις οφειλής τελών κυκλοφορίας αφαιρούνται οι πινακίδες και η άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου οχήματος με πράξη της Αστυνομικής Αρχής, από την οποία επιστρέφονται μόνο εάν ο ενδιαφερόμενος προσκομίσει το αποδεικτικό καταβολής των τελών κυκλοφορίας, καθώς και του οφειλομένου, κατά περίπτωση, προστίμου ή αποδεικτικό στοιχείο περί μη οφειλής τελών κυκλοφορίας.
Εφόσον τα αφαιρεθέντα στοιχεία κυκλοφορίας δεν έχουν παραληφθεί από τους ενδιαφερομένους, μετά την παρέλευση εξαμήνου, αποστέλλονται από την αστυνομική αρχή στις αρμόδιες Υπηρεσίες της οικείας Περιφέρειας με σχετική ενημέρωση των ενδιαφερομένων.
Οι Υπηρεσίες αυτές δεν επιστρέφουν τα στοιχεία κυκλοφορίας, εάν ο ενδιαφερόμενος δεν προσκομίσει τα προσδιοριζόμενα στο πρώτο εδάφιο αποδεικτικά στοιχεία.
Με κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Προστασίας του Πολίτη μπορεί να καθορίζονται το ποσοστό επί του εισπραττομένου, κατά περίπτωση, προστίμου, λόγω μη καταβολής τελών κυκλοφορίας, το οποίο θα αποδίδεται στο Ταμείο Αλληλοβοηθείας των Αστυνομικών Αρχών, ο τρόπος απόδοσης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με τον τρόπο αφαίρεσης και επιστροφής των στοιχείων κυκλοφορίας των αυτοκινήτων οχημάτων.
Επίσης, ο Προϊστάμενος της αρμόδιας Δ.Ο Υ, δύναται με έγγραφό του να ζητά να αφαιρούνται με πράξη των Αστυνομικών Αρχών, οι πινακίδες και η άδεια κυκλοφορίας αυτοκινήτου οχήματος, σε περίπτωση κυκλοφορίας αυτοκινήτου οχήματος για το οποίο δεν έχουν καταβληθεί τα οφειλόμενα τέλη κυκλοφορίας.

4. Το ποσό των τελών κυκλοφορίας των αυτοκινήτων οχημάτων που καταβάλλεται όπως ορίζεται με τις ισχύουσες περί τελών κυκλοφορίας διατάξεις αποτελεί στο σύνολό του έσοδο του Δημοσίου.

5. Το τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 36 του ν. 2093/1992 (A' 181), όπως ισχύει με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 2214/1994 (A' 75) αντικαθίσταται ως εξής:
«Η ακινησία δεν αίρεται εάν ο κάτοχος του οχήματος δεν καταβάλλει τα τέλη κυκλοφορίας του έτους κατά το οποίο γίνεται η άρση.»

6. α. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου αφορούν στα τέλη κυκλοφορίας έτους 2013 και επομένων.

β. Καταργούνται για τα τέλη κυκλοφορίας έτους 2013 και επομένων:
(i) οι διατάξεις της παρ. 1 εδ. πέμπτο του άρθρου 36 του ν. 2093/1992, όπως ισχύει με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 2214/1994 (Α' 75),
(ii) οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 36 του ν. 2093/1992 (Α' 181) όπως αντικαταστάθηκαν από την παρ. 2 του άρθρου 40 του ν. 2214/1994 και στη συνέχεια από την παρ. 1 του άρθρου 115 του ν. 2362/1995, οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 36 του ν. 2093/1992 όπως ισχύουν με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 40 του ν. 2214/1994 και τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 16 του ν. 2753/1999 ( Α' 249),
(iii) οι διατάξεις της παρ. 6 εδ. τρίτο του άρθρου 36 του ν. 2093/1992, όπως ισχύει,
(iv) οι διατάξεις της παρ. 6 εδ. πέμπτο του άρθρου 36 του ν. 2093/1992, όπως συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις της παρ 12 του άρθρου 7 του ν. 2275/1994 (Α' 238),
(v) οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 28 του ν. 2873/2000 (285 Α'), όπως συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 31 του ν. 3697/2008 (Α' 194),
(vi) οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 20 του ν. 2948/2001 (Α' 242),
(vii) οι διατάξεις του άρθρου 7, του άρθρου 9 παρ. 2 εδ. τρίτο και του άρθρου 12 παρ.1, παρ.2 περ α και παρ.3 του νόμου 2523/1997 (Α' 179),
(viii) οι διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 12 του ν. 3052/2002 (Α' 221) και
(ix) οι διατάξεις των παραγράφων 1, περ. Ζ και 5 του άρθρου 35 του ν. 3986/2011 (Α' 152),
(x) Οι διατάξεις της παρ.5 του άρθρου 35 του ν. 3986/2011.

γ. Καταργείται για τα τέλη κυκλοφορίας έτους 2013 και επόμενων κάθε αναφορά διάταξης νόμου στο «ειδικό σήμα τελών κυκλοφορίας». Όπου αναγράφεται η φράση «προμήθεια ειδικού σήματος τελών κυκλοφορίας», αυτή αντικαθίσταται από τη φράση «καταβολή τελών κυκλοφορίας».

7. α. Δεν επέρχεται μεταβίβαση της κυριότητας αυτοκινήτου οχήματος, εάν δεν καταβληθούν προηγουμένως τα τέλη κυκλοφορίας του έτους εντός του οποίου λαμβάνει χώρα η μεταβίβαση και τα τέλη κυκλοφορίας προηγουμένων ετών, τα οποία τυχόν οφείλονται για το χρόνο που το όχημα βρισκόταν στην κατοχή του μεταβιβάζοντος, συμπεριλαμβανομένων των προβλεπομένων από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις προστίμων.

β. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, ορίζεται ο τρόπος ελέγχου και η διαδικασία καταβολής των τυχόν οφειλόμενων τελών κυκλοφορίας και προστίμων τρέχοντος και παρελθόντων ετών, κατά τη μεταβίβαση αυτοκινήτων οχημάτων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.

γ. Καταργείται η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 12 του ν. 2523/1997, καθώς και η περ. δ' της παρ. 2 της αριθ. 1012568/120β/Τ.&Ε.Φ./10-2-2004 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Μεταφορών και Επικοινωνιών (Β' 365), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 27 του ν. 3220/2004, κατά το μέρος που αφορά στην υποχρέωση των Δ.Ο.Υ. για βεβαίωση καταβολής τελών κυκλοφορίας των αυτοκινήτων οχημάτων κατά τη μεταβίβαση αυτών.

δ. Ως έναρξη ισχύος της παρούσας παραγράφου ορίζεται η 1η Ιανουαρίου 2013.

8. α. Καταργείται η περ. Α εδ. (ε) της παρ. 1 του άρθρου 20 του ν.2948/2001 (Α' 242), όπως ισχύει και προστίθεται νέο εδάφιο (ε), ως εξής:
«ε) Ασθενοφόρα και νεκροφόρες: 300,00 ευρώ»

β. Καταργείται η περ. Β. εδ. (ε) της παρ.1 του άρθρου 20 του ν.2948/2001, όπως ισχύει.

γ. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν για τα τέλη κυκλοφορίας έτους 2013 και επόμενα.

9. α. Το εισιτήριο για την είσοδο στο χώρο των «μηχανημάτων» ή των «τραπεζιών» των επιχειρήσεων καζίνο της χώρας, ορίζεται ενιαία, στο ποσό των έξι (6) ευρώ.
Από τη συνολική αξία του εισιτηρίου παρακρατείται ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) από την επιχείρηση - καζίνο, ως δικαίωμα διάθεσης και κάλυψης δαπανών, στο οποίο εμπεριέχεται και ο αναλογών Φ.Π.Α., το υπόλοιπο δε ποσό αποτελεί το δικαίωμα του Δημοσίου.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να ανακαθορίζεται η τιμή εισιτηρίου, το ποσοστό που θα αποδίδεται στο Δημόσιο, καθώς και κάθε διαδικαστικό θέμα ή λεπτομέρεια εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

β. Από την έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού καταργούνται:
αα. Οι διατάξεις της παραγράφου 10 του άρθρου 2 του ν. 2206/1994 (Α' 62) και της περίπτωσης ζ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3139/2003 (Α' 100 ).
ββ. Στο δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α' της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 3139/2003 διαγράφονται οι λέξεις «και το εισιτήριο στο καζίνο».
γ. Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή διοικητική κανονιστική πράξη που έχει εκδοθεί και ορίζει την τιμή του εισιτηρίου εισόδου σε οποιοδήποτε καζίνο, σε άλλο ποσό.

γ. Η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στα μικτά κέρδη παιγνίων, που καθορίζεται στην παράγραφο 8 του άρθρου 2 του ν. 2206/1994, στις περ. ε' της παραγράφου 1 και β' της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν.3139/2003 , όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί και ισχύουν για κάθε μία από τις λειτουργούσες επιχειρήσεις καζίνο της χώρας, αυξάνεται κατά δύο (2) ποσοστιαίες μονάδες.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙOY ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
ΣΤ.1. ΜΕΙΩΣΗ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ, ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ ΑΙΡΕΤΩΝ ΟΤΑ

1. Από 1.1.2013 οι θέσεις ειδικών συνεργατών, επιστημονικών συνεργατών, ειδικών συμβούλων στους ΟΤΑ Α' και Β' Βαθμού επανακαθορίζονται ως εξής:

Α) Σε Δήμους με αριθμό αντιδημάρχων έως δύο (2) συνίσταται μια (1) θέση, έως τέσσερεις (4) συνιστώνται δύο (2) θέσεις, έως πέντε (5) συνιστώνται τρείς (3) θέσεις, έως έξι (6 ) συνιστώνται τέσσερεις (4) θέσεις, έως (8) συνιστώνται πέντε (5) θέσεις, έως εννέα (9 ) συνιστώνται έξι (6) θέσεις, έως δώδεκα (12) συνιστώνται επτά (7) θέσεις ενώ από (13) και άνω συνιστώνται οκτώ (8) θέσεις.
Εξαιρούνται οι Δήμοι που με βάση την τελευταία απογραφή του 2011 έχουν νόμιμο πληθυσμό άνω των 150.000 κατοίκων οι οποίοι και διατηρούν τον ίδιο αριθμό θέσεων ειδικών συνεργατών, επιστημονικών συνεργατών και ειδικών συμβούλων που προβλέπεται στο άρθρο 163 του ν. 3584/2007 (Α' 143 )
Β) Στις περιφέρειες συνιστώνται δύο (2) θέσεις ειδικών συμβούλων ή επιστημονικών ή ειδικών συνεργατών για την κάλυψη των αναγκών του περιφερειάρχη και μία (1) για κάθε αντιπεριφερειάρχη που εκλέγεται άμεσα.
Γ) Καταργούνται οι θέσεις δημοσιογράφων στις Περιφέρειες καθώς και θέσεις μετακλητών ιδιαιτέρων γραμματέων Δημάρχων που έχουν συσταθεί με τους Οργανισμούς Εσωτερικής Υπηρεσίας των Δήμων.

2. Από 1.1.2013 κάθε διάταξη που προβλέπει διαφορετικό αριθμό θέσεων ειδικών συνεργατών, ειδικών συμβούλων, ειδικών επιστημόνων και δημοσιογράφων στους ΟΤΑ Α' και Β' Βαθμού καταργείται και τυχόν πλεονάζουσες συμβάσεις εργασίες που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές και δεν περιλαμβάνονται στις θέσεις της παραγράφου 1 του παρόντος λύονται αυτοδικαίως και αζημίως για το Ελληνικό Δημόσιο.
Κατά τα λοιπά και αναφορικά με το καθεστώς, τη διαδικασία συνάψεως αλλά και λύσεως των συμβάσεων εργασίας, την αμοιβή, τα καθήκοντα και τα προσόντα των ειδικών συνεργατών, ειδικών συμβούλων, ειδικών επιστημόνων των ΟΤΑ Α' και Β' Βαθμού ισχύουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.

ΣΤ.2. ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣΛΗΨΕΩΝ ΚΑΙ ΔΙΟΡΙΣΜΩΝ

Οι προσλήψεις και οι διορισμοί του μόνιμου προσωπικού και του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των κατηγοριών ΥΕ και ΔΕ, όλων των κλάδων και ειδικοτήτων, των ΟΤΑ α' και β' βαθμού και των Ν.Π.Ι.Δ. αυτών αναστέλλονται έως την 31. 12.2016.
Για τις προσλήψεις και τους διορισμούς του μόνιμου προσωπικού και του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των κατηγοριών ΠΕ και ΤΕ, όλων των κλάδων και ειδικοτήτων, των ΟΤΑ α' και β' βαθμού και των Ν.Π.Ι.Δ. αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 3833/2010, όπως ισχύει.
Οι προσλήψεις και οι διορισμοί τακτικού προσωπικού σε νησιωτικούς δήμους δεν εμπίπτουν στον περιορισμό των προσλήψεων του άρθρου 11 του ν. 3833/2010.

ΣΤ.3. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΧΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΩΝ ΧΩΡΩΝ ΚΑΙ ΚΤΙΡΙΩΝ ΤΩΝ ΟΤΑ ΚΑΙ ΤΩΝ Ν.Π.Δ.Δ.ΑΥΤΩΝ ΕΝΑΝΤΙ ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑΤΟΣ

1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 3919/2011 (Α' 32) εφαρμόζονται και για την παραχώρηση, έναντι ανταλλάγματος, του δικαιώματος χρήσης των περιπτέρων του ν. 1044/71, καθώς και των κυλικείων, καφενείων και κουρείων εντός κτιρίων του δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των ν.π.δ.δ.

2. Οι προθεσμίες των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 2 και των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 3 του ν.3919/2011 εκκινούν από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.

3. Με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου καθορίζονται οι θέσεις των περιπτέρων και αποτυπώνονται σε σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα αρμόζουσας κλίμακας, στα οποία απεικονίζεται και ο κοινόχρηστος περιβάλλων χώρος. Η ανωτέρω απόφαση εκδίδεται μετά από γνώμη της οικείας δημοτικής ή τοπικής κοινότητας και εισήγηση της Επιτροπής Ποιότητας Ζωής, όπου αυτή λειτουργεί.

Για την έκδοση της ανωτέρω απόφασης απαιτείται γνώμη της οικείας αστυνομικής αρχής, η οποία εξετάζει την καταλληλότητα του χώρου από πλευράς ασφάλειας της κυκλοφορίας πεζών και των οχημάτων, μη επιτρεπόμενου του καθορισμού θέσεων περιπτέρων σε περίπτωση αρνητικής γνώμης. Η γνώμη παρέχεται εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την ημερομηνία παραλαβής του ερωτήματος του δήμου και παρερχομένης άπρακτης αυτής, τεκμαίρεται η θετική γνώμη αυτής ως προς την καταλληλότητα του χώρου από πλευράς ασφάλειας .
Για τον καθορισμό των θέσεων περιπτέρων λαμβάνονται υπόψη οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις που αφορούν στην προστασία του φυσικού, πολιτιστικού και αρχιτεκτονικού περιβάλλοντος, των δασικών περιοχών, των αρχαιολογικών και ιστορικών τόπων, της δημόσιας κυκλοφορίας, την αισθητική και λειτουργική φυσιογνωμία του αστικού περιβάλλοντος, καθώς και την εν γένει προστασία της κοινής χρήσης.
Το 30% των ανωτέρω θέσεων, οι οποίες προσδιορίζονται κατόπιν δημόσιας κλήρωσης, παραχωρούνται σε άτομα με ειδικές ανάγκες (Α.Μ.Ε.Α.) και πολύτεκνους, με βάση εισοδηματικά κριτήρια και εφόσον πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 285 του ν.3463/2006. Το ύψος του τέλους καθορίζεται από το δημοτικό συμβούλιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν.1080/1980. Για την παραχώρηση του δικαιώματος αυτού, υποβάλλονται αιτήσεις από τους δικαιούχους, κατόπιν σχετικής προκήρυξης, στην οποία ορίζονται ιδίως οι θέσεις, το ετήσιο μίσθωμα και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. Οι θέσεις παραχωρούνται στους δικαιούχους με δημόσια κλήρωση, στην οποία μπορούν να παρίστανται εκπρόσωποι των ενώσεών τους.

Η παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης των λοιπών θέσεων των περιπτέρων γίνεται με δημοπρασία, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί δημοπρασιών προς εκμίσθωση δημοτικών ακινήτων, αποκλειομένης της δυνατότητας απευθείας παραχώρησης αυτών. Η διακήρυξη, πέραν των οριζομένων στις ανωτέρω διατάξεις, υποχρεωτικά περιλαμβάνει και τους εξής όρους:
α) Απαγορεύεται η αναμίσθωση, η υπεκμίσθωση και η εν γένει περαιτέρω παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης σε τρίτους.
β) Για τη σύναψη της σύμβασης παραχώρησης απαιτείται η κατάθεση εγγύησης υπέρ του οικείου δήμου για την εξασφάλιση της καλής εκτέλεσης των όρων της σύμβασης που αφορούν στη χωροθέτηση της κατασκευής του περιπτέρου. Το ποσό της εγγύησης επιστρέφεται άτοκα, όταν διαπιστωθεί από το δήμο η τήρηση των ανωτέρω όρων και σε κάθε περίπτωση εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ημερομηνία γνωστοποίησης σε αυτόν της ολοκλήρωσης της κατασκευής του περιπτέρου. Παρερχομένης άπρακτης της προθεσμίας αυτής, η εγγύηση επιστρέφεται από το δήμο. Ο καθορισμός του ύψους της ανωτέρω εγγύησης, ο τρόπος καταβολής αυτής και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζεται από το όργανο που έχει την αρμοδιότητα διεξαγωγής της δημοπρασίας και αναφέρεται διακριτά στη σχετική διακήρυξη. Για τον καθορισμό του ύψους της εγγύησης λαμβάνεται υπόψη το κόστος κατεδάφισης της κατασκευής του περιπτέρου και επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση σε συνάρτηση με τη θέση αυτού.
Για τον καθορισμό της τιμής εκκίνησης του καταβλητέου μισθώματος, λαμβάνεται υπόψη κάθε στοιχείο προσδιοριστικό της αξίας της θέσης του περιπτέρου και ιδίως τα κυκλοφοριακά δεδομένα , η εμπορικότητα των οδών και η δυνατότητα περαιτέρω παραχώρησης του περιβάλλοντος κοινόχρηστου χώρου για την ανάπτυξη της οικονομικής του δραστηριότητας.
γ) Σε κάθε περίπτωση παραχώρησης του δικαιώματος χρήσης κοινόχρηστου χώρου, πέραν αυτού που καταλαμβάνει η κατασκευή του περιπτέρου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 3 του ν.1080/80, όπως εκάστοτε ισχύουν.
Με την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου καθορίζεται ο χρόνος παραχώρησης του δικαιώματος χρήσης των θέσεων των περιπτέρων, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη. Σύζυγος και ενήλικα τέκνα που καθίστανται κληρονόμοι των ανωτέρω προσώπων κατά το διάστημα αυτό υπεισέρχονται αυτοδίκαια στο ανωτέρω δικαίωμα, εφόσον δηλώσουν την επιθυμία τους στην αρμόδια αρχή.
Τα ανωτέρω εφαρμόζονται αναλόγως και από το δημόσιο, τους ΟΤΑ β' βαθμού και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου στους χώρους αρμοδιότητάς τους.

4. Η παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης των κυλικείων, καφενείων και κουρείων εντός κτιρίων του δημοσίου, των ΟΤΑ και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς εξυπηρέτηση του προσωπικού αυτών και των συναλλασσομένων με αυτούς γίνεται σύμφωνα με τη νομοθεσία που διέπει την εκμίσθωση των ακινήτων τους, αποκλειομένης της δυνατότητας απευθείας εκμίσθωσης του δικαιώματος αυτού. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως τα αναφερόμενα στην παράγραφο 3, περιλαμβανομένης της σχετικής πρόβλεψης για τα άτομα με ειδικές ανάγκες και τους πολύτεκνους.

5. Υφιστάμενες διοικητικές άδειες διατηρούνται σε ισχύ και δεν μεταβιβάζονται, ούτε κληρονομούνται. Από 1.1.2014 οι δικαιούχοι αυτών υπόκεινται σε υποχρέωση καταβολής τέλους για τον κοινόχρηστο χώρο που καταλαμβάνει η κατασκευή του περιπτέρου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν.1080/1980. Για τη χρήση κοινόχρηστου χώρου, πέραν του προαναφερθέντος, εφαρμόζονται οι ίδιες ως άνω διατάξεις από την έναρξη ισχύος του Νόμου αυτού.

ΣΤ.4. ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

1. Συνιστάται στο Υπουργείο Εσωτερικών Παρατηρητήριο Οικονομικής Αυτοτέλειας των ΟΤΑ (εφεξής «Παρατηρητήριο») με σκοπό τη συνεχή παρακολούθηση σε μηνιαία βάση της εκτέλεσης του Προϋπολογισμού των ΟΤΑ και των Νομικών τους Προσώπων που εντάσσονται στο Μητρώο των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης.

2. Το Παρατηρητήριο συγκροτείται με Απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και αποτελείται από έναν Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως Πρόεδρο, ο οποίος ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικαστικών Λειτουργών, το Γενικό Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών, τον αρμόδιο Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών, έναν εκπρόσωπο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας ο οποίος ορίζεται με απόφαση του ΔΣ της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας, προκειμένου για δήμους, ή έναν εκπρόσωπο της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδας, προκειμένου για περιφέρειες, και τον Γενικό Διευθυντή Θησαυροφυλακίου του Προϋπολογισμού του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, η σύμφωνη γνώμη του οποίου απαιτείται για την έκδοση απόφασης από το Παρατηρητήριο. Στο Παρατηρητήριο δύνανται, με την ίδια Απόφαση, να ορίζονται μέχρι και δύο εμπειρογνώμονες εγνωσμένου κύρους χωρίς δικαίωμα ψήφου.

3. Το Παρατηρητήριο υποστηρίζεται διοικητικά από τη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών, στην οποία δύναται να αποσπάται ή να μετατάσσεται εξειδικευμένο προσωπικό πανεπιστημιακής εκπαίδευσης από το δημόσιο, τους ΟΤΑ, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, με κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης.

4. Αρμοδιότητα του Παρατηρητηρίου είναι ο έλεγχος της ορθής εκτέλεσης του προϋπολογισμού και της εν γένει πορείας των οικονομικών των ΟΤΑ, καθώς και των νομικών τους προσώπων, όπως αυτές αποτυπώνονται στον προϋπολογισμό τους, καθώς και στο ετήσιο πρόγραμμα δράσης και στο πενταετές επιχειρησιακό πρόγραμμά του κάθε Δήμου και Περιφέρειας που προβλέπονται στα άρθρα 266 και 268 ν.3852/2010.

5. Η αρμόδια για την εποπτεία του ΟΤΑ αρχή αποστέλλει στο Παρατηρητήριο σε ηλεκτρονική μορφή τον εγκεκριμένο προϋπολογισμό του και το ετήσιο πρόγραμμα δράσης του, τα οποία, μαζί με το πενταετές επιχειρησιακό του πρόγραμμα, αναρτώνται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών.
Το Παρατηρητήριο με βάση μηναία στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, που παρακολουθεί η Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών, με τα εργαλεία των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών που έχει στη διάθεσή της, καθώς και με πρόσθετα στοιχεία που παρέχει ο ΟΤΑ, εφόσον του ζητηθεί, αξιολογεί και ελέγχει την πορεία της εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Σε περίπτωση που διαπιστώσει σοβαρή απόκλιση από τα έσοδα ή τις δαπάνες, επισημαίνει στον ΟΤΑ και στην αρμόδια για την εποπτεία του Αρχή στοιχεία από τα οποία προκύπτει η σοβαρή απόκλιση από τους στόχους, παρέχοντας ταυτόχρονα οδηγίες και εισηγούμενο μεθόδους προς αποφυγή δημιουργίας ελλείμματος.
Ο ΟΤΑ υποχρεούται να λάβει υπόψη του τις επισημάνσεις του Παρατηρητηρίου και τα αποτελέσματα της εφαρμογής τους λαμβάνονται υπόψη κατά τον τριμηνιαίο έλεγχο του προϋπολογισμού του.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ΟΤΑ δύναται να λάβει τα μέτρα που αναφέρονται στις περιπτώσεις της παρ. 6 του παρόντος, ενημερώνοντας το Παρατηρητήριο, και να ζητήσει τη συνδρομή του Υπουργείου Εσωτερικών και κάθε άλλης αρμόδιας αρχής για τη διασφάλιση της άμεσης εφαρμογής των μέτρων αυτών. Όλες οι δημόσιες αρχές και υπηρεσίες υποχρεούνται να παρέχουν άμεσα κάθε συνδρομή που τους ζητείται και να προβαίνουν στις αναγκαίες ενέργειες και διοικητικές πράξεις.

6. Εφόσον η εκτέλεση του προϋπολογισμού του ΟΤΑ εξακολουθεί να παρουσιάζει σοβαρή απόκλιση σε σχέση με τους τιθέμενους στόχους, με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, που εκδίδεται ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση του Παρατηρητηρίου, υπάγεται υποχρεωτικά σε Πρόγραμμα Εξυγίανσης.
Η ένταξη στο ανωτέρω Πρόγραμμα συνεπάγεται την υποχρέωση εφαρμογής, κατά περίπτωση μέρους ή του συνόλου, των κάτωθι παρεμβάσεων:
α) περιορισμό των δαπανών μόνο σε υποχρεώσεις μισθοδοσίας και λοιπές απολύτως ανελαστικές δαπάνες χρησιμοποιώντας προς τούτο, καθ' όλο ή κατά μέρος και τη ΣΑΤΑ.
β) υποχρέωση λήψης κάθε μέτρου και πράξης που προβλέπεται από τη νομοθεσία προς διασφάλιση της είσπραξης των απαιτήσεων του ΟΤΑ και την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής
γ) περιορισμό των προσλήψεων
δ) επιβολή υποχρεωτικών μετατάξεων προσωπικού
ε) πρόσβαση στο Λογαριασμό Εξυγίανσης και Αλληλεγγύης της Αυτοδιοίκησης του άρθρου 263, οι πόροι του οποίου διατίθενται αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση του προγράμματος εξυγίανσης.
στ) αύξηση των ιδίων εσόδων από φόρους, τέλη, δικαιώματα και εισφορές

ζ) αύξηση του ανώτατου συντελεστή επιβολής του Τέλους Ακίνητης Περιουσίας για τα ακίνητα που βρίσκονται στην εδαφική περιφέρεια του δήμου σε ποσοστό μέχρι και 3‰ και επιβολή του τέλους υποχρεωτικά από το δήμο σύμφωνα με το ποσοστό αυτό μέχρι την οικονομική εξυγίανσή του. Ομοίως, αύξηση του συντελεστή επιβολής του τέλους επί των ακαθαρίστων εσόδων και παρεπιδημούντων από 0,5% μέχρι και 2%.

7. Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους το Παρατηρητήριο και η Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών έχουν πρόσβαση σε κάθε στοιχείο απαραίτητο για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους και για το σκοπό αυτό όλες οι δημόσιες αρχές και υπηρεσίες υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ακώλυτη πρόσβασή τους σε αρχεία και βάσεις δεδομένων. Για τον ίδιο σκοπό, οι δημόσιες αρχές και υπηρεσίες έχουν υποχρέωση να παρέχουν κάθε αναγκαία συνδρομή και παροχή στοιχείων στους ΟΤΑ.

8. Η προθεσμία της παρ.5 του πρώτου άρθρου της από 30.4.2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Ρυθμίσεις θεμάτων εφαρμογής των νόμων 3864/2010, 4021/2011, 4046/2012, 4051/2012 και 4071/2012, που κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν.4079/2012, παρατείνεται αφότου έληξε έως την 31.12.2012.

Ζ. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙOY ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ
Ζ.1. ΜΕΤΑΤΑΞΗ – ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ

1. Επιτρέπεται: α) η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων και υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, και β) η μεταφορά υπαλλήλων των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (ν.π.ι.δ.) που ανήκουν στο δημόσιο τομέα σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, ν.π.δ.δ. και Ο.Τ.Α πρώτου και δεύτερου βαθμού για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, ιδίως στις περιπτώσεις που οι ανάγκες αυτές προκύπτουν λόγω μεταβολής των αρμοδιοτήτων των υπηρεσιών και των συναφών δραστηριοτήτων τους, όταν διαπιστώνεται μετά τη διενέργεια αξιολόγησης πλεονάζον προσωπικό, ή για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μπορεί να μεταφέρεται για τον ίδιο λόγο σε ν.π.ι.δ. του δημόσιου τομέα. Για την εφαρμογή της παρούσας υποπαραγράφου, ως δημόσιος τομέας νοείται αυτός που έχει οριοθετηθεί με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, όπως ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του άρθρου 51 του ν. 1892/1990, συμπεριλαμβανομένων όλων των φορέων που απαριθμούνται ειδικότερα στο άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2190/1994 και μη εξαιρουμένων των περιπτώσεων που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009. Τα νομικά πρόσωπα του Κεφαλαίου Β' όπως αυτά ορίζονται στην παρ.5 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου.

Η μετάταξη ή μεταφορά των υπαλλήλων της προηγούμενης περίπτωσης παραγράφου είναι υποχρεωτική και γίνεται χωρίς αίτησή τους σε υφιστάμενες κενές θέσεις ή σε θέσεις που συστήνονται με την πράξη μετάταξης ή μεταφοράς στον κλάδο ή στην ειδικότητα στους οποίους μετατάσσεται ή μεταφέρεται ο υπάλληλος. Οι μετατασσόμενοι ή μεταφερόμενοι πρέπει να κατέχουν τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας των θέσεων στις οποίες μετατάσσονται ή μεταφέρονται. Η μετάταξη ή μεταφορά μπορεί να διενεργείται και σε κενή ή συνιστώμενη θέση συναφούς ή παρεμφερούς κλάδου ή ειδικότητας, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, εφόσον ο υπάλληλος κατέχει τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας στον οποίο μετατάσσεται ή μεταφέρεται. Εφόσον ο υπάλληλος συναινεί, η μετάταξη ή μεταφορά του μπορεί να γίνεται και σε κλάδο κατώτερης κατηγορίας. Η παρ. 5 του άρθρου 71 του ν. 3528/2007 δεν εφαρμόζεται.

2. Με την πράξη μετάταξης ή μεταφοράς μπορεί να καταργείται η θέση που κατέχει ο μετατασσόμενος ή μεταφερόμενος υπάλληλος, σύμφωνα με τις προς ανάγκες της προς υπηρεσίας.

3. Η μετάταξη ή μεταφορά κατά την περίπτωση 1 δεν καταλύει την υπηρεσιακή σχέση δημοσίου δικαίου ή τη σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του υπαλλήλου ούτε μεταβάλλει τη νομική φύση των σχέσεων αυτών ή τιςπρος σχέσεις ασφάλισης, με τις οποίες υπηρετούσε ο υπάλληλος στο φορέα προέλευσής του. Η μετάταξη γίνεται με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που ο υπάλληλος κατείχε πριν τη μετάταξή του. Όποιος μετατάσσεται ή μεταφέρεται σε κατώτερη κατηγορία σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης 1 κατατάσσεται στο βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο της νέας κατηγορίας με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας του, χωρίς να διατηρεί τυχόν διαφορά αποδοχών. Όποιος μεταφέρεται από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου του δημόσιου τομέα κατατάσσεται σε βαθμό και μισθολογικό κλιμάκιο σύμφωνα με προς διατάξεις των άρθρων 28 και 29 του ν.4024/2011 ανάλογο με το χρόνο υπηρεσίας του, ο οποίος έχει διανυθεί στο φορέα προέλευσης με τα τυπικά προσόντα του κλάδου στον οποίο μεταφέρεται, και σε μισθολογικό κλιμάκιο προς οικείας κατηγορίας ανάλογο με το χρόνο υπηρεσίας που έχει διανυθεί στο φορέα προέλευσης.

4. Ο αρμόδιος Υπουργός ή τα όργανα διοίκησης των φορέων της περίπτωσης 1 που έχουν ανάγκη ενίσχυσης με προσωπικό μπορεί να υποβάλλουν, στο τέλος κάθε ημερολογιακού τριμήνου, σχετικό αίτημα στο τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011. Μέχρι 31.12.2012 αίτημα του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να υποβάλλεται οποτεδήποτε. Το αίτημα πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένο ως προς τις ανάγκες του φορέα σε προσωπικό, τον αριθμό του απαιτούμενου προσωπικού κατά κλάδους και ειδικότητες και προς λόγους για προς οποίους ανέκυψαν οι σχετικές ανάγκες. Το ανωτέρω συμβούλιο εκδίδει αιτιολογημένη γνώμη μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών σχετικά με τις υφιστάμενες ανάγκες σε προσωπικό των αιτούντων φορέων καθώς και με τους φορείς από τους οποίους, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία των υπηρεσιών, υπάρχει δυνατότητα μετακίνησης προσωπικού. Ακολούθως ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, εκδίδει σχετική ανακοίνωση, με την οποία καθορίζονται τα τυπικά προσόντα των υπαλλήλων που απαιτούνται για προς κλάδους ή προς ειδικότητες στους οποίους πρόκειται να μεταταχθούν ή μεταφερθούν, η οποία αποστέλλεται στους φορείς προέλευσης και υποδοχής. Με την ανακοίνωση ορίζεται αποκλειστική προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών για την υποβολή δηλώσεων των υπαλλήλων που ενδιαφέρονται να μεταταχθούν ή να μεταφερθούν. Η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου αρχίζει από την ανάρτηση της ανακοίνωσης στον πίνακα ανακοινώσεων κάθε φορέα, για την οποία συντάσσεται σχετικό πρακτικό από υπάλληλο προς αρμόδιας μονάδας προσωπικού. Οι ενδιαφερόμενοι καλούνται να απαντήσουν στο ερώτημα αν επιθυμούν να μεταταχθούν σε θέσεις κατώτερης κατηγορίας. Μέσα στην ανωτέρω προθεσμία η αρμόδια μονάδα προσωπικού κάθε φορέα προέλευσης καταρτίζει πίνακα στον οποίο περιλαμβάνονται οι υπάλληλοι που διαθέτουν τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα για μετάταξη ή μεταφορά, ανεξαρτήτως αν έχουν υποβάλει σχετική δήλωση, συμπεριλαμβανομένων και των υπαλλήλων που βρίσκονται σε καθεστώς διαθεσιμότητας λόγω κατάργησης των οργανικών τους θέσεων κατά την επόμενη υποπαράγραφο. Ο πίνακας κοινοποιείται εντός της ίδιας προθεσμίας στο υπηρεσιακό συμβούλιο του φορέα προέλευσης, εφόσον υπάρχει τέτοιο συμβούλιο. Το υπηρεσιακό συμβούλιο διατυπώνει απλή γνώμη εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την περιέλευση σ' αυτό των ως άνω στοιχείων, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων σύμφωνα με τις οποίες για τη μετάταξη των δικαστικών υπαλλήλων απαιτείται σύμφωνη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. Η μη τήρηση της ανωτέρω προθεσμίας συνιστά σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα. Το υπηρεσιακό συμβούλιο καθορίζει τη σειρά προτεραιότητας των υπαλλήλων που μπορεί να διατίθενται προς μετάταξη ή μεταφορά, λαμβάνοντας υπόψη τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα τους, την καταλληλότητά τους για τις θέσεις στις οποίες θα μεταταχθούν ή μεταφερθούν, την οικογενειακή τους κατάσταση και τα βιοτικά τους συμφέροντα καθώς και την τυχόν εκδηλωθείσα προτίμησή τους.
Οι πίνακες που κατήρτισαν οι οργανικές μονάδες προσωπικού των φορέων προέλευσης μαζί με τις δηλώσεις των υπαλλήλων που ενδιαφέρονται να μεταταχθούν ή μεταφερθούν, καθώς και οι γνωμοδοτήσεις των υπηρεσιακών συμβουλίων των φορέων προέλευσης που έχουν τέτοια συμβούλια, διαβιβάζονται εντός δύο (2) ημερών από προς αρμόδιες υπηρεσίες προσωπικού των φορέων προέλευσης στο τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 του ν. 4024/2011, το οποίο γνωμοδοτεί, εντός προθεσμίας προς μήνα για τον αριθμό των προς μετάταξη υπαλλήλων από κάθε φορέα προέλευσης και τη σειρά προτεραιότητάς τους, με βάση το συμφέρον και τις ανάγκες της υπηρεσίας προέλευσης και υποδοχής.
Για τη μετάταξη ή μεταφορά των υπαλλήλων εκδίδεται απόφαση του Υπουργού και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την ίδια απόφαση συνιστώνται ή καταργούνται θέσεις σύμφωνα με τις περιπτώσεις 1 και 2 της παρούσας υποπαραγράφου.

5. Η μη εμφάνιση μόνιμου υπαλλήλου στην υπηρεσία στην οποία μετατάχθηκε για την ανάληψη των καθηκόντων του αποτελεί σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα, για το οποίο επιβάλλεται πειθαρχική ποινή τουλάχιστον υποβιβασμού. Αν πρόκειται για υπάλληλο που πριν τη μετάταξή του βρισκόταν σε καθεστώς διαθεσιμότητας κατά το επόμενο άρθρο, εκδίδεται αμελλητί πράξη απόλυσης του υπαλλήλου από το όργανο διοίκησης του φορέα υποδοχής. Η μη εμφάνιση υπαλλήλου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην υπηρεσία στην οποία έχει μεταταχθεί ή μεταφερθεί αποτελεί λόγο αυτοδίκαιης λύσης της σχέσης εργασίας του, για την οποία εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του οργάνου διοίκησης του φορέα υποδοχής.

6. Η εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας υποπαραγράφου τελεί υπό την προϋπόθεση προς τήρησης των περιορισμών που ισχύουν κάθε φορά σχετικά με τον αριθμό των ετήσιων προσλήψεων και διορισμών μόνιμου προσωπικού και προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.


7. Για προς ρυθμίσεις της παρούσας υποπαραγράφου δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις προς παρ. 5 του άρθρου 71 του ν. 3528/2007 (Α' 26'), προς ισχύουν και προς παρ. 1 του άρθρου 68 του ν. 4002/2011.

8. Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα προς Κυβερνήσεως μπορεί να ρυθμίζονται τυχόν ειδικότερα ζητήματα που αφορούν τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό των προς μετάταξη ή μεταφορά υπαλλήλων, τη σχετική διαδικασία, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας υποπαραγράφου..

Ζ.2. ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ

1. Μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, ν.π.δ.δ. και Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού οι θέσεις των οποίων καταργούνται, τίθενται σε διαθεσιμότητα. Αν καταργούνται ορισμένες μόνο θέσεις του ίδιου κλάδου, οι υπάλληλοι που τίθενται σε διαθεσιμότητα προσδιορίζονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 2 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 2 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). Οι υπάλληλοι αυτοί μπορεί κατά την διάρκεια της διαθεσιμότητάς τους:
α) Να μετατάσσονται εκουσίως, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 4 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 4 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων).
β) Να μετατάσσονται υποχρεωτικά ή να μεταφέρονται με μεταβολή της υπηρεσιακής τους σχέσης σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατά τη διαδικασία της προηγούμενης υποπαραγράφου για το συμφέρον και τις ανάγκες της υπηρεσίας και ιδίως για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Με την έκδοση της πράξης μετάταξης ή μεταφοράς και μεταβολής της σχέσης εργασίας αίρεται αυτοδίκαια το καθεστώς της διαθεσιμότητας.
γ) Να τοποθετούνται για την κάλυψη προσωρινών αναγκών σε οποιαδήποτε υπηρεσία του Δημοσίου, ν.π.δ.δ., Ο.Τ.Α. ή οποιουδήποτε φορέα του δημόσιου τομέα με τη διαδικασία του άρθρου 5 του ν. 4024/2011. Οι πράξεις προσωρινής τοποθέτησης της περίπτωσης αυτής εκδίδονται από τον Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης. Σε περίπτωση μη εμφάνισης του υπαλλήλου εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη της περίπτωσης 5 της προηγούμενης υποπαραγράφου.
δ) Να υπάγονται σε ειδικά προγράμματα επαγγελματικής επανεκπαίδευσης ή επανακατάρτισης.

2. Η διαθεσιμότητα της προηγούμενης περίπτωσης διαρκεί ένα (1) έτος και στον υπάλληλο καταβάλλονται τα τρία τέταρτα των αποδοχών του, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

3. Οι ρυθμίσεις των περιπτώσεων 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως στους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι θέσεις των οποίων καταργούνται.

4. Η υπηρεσιακή σχέση των μόνιμων υπαλλήλων που βρίσκονται σε καθεστώς διαθεσιμότητας, καθώς και η σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των υπαλλήλων της περίπτωσης 3, εφόσον δεν μεταταχθούν ή μεταφερθούν, λύεται με τη λήξη του καθεστώτος της διαθεσιμότητας.

5. Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μπορεί να ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις, τα κριτήρια και τη διαδικασία υπαγωγής στα ανωτέρω προγράμματα επανεκπαίδευσης ή επανακατάρτισης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας υποπαραγράφου..

Ζ.3. ΑΡΓΙΑ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

1. Το άρθρο 103 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (Υπαλληλικός Κώδικας, ν. 3528/2007), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4057/2012, αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Τίθεται αυτοδίκαια σε αργία:
α) ο υπάλληλος που στερήθηκε την προσωπική του ελευθερία ύστερα από πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή ένταλμα προσωρινής κράτησης·
β) ο υπάλληλος κατά του οποίου εκδόθηκε ένταλμα προσωρινής κράτησης και στη συνέχεια ήρθη η προσωρινή κράτησή του ή αντικαταστάθηκε με περιοριστικούς όρους·
γ) ο υπάλληλος κατά του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη για κακούργημα ή για τα αδικήματα της κλοπής, υπεξαίρεσης (κοινής και στην υπηρεσία), απάτης, εκβίασης, πλαστογραφίας, δωροδοκίας, καταπίεσης, απιστίας περί την υπηρεσία, καθώς και για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής·
δ) ο υπάλληλος στον οποίο επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της οριστικής ή της προσωρινής παύσης· και
ε) ο υπάλληλος ο οποίος έχει παραπεμφθεί στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο για τα παραπτώματα των περιπτώσεων α', γ', δ', ε', θ', ι', ιδ', ιη', κγ', κδ', κζ' και κθ' του άρθρου 107 ή αντίστοιχα παραπτώματα του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, ή αντίστοιχα παραπτώματα του προϊσχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999).

2. Ο υπάλληλος επανέρχεται αυτοδίκαια στα καθήκοντά του, εάν εκλείψει ο λόγος για τον οποίο έχει τεθεί σε αργία. Ειδικότερα:
α. Υπάλληλος ο οποίος τέθηκε σε αργία στις περιπτώσεις α' έως γ' της παραγράφου 1 ασκεί εκ νέου τα καθήκοντά του αν αθωωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση.
β. Η αργία της περίπτωσης δ' της παραγράφου 1 αρχίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο της πειθαρχικής απόφασης και λήγει με την έναρξη της εκτέλεσης της πειθαρχικής ποινής της οριστικής ή προσωρινής παύσης που του επιβλήθηκε ή με την έκδοση απόφασης σε δεύτερο βαθμό ή δικαστικής απόφασης που είτε απαλλάσσει τον υπάλληλο από την πειθαρχική ευθύνη είτε του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση.
γ. Η αργία της περίπτωσης ε' της παραγράφου 1 αρχίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο του παραπεμπτηρίου εγγράφου και λήγει με την έκδοση πρωτοβάθμιας πειθαρχικής απόφασης που τον απαλλάσσει ή του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση. Αν του επιβληθεί κάποια από τις ποινές αυτές η αργία συνεχίζεται και λήγει σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτωση.

3. Η διαπιστωτική πράξη θέσης σε αργία εκδίδεται αμελλητί από το αρμόδιο για το διορισμό του υπαλλήλου όργανο. Η πράξη επανόδου του υπαλλήλου στην υπηρεσία εκδίδεται από το ίδιο όργανο:
α) μετά από τελεσίδικη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου,
β) μετά από βεβαίωση της αρμόδιας μονάδας προσωπικού ότι εκτελέστηκε η πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης που έχει επιβληθεί ή μετά από απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου ή του αρμόδιου δικαστηρίου που απαλλάσσει τον υπάλληλο ή του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση, ή μετά από σχετική βεβαίωση του προέδρου του οικείου δικαστικού σχηματισμού, και
γ) μετά από απόφαση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου με την οποία ο υπάλληλος απαλλάσσεται από την πειθαρχική ευθύνη ή του επιβάλλεται πειθαρχική ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση για πειθαρχικό παράπτωμα της περίπτωσης ε' της παραγράφου 1, ή μετά από σχετική βεβαίωση του προέδρου του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου.
Ο υπάλληλος επανέρχεται στην υπηρεσία του από την κοινοποίηση σε αυτόν της αντίστοιχης διαπιστωτικής πράξης.

Εφόσον έχει επιβληθεί αυτοδίκαιη αργία στις περιπτώσεις β', δ' και ε' της παραγράφου 1, η οποία δεν έχει αρθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2, και δεν έχει επιβληθεί στον υπάλληλο πειθαρχική ποινή οριστικής παύσης, το πειθαρχικό συμβούλιο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση γνωμοδοτεί μετά την πάροδο ενός έτους από τη θέση του υπαλλήλου σε αυτοδίκαιη αργία και κάθε επόμενο έτος σχετικά με την τυχόν συνδρομή λόγων που καθιστούν μη αναγκαία τη συνέχισή της. Το όργανο που είναι αρμόδιο για το διορισμό του υπαλλήλου, εφόσον κρίνει, μετά την ανωτέρω γνωμοδότηση του πειθαρχικού συμβουλίου ή μετά από γνωμοδότηση του ίδιου συμβουλίου που μπορεί να ζητηθεί οποτεδήποτε, ότι με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης δεν είναι αναγκαία η συνέχιση της αργίας, μπορεί να διατάσσει την αναστολή της και την επάνοδο του υπαλλήλου στα καθήκοντά του ή τη μετακίνησή του σύμφωνα με το άρθρο 66. Για την προθεσμία εντός της οποίας οφείλει να γνωμοδοτήσει το πειθαρχικό συμβούλιο και τις συνέπειες της μη γνωμοδότησής του εντός της νόμιμης προθεσμίας εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 4 του επόμενου άρθρου. Η αναστολή της αργίας μπορεί να διατάσσεται και για ορισμένο χρόνο και να ανακαλείται οποτεδήποτε, εφόσον επιβάλλεται από το συμφέρον της υπηρεσίας και ιδίως σε περίπτωση υποτροπής, που οφείλεται στην τέλεση οποιουδήποτε νέου παραπτώματος από τον υπάλληλο.»

2. Το άρθρο 104 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4057/2012, αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Αν συντρέχουν λόγοι δημόσιου συμφέροντος ή υπηρεσιακοί λόγοι μπορεί να τεθεί σε αργία ο υπάλληλος κατά του οποίου:
α) έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων της παραγράφου 1 περ. ε' του προηγούμενου άρθρου, για τις οποίες επιβάλλεται αυτοδίκαιη αργία, ή
β) υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για άτακτη διαχείριση, η οποία στηρίζεται σε έκθεση της προϊσταμένης αρχής ή του αρμόδιου επιθεωρητή.
2. Αρμόδιο όργανο για την έκδοση της πράξης με την οποία ο υπάλληλος τίθεται σε αργία είναι, κατά περίπτωση, ο οικείος Υπουργός ή το ανώτατο μονομελές όργανο διοίκησης ή ο πρόεδρος του συλλογικού οργάνου διοίκησης, αν δεν υπάρχει μονομελές όργανο διοίκησης. Η πράξη εκδίδεται μετά από γνωμοδότηση του πειθαρχικού συμβουλίου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 4.
3. Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις και εφόσον διακυβεύεται το συμφέρον της υπηρεσίας, μπορεί να επιβληθεί στον υπάλληλο από τον άμεσο πειθαρχικώς προϊστάμενό του το μέτρο της αναστολής άσκησης των καθηκόντων του, ακόμη και πριν επιληφθεί το πειθαρχικό συμβούλιο κατά την επόμενη παράγραφο. Σε περίπτωση παράλειψης του άμεσου πειθαρχικώς προϊσταμένου του υπαλλήλου, το μέτρο της αναστολής άσκησης των καθηκόντων μπορεί να επιβληθεί από κάθε πειθαρχικώς προϊστάμενο ανώτερο από αυτόν. Η παράλειψη πειθαρχικώς προϊσταμένου να επιβάλει το ως άνω μέτρο ελέγχεται πειθαρχικά από κάθε πειθαρχικώς προϊστάμενό του. Κατά τη διάρκεια της αναστολής άσκησης των καθηκόντων του ο υπάλληλος δεν προσέρχεται στην υπηρεσία. Η αναστολή άσκησης καθηκόντων του υπαλλήλου αίρεται αυτοδικαίως, εάν το πειθαρχικό συμβούλιο δεν επιληφθεί εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην επόμενη παράγραφο.
4. Εφόσον συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1, το πειθαρχικό συμβούλιο συνέρχεται αμελλητί και γνωμοδοτεί για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία. Σε περίπτωση που έχει διαταχθεί το μέτρο της αναστολής των καθηκόντων του υπαλλήλου, το πειθαρχικό συμβούλιο συνέρχεται και γνωμοδοτεί το αργότερο μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη λήψη του μέτρου. Το πειθαρχικό συμβούλιο γνωμοδοτεί μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών και σε κάθε περίπτωση που ζητείται η γνώμη του από το όργανο που είναι αρμόδιο για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία. Η γνωμοδότηση εκδίδεται σε κάθε περίπτωση μετά από προηγούμενη κλήση του υπαλλήλου σε ακρόαση. Σε περίπτωση που το πειθαρχικό συμβούλιο δεν γνωμοδοτήσει μέσα στις ανωτέρω προθεσμίες, η απόφαση για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία εκδίδεται και χωρίς γνωμοδότηση. Στην περίπτωση αυτή ο υπάλληλος καλείται σε ακρόαση από το αρμόδιο όργανο και οφείλει να υποβάλει εγγράφως τις απόψεις του εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση της κλήσης.
5. Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση της σχετικής πράξης. Ο υπάλληλος επανέρχεται στα καθήκοντά του αυτοδίκαια από την έκδοση πειθαρχικής απόφασης, η οποία τον απαλλάσσει από την πειθαρχική ευθύνη ή του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση.
6. Μετά την πάροδο ενός έτους από τη θέση του υπαλλήλου σε αργία και κάθε επόμενο έτος το πειθαρχικό συμβούλιο υποχρεούται να γνωμοδοτεί για τη συνέχιση ή μη της αργίας. Ο υπάλληλος επανέρχεται στα καθήκοντά του από την κοινοποίηση σχετικής απόφασης του οργάνου που τον έθεσε σε αργία, η οποία εκδίδεται εφόσον έχουν εκλείψει οι λόγοι της παραγράφου 1. Η απόφαση αυτή μπορεί να εκδίδεται από το αρμόδιο όργανο οποτεδήποτε, ακόμη και χωρίς προηγούμενη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου.
7. Το όργανο που είναι αρμόδιο για τη θέση υπαλλήλου σε δυνητική αργία μπορεί, εφόσον κρίνει ότι το μέτρο της αργίας δεν είναι απαραίτητο να επιβληθεί ή έχουν εκλείψει οι λόγοι για τους οποίους επιβλήθηκε, να διατάσσει για λόγους σχετικούς με το συμφέρον της υπηρεσίας τη μετακίνηση του υπαλλήλου σύμφωνα με το άρθρο 66.»

3. Το άρθρο 107 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007), αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Τίθεται αυτοδίκαια σε αργία:
α) ο υπάλληλος ο οποίος στερήθηκε την προσωπική του ελευθερία ύστερα από πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή ένταλμα προσωρινής κράτησης·
β) ο υπάλληλος κατά του οποίου εκδόθηκε ένταλμα προσωρινής κράτησης και στη συνέχεια ήρθη η προσωρινή κράτησή του ή αντικαταστάθηκε με περιοριστικούς όρους·
γ) ο υπάλληλος κατά του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη για κακούργημα ή για τα αδικήματα της κλοπής, υπεξαίρεσης (κοινής και στην υπηρεσία), απάτης, εκβίασης, πλαστογραφίας, δωροδοκίας, καταπίεσης, απιστίας περί την υπηρεσία, καθώς και για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής·
δ) ο υπάλληλος στον οποίο επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της οριστικής ή της προσωρινής παύσης· και
ε) ο υπάλληλος ο οποίος έχει παραπεμφθεί στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο για τα παραπτώματα των περιπτώσεων α', β', δ', ε', ιβ', ιστ', ιζ', κα', κβ', κγ', κστ', κζ' του άρθρου 111, ή για τα αντίστοιχα παραπτώματα του προϊσχύοντος Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 1188/1981).
2. Ο υπάλληλος επανέρχεται αυτοδίκαια στα καθήκοντά του, εάν εκλείψει ο λόγος για τον οποίο έχει τεθεί σε αργία. Ειδικότερα:
α. Υπάλληλος ο οποίος τέθηκε σε αργία στις περιπτώσεις α' έως γ' της παραγράφου 1 ασκεί εκ νέου τα καθήκοντά του αν αθωωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση.
β. Η αργία της περίπτωσης δ' της παραγράφου 1 αρχίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο της πειθαρχικής απόφασης και λήγει με την έναρξη της εκτέλεσης της πειθαρχικής ποινής της οριστικής ή προσωρινής παύσης που του επιβλήθηκε ή με την έκδοση απόφασης σε δεύτερο βαθμό ή δικαστικής απόφασης που είτε απαλλάσσει τον υπάλληλο από την πειθαρχική ευθύνη είτε του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση.
γ. Η αργία της περίπτωσης ε' της παραγράφου 1 αρχίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο του παραπεμπτηρίου εγγράφου και λήγει με την έκδοση πρωτοβάθμιας πειθαρχικής απόφασης που τον απαλλάσσει ή του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση. Αν του επιβληθεί κάποια από τις ποινές αυτές η αργία συνεχίζεται και λήγει σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτωση.
3. Η διαπιστωτική πράξη θέσης σε αργία εκδίδεται αμελλητί από το αρμόδιο για το διορισμό του υπαλλήλου όργανο. Η πράξη επανόδου του υπαλλήλου στην υπηρεσία εκδίδεται από το ίδιο όργανο:
α) μετά από τελεσίδικη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου,
β) μετά από βεβαίωση της αρμόδιας μονάδας προσωπικού ότι εκτελέστηκε η πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης που έχει επιβληθεί ή μετά από απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου ή του αρμόδιου δικαστηρίου που απαλλάσσει τον υπάλληλο ή του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση, ή μετά από σχετική βεβαίωση του προέδρου του οικείου δικαστικού σχηματισμού, και
γ) μετά από απόφαση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου με την οποία ο υπάλληλος απαλλάσσεται από την πειθαρχική ευθύνη ή του επιβάλλεται πειθαρχική ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση για πειθαρχικό παράπτωμα της περίπτωσης ε' της παραγράφου 1, ή μετά από σχετική βεβαίωση του προέδρου του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου.
Ο υπάλληλος επανέρχεται στην υπηρεσία του από την κοινοποίηση σε αυτόν της αντίστοιχης διαπιστωτικής πράξης.
4. Εφόσον έχει επιβληθεί αυτοδίκαιη αργία στις περιπτώσεις β', δ' και ε' της παραγράφου 1, η οποία δεν έχει αρθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2, και δεν έχει επιβληθεί στον υπάλληλο πειθαρχική ποινή οριστικής παύσης, το πειθαρχικό συμβούλιο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση γνωμοδοτεί μετά την πάροδο ενός έτους από τη θέση του υπαλλήλου σε αυτοδίκαιη αργία και κάθε επόμενο έτος σχετικά με την τυχόν συνδρομή λόγων που καθιστούν μη αναγκαία τη συνέχισή της. Το όργανο που είναι αρμόδιο για το διορισμό του υπαλλήλου, εφόσον κρίνει μετά την ανωτέρω γνωμοδότηση του πειθαρχικού συμβουλίου ή μετά από γνωμοδότηση του ίδιου συμβουλίου που μπορεί να ζητηθεί οποτεδήποτε, ότι με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης δεν είναι αναγκαία η συνέχιση της αργίας, μπορεί να διατάσσει την αναστολή της και την επάνοδο του υπαλλήλου στα καθήκοντά του ή τη μετακίνησή του σύμφωνα με το άρθρο 72. Για την προθεσμία εντός της οποίας οφείλει να γνωμοδοτήσει το πειθαρχικό συμβούλιο και τις συνέπειες της μη γνωμοδότησής του εντός της νόμιμης προθεσμίας εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 4 του επόμενου άρθρου. Η αναστολή της αργίας μπορεί να διατάσσεται και για ορισμένο χρόνο και να ανακαλείται οποτεδήποτε, εφόσον επιβάλλεται από το συμφέρον της υπηρεσίας και ιδίως σε περίπτωση υποτροπής, που οφείλεται στην τέλεση οποιουδήποτε νέου παραπτώματος από τον υπάλληλο.»

4. Το άρθρο 108 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν.3584/2007, A' 143), αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Αν συντρέχουν λόγοι δημόσιου συμφέροντος ή υπηρεσιακοί λόγοι μπορεί να τεθεί σε αργία ο υπάλληλος κατά του οποίου:
α) έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα, με την επιφύλαξη της παραγράφου 1 περ. ε' του προηγούμενου άρθρου, για τις οποίες επιβάλλεται αυτοδίκαιη αργία, ή
β) υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για άτακτη διαχείριση, η οποία στηρίζεται σε έκθεση της προϊσταμένης αρχής ή του αρμόδιου επιθεωρητή.
2. Αρμόδιο όργανο για την έκδοση της πράξης με την οποία ο υπάλληλος τίθεται σε αργία είναι το αρμόδιο για το διορισμό του υπαλλήλου όργανο. Η πράξη εκδίδεται μετά από γνωμοδότηση του πειθαρχικού συμβουλίου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 4.
3. Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις και εφόσον διακυβεύεται το συμφέρον της υπηρεσίας, μπορεί να επιβληθεί στον υπάλληλο από το αρμόδιο για το διορισμό του όργανο το μέτρο της αναστολής άσκησης των καθηκόντων του, ακόμη και πριν επιληφθεί το πειθαρχικό συμβούλιο κατά την επόμενη παράγραφο. Σε περίπτωση παράλειψης του ως άνω οργάνου, το μέτρο της αναστολής άσκησης των καθηκόντων μπορεί να επιβληθεί από κάθε πειθαρχικώς προϊστάμενο του οργάνου αυτού. Η παράλειψη επιβολής του ως άνω μέτρου από το αρμόδιο όργανο ελέγχεται πειθαρχικά. Κατά τη διάρκεια της αναστολής άσκησης των καθηκόντων του ο υπάλληλος δεν προσέρχεται στην υπηρεσία. Η αναστολή άσκησης καθηκόντων του υπαλλήλου αίρεται αυτοδικαίως, εάν το πειθαρχικό συμβούλιο δεν επιληφθεί εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην επόμενη παράγραφο, χωρίς πάντως να κωλύεται να επιληφθεί και μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής.
4. Εφόσον συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1, το πειθαρχικό συμβούλιο συνέρχεται αμελλητί και γνωμοδοτεί για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία. Σε περίπτωση που έχει διαταχθεί το μέτρο της αναστολής των καθηκόντων του υπαλλήλου, το πειθαρχικό συμβούλιο συνέρχεται και γνωμοδοτεί το αργότερο μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη λήψη του μέτρου. Μέσα στην ίδια προθεσμία το πειθαρχικό συμβούλιο γνωμοδοτεί και όταν ζητείται η γνώμη του από το όργανο που είναι αρμόδιο για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία. Η γνωμοδότηση εκδίδεται σε κάθε περίπτωση μετά από προηγούμενη κλήση του υπαλλήλου σε ακρόαση. Σε περίπτωση που το πειθαρχικό συμβούλιο δεν γνωμοδοτήσει μέσα στις ανωτέρω προθεσμίες, η απόφαση για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία εκδίδεται και χωρίς γνωμοδότηση. Στην περίπτωση αυτή ο υπάλληλος καλείται σε ακρόαση από το αρμόδιο όργανο και οφείλει να υποβάλει εγγράφως τις απόψεις του εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση της κλήσης.
5. Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση της σχετικής πράξης. Ο υπάλληλος επανέρχεται στα καθήκοντά του αυτοδίκαια από την έκδοση πειθαρχικής απόφασης, η οποία τον απαλλάσσει από την πειθαρχική ευθύνη ή του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση.
6. Μετά την πάροδο ενός έτους από τη θέση του υπαλλήλου σε αργία και κάθε επόμενο έτος το πειθαρχικό συμβούλιο υποχρεούται να γνωμοδοτεί για τη συνέχιση ή μη της αργίας. Ο υπάλληλος επανέρχεται στα καθήκοντά του από την κοινοποίηση σχετικής απόφασης του οργάνου που τον έθεσε σε αργία, η οποία εκδίδεται εφόσον έχουν εκλείψει οι λόγοι της παραγράφου 1. Η απόφαση αυτή μπορεί να εκδίδεται από το αρμόδιο όργανο οποτεδήποτε, ακόμη και χωρίς προηγούμενη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου.
7. Το όργανο που είναι αρμόδιο για τη θέση του υπαλλήλου σε δυνητική αργία μπορεί, εφόσον κρίνει ότι το μέτρο της αργίας δεν είναι απαραίτητο να επιβληθεί ή έχουν εκλείψει οι λόγοι για τους οποίους επιβλήθηκε, να διατάσσει για λόγους σχετικούς με το συμφέρον της υπηρεσίας τη μετακίνηση του υπαλλήλου σύμφωνα με το άρθρο 72.»

5. Για την εφαρμογή των άρθρων 88 και 89 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων (ν. 2812/2000), ως λόγοι θέσεως του υπαλλήλου σε αυτοδίκαιη ή δυνητική αργία νοούνται αντίστοιχα αυτοί που αναφέρονται στα άρθρα 103 παρ. 1 και 104 παρ. 1 του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως αντικαθίστανται με τις περιπτώσεις 1 και 2 της παρούσας υποπαραγράφου.

6. Οι διατάξεις των άρθρων 103 και 104 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007), 107 και 108 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007) και 88 και 89 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων (2812/2000), όπως ισχύουν, έχουν εφαρμογή και στο προσωπικό που εργάζεται με οποιαδήποτε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στις υπηρεσίες, οι υπάλληλοι των οποίων διέπονται από τους ανωτέρω Κώδικες. Με την επιφύλαξη τυχόν αυστηρότερων διατάξεων, οι διατάξεις των άρθρων 103, 104 και 105 του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως ισχύουν, εφαρμόζονται αναλόγως, ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις της θέσεως σε αυτοδίκαιη ή δυνητική αργία, καθώς και ως προς τις συνέπειές της, σε όλες τις πειθαρχικές διαδικασίες, που διέπουν το κάθε φύσεως και με οποιαδήποτε υπηρεσιακή σχέση δημοσίου δικαίου ή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του δημόσιου τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 πριν τη θέση σε ισχύ του άρθρου 51 του ν. 1892/1990, συμπεριλαμβανομένων όλων των φορέων που απαριθμούνται ειδικότερα στο άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2190/1994 και μη εξαιρουμένων των περιπτώσεων που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009.

7. Οι διατάξεις των περιπτώσεων 1 έως 6 της παρούσας υποπαραγράφου εφαρμόζονται και στις υποθέσεις που είναι εκκρεμείς κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

8. Το αρμόδιο για την εκδίκαση αίτησης αναστολής εκτελέσεως δικαστήριο, η οποία στρέφεται κατά πράξης με την οποία διαπιστώνεται η θέση υπαλλήλου σε κατάσταση αυτοδίκαιης αργίας ή με την οποία ο υπάλληλος τίθεται σε δυνητική αργία, μπορεί, εφόσον πιθανολογείται σοβαρά κίνδυνος βιοπορισμού του υπαλλήλου ή της οικογένειάς του, να διατάσσει, ως προσωρινό μέτρο, την αύξηση των αποδοχών της αργίας μέχρι το 75% των νόμιμων αποδοχών του υπαλλήλου.

9. Στις περιπτώσεις αυτοδίκαιης αργίας της παραγράφου 1 περ. ε' του άρθρου 103 του Υπαλληλικού Κώδικα και της παραγράφου 1 περ. ε' του άρθρου 107 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, όπως αντικαθίστανται με τις περιπτώσεις 1 και 3 της παρούσας υποπαραγράφου, οι αποδοχές της αργίας ορίζονται στο 75% των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων.

10. Στο τέλος της παρ. 9 του άρθρου 146Β του ν. 3528/2007, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, προστίθενται εδάφια ως ακολούθως:

«Εφόσον δεν έχει ολοκληρωθεί, μέχρι το τέλος Οκτωβρίου κάθε άρτιου έτους, η διαδικασία σύστασης πειθαρχικών συμβουλίων στις υπηρεσίες του πρώτου εδαφίου, η κλήρωση διενεργείται από τον Πρόεδρο του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου για τα συσταθέντα πειθαρχικά συμβούλια των ανωτέρω υπηρεσιών, με βάση τις καταστάσεις των προϊσταμένων διευθύνσεων που έχουν αποστείλει οι υπηρεσίες αυτές. Για τα λοιπά πειθαρχικά συμβούλια των ως άνω υπηρεσιών διενεργείται, μετά τη σύστασή τους, συμπληρωματική κλήρωση με βάση τις καταστάσεις των προϊσταμένων διευθύνσεων της αρχικής κλήρωσης, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι κληρωθέντες σε αυτή προϊστάμενοι διευθύνσεων.
Σε περίπτωση κατά την οποία υπηρεσίες του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου έχουν μεν συστήσει πειθαρχικά συμβούλια αλλά δεν έχουν αποστείλει, μέχρι το τέλος Οκτωβρίου κάθε άρτιου έτους, καταστάσεις προϊσταμένων διευθύνσεων η κλήρωση διενεργείται, για το σύνολο των υπηρεσιών για τις οποίες έχουν συσταθεί πειθαρχικά συμβούλια, με βάση τις καταστάσεις που έχουν αποστείλει οι λοιπές υπηρεσίες. Οι καταστάσεις που αποστέλλονται μεταγενεστέρως λαμβάνονται υπόψη για τυχόν συμπληρωματικές κληρώσεις.
Στις ανωτέρω περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν γίνεται κλήρωση για το σύνολο των υπηρεσιών του πρώτου εδαφίου, δεν ισχύουν τα οριζόμενα στο πέμπτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.
Οι ως άνω διατάξεις καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς διαδικασίες. »

Ζ.4. ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ

1. Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται οι οργανικές θέσεις οι οποίες απαριθμούνται στη συνέχεια κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα.:
Οι θέσεις των κατηγοριών ΔΕ και ΥΕ των ειδικοτήτων Διοικητικού, Διοικητικού – Λογιστικού, Διοικητικού – Οικονομικού και Διοικητικών Γραμματέων των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίοι δεν έχουν προσληφθεί με διαγωνισμό ή με διαδικασία επιλογής σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής ή με ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας και εφόσον ο αριθμός των υπαλλήλων αυτών: αα) είναι μεγαλύτερος των δέκα (10) ανά φορέα και ββ) ανέρχεται σε ποσοστό μικρότερο του 30% του συνολικού αριθμού των υπαλλήλων των ως άνω κλάδων και ειδικοτήτων που υπηρετούν στον οικείο φορέα. Στο συνολικό αριθμό των υπαλλήλων του φορέα που λαμβάνεται ως μέγεθος αναφοράς υπολογίζονται οι μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ανεξαρτήτως εκπαιδευτικής βαθμίδας. Από την εφαρμογή της διάταξης αυτής εξαιρούνται οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης, τα νοσοκομεία και η Γενική Γραμματεία Πολιτισμού του Υπουργείου Παιδείας & Θρησκευμάτων, Πολιτισμού & Αθλητισμού.

2. Οι υπάλληλοι των οποίων οι οργανικές θέσεις καταργούνται τίθενται σε διαθεσιμότητα σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 του παρόντος.

3. Εντός τριών (3) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, οι Διευθύνσεις προσωπικού των φορέων που καταλαμβάνονται από τις υποπαραγράφους Ζ2 και Ζ3 αποστέλλουν στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κατάλογο των ονομάτων των υπαλλήλων οι οποίοι:
α) τίθενται σε διαθεσιμότητα λόγω κατάργησης της οργανικής τους θέσης.
β) τίθενται σε αυτοδίκαιη αργία.

4. Εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, οι Διευθύνσεις προσωπικού των φορέων της περίπτωσης 1 αποστέλλουν στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης:
α. τον αριθμό των οργανικών θέσεων που καταργούνται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο του παρόντος, καθώς και αντίγραφα των ατομικών διοικητικών πράξεων θέσης σε διαθεσιμότητα των υπαλλήλων που, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, καταλαμβάνουν τις καταργούμενες οργανικές θέσεις.
β. τις πράξεις με τις οποίες τίθενται, μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σε αυτοδίκαιη αργία υπάλληλοι, κατ' εφαρμογή της υποπαραγράφου Ζ.3 του νόμου αυτού.

5. Η μη αποστολή των στοιχείων των περιπτώσεων 3 και 4 εντός της ανωτέρω προθεσμίας αποτελεί σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα.

Ζ.5. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΠΡΟΣΛΗΨΕΩΝ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΟΜΕΑ – ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΘΕΣΕΩΝ ΜΕΤΑΚΛΗΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ

1. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 3833/2010, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 37 του ν. 3986/2011, αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Από την 1η Ιανουαρίου 2011 και μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2016, ο αριθμός των ετήσιων προσλήψεων και διορισμών του μόνιμου προσωπικού και του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3812/2009 δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος συνολικά από το λόγο ένα προς πέντε (μία πρόσληψη ανά πέντε αποχωρήσεις), στο σύνολο των φορέων.»

2. Το πρώτο εδάφιο της παρ.3 του άρθρου 37 του ν.3986/2011 τροποποιείται ως εξής:
«6. Οι εγκρίσεις πρόσληψης προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και συμβάσεων μίσθωσης έργου για το έτος 2011 περιορίζονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) σε σχέση με τις αντίστοιχες εγκρίσεις του έτους 2010 και κατά δέκα τοις εκατό (10%) επιπλέον το 2012. Για τα έτη 2013 και 2014 το ποσοστό προσδιορίζεται σε 20% σε σχέση με το προηγούμενο έτος και για τα έτη 2015 και 2016 σε 10% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

3. Οι θέσεις μετακλητών υπαλλήλων που έχουν συσταθεί έως σήμερα σε υπηρεσίες που καταλαμβάνονται από το π.δ. 63/2005 καθώς και στις αποκεντρωμένες διοικήσεις περιορίζονται κατά 20%. Ο περιορισμός υπολογίζεται σε κάθε υπηρεσία και κατηγορία μετακλητών υπαλλήλων ξεχωριστά ώστε το σύνολο του περιορισμού να ανέρχεται στο 20%.

Ζ.6. ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΙΣΧΥΟΣ ΠΙΝΑΚΩΝ ΔΙΟΡΙΣΤΕΩΝ ΑΣΕΠ

Η παράγραφος 11 του άρθρου 17 του ν.2190/1994, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«11. Οι πίνακες επιτυχίας ισχύουν μόνο για την πλήρωση των θέσεων που προκηρύχθηκαν. Από τους πίνακες επιτυχίας και με τη σειρά που έχουν οι υποψήφιοι σ' αυτούς, σε συνδυασμό πάντοτε και με τη δήλωση προτίμησής τους, καταρτίζονται οι πίνακες διοριστέων, που περιλαμβάνουν αριθμό διοριστέων ίσο με τον αριθμό των θέσεων που προκηρύχθηκαν. Οι πίνακες διοριστέων δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π.) και ισχύουν για τρία έτη. Απαγορεύεται ο διορισμός άλλου υποψηφίου από τον πίνακα επιτυχίας, πέραν του αριθμού των θέσεων που προκηρύχθηκαν και των θέσεων που κενούνται, όταν υποψήφιοι που διορίστηκαν παραιτήθηκαν εντός έτους από του διορισμού τους.»

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Η: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ, ΥΠΟΔΟΜΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΝ
Η.1. ΓΕΝΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΜΗΤΡΩΟ (Γ.Ε.ΜΗ. )

1. Η περίπτωση ζ της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Υποβάλλουν τις απαραίτητες αιτήσεις και συμπληρώνουν τα απαραίτητα έντυπα για τη χορήγηση αριθμού φορολογικού μητρώου»

2. Η περίπτωση δ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Μεριμνήσει για τη χορήγηση Α.Φ.Μ στους εταίρους, όπου απαιτείται, καθώς και για την έκδοση των απαιτούμενων πιστοποιητικών φορολογικής ενημερότητας.»

3. Η περίπτωση στ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Μεριμνήσει, μέσω πρόσβασης στα οικεία ηλεκτρονικά αρχεία, για την έκδοση Α.Φ.Μ της εταιρίας, για την αποστολή ανακοίνωσης για τη σύσταση της εταιρείας καθώς και για τα στοιχεία των εταίρων, και διαχειριστών αυτής στους οικείους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης»

4. Η περίπτωση ζ της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν. 3853/2010 ) αντικαθίσταται ως εξής:

«Υποβάλλουν τις απαραίτητες αιτήσεις και συμπληρώνουν τα απαραίτητα έντυπα για τη χορήγηση αριθμού φορολογικού μητρώου»

5. Η περίπτωση δ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Μεριμνήσει για τη χορήγηση Α.Φ.Μ στους εταίρους, όπου απαιτείται, καθώς και για την έκδοση των απαιτούμενων πιστοποιητικών φορολογικής ενημερότητας.»

6. Η περίπτωση στ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Μεριμνήσει, μέσω πρόσβασης στα οικεία ηλεκτρονικά αρχεία, για την έκδοση Α.Φ.Μ της εταιρίας, καθώς και για την αποστολή ανακοίνωσης για τη σύσταση της εταιρείας και για τα στοιχεία των εταίρων, και διαχειριστών αυτής στους οικείους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης.»

7. Η περίπτωση ζ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Υποβάλλουν τις απαραίτητες αιτήσεις και συμπληρώνουν τα απαραίτητα έντυπα για τη χορήγηση αριθμού φορολογικού μητρώου»

8. Η περίπτωση δ της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Μεριμνήσει για τη χορήγηση Α.Φ.Μ στους εταίρους, όπου απαιτείται, καθώς και για την έκδοση των απαιτούμενων πιστοποιητικών φορολογικής ενημερότητας.»

9. Η περίπτωση στ της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Μεριμνήσει, μέσω πρόσβασης στα οικεία ηλεκτρονικά αρχεία, για την έκδοση Α.Φ.Μ της εταιρίας, καθώς και για την αποστολή ανακοίνωσης για τη σύσταση της εταιρείας, και για τα στοιχεία των εταίρων, και διαχειριστών αυτής στους οικείους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης»

10. Το άρθρο 12 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«Προτυποποιημένα καταστατικά»:

1. Για τη σύσταση των ομορρύθμων εταιριών, των ετερορρύθμων εταιριών (κάθε μορφής), των εταιριών περιορισμένης ευθύνης και των ανωνύμων εταιριών, δύναται να γίνει χρήση προτυποποιημένου καταστατικού, το οποίο συμπληρώνεται από τους ιδρυτές, αν πρόκειται για ομόρρυθμες εταιρίες και απλές ετερόρρυθμες εταιρίες ή από την Υπηρεσία Μιας Στάσης (συμβολαιογράφο), αν πρόκειται για εταιρία ετερόρρυθμη κατά μετοχές, εταιρία περιορισμένης ευθύνης, ανώνυμη εταιρία και την Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία, μόνο ως προς τα στοιχεία που διαφοροποιούν την εταιρεία από άλλες του ίδιου εταιρικού τύπου.

Με κοινή Απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζεται το περιεχόμενο του προτυποποιημένου καταστατικού. Το προτυποποιημένο καταστατικό κατατίθεται στις Υπηρεσίες Μιας Στάσης της περ. αα της παρ. α του άρθρου 2 aαν πρόκειται για ομόρρυθμες εταιρίες και ετερόρρυθμες εταιρίες. Αν πρόκειται για εταιρεία ετερόρρυθμη κατά μετοχές, εταιρία περιορισμένης ευθύνης, ανώνυμη εταιρία και ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία, το καταστατικό αυτό συντάσσεται από την Υπηρεσία Μιας Στάσης του άρθρου της περ. ββ της παρ. α του άρθρου 2. Οι Υπηρεσίες Μιας Στάσης προβαίνουν στις ενέργειες που προβλέπονται στα άρθρα 5, 5 Α, 6, 7 του παρόντος προκειμένου να γίνει καταχώρισή του στο Γ.Ε.ΜΗ..

2. Το προτυποποιημένο καταστατικό εταιρίας:
α) Περιέχει τις απολύτως αναγκαίες σύμφωνα με τον παρόντα νόμο διατάξεις και κατά τα λοιπά παραπέμπει στις διατάξεις των οικείων νόμων.
β) Το προτυποποιημένο καταστατικό εταιρίας για κάθε τύπο εταιρίας θα είναι προσπελάσιμο από το διαδικτυακό τόπο του Γ.Ε.ΜΗ.

3. Στο μέτρο που ακολουθείται το προτυποποιημένο καταστατικό, τεκμαίρεται η νομιμότητα των διατάξεών του.»

11. Καταργείται η περίπτωση γ της παραγράφου 1 του άρθρου 197 του ν.4072/2012 (Α' 86).
12. Καταργείται η περίπτωση δ της παραγράφου 2 του άρθρου 198 του ν.4072/2012 και η περίπτωση ε αναριθμείται σε δ αντίστοιχα.

13. Καταργείται το άρθρο 199 του άρθρου 4072/2012.

Η.2. ΕΚΜΙΣΘΩΣΗ ΕΠΙΒΑΤΗΓΩΝ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ, ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΩΝ ΚΑΙ ΤΕΤΡΑΚΥΚΛΩΝ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΟΔΗΓΟ

1. Επιτρέπεται στα τουριστικά γραφεία και στα γραφεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων, όπως ορίζονται στις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 2 του ν.2160/1993 (Α'118), και σε εταιρείες και συνεταιρισμούς Επιβατηγών Δημόσιας Χρήσης αυτοκινήτων, που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 3109/2003 (Α' 38) και το άρθρο 87 του ν. 4070/2012 (Α' 82), η ολική εκμίσθωση με οδηγό μέσω προκρατήσεως με αντίστοιχη σύμβαση ελαχίστου διάρκειας δώδεκα (12) ωρών, Επιβατηγών Ιδιωτικής Χρήσης (ΕΙΧ) αυτοκινήτων απαγορευομένης της μεταφοράς επιβατών με κόμιστρο με τα αυτοκίνητα αυτά.

2. Οι οδηγοί επιβατηγών ιδιωτικής χρήσης που απασχολούνται σε επιχειρήσεις της περίπτωσης 1, πρέπει υποχρεωτικά:
α) Να μην έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα για κακούργημα ή για κάποιο από τα πλημμελήματα της κλοπής, υπεξαίρεσης, απάτης, εκβίασης, πλαστογραφίας, παραχάραξης, βαριάς σωματικής βλάβης, παράβασης των διατάξεων περί ναρκωτικών ή των διατάξεων που αναφέρονται στα ήθη,
β) Να είναι κάτοχοι άδειας οδήγησης αυτοκινήτου κατηγορίας Β' σε ισχύ, για τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μήνες πριν την έναρξη της απασχόλησής τους ως οδηγοί επιβατηγών ιδιωτικής χρήσης στις επιχειρήσεις της περίπτωσης 1,
γ) Να είναι υγιείς με βάση τις ιατρικές εξετάσεις που καθορίζονται σύμφωνα με το εδάφιο ζ' της παραγράφου 2 του άρθρου 95 του ν.4070/2012 (Α' 82).
Για την απόδειξη της συνδρομής των ανωτέρω προϋποθέσεων, οι επιχειρήσεις της περίπτωσης 1 υποχρεούνται να τηρούν στο αρχείο τους και να επιδεικνύουν σε κάθε έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές: για τη συνδρομή του εδαφίου α' πιστοποιητικό ποινικού μητρώου γενικής χρήσης του οδηγού, για τη συνδρομή του εδαφίου β' επικυρωμένο αντίγραφο της άδειας οδήγησης και για τη συνδρομή του εδαφίου γ' ιατρικό πιστοποιητικό.

3. Τα επιβατηγά ιδιωτικής χρήσης οχήματα που εκμισθώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης 1, φέρουν τα εξής χαρακτηριστικά:
α) Είναι οχήματα άνω των 1.500 κ.εκ.,
β) Εμπίπτουν στην κατηγορία εκπομπών EURO V ή μεταγενέστερη,
γ) Έχουν μέγιστο χρόνο κυκλοφορίας τα επτά (7) χρόνια από την ημερομηνία της πρώτης άδειας κυκλοφορίας τους εφόσον αυτή δεν διαφέρει από την ημερομηνία κατασκευής τους πάνω από ένα χρόνο, και για τα ανοικτού τύπου τα εννέα (9) χρόνια από την κυκλοφορία τους.

4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Τουρισμού ορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις σύστασης και λειτουργίας των επιχειρήσεων της περίπτωσης 1 ως προς την άσκηση της δραστηριότητας αυτής, τα προσόντα των οδηγών, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.

5. Επιτρέπεται η μεταφορά άνευ κομίστρου πελατών κύριων ξενοδοχειακών καταλυμάτων όπως ορίζονται στην περίπτωση Α της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.2160/1993 (Α' 118) με επιβατηγά ιδιωτικής χρήσης οχήματα, είτε ιδιοκτησίας των καταλυμάτων, είτε κατόπιν χρηματοδοτικής μίσθωσης κατά τις κείμενες διατάξεις, από τα σημεία αφίξεως ή αναχωρήσεως μέχρι τις εγκαταστάσεις των καταλυμάτων αυτών και αντίστροφα. Επιτρέπεται στις εταιρείες και τους συνεταιρισμούς Επιβατηγών Δημόσιας Χρήσης αυτοκινήτων, που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν.3109/2003 (Α' 38) και το άρθρο 87 του ν.4070/2012 (Α' 82) να συνάπτουν συμβάσεις με ολική ή μερική εκμίσθωση των ΕΔΧ αυτοκινήτων, με οδηγό, με κύρια ξενοδοχειακά καταλύματα, με κόμιστρο που διαμορφώνεται με συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών για τη μεταφορά των πελατών των κύριων ξενοδοχειακών καταλυμάτων από τα σημεία αφίξεως ή αναχωρήσεως μέχρι τις εγκαταστάσεις των καταλυμάτων και αντίστροφα. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων καθορίζονται διακριτικά γνωρίσματα και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που φέρουν τα ανωτέρω οχήματα, προκειμένου να πιστοποιείται η συνδρομή των προϋποθέσεων της περίπτωσης, καθώς και άλλες σχετικές λεπτομέρειες για την εφαρμογή της περίπτωσης αυτής.

6. α) Για κάθε παράβαση των διατάξεων της περίπτωσης 2 επιβάλλεται πρόστιμο ύψους τριακοσίων (300) ευρώ. Σε υποτροπή εντός τριετίας, επιβάλλεται πρόστιμο ύψους εξακοσίων (600) ευρώ, σε δεύτερη υποτροπή επιβάλλεται πρόστιμο ύψους εννιακοσίων (900) ευρώ και σε κάθε επόμενη υποτροπή αφαιρείται το Ε.Σ.Λ. της επιχείρησης για χρονικό διάστημα δύο (2) μηνών.
β) Για κάθε παράβαση των διατάξεων της περίπτωσης 3 επιβάλλεται πρόστιμο ύψους χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Σε υποτροπή εντός τριετίας, επιβάλλεται πρόστιμο ύψους τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και σε δεύτερη υποτροπή αφαιρείται το Ε.Σ.Λ. της επιχείρησης για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών.
γ) Σε περίπτωση που σε διάστημα δύο (2) ετών έχει επιβληθεί δύο (2) φορές η κύρωση της αφαίρεσης του Ε.Σ.Λ., το Ε.Σ.Λ. αφαιρείται οριστικά. Με απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Τουρισμού δύνανται να τροποποιούνται τα ως άνω ποσά
δ) Κατά των παραπάνω αποφάσεων επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον της επιτροπής της περίπτωσης δ της παραγράφου 6 του άρθρου 4 του ν. 3270/2004, όπως ισχύει.

ε) Σε περίπτωση όπου αυτοκίνητο μισθωμένο κατά τις διατάξεις της περίπτωσης 1 διενεργεί επιβατικές μεταφορές με κόμιστρο, επιβάλλονται στο νόμιμο εκπρόσωπο της επιχείρησης και στον οδηγό οι ποινές της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του ν. 1903/1990 (Α' 167). Επιπλέον, ανακαλείται η άδεια κυκλοφορίας του οχήματος για δύο (2) χρόνια. Για τις παραβάσεις της παρούσης περίπτωσης εφαρμόζεται η συνοπτική διαδικασία των άρθρων 417 και επόμενα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Η.3. Διάθεση παρασκευασμάτων πρώτης βρεφικής ηλικίας

1. Η διάθεση των παρασκευασμάτων για βρέφη, όπως αυτά ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρο 1 της Υ1/Γ.Π. 47815/2008 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Β' 1478), γίνεται από τα φαρμακεία και τα καταστήματα λιανικής πώλησης τροφίμων, ειδών παντοπωλείου και ειδών μαζικής κατανάλωσης. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Υγείας δύναται να ρυθμίζεται ο τρόπος διάθεσης στον τελικό καταναλωτή των ανωτέρω παρασκευασμάτων στα σημεία του προηγούμενου εδαφίου.

2. Η παρ. 2 του άρθρου 2 της Υ1/Γ.Π. 47815/2008 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καταργείται.


Η.4. Άρση περιορισμών στη διάθεση προϊόντων καπνού

1. Στο αρ. 2 ν. 3730/2008 (Α' 262) προστίθεται παρ. 6 ως εξής:
«Ειδικά στις υπεραγορές τροφίμων η τοποθέτηση προϊόντων καπνού είναι επιτρεπτή σε κλειστές προθήκες ευρισκόμενες εντός του καταστήματος μετά το χώρο των ταμείων, στις οποίες παρέχεται πρόσβαση με τη μεσολάβηση προσωπικού του καταστήματος, τηρουμένων των διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας.»

2. Το δεύτερο εδάφιο της περ. ζ' της παρ. 1 του άρθρου 2 ν. 3730/2008 καταργείται.


Η.5. Τροποποιήσεις στο π.δ. 340/1998 «Περί του επαγγέλματος  Λογιστή –Φοροτεχνικού – άδειας ασκήσεως»

1. Όπου στο κείμενο ή στον τίτλο του π.δ. 340/1989 (Α' 228) αναφέρονται οι φράσεις «άδεια ασκήσεως», «ειδική άδεια ασκήσεως επαγγέλματος», «άδεια» ή «άδεια ασκήσεως επαγγέλματος» αντικαθίστανται από τη φράση «επαγγελματική ταυτότητα».

2. Το άρθρο 4 του π.δ. 340/1989 αντικαθίσταται ως εξής: « Άρθρο 4
Χορήγηση επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή φοροτεχνικού
1. Για την άσκηση του επαγγέλματος του λογιστή φοροτεχνικού και τη χορήγηση της σχετικής επαγγελματικής ταυτότητας υποβάλλεται στην Κεντρική Διοίκηση του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας (ΟΕΕ) ή ανάλογα με τον τόπο της επαγγελματικής του εγκατάστασης στην αρμόδια Τοπική Διοίκηση Περιφερειακού Τμήματος του ΟΕΕ αναγγελία έναρξης άσκησης επαγγέλματος.
2. Στην αναγγελία έναρξης άσκησης επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού αναφέρονται τα στοιχεία ταυτότητας, μόνιμης κατοικίας, επαγγελματικής απασχόλησης και οι τίτλοι σπουδών του ενδιαφερομένου.
3. Η αναγγελία έναρξης άσκησης επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού συνοδεύεται υποχρεωτικά από αντίγραφα των πτυχίων, των τίτλων σπουδών ημεδαπής ή αποφάσεων ΣΑΕΠ περί αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων, έγγραφο έναρξης δραστηριότητας από την αρμόδια αρχή, αντίγραφο ποινικού μητρώου γενικής χρήσης, το οποίο αναζητείται υπηρεσιακά, καθώς και των απαιτουμένων εγγράφων για την απόδειξη της άσκησης επαγγέλματος από τον ενδιαφερόμενο, όπως ορίζεται στο άρθρο 15. .
4. Στην περίπτωση αίτησης για την χορήγηση επαγγελματικής ταυτότητας ανώτερης τάξης υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο, εκτός από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά άσκησης του επαγγέλματος του λογιστή φοροτεχνικού και αντίγραφο του προβλεπόμενου από την περίπτωση στ' της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 2515/1997, , πιστοποιητικού παρακολούθησης επιμορφωτικών σεμιναρίων και αξιολόγησης του υποψηφίου.
5. Η επαγγελματική ταυτότητα λογιστή φοροτεχνικού χορηγείται με απόφαση της Κεντρικής Διοίκησης ή της αρμόδιας Τοπικής Διοίκησης Περιφερειακού Τμήματος του Ο.Ε.Ε. εάν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις.
6. Η απόφαση της Κεντρικής Διοίκησης ή της αρμόδιας Τοπικής Διοίκησης Περιφερειακού Τμήματος του ΟΕΕ για τη χορήγηση της επαγγελματικής ταυτότητας ή για την απαγόρευση της άσκησης του επαγγέλματος του λογιστή φοροτεχνικού εκδίδεται εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία της αναγγελίας και της πλήρους υποβολής των προβλεπομένων νομίμων δικαιολογητικών. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία τριών μηνών από την ημερομηνία της αναγγελίας και της πλήρους υποβολής των προβλεπομένων νομίμων δικαιολογητικών, η ταυτότητα εκδίδεται αυτόματα. Σε περίπτωση απαγόρευσης της άσκησης του επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού, το ΟΕΕ ενημερώνει εγγράφως τον ενδιαφερόμενο, γνωστοποιώντας τους λόγους της απαγόρευσης. Το ΟΕΕ μπορεί οποτεδήποτε, ακόμη και μετά την παρέλευση τριμήνου από την αναγγελία, να απαγορεύσει την άσκηση του επαγγέλματος και να προβεί στην αφαίρεση της επαγγελματικής ταυτότητας, αν διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την άσκηση του επαγγέλματος του λογιστή φοροτεχνικού.
7. Ο λογιστής φοροτεχνικός υποχρεούται να υποβάλει στο ΟΕΕ, εντός του πρώτου διμήνου κάθε έτους, υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν.1599/1986), στην οποία θα δηλώνει ότι ασκεί το επάγγελμα του λογιστή φοροτεχνικού, ότι δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 14 του π.δ. 340/1998, ότι δεν έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας λογιστών φοροτεχνικών και ότι έχει παρακολουθήσει όλη την αναγκαία εκπαίδευση που αντιστοιχεί στο επίπεδο της επαγγελματικής του κατάταξης, η οποία παρέχεται από το ΟΕΕ. Αν ο λογιστής φοροτεχνικός δεν καταθέσει την υπεύθυνη δήλωση εντός του πρώτου διμήνου, δεν εντάσσεται στο Μητρώο λογιστών φοροτεχνικών του ΟΕΕ του άρθρου 11. Η πρόσβαση στο συγκεκριμένο αρχείο θα αποκαθίσταται με την κατάθεση της υπεύθυνης δήλωσης. Το ΟΕΕ ελέγχει το περιεχόμενο της εν λόγω δήλωσης, ενημερώνει αυτόματα το Μητρώο Λογιστών Φοροτεχνικών και εκδίδει ειδική πράξη σε όσους αυτοδίκαια έχουν εκπέσει λόγω της μη τήρησης της προβλεπόμενης διαδικασίας.
8. Επαγγελματική ταυτότητα λογιστή φοροτεχνικού δεν χορηγείται σε όσους έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα για αδικήματα που αναφέρονται στην παρ. 1. του άρθρου 14..
9. Η επαγγελματική ταυτότητα χορηγείται μόνο σε φυσικά πρόσωπα.
10. Για την έκδοση της επαγγελματικής ταυτότητας και την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης απαιτείται η καταβολή δικαιωμάτων υπέρ του Ο.Ε.Ε, το ύψος των οποίων καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Οικονομικών. Η ιδιότητα του μέλους του ΟΕΕ δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος του λογιστή φοροτεχνικού μετά την 01.01.2015


3. Το άρθρο 10 του π.δ. 340/1998 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 10
Νομικά πρόσωπα παροχής λογιστικών & φοροτεχνικών υπηρεσιών - Αντιπρόσωποι
1. Για τη λειτουργία νομικών προσώπων παροχής λογιστικών και φοροτεχνικών υπηρεσιών απαιτείται βεβαίωση αναγγελίας έναρξης λογιστικών και φοροτεχνικών εργασιών, η οποία χορηγείται από το ΟΕΕ..
2. Για τη χορήγηση της βεβαίωσης αναγγελίας της παραγράφου 1 υποβάλλεται από το νόμιμο εκπρόσωπο του νομικού προσώπου αναγγελία έναρξης λειτουργίας επιχείρησης παροχής λογιστικών και φοροτεχνικών υπηρεσιών, η οποία συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα των εγγράφων ή πιστοποιητικών, από τα οποία προκύπτουν η νόμιμη σύσταση, λειτουργία και εκπροσώπηση του νομικού προσώπου.
3. Φυσικά πρόσωπα που συνδέονται με οποιαδήποτε σχέση με τα παραπάνω νομικά πρόσωπα και είναι εξουσιοδοτημένα να υπογράφουν για λογαριασμό αυτών πράξεις που ανάγονται στο αντικείμενο εργασιών του λογιστή φοροτεχνικού απαιτείται να είναι κάτοχοι επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή φοροτεχνικού.»

4. Το άρθρο 11 του π.δ. 340/1998 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 11
Μητρώο Λογιστών Φοροτεχνικών και Νομικών Προσώπων Παροχής Λογιστικών & Φοροτεχνικών Υπηρεσιών
1. Στο ΟΕΕ τηρείται μητρώο φυσικών προσώπων κατόχων επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή φοροτεχνικού κατά τάξεις, το οποίο ενημερώνεται κάθε έτος μετά την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης της παραγράφου 7 του άρθρου 4, καθώς και μητρώο των νομικών προσώπων παροχής λογιστικών και φοροτεχνικών υπηρεσιών, με μνεία του αριθμού βεβαίωσης που τους έχει χορηγηθεί και των στοιχείων του άρθρου 10. .
2. Τα Μητρώα Λογιστών Φοροτεχνικών και Νομικών Προσώπων Παροχής Λογιστικών & Φοροτεχνικών Υπηρεσιών του ΟΕΕ διασυνδέονται με τα αρχεία των λογιστών που μπορούν να υποβάλουν ηλεκτρονικά δηλώσεις στα συστήματα του Υπουργείο Οικονομικών.»

5. Στην περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του π.δ. 340/1998 μετά τη λέξη πλαστογραφία προστίθενται οι λέξεις: «υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, χρήση υφαρπαχθείσης ψευδούς βεβαίωσης».

6. Το άρθρο 16 του π.δ. 340/1998 καταργείται μετά την παρέλευση ενός (1) έτους από τη δημοσίευση του παρόντος. Οι άδειες ασκήσεως επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού εκδοθείσες που εκδόθηκαν με το άρθρο 16 π.δ. 340/1998 εξακολουθούν να ισχύουν.


Η.6. Συμπλήρωση διατάξεων ν. 1906/1990, ν3614/2007 και 4070/2012

1. α. H υποπαράγραφος α της παραγράφου 4 του άρθρου 10 του ν. 1906/1990 (Α' 157), αντικαθίσταται ως εξής:
«α. Οι υφιστάμενες διεθνείς τακτικές λεωφορειακές γραμμές μεταξύ Ελλάδας και χωρών που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατηρούνται έως την 30.6.2013. Ειδικά οι διεθνείς τακτικές λεωφορειακές γραμμές μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας διατηρούνται έως την 31.12.2012.»

β. Οι άδειες που έχουν εκδοθεί ή τροποποιηθεί μετά τη θέση σε ισχύ της παραγράφου 15 του άρθρου 185 του ν. 4070/2012 (Α' 82) για τις διεθνείς τακτικές λεωφορειακές μεταξύ Ελλάδας και χωρών που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατηρούνται σε ισχύ μέχρι την 30.6.2013. Ειδικά οι άδειες για διεθνείς λεωφορειακές γραμμές μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας διατηρούνται έως την 31.12.2012.

γ. Οι διατάξεις των ανωτέρω υποπεριπτώσεων α' και β' ισχύουν αναδρομικά από 10.10.2012.

2. α. Το β' εδάφιο της παραγράφου 10 του άρθρου 25 του ν.3614/2007 (Α' 267), που προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 242 του ν.4072/2012, αντικαθίσταται ως εξής:
«β. Στις συγχρηματοδοτούμενες συμβάσεις δημοσίων έργων που έχουν προκηρυχθεί χωρίς πρόβλεψη χορήγησης προκαταβολής στη διακήρυξη ή με πρόβλεψη προκαταβολής μικρότερης του δέκα τοις εκατό (10%), δύναται να χορηγείται στον ανάδοχο προκαταβολή, κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 51 του ν. 3669/2008, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) του ολικού ποσού της σύμβασης (χωρίς αναθεωρήσεις και ΦΠΑ), έναντι ισόποσης εγγυητικής επιστολής.»

β. Στο τέλος της παραγράφου 10 του άρθρου 25 του ν. 3614/2007 προστίθεται εδάφιο γ', ως ακολούθως:
«γ. Τα ανωτέρω εδάφια α' και β' αφορούν και τα συγχρηματοδοτούμενα έργα που ανατίθενται από τους ΟΤΑ α' βαθμού και τα νομικά τους πρόσωπα και κατισχύουν κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης για τους φορείς αυτούς.»

3. Το άρθρο 141 του ν. 4070/2012 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 141
Οι βεβαιώσεις εγγραφής των εγγεγραμμένων επιχειρήσεων στις τάξεις 3η έως και 7η του Μητρώου Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (Μ.Ε.ΕΠ.) της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, οι οποίες έχουν ημερομηνία λήξης από 1.7.2012 έως 30.6.2013 ή έχουν πάρει παράταση, σύμφωνα με το άρθρο 141 του ν. 4070/2012 έως την 31.12.2012, παρατείνονται μέχρι 30.6.2013, εφ' όσον οι επιχειρήσεις υποβάλλουν σχετικό αίτημα έως και εξήντα (60) ημέρες μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου ή έχουν υποβάλει στην Υπηρεσία τήρησης του Μ.Ε.ΕΠ. αίτηση αναθεώρησης. Η υπηρεσία τήρησης του Μ.Ε.ΕΠ. θέτει σημείωση επί της βεβαίωσης εγγραφής της εταιρείας για τη χορηγηθείσα παράταση. Βεβαιώσεις εγγραφής χωρίς τη σχετική σημείωση λήγουν κατά τις ισχύουσες διατάξεις».

4. Οι εισφορές που από την ισχύουσα νομοθεσία υπολογίζονταν σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) επί της συνομολογούμενης ή της νομίμου αμοιβής των μηχανικών δεν εισπράττονται εφεξής υπέρ του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (Τ.Ε.Ε.). Επίσης, ποσοστό δύο επί τοις χιλίοις (2‰) εκ των καταβαλλομένων ποσών στους αναδόχους για την εκτέλεση δημοσίων έργων, όπως προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία παύει να αποτελεί πόρο του Τ.Ε.Ε.. Κάθε άλλη αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη παύει να ισχύει.

Θ. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ

Θ.1. ΘΕΜΑΤΑ ΑΝΩΤΑΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ
1. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 7 του π.δ. 432/1981 (Α' 118) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Η Επιτροπή Ερευνών μετά από έγκριση της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου ή της Συνέλευσης του Τ.Ε.Ι. δύναται να αποδίδει στον προϋπολογισμό του αντίστοιχου ΑΕΙ ποσοστό έως σαράντα τοις εκατό (40%) του αδιάθετου αποθεματικού για την κάλυψη των λειτουργικών του αναγκών.»

2. α. Η παράγραφος 2 του άρθρου μόνου του ν.δ. 3883/1958 (Α' 181) «Περί μειώσεως της προσθέτου φορολογίας του άρθρου 8 του Α.Ν. 788/1948 και επεκτάσεως ταύτης επί πάντων των εκ του εξωτερικού εισαγομένων εις την χώραν εμπορευμάτων», αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Τα εκ της κατά την παράγραφο 1 έσοδα φορολογίας αποδίδονται στον Κρατικό Προϋπολογισμό.»

β. Η ισχύς της διάταξης της προηγούμενης περίπτωσης της παραγράφου αυτής αρχίζει από την 1η Ιουλίου 2012.

Θ.2. ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥΣ, ΜΕΤΑΘΕΣΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΠΕΤΗΡΙΔΑ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

1. α. Η παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3848/2010 ( Α' 71) με τίτλο «Αναβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτικού – καθιέρωση κανόνων αξιολόγησης και αξιοκρατίας στην εκπαίδευση και λοιπές διατάξεις», τροποποιείται ως εξής:
«1. Το Α.Σ.Ε.Π. προκηρύσσει και διενεργεί κάθε τρία έτη διαγωνισμό για την κατάρτιση πίνακα κατάταξης εκπαιδευτικών κατά κλάδο και ειδικότητα με σκοπό το διορισμό ή την πρόσληψή τους στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ύστερα από αίτημα του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, το οποίο διαμορφώνεται ανάλογα με τις εκπαιδευτικές ανάγκες».

β. Το στοιχείο (δ) της παρ. 10 και η παρ. 14 του άρθρου 9 του ν. 3848/2010 καταργούνται.

2. Το στοιχείο (α) της παρ. 1 του Κεφαλαίου Β του άρθρου 16 του ν. 1566/85 αντικαθίσταται ως εξής:
(α) Για το συμφέρον της εθνικής οικονομίας και την ποιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος και με δαπάνη του Δημοσίου από σχολείο σε σχολείο σε όλη την επικράτεια ανεξαρτήτως βαθμίδας εκπαίδευσης και οργανικής θέσης με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, ορίζονται η διαδικασία και τα κριτήρια, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η υπεραριθμία στο σχολείο ή στο Δήμο, τα έτη προϋπηρεσίας, η οικογενειακή κατάσταση μεταξύ άλλων καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την διενέργεια των μεταθέσεων.

3. Διατηρείται η εγγραφή σε επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών για τα σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 28 του ν.682/1977 (Α' ).


Θ.3. ΆΔΕΙΑ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ, ΚΟΛΛΕΓΙΟΥ, ΦΡΟΝΤΙΣΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΚΕΝΤΡΟΥ ΞΕΝΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ, ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ (Ι.Ι.Ε.Κ.), ΚΕΝΤΡΟΥ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ ΕΠΙΠΕΔΟΥ ΕΝΑ ΚΑΙ ΚΕΝΤΡΟΥ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ ΕΠΙΠΕΔΟΥ ΔΥΟ..

1. Άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου και ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), χορηγείται σε φυσικά πρόσωπα, νομικά πρόσωπα και ενώσεις προσώπων, με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

2. α) Άδεια Κέντρου Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο, Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών χορηγείται σε φυσικά πρόσωπα, νομικά πρόσωπα, ενώσεις προσώπων και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Οργανισμού Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.), η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
β) Το πρώτο εδάφιο του στοιχείου 1 της παραγράφου 6 του άρθρου 10 του ν.3879/2010 (Α' 163), αντικαθίσταται ως εξής:
«Φυσικά πρόσωπα, νομικά πρόσωπα, ενώσεις προσώπων και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) παρέχουν υπηρεσίες μη τυπικής εκπαίδευσης και κατάρτισης ως Κέντρα Δια Βίου Μάθησης».
γ) Τα Κέντρα Διά Βίου Μάθησης διακρίνονται σε Κέντρα Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρα Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο, του επιπέδου εξαρτώμενου από την κτηριολογική υποδομή.
3. Οι ανωτέρω άδειες χορηγούνται εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και η λειτουργία των μονάδων εκπαίδευσης και κατάρτισης αρχίζει το επόμενο σχολικό έτος.

4. Σε φυσικό πρόσωπο χορηγείται άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ), Κέντρου Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο, Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις:
(α) έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του,
(β) έχει μόνιμη εγκατάσταση σε κράτος ? μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
(γ) δεν έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. και κληρικού,
(δ) είναι ασφαλιστικά και φορολογικά ενήμερο,
(ε) δεν έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης και δεν έχει καταθέσει αίτηση για κήρυξή του σε κατάσταση πτώχευσης,
(στ) δεν έχει καταδικαστεί ή παραπεμφθεί με τελεσίδικο βούλευμα σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 9 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, Α' 26), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει,
(ζ) δεν έχει απολυθεί από θέση δημόσιου υπαλλήλου ή ιδιωτικού εκπαιδευτικού ή διδάσκοντος στα φροντιστήρια ή κέντρα ξένων γλωσσών, για λόγους πειθαρχικούς ή για ανεπάρκεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του,
(η) δεν του έχει επιβληθεί η διοικητική κύρωση της ανάκλησης της άδειας ίδρυσης ή της άδειας λειτουργίας για ίδιο ή άλλο ιδιωτικό φορέα εκπαίδευσης και κατάρτισης την τελευταία δεκαετία.
5. Σε νομικό πρόσωπο και ν.π.δ.δ. χορηγείται άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο, Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις:
(α) η καταστατική έδρα του βρίσκεται σε χώρα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
(β) ο σκοπός του, σύμφωνα με το καταστατικό του, αφορά και στην παροχή υπηρεσιών εκπαίδευσης και κατάρτισης
(γ) οι μέτοχοι ή εταίροι του δεν έχουν την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. και κληρικού,
(δ) είναι ασφαλιστικά και φορολογικά ενήμερο,
(ε) δεν έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης και δεν έχει καταθέσει αίτηση για κήρυξή του σε κατάσταση πτώχευσης
(στ) δεν του έχει επιβληθεί η διοικητική κύρωση της ανάκλησης της άδειας ίδρυσης ή της άδειας λειτουργίας για ίδιο ή άλλο ιδιωτικό φορέα εκπαίδευσης και κατάρτισης την τελευταία δεκαετία
(ζ). ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις των στοιχείων γ, δ, ε , στ, ζ και η της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου.

6. Άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών χορηγείται σε ενώσεις προσώπων, εφόσον για τα φυσικά πρόσωπα συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 4 και για τα νομικά πρόσωπα οι προϋποθέσεις της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου.

7. Η ένωση προσώπων ορίζει υπεύθυνο κατά νόμο στο πρόσωπο του οποίου πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις των στοιχείων α, β, γ, δ, ε, στ, ζ και η της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου.

8. i) Για την κτιριολογική υποδομή των ιδιωτικών σχολείων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, των Κολλεγίων, των ιδιωτικών Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), των Κέντρων Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο, απαιτείται:
α) το κτίριο να έχει ισχύουσα πολεοδομική άδεια χρήσης εκπαιδευτηρίου
β) επαρκής και ομοιόμορφος τεχνητός φωτισμός και εξαερισμός στις περιπτώσεις υπόγειων εργαστηρίων και βιβλιοθηκών
γ) ελάχιστο εμβαδόν αίθουσας διδασκαλίας είκοσι δύο (22) τετραγωνικά μέτρα
δ) τρία (3) τετραγωνικά μέτρα ανά εκπαιδευόμενο στους αύλειους χώρους. Στον αύλειο χώρο συνυπολογίζονται τα υπόστεγα και οι ανοιχτοί διάδρομοι , αλλά όχι τα δώματα.
δ) πυροπροστασία για χρήση εκπαιδευτηρίου σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις
ε) δυνατότητα πρόσβασης σε Άτομα με Ειδικές Ανάγκες σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, τουλάχιστον σε ένα αυτοτελές κτίριο.
στ) στα Νηπιαγωγεία που έχουν δυναμικότητα έως 40 νήπια δεν έχει εφαρμογή το στοιχείο α και το στοιχείο δ της παρούσης. Το κτίριο στο οποίο στεγάζονται πρέπει να διαθέτει ισχύουσα οικοδομική άδεια και την πυροπροστασία όπως αυτή ρυθμίζεται από τις σχετικές διατάξεις.
ii) Στην παρούσα ρύθμιση εντάσσονται και τα Κέντρα Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα, τα Φροντιστήρια και τα Κέντρα Ξένων Γλωσσών τα οποία δεν υπάγονται στην παρ. 10 του παρόντος άρθρου.
9. Αυτοτελή κτίρια Γραφείων, κατά παρέκκλιση του στοιχείου α της παραγράφου 8, που διαθέτουν ισχύουσα οικοδομική άδεια για άλλη χρήση, δεν χρησιμοποιούνται ως αίθουσες διδασκαλίας ή εργαστήρια.

10. Για την κτιριολογική υποδομή του Κέντρου Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα, των Φροντιστηρίων και των Κέντρων Ξένων Γλωσσών απαιτείται:
α) ισχύουσα οικοδομική άδεια,
β) πιστοποιητικό πυροπροστασίας σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις,
γ) ο συνολικός αριθμός εκπαιδευομένων ανά ώρα να μην υπερβαίνει την αναλογία ενός ατόμου ανά τεσσεράμισι (4,5) τετραγωνικά μέτρα στο συνολικό εμβαδόν του φορέα και τον αριθμό των σαράντα (40) εκπαιδευόμενων,
δ) ενάμισι (1,5) τετραγωνικό μέτρο ανά εκπαιδευόμενο στις αίθουσες διδασκαλίας,
ε) επαρκής και άμεσος φυσικός φωτισμός και αερισμός,
στ) ένα (1) WC ανά τριάντα (30) εκπαιδευόμενους,
ζ) ελάχιστο εμβαδό αίθουσας διδασκαλίας δεκαπέντε (15) τετραγωνικά μέτρα και
η) βεβαίωση δύο μηχανικών περί της στατικής επάρκειας του κτηρίου ως προς το μέγιστο προβλεπόμενο πληθυσμό.
11. Η άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών τροποποιείται μετά από αίτηση , σύμφωνα με τη διαδικασία που απαιτείται για τη χορήγηση αυτής.
Αιτήσεις για τροποποίηση της άδειας υποβάλλονται άπαξ ετησίως έως την 30η Απριλίου εκάστου έτους για το επόμενο διδακτικό έτος.
12. Οι ανωτέρω φορείς εκπαίδευσης υποχρεούνται, επί ποινή ανάκλησης αυτής της άδειας, να ενημερώνουν εγγράφως την αρχή που χορηγεί την άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, για κάθε μεταβολή των προϋποθέσεων χορήγησής της ή συνδρομής ασυμβίβαστων ιδιοτήτων.

13. Για τη χορήγηση της άδειας ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), ο Εθνικός Οργανισμός Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π) διατυπώνει γνώμη προς τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του ισχύοντος Οικοδομικού Κανονισμού. Εφόσον διαπιστωθούν κτιριολογικές διαφοροποιήσεις, ο Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π τις γνωστοποιεί στον ιδιοκτήτη, ο οποίος εντός 30 ημερών οφείλει να συμμορφωθεί. Για τη διατύπωση γνώμης κατατίθεται χρηματικό ποσό υπέρ του Εθνικού Οργανισμού Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π), το ύψος του οποίου καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Οικονομικών της παραγράφου 18 του παρόντος.

14. α. Οι άδειες των παραγράφων 1 και 2 επικαιροποιούνται ετησίως με τη διαδικασία της αναγγελίας του δεύτερου και τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 3919/2011 (Α' 32), με την προσκόμιση των κάτωθι:.
i) δήλωση του ν. 1599/1986 (Α' 75) περί μη μεταβολής των προϋποθέσεων χορήγησης της άδειας των παραγράφων 4, 5 και 6 και των κτιριολογικών προδιαγραφών των παραγράφων 8, 9 και 10 του παρόντος. Εφόσον έχουν επέλθει μεταβολές στις προϋποθέσεις χορήγησης της άδειας με την αναγγελία κατατίθεται όλη η σχετική τεκμηρίωση.
ii) φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα, όπου αυτή απαιτείται για την έκδοση της άδειας.
iii) πιστοποιητικό περί μη πτώχευσης ή περί μη υποβολής αίτησης για κήρυξη σε κατάσταση πτώχευσης, όπου αυτή απαιτείται για την έκδοση της άδειας.
β. Η αναγγελία υποβάλλεται έως την 31η Μαΐου εκάστου έτους.
15. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, καθορίζονται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τη χορήγηση , την τροποποίηση και την επικαιροποίηση άδειας ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα, Κέντρου Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών σε φυσικά, νομικά πρόσωπα, ενώσεις προσώπων και ν.π.δ.δ. και ρυθμίζεται κάθε σχετικό θέμα.

16. Κατά την υποβολή της αίτησης για τη χορήγηση της άδειας Κολλεγίου, ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών υποβάλλονται και τα προγράμματα σπουδών προς έγκριση. Η διαδικασία της εγκρίσεως των προγραμμάτων σπουδών καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού.

17. Αναπόσπαστο στοιχείο όλων των ανωτέρω αδειών αποτελεί και ο διακριτικός τίτλος.

18. Για τη χορήγηση άδειας σε φυσικά, νομικά πρόσωπα, ενώσεις προσώπων και ν.π.δ.δ. την τροποποίηση και την επικαιροποίηση αυτής απαιτείται παράβολο -ή χρηματικό ποσό για τους φορείς που αδειοδοτούνται από τον ΕΟΠΠΕΠ- το ποσό του οποίου καθορίζεται με Απόφαση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Οικονομικών που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως

Θ.4. ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ

1. Η άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, ανακαλείται με απόφαση της αρχής που εκδίδει την άδεια στις ακόλουθες περιπτώσεις:
(α) αν έπαυσαν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησής της ή συντρέξουν οι ασυμβίβαστες ιδιότητες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου,
(β) εάν συντρέξει παραβίαση των όρων της χορηγηθείσης άδειας ή παράβαση των διατάξεων που διέπουν τη λειτουργία των εκπαιδευτικών φορέων των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος, ακόμα και αν πρόκειται για αβλεψία ή παράλειψη κατά τη διαδικασία του ελέγχου για τη χορήγηση της άδειας.
(γ) με αίτηση του κατόχου της άδειας. Στην περίπτωση αυτή η άδεια ανακαλείται μετά το πέρας του διδακτικού έτους ή του εξαμήνου εκπαίδευσης ή κατάρτισης, ανάλογα με τη διάρθρωση του προγράμματος σπουδών του φορέα.

2. Χορηγηθείσα άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, ανακαλείται αυτοδικαίως εφόσον ο εκπαιδευτικός φορέας δεν λειτουργήσει εντός δύο (2) ημερολογιακών ετών.

3. Στο φυσικό πρόσωπο, νομικό πρόσωπο, ένωση προσώπων ή ν.π.δ.δ. η άδεια των οποίων ανακαλείται ως διοικητική κύρωση, δεν χορηγείται εκ νέου άδεια για φορέα εκπαίδευσης των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του παρόντος ή άλλης μορφής για χρονικό διάστημα δέκα ετών.


Θ.5. ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΑΔΕΙΩΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, ΚΟΛΛΕΓΙΟΥ, ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΚΕΝΤΡΟΥ ΞΕΝΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ, ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ (Ι.Ι.Ε.Κ.), ΚΕΝΤΡΟΥ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ ΕΠΙΠΕΔΟΥ ΕΝΑ ΚΑΙ ΚΕΝΤΡΟΥ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ ΕΠΙΠΕΔΟΥ ΔΥΟ

1. Επιτρέπεται η μεταβίβαση της άδειας ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο εφόσον τόσο το φυσικό ή το νομικό πρόσωπο, η ένωση προσώπων ή το ν.π.δ.δ. που μεταβιβάζει την άδεια, όσο και το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η ένωση προσώπων ή το ν.π.δ.δ. όπου μεταβιβάζεται η άδεια, -έχει τις κατά νόμο προϋποθέσεις χορήγησης της άδειας.

2. Η μεταβίβαση εγκρίνεται από το αρμόδιο για τη χορήγηση της άδειας όργανο. Για την έγκριση της μεταβίβασης απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης, συνοδευόμενη από τη σύμβαση μεταβίβασης, και τον τελευταίο ισολογισμό του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος την άδεια, καθώς και κάθε άλλο απαραίτητο έγγραφο που αποδεικνύει την πλήρωση, των προϋποθέσεων της παραγράφου 1 του παρόντος.

3. Κατά τη διαδικασία μεταβίβασης διατυπώνεται γνώμη από τον Εθνικό Οργανισμό Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π), όπου απαιτείται, της παραγράφου 13 του άρθρου 5 του παρόντος.

4. Η ως άνω αίτηση για έγκριση μεταβίβασης, συνοδεύεται από παράβολο, ή χρηματικό ποσό για τους φορείς που αδειοδοτούνται από τον ΕΟΠΠΕΠ, το ποσό του οποίου καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Οικονομικών.

5. Απαγορεύεται ρητά η εκμίσθωση των αδειών των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 15 του παρόντος από τον ιδιοκτήτη ή τους κληρονόμους αυτού.

6. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, καθορίζονται τα δικαιολογητικά που απαιτούνται να συνυποβάλλονται για τη μεταβίβαση και ρυθμίζεται κάθε σχετικό θέμα.


Θ.6. ΣΥΣΤΕΓΑΣΗ ΜΟΝΑΔΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ
1. Η συστέγαση καθώς και η από κοινού προβολή, αναγγελία, γνωστοποίηση, διαφήμιση ή επιγραφή των μονάδων εκπαίδευσης και κατάρτισης που αδειοδοτούνται σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν επιτρέπεται εάν προκαλείται σύγχυση ή κίνδυνος σύγχυσης ή παραπλάνηση των καταναλωτών σχετικά με τον πάροχο των επί μέρους εκπαιδευτικών υπηρεσιών και το είδος, το επίπεδο και τον απονεμόμενο τίτλο των παρεχόμενων σπουδών.

2. Οι κτηριακές εγκαταστάσεις και το σύνολο των λοιπών υποδομών των ιδιωτικών σχολείων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, των Κολλεγίων, των Κέντρων Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα, των Κέντρων Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και των ιδιωτικών Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), δύναται να χρησιμοποιούνται σε χρόνους εκτός διδακτικού ωραρίου για την παροχή άλλων υπηρεσιών εκπαίδευσης και κατάρτισης.


Θ.7. ΚΟΛΛΕΓΙΑ
1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 1 του ν. 3696/2008 (Α'177), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 του ν. 3848/2010 (A' 71), αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Τα Κολλέγια είναι πάροχοι υπηρεσιών μη τυπικής μεταλυκειακής εκπαίδευσης και κατάρτισης που παρέχουν κατ' αποκλειστικότητα σπουδές βάσει συμφωνιών πιστοποίησης (validation), δικαιόχρησης (franchising) και κάθε άλλου είδους σύμβαση με ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της αλλοδαπής, αναγνωρισμένα από τις αρμόδιες αρχές στη χώρα που εδρεύουν, οι οποίες οδηγούν σε πρώτο πτυχίο (bachelor) τουλάχιστον τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης, ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών. Οι βεβαιώσεις, τα πιστοποιητικά σπουδών και οποιασδήποτε άλλης ονομασίας βεβαίωση που χορηγούν τα Κολλέγια δεν είναι ισότιμες με τους τίτλους που χορηγούνται στο πλαίσιο του ελληνικού συστήματος τυπικής εκπαίδευσης.»

2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 1 του ν. 3696/2008, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 του ν. 3848/2010, αντικαθίσταται ως εξής:

« 3. Συνιστάται στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού Τμήμα Κολλεγίων, το οποίο υπάγεται στη Διεύθυνση Ευρωπαϊκής Ένωσης του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και έχει τις αρμοδιότητες που ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 12 του παρόντος. . Του Τμήματος αυτού προΐσταται υπάλληλος κλάδου ΠΕ 1 Διοικητικού της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού.»

3. Η παράγραφος 1 του άρθρου 10 του ν. 3696/2008, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 του ν. 3848/2010, αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Αποκλειστικά και μόνο Κολλέγια που έχουν ισχύουσα άδεια μπορούν να παρέχουν υπηρεσίες εκπαίδευσης και κατάρτισης της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος.»


4. Στο άρθρο 10 του ν. 3696/2008, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 του ν. 3848/2010, προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:

«4. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στην παροχή προγραμμάτων σπουδών από τα Κολλέγια.».

5. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 16 του ν. 3696/2008 αντικαθίσταται ως εξής:

«Ο ιδιοκτήτης ή ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου ή ο κατά νόμο υπεύθυνος της ένωσης προσώπων και ο Διευθυντής του Κολλεγίου είναι υποχρεωμένοι να παρέχουν στο Τμήμα Κολλεγίων του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού κάθε στοιχείο ή πληροφορία που ζητείται στο πλαίσιο της άσκησης των αρμοδιοτήτων του.»

6. Η παράγραφος 1 του άρθρου 22 του ν. 3696/2008 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Οι διοικητικές κυρώσεις για παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου επιβάλλονται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού στον ιδιοκτήτη ή στο νόμιμο εκπρόσωπο ή στον υπεύθυνο κατά νόμο του Κολλεγίου .»

7. Το στοιχείο (iv) της περίπτωσης α' της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του ν.3696/2008 αντικαθίσταται ως εξής:

«(iv) για την παράβαση των υποχρεώσεων σχετικά με τις κτιριολογικές υποδομές, τους όρους λειτουργίας και τις συνθήκες υγιεινής περιλαμβανομένης της απαγόρευσης της συστέγασης και της συλλειτουργίας πρόστιμο από 30.000 έως 50.000 ευρώ. »

8. Το στοιχείο (iv) της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του ν.3696/2008 αντικαθίσταται ως εξής:

«(iv) για την παράβαση των υποχρεώσεων σχετικά με τις κτιριολογικές υποδομές, τους όρους λειτουργίας και τις συνθήκες υγιεινής πρόστιμο περιλαμβανομένης της απαγόρευσης της συστέγασης και της συλλειτουργίας από 20.000 έως 30.000 ευρώ ανά περίπτωση.»

9. Όπου στις διατάξεις του ν.3696/2008, αναφέρεται «ίδρυμα της αλλοδαπής», νοείται «ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της αλλοδαπής» και όπου αναφέρεται «άδεια ίδρυσης Κέντρου Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης» και «Άδεια Λειτουργίας Κέντρου Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης» νοείται «Άδεια Κολλεγίου».


Θ.8. ΔΙΔΙΑΣΚΟΝΤΕΣ ΣΕ ΚΟΛΛΕΓΙΑ

Το άρθρο 15 του ν. 3696/2008 αντικαθίσταται ως εξής:

« Άρθρο 15

1. Το διδακτικό προσωπικό των Κολλεγίων εγγράφεται με αίτησή του σε Μητρώο Διδασκόντων, το οποίο τηρείται στο Τμήμα Κολλεγίων του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, που εκδίδει και τη σχετική βεβαίωση εγγραφής. Το διδακτικό προσωπικό των Κολλεγίων επιλέγεται από τους ιδιοκτήτες τους ή τον νόμιμο εκπρόσωπό τους υποχρεωτικώς μεταξύ αυτών που είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Διδασκόντων.
2. Στην αίτησή τους για εγγραφή οι υποψήφιοι διδάσκοντες υποβάλλουν τα εξής δικαιολογητικά:
(α) Αντίγραφο πτυχίου ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος ή μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου σπουδών της ημεδαπής ή ισοτίμου της αλλοδαπής.
(β) Παράβολο, το ποσό του οποίου καθορίζεται με Απόφαση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Οικονομικών.
(γ) Βεβαίωση του συμπράττοντος ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος του στοιχείου β' της παραγράφου 2 του άρθρου 10 εφόσον δεν κατατίθεται πράξη ισοτιμίας του στοιχείου α του παρόντος.
(δ) Δήλωση του ν. 1599/1986 περί μη καταδίκης για οποιοδήποτε αδίκημα που αποτελεί κώλυμα διορισμού σε δημόσια θέση.
3. Οι διδάσκοντες κατά τη διαδικασία πρόσληψής τους στα Κολλέγια υποβάλλουν τα εξής:
(α) Πιστοποιητικό Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής, που τηρείται στο Κολλέγιο που προσλαμβάνονται και
(β) ποινικό Μητρώο Δικαστικής Χρήσης.
4. Το τρίτο εδάφιο του στοιχείου δ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 3696/2008, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 του ν. 4076/2012, διατηρείται σε ισχύ.

Θ.9. ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΕΣ ΣΤΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

Το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 4 της ΥΑ 19780/16.2.2011 (Β' 472) «Προϋποθέσεις και διαδικασία χορήγησης άδειας λειτουργίας σε Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών», αντικαθίσταται ως εξής:

«Η συνάφεια του τίτλου σπουδών προς το γνωστικό αντικείμενο διδασκαλίας του προηγούμενο εδαφίου μπορεί να αντικαθίσταται από τετραετή αποδεδειγμένη συναφή επαγγελματική εμπειρία ή με πιστοποιητικό εκπαιδευτή συναφούς ειδικότητας χορηγούμενο από Φορέα Πιστοποίησης αναγνωρισμένο από το Ελληνικό κράτος ή από Φορέα Πιστοποίησης αναγνωρισμένο από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους.».

Θ.10. ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ ΙΕΚ

Το στοιχείο (β) της παρ. 2 του άρθρου 10 της ΥΑ Ζ/3378/1993 (Β' 722) «Τροποποίηση της Απόφασης Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Ζ/3378/1993 «Προϋποθέσεις, όροι και διαδικασία χορήγησης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.) από Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου ή Ιδιώτες», όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει, καταργείται.

Θ.11. Σύστημα Πιστοποίησης Κέντρων Επαγγελματικής Κατάρτισης

Η υπ' αριθ. 9.16031/Οικ..3.2815/10.9.2009 (Β' 1999) «Σύστημα Πιστοποίησης Κέντρων Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΚΕΚ)» κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, καταργείται.

Θ.12. Άδεια διδασκαλίας σε Φροντιστήρια, Κέντρα Ξένων Γλωσσών και άδεια κατ' οίκον διδασκαλίας

1. Η άδεια διδασκαλίας σε Φροντιστήρια και Κέντρων Ξένων Γλωσσών, και η άδεια κατ' οίκον διδασκαλίας όπως ορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 70 και στην παρ. 2 του άρθρου 75 του Α.Ν. 2545/1940 (Α' 287) αντίστοιχα αντικαθίστανται με αναγγελία έναρξης ασκήσεως του επαγγέλματος που προβλέπεται στο δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 3919/2011. Η αναγγελία έναρξης ασκήσεως του επαγγέλματος συνοδεύεται από όλα τα νόμιμα δικαιολογητικά που απαιτούνται για τη χορήγηση της άδειας.

2. Όπου στις κείμενες διατάξεις προβλέπεται άδεια διδασκαλίας σε Φροντιστήρια και Κέντρα Ξένων Γλωσσών και άδεια κατ' οίκον διδασκαλίας, εφεξής νοείται η ως άνω αναγγελία.

3. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, καθορίζονται τα δικαιολογητικά που απαιτείται να υποβάλλονται με την αναγγελία έναρξης ασκήσεως της διδασκαλίας σε Φροντιστήρια και Κέντρα Ξένων Γλωσσών και της κατ' οίκον διδασκαλίας και ρυθμίζεται κάθε σχετικό θέμα.

4. Η αναγγελία ενάρξεως ασκήσεως του επαγγέλματος συνοδεύεται από παράβολο, το ποσό του οποίου καθορίζεται με Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Οικονομικών.

Θ.13. Ανανέωση της άδειας διδασκαλίας σε Φροντιστήρια και Κέντρα Ξένων Γλωσσών

1. α. Η ανανέωση της άδειας διδασκαλίας σε Φροντιστήρια και Κέντρα Ξένων Γλωσσών της παρ. 6 του άρθρου 70 του Α.Ν. 2545/1940 καταργείται. Η επικαιροποίηση του φακέλου του εκπαιδευτικού σε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων και των απαιτούμενων εκ του νόμου δικαιολογητικών με βάση τα οποία ο εκπαιδευτικός έκανε την αναγγελία του προηγούμενου άρθρου, περιλαμβάνει ετήσια αυτεπάγγελτη αναζήτηση ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσης εκ μέρους της αρμόδιας υπηρεσίας.

β Σε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων και δικαιολογητικών που έχουν κατατεθεί σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο 24, ο ενδιαφερόμενος οφείλει να ενημερώνει αμελλητί την αρμόδια υπηρεσία, επί ποινή απαγόρευσης της άσκησης του επαγγέλματος της διδασκαλίας σε Φροντιστήρια και Κέντρα Ξένων Γλωσσών.

Θ.14. Ανανέωση της άδειας κατ' οίκον διδασκαλίας

1. α. Η ανανέωση της άδειας κατ' οίκον διδασκαλίας της παρ. 5 του άρθρου 75 του Α.Ν. 2545/1940 καταργείται. Η επικαιροποίηση του φακέλου του εκπαιδευτικού σε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων και των απαιτούμενων εκ του νόμου δικαιολογητικών με βάση τα οποία ο εκπαιδευτικός έκανε την αναγγελία του άρθρου 24, περιλαμβάνει ετήσια αυτεπάγγελτη αναζήτηση ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσης εκ μέρους της αρμόδιας υπηρεσίας.

β. Σε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων και δικαιολογητικών που έχουν κατατεθεί σύμφωνα με το άρθρο 24, ο ενδιαφερόμενος οφείλει να ενημερώνει αμελλητί την αρμόδια υπηρεσία, επί ποινή απαγόρευσης της άσκησης του επαγγέλματος της κατ' οίκον διδασκαλίας
Θ.15. Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης

1. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του ν. 3879/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Τα ΙΕΚ έχουν σκοπό την παροχή υπηρεσιών αρχικής ή και συμπληρωματικής επαγγελματικής κατάρτισης.»

2. Τα δημόσια Ι.Ε.Κ. που υπάγονται στη Γενική Γραμματεία Δια Βίου Μάθησης, ως σύνολο αρμοδιοτήτων, θέσεων, προσωπικού και υλικοτεχνικής υποδομής μεταφέρονται στις Περιφέρειες στις οποίες έχουν την έδρα τους από τις 30.6.2013. Η αρμοδιότητα της οργάνωσης και λειτουργίας των Ι.Ε.Κ. αυτών ανήκει στις Περιφέρειες και η αρμοδιότητα διαμόρφωσης και εποπτείας του εκπαιδευτικού πλαισίου τους ανήκει στη Γενική Γραμματεία Δια Βίου Μάθησης. Στις Περιφέρειες μεταφέρονται και οι προβλεπόμενοι πόροι του κρατικού προϋπολογισμού για τη λειτουργία τους.

3. Η παράγραφος 5 του άρθρου 12 του ν.3879/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Με απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Οικονομικών, μπορεί να ιδρύονται, μετατρέπονται, συγχωνεύονται και καταργούνται δημόσια Ι.Ε.Κ. από Υπουργεία ή από Περιφέρειες ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Η αρμοδιότητα της οργάνωσης και λειτουργίας των Ι.Ε.Κ. αυτών ανήκει στο Υπουργείο ή την Περιφέρεια ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που τα συστήνει και η αρμοδιότητα διαμόρφωσης και εποπτείας του εκπαιδευτικού πλαισίου τους ανήκει στη Γενική Γραμματεία Δια Βίου Μάθησης.»

4. Με απόφαση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Οικονομικών καθορίζεται το σύστημα πιστοποίησης της αρχικής επαγγελματικής κατάρτισης των Ι.Ε.Κ. το οποίο εφαρμόζεται από τον Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π..
Θ.16.
Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρονται Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών νοούνται Κέντρα Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα. Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρονται Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης (Κ.Ε.Κ.), νοούνται Κέντρα Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο.


Θ.17. Τροποποίηση του π.δ. 38/2010

Το προεδρικό διάταγμα 38/2010 «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων» (Α' 78) τροποποιείται ως εξής:

1. Το άρθρο 1 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 1
Με το παρόν διάταγμα:
1. εναρμονίζεται η εθνική νομοθεσία προς:
α) την Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005 «σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων», (Ε.Ε.αριθ.L 255/30.9.2005 σελ. 22) και θεσπίζονται οι κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους αναγνωρίζονται, για την ανάληψη και την άσκηση νομοθετικά ρυθμιζόμενου επαγγέλματος, τα επαγγελματικά προσόντα που έχουν αποκτηθεί σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη (στο εξής αναφερόμενα ως «κράτη μέλη καταγωγής») και δίνουν στον κάτοχό τους το δικαίωμα, να ασκεί αυτό το επάγγελμα?
β) την Οδηγία 2006/100/ΕΚ του Συμβουλίου της 20ης Νοεμβρίου 2006 «για την προσαρμογή ορισμένων οδηγιών στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, λόγω της προσχώρησης της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας», (Ε.Ε. αριθ. L 363/20.12.2006 σελ.141), κατά το μέρος που αυτή τροποποιεί την Οδηγία 2005/36/ΕΚ,
2. Ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία της αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλων τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης, τουλάχιστον τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης, άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων.»

2. Το άρθρο 2 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 2

1. Οι διατάξεις περί αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων βάσει της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ του παρόντος εφαρμόζονται σε κάθε υπήκοο κράτους μέλους ο οποίος επιθυμεί να ασκήσει νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα στην Ελλάδα έχοντας αποκτήσει τα επαγγελματικά του προσόντα σε άλλο κράτος μέλος είτε ως αυτοαπασχολούμενος είτε ως μισθωτός, συμπεριλαμβανομένων των ασκούντων ελευθέρια επαγγέλματα.
2. Όταν για ένα συγκεκριμένο νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα έχουν θεσπισθεί, με χωριστή κοινοτική νομοθετική πράξη, άλλες ειδικές ρυθμίσεις που σχετίζονται άμεσα με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, δεν εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος διατάγματος.
3. Οι διατάξεις περί αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του παρόντος διατάγματος εφαρμόζονται σε κάθε υπήκοο κράτους μέλους ο οποίος, έχοντας αποκτήσει τίτλο τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης άλλου κράτους μέλους, δεν πληροί τις προϋποθέσεις εφαρμογής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
4. Εξαιρούνται της εφαρμογής των διατάξεων περί αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου τα επαγγέλματα του Κεφαλαίου ΙΙΙ του Τίτλου ΙΙΙ για τα οποία, όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Κεφαλαίου ΙΙΙ του Τίτλου ΙΙΙ (αναγνώριση βάσει του συντονισμού των ελάχιστων προϋποθέσεων εκπαίδευσης), εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του Κεφαλαίου Ι του Τίτλου ΙΙΙ περί Γενικού συστήματος αναγνώρισης των τίτλων εκπαίδευσης».

3. Στο άρθρο 3 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:

«4. Οι παράγραφοι 2 και 3 δεν έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2.»

4. Στο άρθρο 3 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:

«5. Για τους σκοπούς της παραγράφου 3 του άρθρου 2 νοείται ως «τίτλος τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης» ο αναγνωρισμένος τίτλος τουλάχιστον τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης, που απονέμεται από ίδρυμα τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»


5. Στο άρθρο 4 προστίθενται παράγραφοι 3 και 4 ως εξής:
«3. Η αναγνώριση επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλου τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αυτόν που απονέμεται στο πλαίσιο του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 2 του παρόντος, παρέχει στο δικαιούχο τη δυνατότητα να αποκτήσει στην Ελλάδα πρόσβαση σε συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα ως μισθωτός ή αυτοαπασχολούμενος με τις ίδιες προϋποθέσεις με τους κατόχους συγκρίσιμων τίτλων του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος, εκτός των περιπτώσεων που απαιτούνται αυξημένα ακαδημαϊκά προσόντα και ιδίως για θέσεις καθηγητών ΑΕΙ, ερευνητών και ειδικού επιστημονικού προσωπικού.
4. Για τους σκοπούς της ανωτέρω παραγράφου, η οικονομική δραστηριότητα στην οποία επιθυμεί να έχει πρόσβαση ο αιτών στην Ελλάδα είναι η ίδια με εκείνη για την οποία διαθέτει τις γνώσεις και δεξιότητες στο κράτος μέλος καταγωγής, εφόσον οι καλυπτόμενες δραστηριότητες είναι αντίστοιχες.»


6. Στο π.δ. 38/2010 προστίθεται άρθρο 9Α ως εξής:

«Άρθρο 9 Α
Οι διατάξεις του παρόντος Τίτλου (άρθρα 5 έως 9) δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2 του παρόντος διατάγματος. »

7. α. Στην αρχή του πρώτου εδαφίου του άρθρου 10 προστίθεται αρίθμηση παραγράφου ως εξής: «1.» α)

β. Προστίθεται παράγραφος 2 στο άρθρο 10 ως εξής:
«2. Η παράγραφος 1 δεν έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2.»

8. Στο άρθρο 12 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:
«3. Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2.»

9. Στο άρθρο 13 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:
«4. Οι παράγραφοι 1 έως 3 δεν έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2.»

10. Στο άρθρο 14 προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής:
«8. Οι παράγραφοι 1 έως 7 δεν έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2.»

11. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 20 οι λέξεις «ο Νομάρχης της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης» αντικαθίστανται ως εξής:«ο Περιφερειάρχης της Περιφέρειας».

12. Προστίθεται άρθρο 20Α ως εξής:
«Άρθρο 20 Α
Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου (άρθρα 16 έως 20) δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2 του παρόντος διατάγματος.»

13. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 30 οι λέξεις «Η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση» αντικαθίστανται ως εξής: «Η Περιφέρεια».

14. Στο άρθρο 50 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:
«5. Οι παράγραφοι 1, 3 και 4 έχουν εφαρμογή και στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2 και σε περίπτωση δικαιολογημένων αμφιβολιών οι αρμόδιες ελληνικές αρχές απαιτούν από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους επιβεβαίωση του γνησίου των βεβαιώσεων και πιστοποιητικών και των τίτλων εκπαίδευσης που χορηγούνται σε αυτό το κράτος μέλος.»

15. Στο άρθρο 52 προστίθεται τρίτο εδάφιο ως εξής:
«Το παρόν άρθρο έχει εφαρμογή και στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2.»

16. Στο άρθρο 53 προστίθεται τρίτο εδάφιο ως εξής:
«Το παρόν άρθρο έχει εφαρμογή και στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2.»

17. Η παράγραφος 1 του άρθρου 54 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Αρμόδια αρχή για να δέχεται τις αιτήσεις των ενδιαφερομένων και να εκδίδει α) τις αποφάσεις αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος, είτε επί τη βάσει του γενικού συστήματος αναγνώρισης των τίτλων εκπαίδευσης (Τίτλος ΙΙΙ, Κεφάλαιο Ι), είτε επί τη βάσει της αναγνώρισης της επαγγελματικής πείρας (Τίτλος ΙΙΙ, Κεφάλαιο ΙΙ) και β) τις αποφάσεις αναγνώρισης της επαγγελματικής ισοδυναμίας των τίτλων τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης της παραγράφου 3 του άρθρου 2 είναι το Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων (Σ.Α.Ε.Π.).»

18. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 54 οι λέξεις «Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης» αντικαθίστανται ως εξής: «Περιφέρειας».

19. Η παράγραφος 5 του άρθρου 54 καταργείται.

20. Το άρθρο 55 αντικαθίστανται ως εξής:
«Άρθρο 55
1. Συνιστάται στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού συλλογικό όργανο με την ονομασία «Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων», το οποίο λαμβάνει αποφάσεις για α) την την αναγνώρισητων επαγγελματικών προσόντων σύμφωνα με τους όρους των Κεφαλαίων Ι και ΙΙ του Τίτλου ΙΙΙ, καθώς και του Τμήματος 5 του Κεφαλαίου ΙΙΙ του Τίτλου ΙΙΙ του παρόντος διατάγματος, και β) την αναγνώρισητης επαγγελματικής ισοδυναμίας των τίτλων τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του παρόντος διατάγματος.
2. Στις αρμοδιότητες του Συμβουλίου ανήκουν ιδίως:
α) Η κατάρτιση εσωτερικού κανονισμού για τη ρύθμιση του τρόπου λειτουργίας του και εξέτασης των αιτήσεων για αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων και επαγγελματικής ισοδυναμίας, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος διατάγματος.
β) Η κρίση κάθε θέματος κρίσιμου για την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων και ιδίως του ζητήματος αν απαιτείται η πραγματοποίηση πρακτικής άσκησης προσαρμογής στην Ελλάδα ή η υποβολή του αιτούντος σε δοκιμασία επάρκειας, καθώς και το περιεχόμενο αυτής, στο πλαίσιο του άρθρου 14 του παρόντος διατάγματος.
γ) Η έκδοση απόφασης i) για την αναγνώριση ή μη των επαγγελματικών προσόντων επί τη βάσει των προσκομιζομένων τίτλων ή της κεκτημένης επαγγελματικής πείρας, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος διατάγματος (Τίτλος ΙΙΙ, Κεφάλαια Ι, ΙΙ, ΙΙΙ Τμήμα 5), και ii) για την αναγνώριση ή μη της επαγγελματικής ισοδυναμίας των γνώσεων και των προσόντων που πιστοποιούνται από τίτλο κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης προς τα πιστοποιούμενα με τίτλο που απονέμεται στο πλαίσιο του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 2.
δ) Ο έλεγχος της έγκαιρης και ορθής εκτέλεσης από το αρμόδιο όργανο των αποφάσεών του στις περιπτώσεις επιβολής δοκιμασίας επάρκειας ή πρακτικής άσκησης προσαρμογής ή γραπτής δοκιμασίας επαγγελματικής ισοδυναμίας.
ε) Η γνωμοδότηση επί θεμάτων αναγνώρισης τίτλων επαγγελματικής εκπαίδευσης του Τίτλου ΙΙΙ - Κεφάλαιο ΙΙΙ του παρόντος διατάγματος, όταν αυτό ζητηθεί από την αρμόδια αρχή.
στ) Ο έλεγχος των επαγγελματικών προσόντων του παρόχου υπηρεσιών, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 7 παράγραφος 5 του παρόντος διατάγματος, εφόσον τούτο ζητηθεί από την αρμόδια αρχή του άρθρου 7 παράγραφος 6 του παρόντος διατάγματος.»

21. Το άρθρο 56 αντικαθίσταται ως εξής:
« Άρθρο 561. Το Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων λειτουργεί σε δύο Τμήματα ως εξής: Τμήμα Α' και Τμήμα Β'.
2. Ο εσωτερικός κανονισμός του Συμβουλίου εγκρίνεται από τα Τμήματα Α'και Β', κατόπιν εισήγησης της υπηρεσίας του άρθρου 59 του παρόντος διατάγματος. Σε περίπτωση μη σύμπτωσης των αποφάσεων των Τμημάτων, υπερισχύει η απόφαση του Προέδρου.
3. Το Τμήμα Α' αποφαίνεται α) επί αιτήσεων αναγνωρίσεως επαγγελματικών προσόντων, βάσει της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ, επιπέδου αντιστοίχου προς τα οριζόμενα υπό στοιχεία δ' και ε' του άρθρου 11 του παρόντος διατάγματος, και β) επί αιτήσεων αναγνωρίσεως επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλων τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του παρόντος διατάγματος.
4. Το Τμήμα Β' αποφαίνεται επί των λοιπών αιτήσεων αναγνωρίσεως επαγγελματικών προσόντων, εφόσον συντρέχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 55 του παρόντος διατάγματος.
5. Το Τμήμα Α' του Συμβουλίου αποτελούν:
α) Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, ως Πρόεδρος, με αναπληρωτή του άλλο Πάρεδρο του ιδίου Υπουργείου οριζόμενο με απόφαση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ.
β) Ένας εκπρόσωπος του Διοικητικού Συμβουλίου του Διεπιστημονικού Οργανισμού Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.), με τον αναπληρωτή του, οριζόμενοι με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του οργανισμού αυτού.
γ) Ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Ευρωπαϊκής Ένωσης του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, με αναπληρωτή του υπάλληλο της ίδιας Διεύθυνσης.
δ) Ένας εκπρόσωπος του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργείου που ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον οικείο Υπουργό, για θέματα νομοθετικά ρυθμιζόμενων στην Ελλάδα επαγγελμάτων.
ε) Ένας εκπρόσωπος της κατά περίπτωση οικείας ή συγγενούς αντιπροσωπευτικής επαγγελματικής οργάνωσης, οριζόμενος με τον αναπληρωτή του από την επαγγελματική οργάνωση, για θέματα νομοθετικά ρυθμιζόμενων στην Ελλάδα επαγγελμάτων.
στ) Ο Εθνικός Συντονιστής που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 56 παρ. 4 της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ ή ειδικός επιστήμονας με εμπειρία στο χειρισμό θεμάτων αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων και επαγγελματικής ισοδυναμίας οριζόμενος από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, με αναπληρωτή του άλλον ειδικό επιστήμονα με εμπειρία στο χειρισμό των ως άνω θεμάτων.
ζ) Ο προϊστάμενος της υπηρεσίας του άρθρου 59 του παρόντος διατάγματος με αναπληρωτή του υπάλληλο της ίδιας υπηρεσίας.
Οι υπό στοιχεία δ'και ε' εκπρόσωποι καλούνται κάθε φορά από τον Πρόεδρο και μετέχουν στο Συμβούλιο κατά περίπτωση ανάλογα με την εξεταζόμενη υπόθεση.
6. Το Τμήμα Β' του Συμβουλίου αποτελούν:
α) Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, ως Πρόεδρος, με αναπληρωτή του άλλο Πάρεδρο του ιδίου Υπουργείου οριζόμενο με απόφαση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ.
β) Ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Ευρωπαϊκής Ένωσης του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, με αναπληρωτή του υπάλληλο της ίδιας Διεύθυνσης.
γ) Ένας εκπρόσωπος του Εθνικού Οργανισμού Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.), οριζόμενος με τον αναπληρωτή του από τον Πρόεδρο του Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.
δ) Ένας εκπρόσωπος του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργείου που ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον οικείο Υπουργό για θέματα νομοθετικά ρυθμιζόμενων στην Ελλάδα επαγγελμάτων.
ε) Ένας εκπρόσωπος της κατά περίπτωση οικείας ή συγγενούς αντιπροσωπευτικής επαγγελματικής οργάνωσης, οριζόμενος με τον αναπληρωτή του από την επαγγελματική οργάνωση για θέματα νομοθετικά ρυθμιζόμενων στην Ελλάδα επαγγελμάτων.
στ) Ο Εθνικός Συντονιστής που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 56 παρ. 4 της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ ή ειδικός επιστήμονας με εμπειρία στο χειρισμό θεμάτων αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων και επαγγελματικής ισοδυναμίας οριζόμενος από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, με αναπληρωτή του άλλον ειδικό επιστήμονα με εμπειρία στο χειρισμό των ως άνω θεμάτων.
ζ) Ο προϊστάμενος της υπηρεσίας του άρθρου 59 του παρόντος διατάγματος με αναπληρωτή του υπάλληλο του ίδιου τμήματος.
Οι υπό στοιχεία δ'και ε' εκπρόσωποι καλούνται κάθε φορά από τον Πρόεδρο και μετέχουν στο Συμβούλιο κατά περίπτωση ανάλογα με την εξεταζόμενη υπόθεση.
7. Το Συμβούλιο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού. Με την ίδια απόφαση ορίζονται οι γραμματείς των Τμημάτων του Συμβουλίου, με τους αναπληρωτές τους από τους υπαλλήλους της Υπηρεσίας του άρθρου 59 του παρόντος διατάγματος.
8. Εάν οι οικείες αρχές και επαγγελματικές οργανώσεις δεν υποδείξουν τον εκπρόσωπό τους εντός ενός μηνός από τη λήψη του σχετικού αιτήματος ή εάν δεν υπάρχουν αντίστοιχες επαγγελματικές οργανώσεις, το Συμβούλιο μπορεί να συγκροτηθεί και χωρίς τους εκπροσώπους τους.
9. Η θητεία των μελών του Συμβουλίου είναι διετής. Σε περίπτωση αντικατάστασης μέλους του Συμβουλίου το νέο μέλος διανύει τον υπόλοιπο χρόνο της θητείας του μέλους που αντικαταστάθηκε. Ο Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού δύναται να αντικαθιστά οποιοδήποτε μέλος του Συμβουλίου με αιτιολογημένη απόφασή του.
10. Κάθε Τμήμα του Συμβουλίου ευρίσκεται σε απαρτία, όταν είναι παρούσα η πλειοψηφία των μελών του μεταξύ των οποίων ο Πρόεδρος ή ο αναπληρωτής του. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου.
11. Κάθε Τμήμα συνεδριάζει μετά από έγγραφη πρόσκληση των μελών του από τον Πρόεδρο, ο οποίος συντάσσει την ημερήσια διάταξη και τη γνωστοποιεί πριν από τη συνεδρίαση στα μέλη του Συμβουλίου.
12. Εισηγητής ενώπιον του Τμήματος ορίζεται από τον προϊστάμενο της Υπηρεσίας του άρθρου 59 ένας υπάλληλος της υπηρεσίας αυτής, ο οποίος αναπτύσσει την εισήγησή του και αποχωρεί πριν από την ψηφοφορία. Σε περίπτωση που έχει γνωμοδοτήσει η Επιτροπή ή ο κατά περίπτωση ειδικός επιστήμονας της παραγράφου 16 του παρόντος άρθρου, ο εισηγητής αναπτύσσει και τις γνώμες που διατυπώθηκαν στη σχετική γνωμοδότηση.
13. Το Συμβούλιο και ο εισηγητής δύνανται να ζητούν πληροφορίες από τον αιτούντα ή τις αρμόδιες αρχές της ημεδαπής ή της αλλοδαπής.
14. Στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου, κατά την κρίση του Προέδρου ή κατόπιν αποφάσεως του Συμβουλίου, δύνανται να καλούνται εμπειρογνώμονες ή άλλοι ειδικοί προκειμένου να παράσχουν σχετικές πληροφορίες. Οι ανωτέρω αποχωρούν πριν από την ψηφοφορία. Στις ανωτέρω συνεδριάσεις μπορεί να καλείται επίσης ο ενδιαφερόμενος να υποβάλει γραπτώς ή προφορικώς τις απόψεις του.
15. Ο Γραμματέας του Τμήματος τηρεί τα πρακτικά των συνεδριάσεων που υπογράφονται από τον ίδιο και τον Πρόεδρο και μεριμνά για τη σύνταξη της αποφάσεως του Συμβουλίου.
16. Προς υποβοήθηση του έργου του το Συμβούλιο δύναται i) να συνιστά, όταν το κρίνει αναγκαίο, τριμελείς επιτροπές, αποτελούμενες από:
α) έναν εκπρόσωπο του Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. με τον αναπληρωτή του,
β) έναν εκπρόσωπο της κατά περίπτωση οικείας επαγγελματικής οργάνωσης με τον αναπληρωτή του, προτεινόμενους από την επαγγελματική οργάνωση,
γ) έναν υπάλληλο της υπηρεσίας του οικείου Υπουργείου η οποία είναι αρμόδια για θέματα άδειας άσκησης του επαγγέλματος που προτείνεται από τον οικείο Υπουργό, με τον αναπληρωτή του ή ii) να ζητά, όταν το κρίνει αναγκαίο, τον ορισμό, κατόπιν απόφασης του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, κατά περίπτωση ειδικού επιστήμονα από καθηγητές όλων των βαθμίδων των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ή από οικεία επαγγελματική οργάνωση για την υποβολή σε αυτό έγγραφης γνωμοδότησης.
Τα μέλη των τριμελών επιτροπών και ο ειδικός επιστήμονας δεν δύνανται να μετέχουν στο Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων.
Εάν ο Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π., οι οικείες επαγγελματικές οργανώσεις και το οικείο Υπουργείο δεν υποδείξουν τον εκπρόσωπό τους εντός δέκα (10) ημερών από τη λήψη του σχετικού αιτήματος, ο Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού δύναται να υποδείξει εκπρόσωπο δικής του επιλογής.
Στις εργασίες των τριμελών επιτροπών παρίσταται άνευ ψήφου ο εισηγητής της υποθέσεως.
17. Έργο των τριμελών επιτροπών και του κατά περίπτωση ειδικού επιστήμονα της παραγράφου 16 του παρόντος άρθρου είναι η διατύπωση γνώμης επί της αιτήσεως ως προς την ανάγκη υποβολής του αιτούντος κατά περίπτωση σε διαδικασία αντιστάθμισης ή σε γραπτή δοκιμασία επαγγελματικής ισοδυναμίας, καθώς και ως προς το περιεχόμενο αυτής. Η διατύπωση γνώμης ολοκληρώνεται εντός ενός μηνός από της έκδοσης της αποφάσεως του Συμβουλίου για τη συγκρότηση της τριμελούς επιτροπής ή της αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα για τον ορισμό του κατά περίπτωση ειδικού επιστήμονα. Η εν λόγω γνωμοδότηση εισάγεται από τον εισηγητή στο Συμβούλιο.
18. Η αποζημίωση του Προέδρου, των μελών και του γραμματέα του Συμβουλίου, καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, και Οικονομικών σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.
19. Λοιπά θέματα οργάνωσης και λειτουργίας του Συμβουλίου διέπονται από τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (άρθρα 13 έως 15 του ν. 2690/1999, ΦΕΚ 45 Α') και του Εσωτερικού Κανονισμού του Συμβουλίου.»

22. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 57 αντικαθίστανται ως εξής:
«1. Η αναγνώριση του δικαιώματος ασκήσεως ορισμένου επαγγέλματος, σύμφωνα με την Οδηγία 2005/36/ΕΚ, γίνεται με ειδικώς αιτιολογημένη απόφαση του Συμβουλίου Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων ή μιας των λοιπών αρμόδιων προς τούτο αρχών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 54 του παρόντος.
2. Η αίτηση αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων υποβάλλεται στην υπηρεσία του άρθρου 59 του παρόντος και καταχωρείται σε ειδικό βιβλίο. Με την αίτηση υποβάλλονται και τα έγγραφα και πιστοποιητικά του παραρτήματος VII του παρόντος διατάγματος σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα και ορίζεται τυχόν αντίκλητος του αιτούντος, ο οποίος πρέπει να είναι κάτοικος Αθηνών. Η ίδια Υπηρεσία βεβαιώνει την παραλαβή του φακέλου εντός ενός μηνός από την παραλαβή και ενημερώνει τον αιτούντα για τυχόν ελλείποντα έγγραφα.»

23. Στο άρθρο 57 προστίθενται παράγραφοι 7, 8 και 9 ως εξής:
«7. Τα οριζόμενα στην παράγραφο 5 εφαρμόζονται αποκλειστικά στις περιπτώσεις της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ.
8. Ο ενδιαφερόμενος δύναται να ασκήσει άπαξ ενδικοφανή διοικητική προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων και να ζητήσει την ακύρωση ή την τροποποίηση της απόφασης της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίησή της. Η προσφυγή συνοδεύεται από παράβολο υπέρ του Δημοσίου ύψους εκατό (100) ευρώ. Το Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων γνωστοποιεί στον προσφεύγοντα την απόφασή του το αργότερο μέσα σε τρεις (3) μήνες.
9. Οι ανωτέρω παράγραφοι 1 έως 6 και 8 έχουν εφαρμογή και στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2 στις οποίες αρμόδιο όργανο για την υποβολή και την εξέταση της αίτησης αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας είναι το Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων.»

24. Προστίθεται άρθρο 57 Α ως εξής:
«Άρθρο 57Α
Γραπτή δοκιμασία επαγγελματικής ισοδυναμίας

1. Στο πλαίσιο της διαδικασίας της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του παρόντος το Συμβούλιο δύναται να απαιτεί την υποβολή του αιτούντος σε γραπτή δοκιμασία εφόσον η εκπαίδευση που έχει λάβει αφορά ουσιωδώς διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα από εκείνα που καλύπτονται από τους τίτλους που απονέμονται στο πλαίσιο του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος ή/και εφόσον η διάρκεια της εκπαίδευσής του υπολείπεται χρονικά από εκείνη που απαιτείται στην Ελλάδα.
2. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και κάθε άλλη απαραίτητη λεπτομέρεια αναφορικά με τη πραγματοποίηση της γραπτής δοκιμασίας.»

25. Στο άρθρο 58 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:
«4. Οι παράγραφοι 1 έως 3 έχουν εφαρμογή και στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2.»

26. Η παράγραφος 1 του άρθρου 59 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Το Τμήμα που συστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 12 του Π.Δ. 165/2000 συνεχίζει να υφίσταται και έχει τις εξής αρμοδιότητες:
α) Παρέχει γραμματειακή υποστήριξη στο Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων και ιδίως δέχεται τις αιτήσεις των ενδιαφερομένων για αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων και επαγγελματικής ισοδυναμίας, τις επεξεργάζεται, προετοιμάζει τους φακέλους των αιτούντων και τους εισάγει στο Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων για την έκδοση της απόφασης.
β) Λειτουργεί ως «Κεντρικό Σημείο Επαφής» για τους ενδιαφερομένους και ιδίως:
Παρέχει στους Έλληνες και τους πολίτες των λοιπών κρατών μελών, καθώς και στα σημεία επαφής των λοιπών κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάθε χρήσιμη πληροφορία για την προβλεπόμενη στο παρόν διάταγμα αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων και επαγγελματικής ισοδυναμίας και ιδίως σχετικά με την εθνική νομοθεσία που διέπει τα επαγγέλματα και την άσκησή τους, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής νομοθεσίας, καθώς και των κανόνων δεοντολογίας, όπου υπάρχουν.
Συνδράμει τους πολίτες στην άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει το παρόν διάταγμα και μέσω της συνεργασίας με τα άλλα «σημεία επαφής» και τις λοιπές αρμόδιες διοικητικές υπηρεσίες της Ελλάδας.
γ) Εκδίδει, κατόπιν αιτήσεως, βεβαιώσεις περί υπαγωγής στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ σε ευρωπαίους υπηκόους κατόχους επαγγελματικών προσόντων ημεδαπής που επιθυμούν επαγγελματική μετακίνηση και εγκατάσταση σε άλλες χώρες εφαρμογής της εν λόγω Οδηγίας. Η αίτηση συνοδεύεται από παράβολο υπέρ του Δημοσίου ύψους πενήντα (50) ευρώ. Το ύψος του παραβόλου αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού.
δ) Αιτήσει της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Κεντρικό Σημείο Επαφής την ενημερώνει για την κατάληξη των υποθέσεων που χειρίζεται δυνάμει του προηγούμενου εδαφίου, εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία επιλαμβάνονται των εν λόγω υποθέσεων.»
27. Η παρούσα σύνθεση του Συμβουλίου Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων του άρθρου 56 του π.δ. 38/2010 καταργείται και το Συμβούλιο επανασυστήνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 21.


Θ.18. Μεταβατικές Διατάξεις της ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Θ'

1. Οι άδειες ίδρυσης και λειτουργίας που έχουν ήδη χορηγηθεί παύουν να ισχύουν την 31η Αυγούστου 2013. Ιδιωτικά σχολεία Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλέγια, ιδιωτικά Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρα Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα, Κέντρα Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο, Φροντιστήρια και Κέντρα Ξένων Γλωσσών προκειμένου να συνεχίσουν τη λειτουργία τους μετά την 31η Αυγούστου 2013 οφείλουν να έχουν αδειοδοτηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.

2. Ιδιωτικά σχολεία Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κέντρα Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης (Κε.Μ.Ε.), ιδιωτικά Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών (Ε.Ε.Σ.), Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης (Κ.Ε.Κ.) και Φροντιστήρια και Κέντρα Ξένων Γλωσσών των οποίων η άδεια λειτουργίας ή η ισχύς των δικαιολογητικών που έχουν υποβάλει για την έκδοση των αδειών έχει λήξει, θεωρούνται ότι λειτουργούν νομίμως έως την 31η Αυγούστου 2013. Η ως άνω επέκταση της ισχύος δεν αφορά στις περιπτώσεις που έχει επέλθει ή θα επέλθει έως την ως άνω προθεσμία άρση ή ανάκληση άδειας λόγω επιβολής διοικητικής κύρωσης.

3. Η ισχύς των άρθρων 15, 16, 17, 18 και οι παράγραφοι 4, 5, 6, 7 και 8 του άρθρου 19, και το άρθρου 20 του παρόντος αρχίζει την 1η Μαΐου 2013.

4. Προγράμματα σπουδών τα οποία λειτουργούν νομίμως στο πλαίσιο αδειών λειτουργίας Κέντρου Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης (Κ.Ε.Μ.Ε) και δεν εντάσσονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 13 του παρόντος, συνεχίζουν να παρέχονται έως την ολοκλήρωση του προγράμματος σπουδών, οπότε και καταργούνται.

5. Στους φορείς εκπαίδευσης και κατάρτισης των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 15 του παρόντος που διαθέτουν ισχύουσα άδεια ίδρυσης και λειτουργίας, ο έλεγχος της παραγράφου 13 του άρθρου 1 του παρόντος αντικαθίσταται από δήλωση του ν. 1599/1986 του ιδιοκτήτη ή του νομίμου εκπροσώπου ή του κατά νόμο υπευθύνου ότι δεν έχουν επέλθει μεταβολές στα κτίρια που ελέγχθηκαν ή αδειοδοτήθηκαν με την ισχύουσα άδεια.

Θ.19. Καταργούμενες διατάξεις

1. Από την 30η Απριλίου 2013 καταργούνται:
α. Τα άρθρα 2, 3, 4, 5, 6, 7, και 8, τα στοιχεία α, β και δ της παραγράφου 2 του άρθρου 12, και τα άρθρα 19 και 20 του ν. 3696/2008 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 του ν. 3848/2010 (Α' 71), το άρθρο 31 του ν. 4027/2011 (Α' 233) και το άρθρο 9 του ν. 4076/2012 (Α' 159).

β. Το δεύτερο εδάφιο του στοιχείου 1 και τα στοιχεία 3 και 4 της παραγράφου 6 του άρθρου 10 και η παράγραφος 6 του άρθρου 12 του ν. 3879/2010 (Α' 163).
γ. Οι παράγραφοι 1 του άρθρου 5, το άρθρο 7 και οι παράγραφοι 1, 2, 3, 4, 6 και 7 του άρθρου 8 του ν. 682/1977 (Α' 244).
δ. Το άρθρο 65 του Α.Ν. 2545/1940, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 3907/2011, .
ε. Οι παράγραφοι 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 68 του Α.Ν. 2545/1940 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 3907/2011 .

2. Από τη δημοσίευση του παρόντος καταργούνται:
α. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 1 ν. 3696/2008 , όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 του ν. 3848/2010 , το άρθρο 31 του ν. 4027/2011 και το άρθρο 9 του ν. 4076/2012..
β. Το στοιχείο γ της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του ν. 3879/2010 κατά το μέρος που αφορά στα Κέντρα Μεταλυκειακής Εκπαίδευση
γ. Οι παράγραφοι 2 και 7 του άρθρου 5, το άρθρο 6 και η παράγραφος 5 του άρθρου 8 του ν. 682/1977.
δ. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 11 και το άρθρο 66 του Α.Ν. 2545/1940, , όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 3907/2011
ε. Το άρθρο 13 του ν. 3879/2010. .
στ. Η απόφαση με αρ. 916031/Οικ..3.2815/10.9.2009 (Β' 1999) «Σύστημα Πιστοποίησης Κέντρων Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΚΕΚ)».
ζ. Οι παρ. 1 και 3 του άρθρου 8 της ΥΑ Ζ/3378/1993 (Β' 722) «Τροποποίηση της Απόφασης Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Ζ/3378/1993 «Προϋποθέσεις, όροι και διαδικασία χορήγησης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.) από Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου ή Ιδιώτες», όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει.
η. Η με αρ. ΣΤ/17029/22-7-2012 σχετικά με «Τροποποίηση της Υ.Α. Ζ/3378/93 (ΦΕΚ 356/τ. Β'/1993) όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει (Β' 722). Οι παράγραφοι 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 68 του Α.Ν. 2545/1940
θ. Η παράγραφος 1 του άρθρου 68 του Α.Ν. 2545/1940
ι. Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που ρυθμίζει θέματα της παρούσας παραγράφου Θ'.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ι: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΤΙΚΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ
Ι .1. ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΝΟΜΙΜΩΝ ΑΜΟΙΒΩΝ

H αμοιβή για η διενέργεια ενεργειακής επιθεώρησης κτιρίων, λεβήτων και εγκαταστάσεων θέρμανσης και εγκαταστάσεων κλιματισμού καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών. Οι προβλεπόμενες στο π.δ. 100/2010 (Α' 177) ως ελάχιστες νόμιμες αμοιβές καταργούνται. Οι εισφορές και τα δικαιώματα που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, υπολογίζονται εφεξής επί της συμβατικής αμοιβής.

Ι.2. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΑΠΕ

1. Επιβάλλεται έκτακτη ειδική εισφορά αλληλεγγύης στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκούς σταθμούς, η οποία υπολογίζεται επί του τιμήματος των πωλήσεων ηλεκτρικής ενέργειας που λαμβάνουν χώρα κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.2012 έως και 30.6.2014 και αφορά τους λειτουργούντες σταθμούς, καθώς και όσους σταθμούς τεθούν σε δοκιμαστική λειτουργία ή ενεργοποιηθεί η σύνδεσή τους εφεξής..
Η ειδική εισφορά αλληλεγγύης υπολογίζεται ως εκατοστιαίο ποσοστό επί του, προ Φ.Π.Α., τιμήματος πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, που εγχέεται από τον Παραγωγό στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο ή στα ηλεκτρικά συστήματα των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, και ανέρχεται:
α) Σε είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) για τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς που τέθηκαν σε δοκιμαστική λειτουργία ή ενεργοποιήθηκε η σύνδεση τους έως 31.12.2011.
β) Σε τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) για τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς που τέθηκαν σε δοκιμαστική λειτουργία ή ενεργοποιήθηκε η σύνδεσή τους μετά την 1.1.2012 και η αποζημίωση της παραγόμενης ενέργειας υπολογίζεται βάσει της τιμής αναφοράς του πίνακα του άρθρου 27Α του ν. 3734/2009, όπως κάθε φορά ισχύει, που αντιστοιχεί σε μήνα προγενέστερο του Φεβρουαρίου 2012.
γ) Σε είκοσι εννέα τοις εκατό (29%) για τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς που τέθηκαν σε δοκιμαστική λειτουργία ή ενεργοποιήθηκε η σύνδεσή τους μετά την 1.1.2012 και η αποζημίωση της παραγόμενης ενέργειας υπολογίζεται βάσει της τιμής αναφοράς του πίνακα του άρθρου 27Α του ν. 3734/2009, όπως κάθε φορά ισχύει, που αντιστοιχεί στο διάστημα μεταξύ Φεβρουαρίου 2012 και 9 Αυγούστου 2012.
Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής δύναται να παραταθεί για ένα ακόμη έτος η υποχρέωση καταβολής της ανωτέρω εισφοράς.
Η ανωτέρω εισφορά δεν επιβάλλεται στους φωτοβολταϊκούς σταθμούς για τους οποίους η αποζημίωση της παραγόμενης ενέργειας υπολογίζεται βάσει της τιμής αναφοράς του πίνακα του άρθρου 27Α του ν. 3734/2009, , που αντιστοιχεί σε ημερομηνία μεταγενέστερη της 9 Αυγούστου 2012, καθώς και για τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς του Ειδικού Προγράμματος Ανάπτυξης Φωτοβολταϊκών Συστημάτων σε κτιριακές εγκαταστάσεις.
Τα ποσά που αντιστοιχούν στην ανωτέρω εισφορά υπολογίζονται και παρακρατούνται σε κάθε εκκαθάριση από τη ΛΑΓΗΕ ΑΕ και, για την περίπτωση των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, από τη ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ και αποτελούν έσοδο του ειδικού λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999. Για τον υπολογισμό της εισφοράς εκδίδεται εκκαθαριστικό σημείωμα, αντίγραφο του οποίου αποστέλλεται στον υπόχρεο.
Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

2. Η παράγραφος 5(α) του άρθρου 27Α του ν. 3734/2009 (Α' 8) όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 186 του ν. 4001/2011 (Α‘ 179), αντικαθίσταται ως εξής:

«5.α) Η σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκό σταθμό συνάπτεται για είκοσι έτη, συνομολογείται με την τιμή αναφοράς που αναγράφεται στον ανωτέρω πίνακα και αντιστοιχεί στην τιμή που ισχύει κατά την ημερομηνία έναρξης της δοκιμαστικής λειτουργίας ή, αν δεν προβλέπεται περίοδος δοκιμαστικής λειτουργίας, κατά την ημερομηνία της ενεργοποίησης της σύνδεσης του φωτοβολταϊκού σταθμού.
Ο αρμόδιος διαχειριστής υποχρεούται στη θέση του φωτοβολταϊκού σταθμού σε δοκιμαστική λειτουργία ή, εάν δεν προβλέπεται περίοδος δοκιμαστικής λειτουργίας, στην ενεργοποίηση της σύνδεσής του, εντός προθεσμίας ενός μήνα από τότε που ο ενδιαφερόμενος θα δηλώσει την ετοιμότητα του σταθμού για έναρξη της δοκιμαστικής λειτουργίας ή για ενεργοποίηση της σύνδεσης, εφόσον, κατά την ημερομηνία υποβολής του σχετικού αιτήματος, έχουν ήδη ολοκληρωθεί τα προβλεπόμενα στην οικεία σύμβαση σύνδεσης έργα επέκτασης για σύνδεση ή έχει παρέλθει ο συνομολογημένος στην σύμβαση σύνδεσης χρόνος υλοποίησης των εν λόγω έργων.
Εάν παρέλθει άπρακτο το ανωτέρω διάστημα του ενός μήνα για λόγους οφειλόμενους σε υπαιτιότητα του διαχειριστή, που διαπιστώνεται από τον ίδιο και γνωστοποιείται εγγράφως προς τον Λειτουργό της Αγοράς ή τον διαχειριστή για τα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά κατά περίπτωση, ως τιμή αναφοράς λαμβάνεται η τιμή που αναγράφεται στον ανωτέρω πίνακα και αντιστοιχεί στην τιμή που ίσχυε κατά την ημερομηνία παρέλευσης της ανωτέρω προθεσμίας του ενός μήνα. Η ανωτέρω έγγραφη γνωστοποίηση παρέχεται μόνον από ειδικώς εντεταλμένα προς τούτο όργανα του αρμόδιου διαχειριστή, που ανακοινώνονται στον Λειτουργό της Αγοράς τη ΡΑΕ και την Υπηρεσία Εξυπηρέτησης Επενδυτών για έργα Α.Π.Ε. του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. .
Σε κάθε περίπτωση η θέση του φωτοβολταϊκού σταθμού σε δοκιμαστική λειτουργία ή, εάν δεν προβλέπεται περίοδος δοκιμαστικής λειτουργίας, η ενεργοποίηση της σύνδεσής του, θα πρέπει να λάβει χώρα εντός προθεσμίας τριών μηνών από την υποβολή σχετικού αιτήματος, εφόσον, κατά την ημερομηνία υποβολής του σχετικού αιτήματος, έχουν ήδη ολοκληρωθεί τα προβλεπόμενα στην οικεία σύμβαση σύνδεσης έργα επέκτασης για σύνδεση ή έχει παρέλθει ο συνομολογημένος στην σύμβαση σύνδεσης χρόνος υλοποίησης των εν λόγω έργων. Εάν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου ο διαχειριστής αποζημιώνει τον ενδιαφερόμενο α) με το μισό του κόστους των έργων σύνδεσης, όπως αυτό αναγράφεται στη σχετική σύμβαση, εάν ο διαχειριστής ανταποκριθεί στην υποχρέωσή του εντός διαστήματος τεσσάρων (4) μηνών από την υποβολή του αρχικού αιτήματος ή β) με το σύνολο του κόστους των έργων σύνδεσης σε κάθε άλλη περίπτωση.
Σε περίπτωση αδυναμίας σύνδεσης του σταθμού για λόγους οφειλόμενους σε υπαιτιότητα του ενδιαφερομένου, η οποία διαπιστώνεται από τον διαχειριστή και γνωστοποιείται εγγράφως προς τον Λειτουργό της Αγοράς ή τον διαχειριστή για τα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά κατά περίπτωση, ιδίως σε περίπτωση ανακρίβειας της δήλωσης περί ετοιμότητας του δεύτερου εδαφίου, το αίτημα απορρίπτεται και ο ενδιαφερόμενος οφείλει να υποβάλει εκ νέου αίτημα για θέση του φωτοβολταϊκού σταθμού σε δοκιμαστική λειτουργία ή, εάν δεν προβλέπεται περίοδος δοκιμαστικής λειτουργίας, για ενεργοποίηση της σύνδεσής του, αφού παρέλθουν τουλάχιστον έξι (6) μήνες από την υποβολή του προηγούμενου αιτήματός του.».

3. Για τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς για τους οποίους έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου έχει συναφθεί σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας ή έχει υποβληθεί αίτηση με πλήρη φάκελο για σύναψη σύμβασης πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, ως τιμή αναφοράς λαμβάνεται η τιμή που ίσχυε κατά την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης ή υποβολής της αίτησης με πλήρη φάκελο, υπό την προϋπόθεση ότι η έναρξη δοκιμαστικής λειτουργίας ή, εάν δεν προβλέπεται περίοδος δοκιμαστικής λειτουργίας, η ενεργοποίηση της σύνδεσής τους, θα λάβει χώρα:
α. Για τους σταθμούς ισχύος έως και 10 MW, εντός απώτατου χρονικού διαστήματος τεσσάρων (4) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος ή ενωρίτερα, όποτε συμπληρωθούν δέκα οκτώ (18) μήνες από την υπογραφή της σύμβασης, της παραγράφου 5(α) του άρθρου 27Α του ν. 3734/2009, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με τον παρόντα νόμο. .
β. Για τους σταθμούς ισχύος μεγαλύτερης από 10 MW καθώς και για τους σταθμούς ισχύος μικρότερης των 10MW, σε περίπτωση που για τη σύνδεσή τους τα αναγκαία νέα έργα σύνδεσης απαιτούν την κατασκευή ενός τουλάχιστον νέου Υποσταθμού YT/MT, εντός απώτατου χρονικού διαστήματος δώδεκα (12) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος ή ενωρίτερα, όποτε συμπληρωθούν τριάντα έξι (36) μήνες από την υπογραφή της σύμβασης, της παραγράφου 5(α) του άρθρου 27Α του ν. 3734/2009, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με τον παρόντα νόμο.

Εάν η έναρξη της δοκιμαστικής λειτουργίας ή, εάν δεν προβλέπεται περίοδος δοκιμαστικής λειτουργίας, η ενεργοποίηση της σύνδεσης των ανωτέρω σταθμών δεν λάβει χώρα εντός των ανωτέρω προθεσμιών, ως τιμή αναφοράς λαμβάνεται η τιμή που αναγράφεται στον πίνακα του άρθρου 27Α του ν. 3734/2009, όπως κάθε φορά ισχύει, και αντιστοιχεί στην τιμή που ισχύει κατά την ημερομηνία έναρξης της δοκιμαστικής λειτουργίας ή της ενεργοποίησης της σύνδεσης του φωτοβολταϊκού σταθμού κατά περίπτωση.

4. Στο τέλος της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του ν. 3468/2006 προστίθενται νέα εδάφια ως εξής:

«Η σύμβαση σύνδεσης συνάπτεται εντός διαστήματος τριών (3) μηνών από την υποβολή του σχετικού αιτήματος με πλήρη φάκελο για σταθμούς ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ που, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 4, εξαιρούνται από την υποχρέωση λήψης άδειας παραγωγής, και εντός έξι (6) μηνών για τους σταθμούς του άρθρου 3. Οι Διαχειριστές υλοποιούν τα έργα σύνδεσης που αναλαμβάνουν συμβατικά σε διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει από την υπογραφή της σύμβασης σύνδεσης: α) τους δώδεκα (12) μήνες για σταθμούς που συνδέονται στο Δίκτυο, εφόσον δεν απαιτούνται εργασίες σε υποσταθμούς ΥΤ/ΜΤ, β) τους δεκαοκτώ (18) μήνες για σταθμούς που συνδέονται στο Δίκτυο εφόσον απαιτούνται εργασίες σε υποσταθμούς ΥΤ/ΜΤ και γ) τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες για τους σταθμούς που συνδέονται στο Σύστημα. Με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή τους, που κοινοποιείται στη ΡΑΕ, οι διαχειριστές μπορούν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να θέτουν μεγαλύτερα χρονικά περιθώρια για την υλοποίηση των έργων σύνδεσης, λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό δυσκολίας κατασκευής των έργων αυτών. Η υποχρέωση των Διαχειριστών για υλοποίηση των έργων σύνδεσης εντός των ανωτέρω προθεσμιών δεν ισχύει για α) συγκροτήματα αιολικών πάρκων συνολικής ισχύος μεγαλύτερης από εκατόν πενήντα (150) MW, β) αιολικά πάρκα που συνδέονται με το Σύστημα μέσω ειδικού προς τούτο υποθαλάσσιου καλωδίου, και γ) άλλα αναλόγου μεγέθους σύνθετα έργα.».

Ι.3. ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ Ν.3054/2002

1. Η παράγραφος 7 του άρθρου 3 του ν. 3054/2002 (Α' 230) αντικαθίσταται ως εξής:

«7. Μεταφορέας: Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εκτελεί μεταφορά πετρελαιοειδών προϊόντων με ένα από τα προβλεπόμενα μέσα στην παράγραφο 6.»

2. Η παράγραφος 8 του άρθρου 4 του ν. 3054/2002 αντικαθίσταται ως εξής:

«8. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος. Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Οικονομικών καθορίζονται λεπτομέρειες για την διακίνηση των πετρελαιοειδών προϊόντων από τους κατόχους αδειών του παρόντος νόμου.»

3. Στο άρθρο 5Α του ν. 3054/2002 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:

«4. Η μεταφορά των βιοκαυσίμων και βιορευστών που διαθέτουν οι κάτοχοι άδειας Διάθεσης Βιοκαυσίμων πραγματοποιείται με βυτιοφόρα (Φ.Ι.Χ. και Φ.Δ.Χ.), ιδιόκτητα ή μισθωμένα. Με την επιφύλαξη των σχετικών αγορανομικών διατάξεων, o εκάστοτε κύριος του προϊόντος φέρει την αποκλειστική ευθύνη για την ποιότητα και την ποσότητα των προϊόντων που διακινεί και διαθέτει στους τελικούς καταναλωτές, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17.

Οι κάτοχοι άδειας Διάθεσης Βιοκαυσίμων, μπορούν να χρησιμοποιούν για τη μεταφορά των βιοκαυσίμων και βιορευστών τις υπηρεσίες τρίτων (μεταφορέων), μη κατόχων άδειας κατά το νόμο αυτό, και στους οποίους δεν πραγματοποιείται μεταβίβαση της κυριότητας των μεταφερόμενων προϊόντων. Η μεταφορά και η πώληση των προϊόντων γίνεται με παραστατικά των κατόχων άδειας Διάθεσης Βιοκαυσίμων, οι οποίοι φέρουν την αποκλειστική ευθύνη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17, για την ποιότητα και ποσότητα των προϊόντων που διακινούν και διαθέτουν, με την επιφύλαξη των σχετικών αγορανομικών διατάξεων.

Τα ανωτέρω μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιούνται για τη διάθεση των βιοκαυσίμων και βιορευστών των κατόχων άδειας Διάθεσης Βιοκαυσίμων πρέπει να φέρουν εμφανώς, κατά περίπτωση, το εμπορικό σήμα του κατόχου της άδειας Διάθεσης Βιοκαυσίμων, σύμφωνα με τα στοιχεία της άδειάς του, ή το εμπορικό σήμα του μεταφορέα με τον οποίο έχει συναφθεί σύμβαση μεταφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Η δαπάνη εγκατάστασης του σήματος αυτού βαρύνει τον ιδιοκτήτη του μεταφορικού μέσου, ενώ σε περίπτωση χρηματοδοτικής μίσθωσης ή αγοράς με παρακράτηση κυριότητας, η δαπάνη βαρύνει τον μισθωτή ή τον αγοραστή του μεταφορικού μέσου, αντίστοιχα. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της σήμανσης των ανωτέρω μεταφορικών μέσων.»

4. Η περίπτωση γ' της παραγράφου 5 του άρθρου 6 του ν. 3054/2002 αντικαθίσταται ως εξής:

«γ. Διαθεσιμότητα μεταφορικών μέσων (βυτιοφόρων οχημάτων ή πλωτών εφοδιαστικών μέσων) που να μπορούν να εξασφαλίσουν την ομαλή τροφοδοσία της αγοράς και την ομαλή και συνεχή διακίνηση των προϊόντων που εμπορεύεται ο κάτοχος της άδειας Εμπορίας, λαμβάνοντας υπόψη τις υποχρεώσεις τροφοδοσίας γεωγραφικών περιοχών που μπορεί να έχουν επιβληθεί στον κάτοχο της άδειας, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 2 του νόμου αυτού.
Τα μεταφορικά μέσα, βυτιοφόρα (Φ.Ι.Χ. και Φ.Δ.Χ.) και πλωτά εφοδιαστικά (όπως δεξαμενόπλοια ή σλέπια), ιδιόκτητα και μισθωμένα, πρέπει να φέρουν εμφανώς, κατά περίπτωση, το εμπορικό σήμα του κατόχου της άδειας Εμπορίας, σύμφωνα με τα στοιχεία της άδειάς του, ή το εμπορικό σήμα του μεταφορέα με τον οποίο έχει συναφθεί σύμβαση μεταφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Τα ανωτέρω μεταφορικά μέσα των εταιρειών Εμπορίας κατηγορίας Β1 και Β2 πρέπει να φέρουν επιπλέον ειδικά σήματα. Η δαπάνη εγκατάστασης των ανωτέρω σημάτων βαρύνει τον ιδιοκτήτη του μεταφορικού μέσου, ενώ σε περίπτωση χρηματοδοτικής μίσθωσης ή αγοράς με παρακράτηση κυριότητας, η δαπάνη βαρύνει τον μισθωτή ή τον αγοραστή του μεταφορικού μέσου, αντίστοιχα. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Οικονομικών, καθώς και Ναυτιλίας και Αιγαίου όπου απαιτείται, καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της σήμανσης των ανωτέρω μεταφορικών μέσων και οι τεχνικές λεπτομέρειες ανά είδος καυσίμου.»

5. Η παράγραφος 7 του άρθρου 6 του ν. 3054/2002 αντικαθίσταται ως εξής:

«7. Ο κάτοχος άδειας Εμπορίας έχει, σύμφωνα με τους όρους αυτής, την υποχρέωση της ομαλούς και συνεχούς τροφοδοσίας της αγοράς και φέρει την ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17, για τη διακίνηση των προϊόντων που εμπορεύεται. Με την επιφύλαξη των σχετικών αγορανομικών διατάξεων, ο εκάστοτε κύριος του προϊόντος φέρει την αποκλειστική ευθύνη για την ποιότητα και την ποσότητα των προϊόντων που διακινεί και διαθέτει στους τελικούς καταναλωτές, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17.»


6. Η παράγραφος 8 του άρθρου 6 του ν. 3054/2002 αντικαθίσταται ως εξής:

«8. Οι κάτοχοι άδειας Εμπορίας μπορούν να χρησιμοποιούν για τη μεταφορά των πετρελαιοειδών προϊόντων τις υπηρεσίες τρίτων (μεταφορέων) μη κατόχων άδειας κατά το νόμο αυτό, και στους οποίους δεν πραγματοποιείται μεταβίβαση της κυριότητας των μεταφερόμενων προϊόντων. Η μεταφορά και η πώληση των πετρελαιοειδών προϊόντων γίνεται με παραστατικά των κατόχων άδειας Εμπορίας, οι οποίοι φέρουν την αποκλειστική ευθύνη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17, για την ποιότητα και ποσότητα των προϊόντων που διακινούν και διαθέτουν στους τελικούς καταναλωτές, με την επιφύλαξη των σχετικών αγορανομικών διατάξεων.»


7. Η παράγραφος 2 του άρθρου 7 του ν. 3054/2002 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Οι κάτοχοι άδειας Λιανικής Εμπορίας προμηθεύονται πετρελαιοειδή προϊόντα από κατόχους άδειας Εμπορίας. Οι κάτοχοι άδειας Λιανικής Εμπορίας των κατηγοριών με τα στοιχεία α' και β' της παραγράφου 3 που δεν προμηθεύονται πετρελαιοειδή προϊόντα από κάτοχο άδειας Εμπορίας με βάση αποκλειστική σύμβαση και δεν φέρουν στο πρατήριό τους το εμπορικό σήμα αυτού («Ανεξάρτητα Πρατήρια») μπορούν να προμηθεύονται πετρελαιοειδή προϊόντα και από κατόχους άδειας Διύλισης, αποκλειστικά για τα πρατήριά τους, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 5. Οι κάτοχοι άδειας Λιανικής Εμπορίας του προηγούμενου εδαφίου υποχρεούνται να προβαίνουν στον εκτελωνισμό των ανωτέρω πετρελαιοειδών προϊόντων.

Η μεταφορά των πετρελαιοειδών προϊόντων που διακινούν οι κάτοχοι άδειας Λιανικής Εμπορίας, κατά τα ανωτέρω, πραγματοποιείται με βυτιοφόρα (Φ.Ι.Χ. και Φ.Δ.Χ.), ιδιόκτητα ή μισθωμένα. Με την επιφύλαξη των σχετικών αγορανομικών διατάξεων, o εκάστοτε κύριος του προϊόντος φέρει την αποκλειστική ευθύνη για την ποιότητα και την ποσότητα των προϊόντων που διακινεί και διαθέτει στους τελικούς καταναλωτές, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17.

Οι κάτοχοι άδειας Λιανικής Εμπορίας των κατηγοριών με τα στοιχεία α', β' και γ' της παραγράφου 3, συμπεριλαμβανομένων των «Ανεξάρτητων Πρατηρίων», μπορούν να χρησιμοποιούν για τη μεταφορά των πετρελαιοειδών προϊόντων τις υπηρεσίες τρίτων (μεταφορέων), μη κατόχων άδειας κατά το νόμο αυτό, και στους οποίους δεν πραγματοποιείται μεταβίβαση της κυριότητας των μεταφερόμενων προϊόντων. Η μεταφορά και η πώληση των πετρελαιοειδών προϊόντων γίνεται με παραστατικά των κατόχων άδειας Λιανικής Εμπορίας, οι οποίοι φέρουν την αποκλειστική ευθύνη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17, για την ποιότητα και ποσότητα των προϊόντων που διακινούν και διαθέτουν στους τελικούς καταναλωτές, με την επιφύλαξη των σχετικών αγορανομικών διατάξεων.

Τα ανωτέρω μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιούνται για τη διακίνηση των πετρελαιοειδών προϊόντων των κατόχων άδειας Λιανικής Εμπορίας των κατηγοριών με τα στοιχεία α', β' και γ' της παραγράφου 3, πρέπει να φέρουν εμφανώς, κατά περίπτωση, το εμπορικό σήμα του κατόχου της άδειας Εμπορίας, εφόσον προμηθεύονται πετρελαιοειδή προϊόντα από κάτοχο άδειας Εμπορίας με βάση αποκλειστική σύμβαση και φέρουν στο πρατήριό τους το εμπορικό σήμα αυτού, άλλως, κατά περίπτωση, το εμπορικό σήμα του κατόχου της Άδειας Λιανικής Εμπορίας, του Συνεταιρισμού ή της Κοινοπραξίας στην οποία ανήκουν, ή το εμπορικό σήμα του μεταφορέα με τον οποίο έχει συναφθεί σύμβαση μεταφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Η δαπάνη εγκατάστασης του σήματος αυτού βαρύνει τον ιδιοκτήτη του μεταφορικού μέσου, ενώ σε περίπτωση χρηματοδοτικής μίσθωσης ή αγοράς με παρακράτηση κυριότητας, η δαπάνη βαρύνει τον μισθωτή ή τον αγοραστή του μεταφορικού μέσου, αντίστοιχα. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της σήμανσης των ανωτέρω μεταφορικών μέσων.»

8. Η παράγραφος 8 του άρθρου 15 του ν. 3054/2002 αντικαθίσταται ως εξής:

«8. α. Δεν επιτρέπεται η διακίνηση πετρελαιοειδών προϊόντων από πρόσωπα που δεν είναι κάτοχοι άδειας που έχει χορηγηθεί σύμφωνα με το άρθρο 4 του νόμου αυτού ή από μεταφορείς που δεν έχουν συνάψει σύμβαση μεταφοράς πετρελαιοειδών προϊόντων με κατόχους αδειών του ίδιου άρθρου. Επίσης, δεν επιτρέπεται η διακίνηση πετρελαιοειδών προϊόντων από και προς εγκαταστάσεις για τις οποίες δεν έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας ή δεν λειτουργούν νόμιμα. Στα παραστατικά διακίνησης πρέπει να αναγράφεται και ο αριθμός άδειας λειτουργίας της εγκατάστασης προς την οποία πρόκειται να γίνει η παράδοση.

β. Στις περιπτώσεις του άρθρου 5Α παράγραφος 4, του άρθρου 6 παράγραφοι 7 και 8 και του άρθρου 7 παράγραφος 2, με την επιφύλαξη των σχετικών αγορανομικών διατάξεων, ο μεταφορέας, στον οποίον ο εκάστοτε κύριος του προϊόντος και κάτοχος της αντίστοιχης άδειας αναθέτει με σύμβαση τη μεταφορά του προϊόντος, έχει την αποκλειστική ευθύνη για την ποιότητα και την ποσότητα του προϊόντος που διακινεί κατά το στάδιο της μεταφοράς.»

9. Η παράγραφος 8α του άρθρου 15 του ν. 3054/2002 αντικαθίσταται ως εξής:

«8α. α. Δεν επιτρέπεται η διακίνηση πετρελαιοειδών προϊόντων από κατόχους άδειας Εμπορίας, Λιανικής Εμπορίας και Διάθεσης Βιοκαυσίμων, με μεταφορικά μέσα, βυτιοφόρα (Φ.Ι.Χ. ή Φ.Δ.Χ.) ή πλωτά εφοδιαστικά (όπως δεξαμενόπλοια και σλέπια), ιδιόκτητα ή μισθωμένα, τα οποία δεν φέρουν:
αα) σε εμφανές σημείο, κατά περίπτωση, το εμπορικό σήμα του κατόχου άδειας Εμπορίας, άδειας Λιανικής Εμπορίας ή Συνεταιρισμού ή Κοινοπραξίας αυτών, ή άδειας Διάθεσης Βιοκαυσίμων, ή το εμπορικό σήμα του μεταφορέα με τον οποίο έχουν συνάψει σύμβαση μεταφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 5γ και 8, άρθρου 7 παρ. 2 και άρθρου 5Α παρ. 4 του νόμου αυτού, καθώς και των κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων, και
ββ) ηλεκτρονικό σύστημα γεωγραφικού εντοπισμού (GPS). Η δαπάνη εγκατάστασης του συστήματος αυτού βαρύνει τον ιδιοκτήτη του μεταφορικού μέσου, ενώ σε περίπτωση χρηματοδοτικής μίσθωσης ή αγοράς με παρακράτηση κυριότητας, η δαπάνη βαρύνει τον μισθωτή ή τον αγοραστή του μεταφορικού μέσου, αντίστοιχα. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Οικονομικών, καθώς και Ναυτιλίας και Αιγαίου όπου απαιτείται, καθορίζονται οι προδιαγραφές, η διαδικασία και οι όροι εγκατάστασης του ανωτέρω συστήματος, το ακριβές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής, οι συγκεκριμένες κατηγορίες βυτιοφόρων (Φ.Ι.Χ. και Φ.Δ.Χ.) και πλωτών εφοδιαστικών μέσων που υπάγονται στην ανωτέρω ρύθμιση, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια. Με όμοια απόφαση καθορίζονται οι προδιαγραφές, η διαδικασία και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την υλοποίηση του συστήματος με το οποίο θα αντλούνται και θα αξιοποιούνται οι πληροφορίες από το ηλεκτρονικό σύστημα γεωγραφικού προσδιορισμού (GPS) των μεταφορικών μέσων.

β. Δεν επιτρέπεται η διακίνηση πετρελαιοειδών προϊόντων με βυτιοφόρα (Φ.Ι.Χ. ή Φ.Δ.Χ.), ιδιόκτητα ή μισθωμένα, τα οποία δεν φέρουν:
αα) πιστοποιητικό ADR του βυτιοφόρου και του οδηγού αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις της ΥΑ 35043/2524/01.09.2010 (ΦΕΚ Β' 1385) όπως ισχύει, καθώς και
ββ) ηλεκτρονικά αναγνώσιμο σήμα ψηφιακής ταυτότητας του βυτιοφόρου και των ρυμουλκούμενων αυτού, εφόσον υπάρχουν. Η δαπάνη εγκατάστασης του σήματος αυτού βαρύνει τον ιδιοκτήτη του μεταφορικού μέσου, ενώ σε περίπτωση χρηματοδοτικής μίσθωσης ή αγοράς με παρακράτηση κυριότητας, η δαπάνη βαρύνει τον μισθωτή ή τον αγοραστή του μεταφορικού μέσου, αντίστοιχα. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων καθορίζονται οι προδιαγραφές, η διαδικασία και οι όροι εγκατάστασης του ανωτέρω σήματος, το ακριβές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής, οι συγκεκριμένες κατηγορίες βυτιοφόρων (Φ.Ι.Χ. και Φ.Δ.Χ.) που υπάγονται στην ανωτέρω ρύθμιση, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.

γ. Στα μεταφορικά μέσα, βυτιοφόρα (Φ.Ι.Χ. ή Φ.Δ.Χ.) ή πλωτά εφοδιαστικά (όπως δεξαμενόπλοια και σλέπια), ιδιόκτητα ή μισθωμένα, των κατόχων άδειας Εμπορίας, Λιανικής Εμπορίας και Διάθεσης Βιοκαυσίμων, δύναται να εγκατασταθούν ηλεκτρονικά συστήματα διασφάλισης της ποσοτικής και ποιοτικής ακεραιότητας κατά τη διακίνηση προμετρημένων ποσοτήτων καυσίμου, μέσω σφράγισης των διαμερισμάτων, με δυνατότητα τηλεματικής μεταφοράς δεδομένων, σχετικών με την οποιαδήποτε παρέμβαση κατά τη διακίνηση. Η δαπάνη εγκατάστασης του συστήματος αυτού βαρύνει τον ιδιοκτήτη του μεταφορικού μέσου, ενώ σε περίπτωση χρηματοδοτικής μίσθωσης ή αγοράς με παρακράτηση κυριότητας, η δαπάνη βαρύνει τον μισθωτή ή τον αγοραστή του μεταφορικού μέσου, αντίστοιχα. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, καθώς και Ναυτιλίας και Αιγαίου όπου απαιτείται, καθορίζονται οι προδιαγραφές, η διαδικασία και οι όροι εγκατάστασης των ανωτέρω συστημάτων, το ακριβές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής, οι συγκεκριμένες κατηγορίες βυτιοφόρων (Φ.Ι.Χ. και Φ.Δ.Χ.) που υπάγονται στην ανωτέρω ρύθμιση, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.

δ. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής ρυθμίζονται τα σχετικά με τη χορήγηση αδειών κυκλοφορίας ΦΙΧ βυτιοφόρων αυτοκινήτων που δύναται να έχουν στη κατοχή τους οι εταιρείες που διαθέτουν άδεια Εμπορίας, Λιανικής Εμπορίας και Διάθεσης Βιοκαυσίμων και ιδίως: α) οι προϋποθέσεις χορήγησης αδειών κυκλοφορίας, β) οι όροι και οι περιορισμοί ασκήσεως των δικαιωμάτων που παρέχονται με τις άδειες κυκλοφορίας, γ) η διαδικασία έκδοσης των αδειών, δ) οι αρμόδιες για την έκδοση αρχές και τα υποβαλλόμενα ενώπιον τους δικαιολογητικά και ε) οι μεταβατικές ρυθμίσεις για της ήδη διαθέτουσες άδειες κυκλοφορίας εταιρείες.»

10. Η παράγραφος 11 του άρθρου 15 του ν. 3054/2002, που προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 320 του ν. 4072/2012 (Α' 86), αναριθμείται σε 12 και αντικαθίσταται ως εξής:

«12. Τα υγρά καύσιμα που διατίθενται στην κατανάλωση ή διακινούνται ή αποθηκεύονται εντός της ελληνικής επικράτειας, ιχνηθετούνται με μοριακής τεχνολογίας ιχνηθέτες. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων καθορίζονται τα συγκεκριμένα είδη υγρών καυσίμων που υπάγονται στην ανωτέρω ρύθμιση και ρυθμίζονται τεχνικά ζητήματα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου ανά είδος καυσίμου, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.
Υγρά καύσιμα που καταναλώθηκαν, διακινήθηκαν ή αποθηκεύτηκαν κατά τα ανωτέρω και δεν ανιχνεύεται η σήμανσή τους με μοριακής τεχνολογίας ιχνηθέτες, θεωρούνται παράνομα, έστω κι αν διαθέτουν σχετικά παραστατικά.»

11. Η παράγραφος 1 του άρθρου 16 του ν. 3054/2002 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Όποιος χωρίς νόμιμη άδεια ή κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 15 παράγραφος 8α περίπτωση α' του νόμου αυτού διυλίζει, αποθηκεύει, εμπορεύεται, διακινεί, παραδίδει, προμηθεύει, εφοδιάζει, εμφιαλώνει ή πωλεί αργό πετρέ¬λαιο ή πετρελαιοειδή ή άλλα ενεργειακά προϊόντα υπό την έννοια του παρόντος νόμου και με την επιφύλαξη των περί λαθρεμπορίας διατάξεων του Εθνικού Τελωνει¬ακού Κώδικα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) μέχρι πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.»


Ι.4. ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ Ν.4001/2011

Ο ν. 4001/2011 (Α' 179) τροποποιείται ως εξής:

1. Η παράγραφος 2 του άρθρου 14 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Σε περίπτωση που έργα, τα οποία εντάσσονται στο Πρόγραμμα Ανάπτυξης, δεν υλοποιούνται για λόγους οφειλόμενους σε πταίσμα του αρμόδιου Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς, η ΡΑΕ ενεργεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 63Θ εφόσον πρόκειται για το ΕΣΦΑ ή το άρθρο 108 εφόσον πρόκειται για το Σύστημα Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας.»

2. Η παράγραφος 4 του άρθρου 18 αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Με απόφαση της ΡΑΕ, δύναται να ανατίθενται σε Ανεξάρτητο Διαχειριστή Συστήματος, κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 63Ι ή 111 του παρόντος νόμου, όλες ή συγκεκριμένες αρμοδιότητες του διαχειριστή του ΕΣΦΑ ή του Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας, όπως αυτές καθορίζονται με τα άρθρα 68 και 94 αντίστοιχα, σε περίπτωση διαρκούς παραβίασης εκ μέρους του αντίστοιχου Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς των υποχρεώσεων που υπέχει από την εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία, και, ιδίως, σε περίπτωση κατ' εξακολούθηση μεροληπτικής συμπεριφοράς προς όφελος της Κάθετα Ολοκληρωμένης Επιχείρησης στην οποία ανήκουν».

3. Η παράγραφος 1 του άρθρου 20 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Η τοποθέτηση ή η απομάκρυνση του Υπευθύνου Συμμόρφωσης Ανεξάρτητων Διαχειριστών Μεταφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63Η και 107, καθώς και οι όροι της σχετικής εντολής που αυτοί λαμβάνουν από το Εποπτικό Συμβούλιο του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς, υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση της ΡΑΕ.»

4. Το άρθρο 62 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 62
1. Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων Διαχειριστή Συστήματος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου, θα πρέπει να πληρούνται σωρευτικά οι κάτωθι προϋποθέσεις:
(α) Το ίδιο ή τα ίδια πρόσωπα δεν δικαιούνται:
(αα) Να ασκούν άμεσα ή έμμεσα Έλεγχο επί επιχείρησης που εκτελεί οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες παραγωγής ή προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας ή Φυσικού Αερίου και συγχρόνως να ασκούν άμεσα ή έμμεσα Έλεγχο ή να ασκούν οποιοδήποτε δικαίωμα σε διαχειριστή Συστήματος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας ή σε Σύστημα Μεταφοράς Φυσικού Αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας, ούτε
(ββ) να ασκούν άμεσα ή έμμεσα Έλεγχο επί Διαχειριστή Συστήματος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας ή επί Συστήματος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας και συγχρόνως να ασκούν άμεσα ή έμμεσα Έλεγχο ή να ασκούν οποιοδήποτε δικαίωμα σε επιχείρηση που εκτελεί οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες παραγωγής ή προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας ή Φυσικού Αερίου.
(β) Το ίδιο ή τα ίδια πρόσωπα δεν δικαιούνται να διορίζουν μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή οργάνων με εκπροσωπευτική εξουσία σε Διαχειριστή Συστήματος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου ή σε Σύστημα Μεταφοράς Φυσικού Αερίου και να ασκούν άμεσα ή έμμεσα Έλεγχο ή να ασκούν οποιοδήποτε δικαίωμα σε επιχείρηση που εκτελεί οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες παραγωγής ή προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας και Φυσικού Αερίου και
(γ) Το ίδιο πρόσωπο δεν δικαιούται να είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου ή οργάνων με εκπροσωπευτική εξουσία τόσο σε επιχείρηση που ασκεί οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες παραγωγής ή προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας ή Φυσικού Αερίου όσο και σε Διαχειριστή Συστήματος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου ή Σύστημα Μεταφοράς Φυσικού Αερίου.
2. Τα δικαιώματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχεία α' και β' , περιλαμβάνουν ειδικότερα:
(α) την εξουσία άσκησης δικαιωμάτων ψήφου,
(β) την εξουσία διορισμού μελών του διοικητικού συμβουλίου ή των οργάνων που εκπροσωπούν νόμιμα την επιχείρηση ή
(γ) την κατοχή πλειοψηφικού μεριδίου στο μετοχικό ή εταιρικό κεφάλαιο της επιχείρησης ή του Διαχειριστή Συστήματος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου.
3. Η υποχρέωση που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 61 θεωρείται ότι πληρούται όταν δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις που έχουν στην κυριότητά τους Συστήματα Μεταφοράς Φυσικού Αερίου έχουν συστήσει κοινοπραξία, η οποία ενεργεί ως Διαχειριστής Συστήματος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου σε δύο ή περισσότερα κράτη - μέλη για τα εν λόγω Συστήματα Μεταφοράς Φυσικού Αερίου. Ουδεμία άλλη επιχείρηση επιτρέπεται να συμμετέχει στην κοινοπραξία, εκτός εάν έχει εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 14 της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ ως ανεξάρτητος διαχειριστής συστήματος ή αν έχει πιστοποιηθεί ως ανεξάρτητος διαχειριστής μεταφοράς για τους σκοπούς του κεφαλαίου IV της ίδιας Οδηγίας.
4. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, εφόσον το πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο 2, στοιχεία α' , β' και γ' , είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή άλλος φορέας, οργανισμός ή κρατικός λειτουργός του Δημόσιου Τομέα, τότε δύο διαφορετικοί φορείς του Δημόσιου Τομέα που ασκούν Έλεγχο αφ' ενός στο διαχειριστή Συστήματος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου ή σε Σύστημα Μεταφοράς Φυσικού Αερίου και αφ' ετέρου σε επιχείρηση που ασκεί οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες παραγωγής ή προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας ή Φυσικού Αερίου δεν θεωρούνται ότι είναι το ίδιο ή τα ίδια πρόσωπα, εφόσον δεν βρίσκονται υπό τον έλεγχο του ίδιου τρίτου φορέα του Δημόσιου Τομέα.
5. Οι Διαχειριστές Συστημάτων Μεταφοράς Φυσικού Αερίου και το προσωπικό τους υπόκεινται στις υποχρεώσεις εχεμύθειας σύμφωνα με το άρθρο 66 του παρόντος ως προς τις εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες, οι οποίες περιέρχονται σε γνώση τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Οι εν λόγω πληροφορίες δεν διαβιβάζονται σε επιχειρήσεις που ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες παραγωγής ή προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας ή Φυσικού Αερίου.
6. Οι επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητες παραγωγής ή προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας ή Φυσικού Αερίου δεν δικαιούνται σε καμία περίπτωση να αποκτούν τον Έλεγχο ή να ασκούν οποιοδήποτε δικαίωμα άμεσα ή έμμεσα επί διαχωρισμένων Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς Φυσικού Αερίου της χώρας ή άλλων κρατών - μελών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
7. Κάθετα ολοκληρωμένη επιχείρηση που έχει στην κυριότητά της σύστημα μεταφοράς σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να παρεμποδίζεται να λάβει μέτρα για τη συμμόρφωσή της με τις διατάξεις του παρόντος.»

5. Μετά το άρθρο 63 προστίθενται άρθρα 63Α έως 63Ι, ως εξής:
«Άρθρο 63Α
Ειδικές διατάξεις για τον ΔΕΣΦΑ Α.Ε.
1. Ειδικώς όσον αφορά στον ΔΕΣΦΑ Α.Ε., ο οποίος συστάθηκε με το πδ 33/2007 (ΦΕΚ Α' 31) κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 7 του ν. 3428/2005 (ΦΕΚ Α' 313), δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 62 και 63 για τους Διαχωρισμένους Διαχειριστές Συστημάτων Μεταφοράς Φυσικού Αερίου, εφόσον η ΔΕΠΑ Α.Ε. εξακολουθεί να συμμετέχει στο μετοχικό του κεφάλαιο. Στην περίπτωση αυτή στον ΔΕΣΦΑ Α.Ε. εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 63Β ως και 63Θ και η παράγραφος 4 του άρθρου 63Ι.
2. Η ΔΕΠΑ ΑΕ δικαιούται ανά πάσα στιγμή να μεταβιβάσει τις μετοχές του ΔΕΣΦΑ ΑΕ που της ανήκουν. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται και στον ΔΕΣΦΑ ΑΕ οι διατάξεις των άρθρων 62 και 63.
Άρθρο 63Β
Πάγια στοιχεία, εξοπλισμός, προσωπικό και ταυτότητα του ΔΕΣΦΑ ΑΕ και σχέσεις του με τη ΔΕΠΑ ΑΕ
(Άρθρο 17 της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ)
1. Ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ στελεχώνεται με όλο το ανθρώπινο δυναμικό και εξοπλίζεται με όλους τους τεχνικούς, υλικούς και οικονομικούς πόρους που είναι απαραίτητοι για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του στο πλαίσιο του παρόντος νόμου και για την άσκηση της δραστηριότητας της Μεταφοράς Φυσικού Αερίου. Ειδικότερα:
(α) Τα πάγια στοιχεία που είναι απαραίτητα για την άσκηση της δραστηριότητας της Μεταφοράς Φυσικού Αερίου, συμπεριλαμβανομένου του Συστήματος Μεταφοράς, είναι ιδιοκτησία του, όπως ορίζεται με το άρθρο 7 του ν. 3428/2005 (ΦΕΚ Α' 313).
(β) Το προσωπικό που είναι απαραίτητο για την άσκηση της δραστηριότητας της Μεταφοράς Φυσικού Αερίου, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης όλων των εταιρικών καθηκόντων, πέραν του προσωπικού που έχει ήδη μεταφερθεί στον ΔΕΣΦΑ ΑΕ με το π.δ. 34/2007 (Α' 31) κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του ν. 3428/2005, προσλαμβάνεται αποκλειστικά από τον ΔΕΣΦΑ ΑΕ.
(γ) Η εκμίσθωση προσωπικού και η παροχή υπηρεσιών προς οποιοδήποτε και από οποιοδήποτε άλλο τμήμα ή κλάδο ή άλλη Συνδεδεμένη Επιχείρηση της ΔΕΠΑ ΑΕ απαγορεύεται. Ωστόσο, ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ δικαιούται να παρέχει υπηρεσίες στη ΔΕΠΑ ΑΕ, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι κάτωθι προϋποθέσεις:
(αα) η παροχή των υπηρεσιών αυτών δεν οδηγεί σε διακρίσεις εις βάρος άλλων Χρηστών του ΕΣΦΑ,
(ββ) διατίθεται σε όλους τους Χρήστες υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις,
(γγ) δεν περιορίζει, στρεβλώνει ή παρεμποδίζει τον ανταγωνισμό κατά την παραγωγή ή προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας ή φυσικού αερίου, και
(δδ) οι όροι και οι προϋποθέσεις παροχής των εν λόγω υπηρεσιών έχουν προηγουμένως εγκριθεί από τη ΡΑΕ.
2. Με την επιφύλαξη των αποφάσεων του Εποπτικού Συμβουλίου δυνάμει του άρθρου 63Ε του παρόντος, οι κατάλληλοι οικονομικοί πόροι για μελλοντικά επενδυτικά σχέδια ή/και για την αντικατάσταση των υφιστάμενων πάγιων στοιχείων του ΕΣΦΑ παρέχονται στον ΔΕΣΦΑ ΑΕ σε εύθετο χρόνο από τη ΔΕΠΑ ΑΕ, κατόπιν σχετικού αιτήματός του.
3. Ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ απαγορεύεται:
(α) Να δημιουργεί σύγχυση με την ταυτότητα, τις ανακοινώσεις, τα σήματα και τις εγκαταστάσεις του, όσον αφορά την ιδιαίτερη ταυτότητα της ΔΕΠΑ ΑΕ ή οιουδήποτε μέρους της.
(β) Να μοιράζεται συστήματα πληροφορικής ή εξοπλισμό, χώρους και συστήματα ασφαλείας με οποιοδήποτε τμήμα της ΔΕΠΑ ΑΕ ή να συνεργάζεται με τους ίδιους συμβούλους ή εξωτερικούς εργολάβους για τα συστήματα πληροφορικής ή τον εξοπλισμό και τα συστήματα ασφαλείας του.
(γ) Να αναθέτει τον έλεγχο των λογαριασμών του σε ελεγκτή που ελέγχει τους λογαριασμούς της ΔΕΠΑ ΑΕ ή άλλου τμήματος ή κλάδου αυτής.
4. Είναι δυνατή η τροποποίηση της επωνυμίας του ΔΕΣΦΑ ΑΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, εφόσον τούτο δεν συνεπάγεται παράβαση των διατάξεων της παραγράφου 3.
Άρθρο 63Γ
Μέτρα ανεξαρτησίας του ΔΕΣΦΑ ΑΕ
(Άρθρο 18 της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ)
1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 63Ε, 63Θ παρ. 9 και 10 και και 63Ι, ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα να λαμβάνει αποφάσεις που αφορούν στους πόρους που είναι αναγκαίοι για τη λειτουργία, τη συντήρηση και την ανάπτυξη του ΕΣΦΑ συμπεριλαμβανομένης της άντλησης κεφαλαίων στη χρηματαγορά, ιδίως μέσω δανεισμού και αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου του.
2. Ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ ενεργεί πάντα κατά τρόπο που να διασφαλίζει ότι διαθέτει τους πόρους που χρειάζεται για την ομαλή και αποτελεσματική διενέργεια της δραστηριότητας της Μεταφοράς Φυσικού Αερίου και για την ανάπτυξη και διατήρηση αποτελεσματικού, ασφαλούς και οικονομικού ΕΣΦΑ.
3. Τυχόν θυγατρικές επιχειρήσεις της ΔΕΠΑ ΑΕ που εκτελούν δραστηριότητες παραγωγής ή προμήθειας Φυσικού Αερίου, απαγορεύεται να αποκτήσουν άμεση ή έμμεση συμμετοχή στον ΔΕΣΦΑ ΑΕ. Ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ δεν έχει ούτε άμεση ούτε έμμεση συμμετοχή σε θυγατρικές επιχειρήσεις της ΔΕΠΑ ΑΕ που δραστηριοποιούνται στους τομείς της παραγωγής και της προμήθειας Φυσικού Αερίου ούτε λαμβάνει μερίσματα ή άλλο οικονομικό όφελος από τις επιχειρήσεις αυτές.
4. Η συνολική οργανωτική δομή και το καταστατικό του ΔΕΣΦΑ ΑΕ διασφαλίζουν την ουσιαστική ανεξαρτησία του σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο. Η ΔΕΠΑ ΑΕ απαγορεύεται να ορίζει άμεσα ή έμμεσα την ανταγωνιστική συμπεριφορά του ΔΕΣΦΑ ΑΕ σε σχέση με τις καθημερινές δραστηριότητές του και τη διαχείριση του ΕΣΦΑ, ή σε σχέση με τις δραστηριότητες που είναι απαραίτητες για την προετοιμασία του Προγράμματος Ανάπτυξης του ΕΣΦΑ, το οποίο αναπτύσσεται σύμφωνα με το άρθρο 63Θ του παρόντος.
5. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του σύμφωνα με τους όρους του παρόντος νόμου και σύμφωνα με τα άρθρα 13 παράγραφος 1, 14 παράγραφος 1 στοιχείο (α), 16 παράγραφος 2, 3 και 5, 18 παράγραφος 6 και 21 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 715/2009, ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ δεν προβαίνει σε διακρίσεις κατά προσώπων ή φορέων και δεν περιορίζει, στρεβλώνει ή παρεμποδίζει τον ανταγωνισμό στον τομέα της παραγωγής ή προμήθειας Φυσικού Αερίου.
6. Όλες οι εμπορικές και οικονομικές σχέσεις μεταξύ των μερών της ΔΕΠΑ ΑΕ και του ΔΕΣΦΑ ΑΕ, συμπεριλαμβανομένης της χορήγησης δανείων προς τη ΔΕΠΑ ΑΕ, θα πρέπει να είναι σύμφωνες με τις συνθήκες της αγοράς. Ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποχρεούται να διατηρεί λεπτομερή αρχεία των εν λόγω εμπορικών και οικονομικών σχέσεων και να τα θέτει στη διάθεση της ΡΑΕ κατόπιν αιτήσεώς της.
7. Ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποβάλλει προς έγκριση στη ΡΑΕ όλες τις εμπορικές και οικονομικές συμφωνίες με τη ΔΕΠΑ ΑΕ, οι οποίες θεωρούνται ως εγκριθείσες σιωπηρώς, αν η ΡΑΕ δεν φέρει αντιρρήσεις εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την υποβολή των συμφωνιών προς έγκριση.
8. Ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ ενημερώνει τη ΡΑΕ για τους οικονομικούς πόρους που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος και είναι διαθέσιμοι για μελλοντικά επενδυτικά σχέδια ή/και για την αντικατάσταση των παρόντων παγίων στοιχείων του ΕΣΦΑ.
9. Η ΔΕΠΑ ΑΕ απαγορεύεται:
(α) να προβαίνει σε πράξεις που παρεμποδίζουν ή επηρεάζουν τον ΔΕΣΦΑ ΑΕ κατά τη συμμόρφωσή του προς τις υποχρεώσεις που αυτός υπέχει σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο,
(β) να απαιτεί από τον ΔΕΣΦΑ ΑΕ να ζητά έγκριση της ΔΕΠΑ ΑΕ για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών.
10. Οι υποχρεώσεις πληροφόρησης των μετόχων σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να συνεπάγονται την κοινοποίηση εκ μέρους του ΔΕΣΦΑ ΑΕ εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών στη ΔΕΠΑ ΑΕ. Αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης ή του Εποπτικού Συμβουλίου ή του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΕΣΦΑ ΑΕ, οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με τις ρυθμίσεις του παρόντος κεφαλαίου, είναι αυτοδικαίως άκυρες. Η προβολή της ακυρότητας δεν υπόκειται σε προθεσμία, κατά παρέκκλιση των ρυθμίσεων του άρθρου 35β του κ.ν. 2190/1920. Η ακυρότητα μπορεί να προβληθεί από κάθε μέτοχο ή τρίτο που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 35β του κ.ν. 2190/1920.
Άρθρο 63Δ
Ανεξαρτησία του προσωπικού και διοίκηση του ΔΕΣΦΑ ΑΕ
(Άρθρο 19 της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ)
1. Οι αποφάσεις σχετικά με το διορισμό, την ανανέωση και τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής και της διάρκειας της περιόδου απασχόλησης των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΕΣΦΑ ΑΕ, λαμβάνονται από το Εποπτικό Συμβούλιο του ΔΕΣΦΑ ΑΕ που διορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 67 του παρόντος και καθίστανται δεσμευτικές, σύμφωνα με τους όρους της παραγράφου 2.
2. Η ταυτότητα και οι όροι που διέπουν τη διάρκεια, την ανανέωση και τη λήξη της θητείας των προσώπων που διορίζονται από το Εποπτικό Συμβούλιο ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΕΣΦΑ ΑΕ, και οι λόγοι κάθε προτεινόμενης απόφασης λήξης της περιόδου απασχόλησης, κοινοποιούνται στη ΡΑΕ. Οι όροι αυτοί καθίστανται δεσμευτικοί μόνον εάν, εντός τριών (3) εβδομάδων από την κοινοποίησή τους, η ΡΑΕ δεν εγείρει αντιρρήσεις. Η ΡΑΕ μπορεί να εγείρει αντιρρήσεις ως προς τις αποφάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου:
(α) εφόσον προκύψουν αμφιβολίες αναφορικά με την επαγγελματική ανεξαρτησία του προτεινόμενου προσώπου, ή/και
(β) στην περίπτωση πρόωρης λήξης περιόδου απασχόλησης, εάν υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με την αιτιολόγηση της πρόωρης λήξης.
3. Τα μισά πλέον ενός των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΕΣΦΑ ΑΕ ή άλλου συλλογικού οργάνου με εκτελεστικές αρμοδιότητες και, σε κάθε περίπτωση όλα τα πρόσωπα που ασκούν τη διοίκηση ή λαμβάνουν αποφάσεις καθημερινής διαχείρισης του ΕΣΦΑ και όσοι αναφέρονται απευθείας στα πρόσωπα αυτά για ζητήματα που αφορούν στη λειτουργία, τη συντήρηση ή την ανάπτυξη του ΕΣΦΑ, δεν πρέπει να κατέχουν επαγγελματική θέση ή ευθύνη, συμφέρον ή επιχειρηματική σχέση, άμεσα ή έμμεσα, η οποία να συνδέεται με τη ΔΕΠΑ ΑΕ ή με οποιοδήποτε άλλο τμήμα ή κλάδο ή άλλη Συνδεδεμένη Επιχείρησή της, πέραν του ΔΕΣΦΑ ΑΕ, ούτε με τους μετόχους που ασκούν τον Έλεγχο της ΔΕΠΑ ΑΕ, με εξαίρεση τους υπόλοιπους φορείς, οργανισμούς ή κρατικούς λειτουργούς του Ελληνικού Δημοσίου, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών πριν από το διορισμό τους. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΕΣΦΑ ΑΕ ή άλλου συλλογικού οργάνου με εκτελεστικές αρμοδιότητες που δεν υπόκεινται στον περιορισμό του προηγούμενου εδαφίου δεν πρέπει να έχουν ασκήσει δραστηριότητα διαχείρισης ή άλλη σχετική δραστηριότητα στη ΔΕΠΑ ΑΕ για περίοδο τουλάχιστον έξι (6) μηνών πριν από το διορισμό τους.
4. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ή άλλου συλλογικού οργάνου με εκτελεστικές αρμοδιότητες καθώς και το προσωπικό του ΔΕΣΦΑ ΑΕ δεν πρέπει να έχουν άλλη επαγγελματική θέση ή ευθύνη, συμφέρον ή επιχειρηματική σχέση, άμεσα ή έμμεσα, που να συνδέεται με οποιοδήποτε άλλο τμήμα ή κλάδο της ΔΕΠΑ ΑΕ ή με άλλη Συνδεδεμένη Επιχείρησή ή με τους μετόχους που ασκούν τον Έλεγχό της. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ή άλλου συλλογικού οργάνου με εκτελεστικές αρμοδιότητες και το προσωπικό του ΔΕΣΦΑ ΑΕ απαγορεύεται να κατέχουν εταιρικά μερίδια ή μετοχές ή άλλες κινητές αξίες στη ΔΕΠΑ ΑΕ ή σε οποιοδήποτε άλλο τμήμα ή κλάδο της κι εν γένει να κατέχουν άμεσα ή έμμεσα συμμετοχή ή δικαιώματα ψήφου στο μετοχικό ή εταιρικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων αυτών. Στην απαγόρευση του αμέσως προηγούμενου εδαφίου δεν εμπίπτει η έμμεση κατοχή τέτοιων εταιρικών μεριδίων ή κινητών αξιών μέσω κατοχής μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3283/2004 (ΦΕΚ Α' 210) ή μέσω συμμετοχής σε άλλα σύνθετα επενδυτικά προϊόντα για ιδιώτες επενδυτές, όπως οι δομημένες τραπεζικές προθεσμιακές καταθέσεις ή οι ασφαλίσεις ζωής συνδεδεμένες με επενδύσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13γ παράγραφος Α του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ Α' 10), όπως ισχύει, ή μέσω συμμετοχής σε ομαδικά προγράμματα ιδιωτικής ασφάλισης του κλάδου VIII του ν.δ. 400/1970, ή σε ασφαλιστικούς φορείς εποπτευόμενους από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.
5. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ή άλλου συλλογικού οργάνου με εκτελεστικές αρμοδιότητες καθώς και το προσωπικό του ΔΕΣΦΑ ΑΕ δεν πρέπει να έχουν κανένα συμφέρον ούτε να λαμβάνουν οικονομικό όφελος, άμεσα ή έμμεσα, που να συνδέεται με οποιοδήποτε τμήμα ή κλάδο ή άλλη Συνδεδεμένη Επιχείρηση της ΔΕΠΑ ΑΕ. Η αμοιβή τους δεν εξαρτάται από τις δραστηριότητες ή τα αποτελέσματα της ΔΕΠΑ ΑΕ πέραν των δραστηριοτήτων ή των αποτελεσμάτων του ΔΕΣΦΑ ΑΕ. Δεν συνιστά παράνομο οικονομικό όφελος για τους σκοπούς του παρόντος η έμμεση κατοχή εταιρικών μεριδίων ή κινητών αξιών κατά την έννοια του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου 4.
6. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΕΣΦΑ ΑΕ ή άλλου συλλογικού οργάνου με εκτελεστικές αρμοδιότητες δύνανται να καταγγείλουν στη ΡΑΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 34 του παρόντος, την πρόωρη λήξη της απασχόλησής τους, ώστε η ΡΑΕ να ενεργήσει σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του παρόντος.
7. Μετά τη λήξη της περιόδου απασχόλησής τους στον ΔΕΣΦΑ ΑΕ, τα μέλη του Διοικητικού του Συμβουλίου ή άλλου συλλογικού οργάνου με εκτελεστικές αρμοδιότητες υποχρεούνται να μην έχουν επαγγελματική θέση ή ευθύνη, συμφέρον ή επιχειρηματική σχέση που να συνδέεται με οποιοδήποτε τμήμα ή κλάδο ή άλλη Συνδεδεμένη Επιχείρηση της ΔΕΠΑ ΑΕ ή με τους μετόχους που ασκούν τον Έλεγχό της για διάστημα τεσσάρων (4) ετών. Ομοίως απαγορεύεται στη ΔΕΠΑ ΑΕ να απασχολεί μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ή άλλου συλλογικού οργάνου με εκτελεστικές αρμοδιότητες του ΔΕΣΦΑ ΑΕ σε οποιαδήποτε επαγγελματική θέση ή ευθύνη ή επιχειρηματική σχέση που να συνδέεται με οποιοδήποτε τμήμα ή κλάδο ή άλλη Συνδεδεμένη Επιχείρηση της ΔΕΠΑ ΑΕ ή με τους μετόχους που ασκούν τον Έλεγχό της για διάστημα τεσσάρων (4) ετών από τη λήξη της απασχόλησής τους.
8. Οι παράγραφοι 4 έως και 7 εφαρμόζονται σε όλα τα διευθυντικά στελέχη ή/και τα πρόσωπα που ασκούν διοίκηση ή λαμβάνουν αποφάσεις καθημερινής διαχείρισης του ΕΣΦΑ και όσους αναφέρονται απευθείας στα πρόσωπα αυτά για ζητήματα που αφορούν στη λειτουργία, τη συντήρηση ή την ανάπτυξη του ΕΣΦΑ.
9. Στους παραβάτες των διατάξεων των παραγράφων 3 έως 8 του παρόντος επιβάλλεται με απόφαση της ΡΑΕ πρόστιμο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 του παρόντος.
Άρθρο 63Ε
Σύνθεση και αρμοδιότητες του Εποπτικού Συμβουλίου του ΔΕΣΦΑ ΑΕ
(Άρθρο 20 της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ)
1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 72 και κατά παρέκκλιση των διατάξεων του κ.ν. 2190/1920, το Εποπτικό Συμβούλιο είναι υπεύθυνο για τη λήψη των αποφάσεων που μπορεί να έχουν σημαντική επίπτωση στην αξία των πάγιων στοιχείων των μετόχων του ΔΕΣΦΑ ΑΕ, ειδικότερα των αποφάσεων σχετικά με την έγκριση των ετησίων και μακροπρόθεσμων σχεδίων χρηματοδότησης, τις δανειακές υποχρεώσεις του ΔΕΣΦΑ ΑΕ και το ύψος των μερισμάτων που διανέμονται στους μετόχους του. Από τις αποφάσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Εποπτικού Συμβουλίου εξαιρούνται όσες σχετίζονται με τις καθημερινές δραστηριότητες του ΕΣΦΑ, με τη διαχείριση του ΕΣΦΑ και με τις δραστηριότητες που είναι απαραίτητες για την κατάρτιση του Προγράμματος Ανάπτυξης του ΕΣΦΑ, το οποίο αναπτύσσεται σύμφωνα με το άρθρο 71 του παρόντος.
2. Το Εποπτικό Συμβούλιο αποτελείται από επτά (7) μέλη τα οποία διαθέτουν εξειδικευμένη εμπειρία στον τομέα της ενέργειας. Η σύνθεση των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου έχει ως εξής:
(α) τέσσερα (4) μέλη διορίζονται από τη Γενική Συνέλευση του ΔΕΣΦΑ ΑΕ,
(β) δύο (2) μέλη διορίζονται από το Ελληνικό Δημόσιο, και
(γ) ένα (1) μέλος διορίζεται από το πλέον αντιπροσωπευτικό συνδικαλιστικό όργανο του προσωπικού του ΔΕΣΦΑ ΑΕ.
Ο κατά τα ανωτέρω διορισμός των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου τελεί υπό την έγκριση της ΡΑΕ, η οποία τεκμαίρεται ότι έχει παρασχεθεί σιωπηρά, εφόσον η ΡΑΕ δεν προβάλει αντιρρήσεις εντός της προθεσμίας της παραγράφου 3 του παρόντος.
3. Η ταυτότητα και οι όροι που διέπουν τη θητεία, τη διάρκεια και τη λήξη της περιόδου απασχόλησης ή ανανέωσης, και οι λόγοι κάθε προτεινόμενης απόφασης τερματισμού της περιόδου απασχόλησης των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου, κοινοποιούνται στη ΡΑΕ εντός δέκα ημερών από τον διορισμό, την ανανέωση ή τον τερματισμό της απασχόλησης των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου, με επιμέλεια των προσώπων που έχουν δικαίωμα διορισμού ή του ΔΕΣΦΑ ΑΕ. Η ΡΑΕ δύναται να προβάλει αιτιολογημένες αντιρρήσεις εντός τριών (3) εβδομάδων από την κοινοποίηση των προτεινόμενων μελών, εφόσον δεν πληρούνται τα κριτήρια της επόμενης παραγράφου 4.
4. Η σύνθεση του Εποπτικού Συμβουλίου θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να εξασφαλίζει ότι τουλάχιστον τέσσερα (4) εκ των επτά (7) μελών του Εποπτικού Συμβουλίου:
(α) δεν κατείχαν καμία επαγγελματική θέση ή ευθύνη, συμφέρον ή επιχειρηματική σχέση, άμεσα ή έμμεσα, που να συνδέεται με τη ΔΕΠΑ ΑΕ ή με οποιοδήποτε άλλο τμήμα ή κλάδο ή άλλη Συνδεδεμένη Επιχείρησή της, πέραν του ΔΕΣΦΑ ΑΕ, ή με τους μετόχους που ασκούν τον Έλεγχό της, με εξαίρεση τους υπόλοιπους φορείς του Ελληνικού Δημοσίου, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών πριν από το διορισμό τους, και
(β) συμμορφώνονται με τις διατάξεις των παραγράφων 4 ως 7 του άρθρου 63Δ του παρόντος.
5. Η απόφαση για την πρόωρη λήξη της απασχόλησης οιουδήποτε μέλους του Εποπτικού Συμβουλίου κοινοποιείται στη ΡΑΕ και εγκρίνεται μόνον εάν, εντός τριών (3) εβδομάδων από την ως άνω κοινοποίηση, η ΡΑΕ δεν έχει εγείρει αντιρρήσεις βάσει αμφιβολιών ως προς την αιτιολόγηση της πρόωρης λήξης της απασχόλησης του μέλους.
6. Ο διορισμός με τα στοιχεία ταυτότητας των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου και η για οποιοδήποτε λόγο παύση τους υπόκεινται στις διατυπώσεις δημοσιότητας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7β του κ.ν. 2190/1920, όπως κάθε φορά ισχύει.
7. Οι διατάξεις του άρθρου 23α του κ.ν. 2190/1920 εφαρμόζονται κατ' αναλογία και για τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου.
8. Με απόφαση της ΡΑΕ είναι δυνατόν να εξειδικεύονται οι λεπτομέρειες της διαδικασίας κοινοποίησης των προτεινόμενων μελών του Εποπτικού Συμβουλίου και τα κριτήρια αξιολόγησης της πλήρωσης των προϋποθέσεων του παρόντος ως προς τη νόμιμη σύνθεση των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου.
Άρθρο 63ΣΤ
Συνεδρίαση και λήψη αποφάσεων του Εποπτικού Συμβουλίου
1. Το Εποπτικό Συμβούλιο συγκροτείται σε σώμα εντός τριών (3) ημερών από το διορισμό των μελών του σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63Ε και εκλέγει μεταξύ των μελών του τον Πρόεδρό του. Το Εποπτικό Συμβούλιο υποχρεούται να συνεδριάζει στην έδρα του ΔΕΣΦΑ ΑΕ τουλάχιστον μία (1) φορά ανά εταιρική χρήση και εκτάκτως όποτε απαιτείται από τις εταιρικές ανάγκες, μετά από πρόσκληση που γνωστοποιείται με επιμέλεια του Προέδρου του στα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου και τον Υπεύθυνο Συμμόρφωσης τουλάχιστον επτά (7) εργάσιμες ημέρες πριν από την τακτική ή έκτακτη συνεδρίαση. Η πρόσκληση θα πρέπει να αναγράφει με σαφήνεια τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Στην πρόσκληση επισυνάπτεται έκθεση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΕΣΦΑ ΑΕ που παρέχει τις απαραίτητες πληροφορίες για τις υποθέσεις της εταιρείας, στο μέτρο που αυτές είναι χρήσιμες για την πραγματική εκτίμηση των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης. Κατά τη συνεδρίαση του Εποπτικού Συμβουλίου παρίσταται χωρίς δικαίωμα ψήφου ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 63Η του παρόντος.
2. Το Εποπτικό Συμβούλιο δύνανται να συγκαλέσουν και δύο (2) εκ των μελών του ή ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης με πρόσκληση που κοινοποιείται τουλάχιστον επτά (7) εργάσιμες ημέρες πριν από τη τακτική ή έκτακτη συνεδρίαση στα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου και τον Υπεύθυνο Συμμόρφωσης, εφόσον δεν είναι αυτός που συγκαλεί τη συνεδρίαση. Η πρόσκληση θα πρέπει να αναγράφει με σαφήνεια τα θέματα της ημερήσιας διάταξης και κοινοποιείται εντός της ως άνω προθεσμίας στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΕΣΦΑ ΑΕ και στη ΡΑΕ. Το Διοικητικό Συμβούλιο υποχρεούται να κοινοποιήσει στα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου και τον Υπεύθυνο Συμμόρφωσης την αναφερόμενη στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του παρόντος έκθεση εντός προθεσμίας τριών (3) ημερών από την ως άνω κοινοποίηση της πρόσκλησης. Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αρνηθεί την παροχή των πληροφοριών για σπουδαίο λόγο, ο οποίος αναγράφεται στα πρακτικά.
3. Με αίτηση τουλάχιστον δύο (2) εκ των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου που κοινοποιείται στα υπόλοιπα μέλη του, τον Υπεύθυνο Συμμόρφωσης και το Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΕΣΦΑ ΑΕ τουλάχιστον δύο (2) εργάσιμες ημέρες πριν από την προγραμματισθείσα σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος συνεδρίαση, αναβάλλεται μια μόνο φορά η λήψη αποφάσεων από το Εποπτικό Συμβούλιο για όλα ή ορισμένα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Η αίτηση θα πρέπει να ορίζει την ημέρα συνέχισης της συνεδρίασης των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου, η οποία όμως δεν μπορεί να απέχει περισσότερο από επτά (7) ημέρες από τη χρονολογία της αναβολής. Η μετά από αναβολή συνέλευση των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου αποτελεί συνέχιση της προηγούμενης.
4. Σε κάθε περίπτωση, το Εποπτικό Συμβούλιο συνεδριάζει έγκυρα και χωρίς την τήρηση των ως άνω διατυπώσεων, εφόσον παρίστανται όλα τα μέλη του και ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης και κανείς δεν αντιλέγει στη λήψη αποφάσεων.
5. Το Εποπτικό Συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα, όταν παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται τουλάχιστον τέσσερα (4) εκ των μελών του. Οι αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου λαμβάνονται έγκυρα με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων και αντιπροσωπευόμενων μελών. Κάθε μέλος δύναται να αντιπροσωπεύσει έγκυρα μόνο ένα άλλο μέλος. Η αντιπροσώπευση αποδεικνύεται μόνο με έγγραφο που έχει τη θεωρημένη υπογραφή του αντιπροσωπευόμενου μέλους και το οποίο επισυνάπτεται στο ειδικό βιβλίο που τηρείται σύμφωνα με την αμέσως επόμενη παράγραφο. Η αντιπροσώπευση δεν δύναται να ανατεθεί σε πρόσωπα άλλα εκτός των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου.
6. Οι συζητήσεις και αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου καταχωρούνται περιληπτικά σε ειδικό βιβλίο που μπορεί να τηρείται και κατά το μηχανογραφικό σύστημα. Στο βιβλίο αυτό καταχωρείται επίσης κατάλογος των παραστάντων ή αντιπροσωπευθέντων, κατά τη συνεδρίαση, μελών του Εποπτικού Συμβουλίου. Τα πρακτικά υπογράφονται από τα μέλη που παραστάθηκαν κατά τη συνεδρίαση και τον Υπεύθυνο Συμμόρφωσης, εφόσον έχει παραστεί κατά τη συνεδρίαση. Αντίγραφα των πρακτικών εκδίδονται επισήμως από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΕΣΦΑ ΑΕ ή άλλο πρόσωπο που ορίζεται προς τούτο από το καταστατικό, χωρίς να απαιτείται άλλη επικύρωσή τους. Ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποχρεούται να χορηγεί στους μετόχους του αντίγραφα των πρακτικών του Εποπτικού Συμβουλίου.
7. Η κατάρτιση και υπογραφή πρακτικού από όλα τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου ή τους αντιπροσώπους τους και τον Υπεύθυνο Συμμόρφωσης, εφόσον η παρουσία του κατά τη συνεδρίαση του Εποπτικού Συμβουλίου απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 63Η του παρόντος, ισοδυναμεί με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου, ακόμη και αν δεν έχει προηγηθεί συνεδρίαση.
8. Οι αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου κοινοποιούνται εντός πέντε (5) ημερών από τη λήψη τους στη ΡΑΕ. Αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου που υπάγονται στις πράξεις και τα στοιχεία που υποβάλλονται σε δημοσιότητα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7α του κ.ν. 2190/1920, όπως κάθε φορά ισχύει, καταχωρούνται στο μητρώο ανωνύμων εταιρειών της αρμόδιας αρχής και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7β του κ.ν. 2190/1920.
9. Οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 7 του παρόντος εφαρμόζονται κατ' αναλογία και για τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και των Γενικών Συνελεύσεων του ΔΕΣΦΑ ΑΕ, εφόσον η συμμετοχή του Υπευθύνου Συμμόρφωσης σε αυτές είναι υποχρεωτική, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 63Η του παρόντος.
10. Το καταστατικό δύναται να ορίζει και συντομότερες προθεσμίες σύγκλησης του Εποπτικού Συμβουλίου, καθώς και τη δυνατότητά σύγκλησής του από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΕΣΦΑ ΑΕ ή/και από μετόχους εκπροσωπούντες το 1/20 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου του ΔΕΣΦΑ ΑΕ.
Άρθρο 63Ζ
Ακυρωσία και ακυρότητα των αποφάσεων του Εποπτικού Συμβουλίου
1. Οι διατάξεις του δεύτερου και του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 3 και των παραγράφων 5 ως 11 του άρθρου 35α, καθώς και των άρθρων 35β και 35γ του κ.ν. 2190/1920, όπως κάθε φορά ισχύει, ισχύουν κατ' αναλογική εφαρμογή για τις αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου του ΔΕΣΦΑ ΑΕ.
Άρθρο 63Η
Πρόγραμμα συμμόρφωσης και Υπεύθυνος Συμμόρφωσης
(Άρθρο 21 της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ)
1. Ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποχρεούται να καταρτίσει και να θέσει σε εφαρμογή πρόγραμμα συμμόρφωσης στο οποίο αναφέρονται τα μέτρα που λαμβάνονται προκειμένου να αποκλείεται η διακριτική συμπεριφορά και να διασφαλίζεται η κατάλληλη παρακολούθηση της συμμόρφωσής του προς το εν λόγω πρόγραμμα. Στο πρόγραμμα συμμόρφωσης καθορίζονται οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις των εργαζομένων του ΔΕΣΦΑ ΑΕ για την επίτευξη των εν λόγω στόχων. Το πρόγραμμα αυτό υπόκειται στην έγκριση της ΡΑΕ, η οποία τεκμαίρεται ότι έχει παρασχεθεί σιωπηρά, εφόσον η ΡΑΕ δεν φέρει αντιρρήσεις εντός τριών (3) εβδομάδων από την υποβολή του προγράμματος προς έγκριση. Το εγκεκριμένο πρόγραμμα συμμόρφωσης αναρτάται στην ιστοσελίδα του ΔΕΣΦΑ ΑΕ εντός πέντε (5) ημερών από την έγκρισή του. Υπό την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων της ΡΑΕ, όπως αυτές προσδιορίζονται με το άρθρο 20 του παρόντος, η συμμόρφωση προς το πρόγραμμα υπόκειται στον ανεξάρτητο έλεγχο του Υπεύθυνου Συμμόρφωσης.
2. Ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης διορίζεται από το Εποπτικό Συμβούλιο, με την επιφύλαξη της έγκρισης της ΡΑΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 του παρόντος. Ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης μπορεί να είναι και νομικό πρόσωπο, οπότε υποχρεούται να ορίσει ένα φυσικό πρόσωπο για την άσκηση των εξουσιών του νομικού προσώπου ως Υπευθύνου Συμμόρφωσης. Οι παράγραφοι 2 ως 7 του άρθρου 63Δ του παρόντος εφαρμόζονται αναλογικά και για τον Υπεύθυνο Συμμόρφωσης.
3. Ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης είναι αρμόδιος για:
(α) την παρακολούθηση της εκτέλεσης του προγράμματος συμμόρφωσης,
(β) την εκπόνηση ετήσιας έκθεσης στην οποία καθορίζονται τα μέτρα που λαμβάνονται για την εκτέλεση του προγράμματος συμμόρφωσης, και την υποβολή της στη ΡΑΕ,
(γ) την υποβολή έκθεσης στο Εποπτικό Συμβούλιο και την έκδοση συστάσεων σχετικά με το πρόγραμμα συμμόρφωσης και την εκτέλεσή του,
(δ) την κοινοποίηση προς τη ΡΑΕ κάθε ουσιαστικής παράβασης ως προς την εφαρμογή του προγράμματος συμμόρφωσης, και
(ε) την υποβολή έκθεσης στη ΡΑΕ για όλες τις εμπορικές και οικονομικές σχέσεις μεταξύ της ΔΕΠΑ ΑΕ και του ΔΕΣΦΑ ΑΕ.
4. Ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης υποβάλλει στη ΡΑΕ τις αποφάσεις που προτείνονται σχετικά με το επενδυτικό πρόγραμμα ή με μεμονωμένες επενδύσεις στο ΕΣΦΑ. Καταληκτική ημερομηνία για την υποβολή είναι η ημερομηνία υποβολής του προγράμματος από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΕΣΦΑ ΑΕ στο Εποπτικό Συμβούλιο.
5. Εάν η ΔΕΠΑ ΑΕ στη γενική συνέλευση ή με την ψηφοφορία των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου που έχει διορίσει εμποδίζει τη λήψη απόφασης με συνέπεια να παρεμποδίζονται ή να καθυστερούν οι επενδύσεις που βάσει του Προγράμματος Ανάπτυξης του ΕΣΦΑ επρόκειτο να εκτελεστούν στα επόμενα τρία (3) χρόνια, ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης υποχρεούται να το αναφέρει στη ΡΑΕ, η οποία στη συνέχεια ενεργεί σύμφωνα με την παράγραφο 9 του άρθρου 63Θ του παρόντος.
6. Οι όροι που διέπουν την εντολή ή οι όροι απασχόλησης του Υπευθύνου Συμμόρφωσης, περιλαμβανομένης και της διάρκειας της εντολής του, υπόκεινται στην προηγούμενη έγκριση της ΡΑΕ. Σε κάθε περίπτωση, οι ως άνω όροι εξασφαλίζουν την ανεξαρτησία του Υπευθύνου Συμμόρφωσης, συμπεριλαμβανομένης της παροχής όλων των πόρων που απαιτούνται για την εκπλήρωση των καθηκόντων του. Κατά τη διάρκεια της εντολής του, ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης δεν επιτρέπεται να κατέχει άλλη επαγγελματική θέση, ευθύνη ή συμφέρον, άμεσα ή έμμεσα, στη ΔΕΠΑ ΑΕ ή σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα της ή άλλη Συνδεδεμένη Επιχείρησή της ή στους ελέγχοντες μετόχους της.
7. Ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης υποβάλλει τακτικά έκθεση, είτε προφορικώς είτε γραπτώς, προς τη ΡΑΕ και έχει το δικαίωμα να υποβάλλει τακτικά έκθεση, είτε προφορικώς είτε γραπτώς, στο Εποπτικό Συμβούλιο του ΔΕΣΦΑ ΑΕ. Σε κάθε περίπτωση, ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης υποβάλλει εγγράφως στη ΡΑΕ μέχρι και την 31 Μαρτίου έκαστου έτους, ετήσια έκθεση στην οποία περιγράφονται τα μέτρα που έχουν ληφθεί σχετικά με την τήρηση του προγράμματος συμμόρφωσης. η οποία δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του ΔΕΣΦΑ ΑΕ εντός πέντε (5) ημερών από την υποβολή της στη ΡΑΕ Με βάση τις εκθέσεις του Υπευθύνου Συμμόρφωσης, η ΡΑΕ αξιολογεί κάθε έτος την ανεξαρτησία του ΔΕΣΦΑ ΑΕ και μπορεί με απόφασή της να επιβάλλει την τροποποίηση του προγράμματος συμμόρφωσης, ώστε να διασφαλίζεται η ανεξαρτησία και η αμεροληψία του ΔΕΣΦΑ ΑΕ, υποδεικνύοντας για το σκοπό αυτό τα κατάλληλα μέτρα. Ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποχρεούται να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις της ΡΑΕ και να υποβάλει προς έγκριση, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1, νέο πρόγραμμα συμμόρφωσης εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης της ΡΑΕ. Η ΡΑΕ δημοσιεύει στην ιστοσελίδα της έκθεση αξιολόγησης του προγράμματος συμμόρφωσης του ΔΕΣΦΑ ΑΕ μέχρι και την 30 Απριλίου έκαστου έτους.
8. Ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης μπορεί να συμμετέχει χωρίς δικαίωμα ψήφου σε όλες τις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, του Εποπτικού Συμβουλίου και της γενικής συνέλευσης του ΔΕΣΦΑ ΑΕ. Σε κάθε περίπτωση, ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης υποχρεούται να συμμετέχει σε όλες τις συνεδριάσεις που εξετάζουν τα ακόλουθα θέματα:
(α) τους όρους πρόσβασης στο ΕΣΦΑ, όπως καθορίζονται στον Κανονισμό (ΕΚ) 715/2009, ειδικότερα όσον αφορά στα τιμολόγια, τις υπηρεσίες πρόσβασης τρίτων, την κατανομή δυναμικού και τη διαχείριση της συμφόρησης, τη διαφάνεια, την εξισορρόπηση και τις δευτερογενείς αγορές,
(β) έργα που αναλαμβάνονται για τη λειτουργία, τη συντήρηση και την ανάπτυξη του ΕΣΦΑ, συμπεριλαμβανομένων των επενδύσεων διασύνδεσης και σύνδεσης για το ΕΣΦΑ και των επενδύσεων σε νέες συνδέσεις μεταφοράς, στην επέκταση του δυναμικού και στη βελτιστοποίηση του υπάρχοντος δυναμικού για το ΕΣΦΑ,
(γ) αγορές ή πωλήσεις ηλεκτρικής ενέργειας ή φυσικού αερίου απαραίτητες για τη λειτουργία του ΕΣΦΑ.
Η μη συμμετοχή του Υπεύθυνου Συμμόρφωσης στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, του Εποπτικού Συμβουλίου και της γενικής συνέλευσης του ΔΕΣΦΑ ΑΕ δεν συνεπάγεται ακυρότητα των σχετικών αποφάσεων παρά μόνον εάν δεν έχει λάβει χώρα η νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήση του Υπεύθυνου Συμμόρφωσης.
9. Ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης παρακολουθεί τη συμμόρφωση του ΔΕΣΦΑ ΑΕ με το άρθρο 66 του παρόντος.
10. Ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης έχει πρόσβαση σε όλα τα σχετικά δεδομένα και στα γραφεία του ΔΕΣΦΑ ΑΕ, καθώς και σε όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που είναι απαραίτητα για την εκπλήρωση των καθηκόντων του, χωρίς προηγούμενη αναγγελία.
11. Μετά από προηγούμενη έγκριση της ΡΑΕ, το Εποπτικό Συμβούλιο μπορεί να παύσει τον Υπεύθυνο Συμμόρφωσης. Η ΡΑΕ με απόφασή της παύει τον Υπεύθυνο Συμμόρφωσης για λόγους έλλειψης ανεξαρτησίας ή επαγγελματικής επάρκειας.
12. Σε περίπτωση παρακώλυσης της δυνατότητας πρόσβασης του Υπευθύνου Συμμόρφωσης στα αρχεία και τις εγκαταστάσεις του ΔΕΣΦΑ ΑΕ, επιβάλλεται πρόστιμο ύψους από ευρώ20.000 ως ευρώ100.000, χωρίς να αποκλείεται και η επιβολή άλλων διοικητικών κυρώσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 του παρόντος.
13. Η ΡΑΕ με απόφασή της μπορεί να παρέχει κατευθυντήριες γραμμές ως προς την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος.
Άρθρο 63Θ
Ανάπτυξη του ΕΣΦΑ και εξουσία λήψης αποφάσεων για επενδύσεις
(Άρθρο 22 της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ))
1. Κάθε έτος, κατά τα προβλεπόμενα στον Κώδικα Διαχείρισης του ΕΣΦΑ, ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ καταρτίζει και θέτει σε δημόσια διαβούλευση σχέδιο Προγράμματος Ανάπτυξης ΕΣΦΑ για τα επόμενα δέκα (10) έτη.
2. Στο σχέδιο Προγράμματος Ανάπτυξης ΕΣΦΑ καθορίζονται τα έργα της ανάπτυξης, της ενίσχυσης και της διασύνδεσης του ΕΣΦΑ, τα οποία απαιτείται να εκτελεσθούν κατά τα επόμενα δέκα (10) έτη από τη θέσπιση του ανωτέρω Προγράμματος, το χρονοδιάγραμμα και ο τρόπος κατασκευής των έργων αυτών, καθώς και το προϋπολογιζόμενο κόστος τους. Στο σχέδιο Προγράμματος Ανάπτυξης ΕΣΦΑ περιλαμβάνεται διακριτή αναφορά σε έργα ανάπτυξης, ενίσχυσης και διασύνδεσης του ΕΣΦΑ για τα οποία έχει ληφθεί η απόφαση εκτέλεσης, καθώς και σε νέα έργα ανάπτυξης, ενίσχυσης και διασύνδεσης του ΕΣΦΑ, η εκτέλεση των οποίων απαιτείται να ξεκινήσει εντός των επόμενων τριών (3) ετών.
3. Κατά την κατάρτιση του Προγράμματος Ανάπτυξης του ΕΣΦΑ, ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ οφείλει να λάβει υπόψη:
(α) Στοιχεία της υφιστάμενης και της προβλεπόμενης προσφοράς και ζήτησης φυσικού αερίου.
(β) Την εκπλήρωση των υποχρεώσεων παροχής υπηρεσιών κοινής ωφελείας και την ασφάλεια εφοδιασμού με φυσικό αέριο, κατά τρόπο αξιόπιστο.
(γ) Τη βελτίωση της επάρκειας και της αποδοτικότητας του ΕΣΦΑ και τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας του, με στόχο την πρόληψη συμφορήσεων, καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, άρνησης πρόσβασης ή απαγόρευσης διαμετακόμισης.
(δ) Την τροφοδοσία νέων περιοχών με φυσικό αέριο με στόχο την περιφερειακή ανάπτυξη και τη διασφάλιση της δυνατότητας πρόσβασης νέων Χρηστών.
(ε) Την προστασία του περιβάλλοντος.
(στ) Το διακοινοτικό πρόγραμμα ανάπτυξης και τα περιφερειακά επενδυτικά προγράμματα σύμφωνα με τις διατάξεις του στοιχείου (β) της παραγράφου 3 του άρθρου 8 και της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 715/2009.
(ζ) Τη βιωσιμότητα των έργων που εντάσσονται στο Πρόγραμμα και τη δυνατότητα χρηματοδότησής τους, εκτός του πλαισίου του Προγράμματος Ανάπτυξης.
4. O ΔΕΣΦΑ ΑΕ οριστικοποιεί το Πρόγραμμα Ανάπτυξης ΕΣΦΑ λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της δημόσιας διαβούλευσης και το υποβάλλει στη ΡΑΕ.
5. Η ΡΑΕ θέτει το υποβληθέν Πρόγραμμα Ανάπτυξης ΕΣΦΑ σε δημόσια διαβούλευση με τους υφιστάμενους και δυνητικούς Χρήστες. Δικαίωμα συμμετοχής στη δημόσια διαβούλευση έχουν οι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Χρηστών ΕΣΦΑ και κάθε ενδιαφερόμενος που τεκμηριώνει έννομο συμφέρον. Τα αποτελέσματα της δημόσιας διαβούλευσης και ιδίως οι πιθανές ανάγκες νέων επενδύσεων που προέκυψαν από τη δημόσια διαβούλευση, δημοσιεύονται από τη ΡΑΕ στην ιστοσελίδα της.
6. Η ΡΑΕ δύναται να αποφασίσει σχετικά με τροποποίηση του υποβληθέντος Προγράμματος Ανάπτυξης ΕΣΦΑ, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στον Κώδικα Διαχείρισης του ΕΣΦΑ, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως:
(α) Πιθανές επενδυτικές ανάγκες που προέκυψαν από τη δημόσια διαβούλευση.
(β) Τη συνέπεια του Προγράμματος με το διακοινοτικό πρόγραμμα ανάπτυξης και τα περιφερειακά επενδυτικά προγράμματα σύμφωνα με τις διατάξεις του στοιχείου (β) της παραγράφου 3 του άρθρου 8 και της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΚ) 715/2009. Σε περίπτωση αμφιβολίας σχετικά με τη συμβατότητα του προγράμματος Ανάπτυξης ΕΣΦΑ με το διακοινοτικό ή τα περιφερειακά προγράμματα, η ΡΑΕ δύναται να απευθύνει σχετικό ερώτημα στον Οργανισμό Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας.
7. Η ΡΑΕ, με την ολοκλήρωση των προβλεπομένων στις παραγράφους 5 και 6, εγκρίνει και αναρτά στην ιστοσελίδα της το Πρόγραμμα Ανάπτυξης του ΕΣΦΑ και το κοινοποιεί στον Οργανισμό Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας. Ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποχρεούται να αναρτήσει στην ιστοσελίδα του το εγκεκριμένο Πρόγραμμα Ανάπτυξης ΕΣΦΑ και να το κοινοποιήσει στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς Φυσικού Αερίου.
8. Η ΡΑΕ παρακολουθεί και αξιολογεί την εφαρμογή του Προγράμματος Ανάπτυξης ΕΣΦΑ.
9. Σε περίπτωση που ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ δεν εκτελέσει μία επένδυση που σύμφωνα με το Πρόγραμμα Ανάπτυξης ΕΣΦΑ, όπως κάθε φορά ισχύει, ήταν προγραμματισμένη να εκτελεσθεί κατά τα επόμενα τρία (3) έτη, εκτός εάν συντρέχουν λόγοι πέραν του ελέγχου του, η ΡΑΕ δύναται να λάβει τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσει την εκτέλεση της επένδυσης, εφόσον αυτή εξακολουθεί να έχει λόγο ύπαρξης βάσει του πλέον πρόσφατου Προγράμματος Ανάπτυξης ΕΣΦΑ:
(α) Να απαιτήσει από τον ΔΕΣΦΑ ΑΕ να εκτελέσει την εν λόγω επένδυση.
(β) Να διοργανώσει διαδικασία πρόσκλησης προς υποβολή προσφορών, ανοικτή σε κάθε επενδυτή για την εν λόγω επένδυση.
(γ) Να υποχρεώσει τον ΔΕΣΦΑ ΑΕ να δεχθεί αύξηση κεφαλαίου προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι απαραίτητες επενδύσεις και να επιτραπεί σε ανεξάρτητους επενδυτές να συμμετάσχουν στο κεφάλαιό του.
10. Σε περίπτωση που η ΡΑΕ λάβει τα μέτρα τα οποία περιγράφονται στην περίπτωση (β) της παραγράφου 9, δύναται να υποχρεώσει τον ΔΕΣΦΑ ΑΕ να δεχθεί ένα ή περισσότερα από τα εξής:
(α) Τη χρηματοδότηση της επένδυσης από οποιονδήποτε τρίτο.
(β) Την κατασκευή του έργου από οποιονδήποτε τρίτο.
(γ) Την οικοδόμηση των νέων πάγιων στοιχείων που τον αφορούν.
(δ) Τη λειτουργία των νέων πάγιων στοιχείων που τον αφορούν.
Στις ανωτέρω περιπτώσεις, ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ παρέχει στους επενδυτές όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για να πραγματοποιήσουν την επένδυση, συνδέει τα νέα πάγια στοιχεία με το ΕΣΦΑ και καταβάλλει εν γένει κάθε προσπάθεια προκειμένου να διευκολύνει την εφαρμογή του επενδυτικού σχεδίου. Οι σχετικοί χρηματοοικονομικοί διακανονισμοί υπόκεινται στην προηγούμενη έγκριση της ΡΑΕ.
11. Σε περίπτωση που η ΡΑΕ λάβει τα μέτρα που περιγράφονται στην παράγραφο 9, το κόστος των εν λόγω επενδύσεων καλύπτεται από τα τιμολόγια που καθορίζονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 98.
12. Ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποχρεούται να εκτελεί το Πρόγραμμα Ανάπτυξης του ΕΣΦΑ με βάση τους εγκεκριμένους Κανονισμούς Προμηθειών και Έργων του ΔΕΣΦΑ ΑΕ, οι οποίοι εκδίδονται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΕΣΦΑ ΑΕ προσαρμόζονται οι διατάξεις των Κανονισμών αυτών στην εταιρική οργάνωση και στο σκοπό του ΔΕΣΦΑ ΑΕ, στις περιπτώσεις που απαιτείται.
Άρθρο 63Ι
Διορισμός Ανεξάρτητου Διαχειριστή Συστήματος Φυσικού Αερίου
(Άρθρα 14 και 15 της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ)
1. Σε περίπτωση συστηματικής παράβασης από τον ΔΕΣΦΑ ΑΕ των υποχρεώσεων που υπέχει σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ιδίως σε περίπτωση κατ' εξακολούθηση μεροληπτικής συμπεριφοράς προς όφελος της Κάθετα Ολοκληρωμένης Επιχείρησης ΔΕΠΑ ΑΕ, η ΡΑΕ δύναται με αιτιολογημένη απόφασή της που λαμβάνεται κατόπιν προηγούμενης ακρόασης του ΔΕΣΦΑ ΑΕ να διορίσει τρίτο πρόσωπο ως Διαχειριστή του ΕΣΜΦΑ ο οποίος οργανώνεται και λειτουργεί ως Ανεξάρτητος Διαχειριστής Συστήματος κατά τα προβλεπόμενα στην Οδηγία 2009/73/ΕΚ ιδίως στο άρθρο 14 αυτής. Στην περίπτωση αυτή ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ διατηρεί την κυριότητα του συνόλου των στοιχείων που απαρτίζουν το ΕΣΦΑ.
2. Στην ίδια ως άνω απόφαση της ΡΑΕ θα πρέπει να τεκμηριώνεται η συνδρομή των ακόλουθων προϋποθέσεων:
(α) ο υποψήφιος Ανεξάρτητος Διαχειριστής Συστήματος Φυσικού Αερίου έχει αποδείξει ότι συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις του άρθρου 62 παράγραφος 1 στοιχεία (α), (β) και (γ) του παρόντος,
(β) ο υποψήφιος Ανεξάρτητος Διαχειριστής Συστήματος Φυσικού Αερίου έχει αποδείξει ότι διαθέτει τους απαιτούμενους οικονομικούς, τεχνικούς, υλικούς και ανθρώπινους πόρους για την εκτέλεση των καθηκόντων του ΔΕΣΦΑ ΑΕ δυνάμει του άρθρου 77, και του εγκεκριμένου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 71 του παρόντος Προγράμματος Ανάπτυξης του ΕΣΦΑ,
(γ) ο υποψήφιος Ανεξάρτητος Διαχειριστής Συστήματος Φυσικού Αερίου έχει αναλάβει εγγράφως να συμμορφωθεί προς το εγκεκριμένο Πρόγραμμα Ανάπτυξης του ΕΣΦΑ υπό την παρακολούθηση της ΡΑΕ,
(δ) ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ έχει αποδείξει την ικανότητά του να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που υπέχει από την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου. Για τον σκοπό αυτό, ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποχρεώνεται να παράσχει όλα τα σχέδια συμβατικών ρυθμίσεων με την υποψήφια επιχείρηση και κάθε άλλη συναφή οντότητα, και
(ε) ο υποψήφιος Ανεξάρτητος Διαχειριστής Συστήματος Φυσικού Αερίου έχει αποδείξει την ικανότητά του να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που υπέχει, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 715/2009, συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας με διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς Φυσικού Αερίου σε ευρωπαϊκό και περιφερειακό επίπεδο.
3. Εφόσον ο υποψήφιος Ανεξάρτητος Διαχειριστής Συστήματος Φυσικού Αερίου πληροί τις προϋποθέσεις της αμέσως προηγούμενης παραγράφου 2 ή του άρθρου 74 του παρόντος, εφαρμόζεται η διαδικασία πιστοποίησης είτε του άρθρου 73 του παρόντος και του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΚ) 715/2009, είτε του άρθρου 74 του παρόντος νόμου.
3. Κάθε Ανεξάρτητος Διαχειριστής Συστήματος Φυσικού Αερίου που διορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου είναι υπεύθυνος για τη χορήγηση και τη διαχείριση της πρόσβασης τρίτων, συμπεριλαμβανομένης της είσπραξης τελών πρόσβασης και επιβαρύνσεων συμφόρησης, καθώς και για τη λειτουργία, τη συντήρηση και την ανάπτυξη του ΕΣΦΑ και για τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης ικανότητας του ΕΣΦΑ να ανταποκρίνεται στην εύλογη ζήτηση με προγραμματισμό επενδύσεων. Για την ανάπτυξη του ΕΣΦΑ, ο Ανεξάρτητος Διαχειριστής Συστήματος Φυσικού Αερίου είναι υπεύθυνος για τον προγραμματισμό (συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας αδειοδότησης), την κατασκευή και την έναρξη λειτουργίας κάθε νέας υποδομής. Για το σκοπό αυτό, ο Ανεξάρτητος Διαχειριστής Συστήματος ενεργεί ως διαχειριστής του ΕΣΦΑ σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ δεν μπορεί να ορίζεται ως υπεύθυνος για τη χορήγηση και τη διαχείριση πρόσβασης τρίτων ούτε και για τον προγραμματισμό των επενδύσεων.
4. Σε περίπτωση διορισμού Ανεξάρτητου Διαχειριστή Συστήματος Φυσικού Αερίου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ ως κύριος των παγίων του ΕΣΦΑ υποχρεούται:
(α) να παρέχει κάθε σχετική συνεργασία και στήριξη στον Ανεξάρτητο Διαχειριστή Συστήματος Φυσικού Αερίου για την εκπλήρωση των καθηκόντων του, συμπεριλαμβανομένων ιδιαίτερα όλων των συναφών πληροφοριών,
(β) να χρηματοδοτεί τις επενδύσεις τις οποίες αποφασίζει ο Ανεξάρτητος Διαχειριστής Συστήματος Φυσικού Αερίου και εγκρίνει η ΡΑΕ ή να συμφωνεί στη χρηματοδότησή τους από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο τρίτο, συμπεριλαμβανομένου του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Συστήματος Φυσικού Αερίου. Οι σχετικοί διακανονισμοί χρηματοδότησης υπόκεινται στην έγκριση της ΡΑΕ. Πριν από την έγκριση αυτή, η ΡΑΕ διαβουλεύεται με τον ΔΕΣΦΑ ΑΕ και με τους Χρήστες του ΕΣΦΑ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 του παρόντος,
(γ) να μεριμνά για την κάλυψη της ευθύνης που αφορά στα πάγια στοιχεία του ΕΣΦΑ, με εξαίρεση το μέρος της ευθύνης που αφορά τα καθήκοντα του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Συστήματος Φυσικού Αερίου, και
(δ) να παρέχει εγγυήσεις για τη διευκόλυνση της χρηματοδότησης των επεκτάσεων του ΕΣΦΑ, με εξαίρεση τις επενδύσεις για τις οποίες, σύμφωνα με το στοιχείο (β), συμφώνησε να χρηματοδοτηθούν από οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος, συμπεριλαμβανομένου του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Συστήματος Φυσικού Αερίου.
5. Η ΡΑΕ εποπτεύει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του ΔΕΣΦΑ ΑΕ ως κυρίου του ΕΣΦΑ και λαμβάνει κάθε σχετικό μέτρο σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή Ανταγωνισμού για τη συμμόρφωση του ΔΕΣΦΑ ΑΕ προς τις υποχρεώσεις που υπέχει με την παράγραφο 4 του παρόντος.
6. Ο διορισμός Ανεξάρτητου Διαχειριστή Συστήματος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, δεν απαλλάσσει τον ΔΕΣΦΑ ΑΕ από τις υποχρεώσεις που υπέχει σύμφωνα με τα άρθρα 63Β ως και 63Η του παρόντος.»

Ι.5. ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ Ν.4001/2011

1. Εντός ενός μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος, ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποχρεούται να τροποποιήσει το καταστατικό του, προκειμένου αυτό να εναρμονισθεί με τις διατάξεις των άρθρων 63Α έως 63Θ του ν. 4001/2011.

2. Εντός της προθεσμίας της παραγράφου 1 ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποχρεούται να καταρτίσει και να θέσει σε εφαρμογή το πρόγραμμα συμμόρφωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 63Η του ν. 4001/2011.

3. Εντός δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποχρεούται να υποβάλει αίτημα πιστοποίησης στη ΡΑΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 64 ή 65. Μέχρι την πιστοποίησή του, ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ ασκεί τις δραστηριότητες του Διαχειριστή του ΕΣΦΑ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 67 του ν. 4001/2011.

4. Η διάταξη της παραγράφου 9 του άρθρου 196 του ν. 4001/2011 καταργείται.

5. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 53 του ν. 4001/2012 προθεσμία για την έκδοση των αποφάσεων του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, καθώς και των κοινών αποφάσεων του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και των καθ' ύλην συναρμόδιων Υπουργών, με τις οποίες καθορίζονται τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση της Ενεργειακής Πενίας, όπως ιδίως τα εθνικά Σχέδια Δράσης, παρατείνεται έως την 31.7.2013.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΑ: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΑΕΔ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ

IA.1. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΟΑΕΔ

I) Καταργούμενες διατάξεις που αφορούν σε ειδικές επιδοτήσεις ανεργίας και ειδικές εισοδηματικές ενισχύσεις ανεργίας.
1. Από 1.1.2013 καταργούνται οι ακόλουθες διατάξεις νόμων, όπως ισχύουν σήμερα κατά το μέρος που αφορούν σε ειδικές επιδοτήσεις ανεργίας και ειδικές εισοδηματικές ενισχύσεις ανεργίας, καθώς οι κανονιστικές και οι διοικητικές πράξεις, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή τους:
-Το άρθρο 43 του ν. 2778/1999 (Α' 295) με εξαίρεση την παράγραφο 5.
-Το άρθρο 7 του ν. 2941/2001 (Α' 201) με εξαίρεση την παράγραφο 8.
-Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 15 του ν. 3144/2003 (Α' 111),
-Η παρ. 4 του άρθρου 14 του ν. 3385/2005 (Α' 210).
-Τα άρθρο 10 και 11 του ν. 3408/2005 (Α' 272) με εξαίρεση την παράγραφο 4 του άρθρου 11.
-Το άρθρο 13 του ν. 3460/2006 (Α' 105), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 του ν. 3660/2008 (Α' 78),
-Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 69 του ν. 3518/2006 (Α' 272)
-Το άρθρο 23 του ν. 3526/2007 (Α' 24), με εξαίρεση τις παραγράφους 10 και 11.
-Οι παράγραφοι 2 και . 3 του άρθρου 1 καθώς και το άρθρο 2 του ν.3667/2008 (Α' 114)
-Το άρθρο 3 του ν. 3717/2008 (Α' 239),
-Το άρθρο 75 του ν. 3746/2009 (Α' 27),
-Το άρθρο 32 του ν. 3762/2009 (Α' 75),
-Οι παράγραφοι 4 ,5 και 6 του άρθρου 74 του ν. 3996/2011 (Α' 170).
2. Οι επιδοτούμενοι την 31.12.2012, με βάση τις παραπάνω καταργούμενες διατάξεις, συνεχίζουν από 1.1.2013 να επιδοτούνται με βάση τις κοινές περί ανεργίας διατάξεις και να λαμβάνουν το βασικό μηνιαίο επίδομα ανεργίας για χρονικό διάστημα 12 μηνών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 21 του ν.δ.2961/54 ( Α' 197), όπως ισχύουν.

3. Επιδοτούμενοι την 31.12.2012, των οποίων η επιδότηση με βάση τις παραπάνω καταργούμενες διατάξεις λήγει πριν την 31.12.2013, συνεχίζουν από 1.1.2013 να επιδοτούνται με βάση τις κοινές περί ανεργίας διατάξεις και να λαμβάνουν το βασικό μηνιαίο επίδομα ανεργίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ.2961/54 (Α' 197) μέχρι την ημερομηνία λήξης της επιδότησης, όπως αυτή έχει προσδιοριστεί με βάση τις καταργούμενες διατάξεις.

4. Σε κάθε περίπτωση ουδείς άνεργος επιδοτούμενος μπορεί να συνεχίσει να επιδοτείται μετά την 31.12.2012 με βάση τις παραπάνω καταργούμενες διατάξεις.

5. Σε κάθε περίπτωση ουδείς άνεργος επιδοτούμενος, με βάση τις παραπάνω παραγράφους 2 και 3, μπορεί να συνεχίσει να επιδοτείται μετά την 31.12.2013.

II) Καταργούμενες διατάξεις που αφορούν στην επιδότηση λόγω ανεργίας απολυμένων μισθωτών λόγω συγχώνευσης – μεταφοράς – συνένωσης επιχειρήσεων.

1. Από 1.1.2013 καταργούνται οι ακόλουθες διατάξεις νόμων, όπως ισχύουν σήμερα:
- Το άρθρο 6 του ν.435/1976 ( Α' 251) .
- Το άρθρο 4 του 3302/2004 (Α' 267) .
2. Επιδοτούμενοι την 31.12.2012, των οποίων η επιδότηση με βάση τις παραπάνω καταργούμενες διατάξεις λήγει πριν την 31.12.2013, συνεχίζουν από 1.1.2013 να επιδοτούνται με βάση τις κοινές περί ανεργίας διατάξεις και να λαμβάνουν το βασικό μηνιαίο επίδομα ανεργίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 21 του ν.δ.2961/54 (Α' 197) όπως ισχύουν, μέχρι την ημερομηνία λήξης της επιδότησης, όπως αυτή έχει προσδιοριστεί με βάση τις καταργούμενες διατάξεις.

3. α. Σε κάθε περίπτωση ουδείς άνεργος επιδοτούμενος μπορεί να συνεχίσει να επιδοτείται μετά την 31.12.2012, με βάση τις παραπάνω καταργούμενες διατάξεις.
β. Σε κάθε περίπτωση ουδείς άνεργος επιδοτούμενος μπορεί να συνεχίσει να επιδοτείται μετά την 31.12.2013, με βάση τις παραπάνω παραγράφους 1 και 2.

III) Μέτρα Κοινωνικής Πολιτικής Μακροχρονίων Ανέργων

1. Από 1.1.2014 Έλληνες υπήκοοι και υπήκοοι κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι είναι ασφαλισμένοι κατά της ανεργίας και ευρίσκονται σε διαρκή κατάσταση ανεργίας για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δώδεκα (12) μήνες, δικαιούνται επίδομα μακροχρονίως ανέργου, εφόσον έχουν εξαντλήσει το δικαίωμα τακτικής επιδότησης ανεργίας και το ετήσιο οικογενειακό εισόδημά τους δεν ξεπερνά το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Το όριο αυτό του εισοδήματος προσαυξάνεται κατά πεντακόσια ογδόντα έξι ευρώ και οκτώ λεπτά (586,08) ευρώ για κάθε ανήλικο τέκνο της οικογένειας.

2. Το ύψος του επιδόματος μακροχρονίως ανέργου δεν μπορεί να υπερβεί μηνιαίως το ποσό των διακοσίων (200) ευρώ και καταβάλλεται για όσο χρονικό διάστημα οι δικαιούχοι παραμένουν άνεργοι και ουδέποτε πέραν των δώδεκα (12) μηνών.

3. Το προαναφερόμενο επίδομα, καθώς και τα επιδόματα ανεργίας, ασθένειας και μητρότητας δεν λαμβάνονται υπόψη για τον κατά περίπτωση προσδιορισμό του ετήσιου οικογενειακού εισοδήματος με βάση το οποίο χορηγείται αυτό.

4. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας καθορίζονται και εξειδικεύονται:
α) Τα όρια ηλικίας των δικαιούχων, τα οποία δεν μπορούν να είναι μικρότερα των είκοσι (20) και μεγαλύτερα των εξήντα έξι (66) ετών, και τα κριτήρια που απαιτούνται για την απόκτηση της ιδιότητας του δικαιούχου, καθώς και η διαδικασία χορήγησης των παροχών αυτών.
β) Το ύψος της προαναφερόμενης παροχής, καθώς και η διαδικασία, ο τόπος, ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής της.
γ) Τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την απόδειξη της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων χορήγησης της προαναφερόμενης παροχής, καθώς και τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την καταβολή της.
δ) Οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για την αναστολή ή τη διακοπή της παροχής και
ε) Κάθε άλλο θέμα σχετικό με την παροχή.

5. Με όμοιες αποφάσεις δύνανται να αναπροσαρμόζονται το ύψος του προαναφερόμενου επιδόματος, τα όρια ηλικίας των δικαιούχων και το ύψος των εισοδηματικών ορίων.

6. Το παραπάνω επίδομα καταβάλλεται από τον Ο.Α.Ε.Δ., με διάθεση των αναγκαίων κονδυλίων από τον κρατικό προϋπολογισμό.

7. Ως ετήσιο οικογενειακό εισόδημα, για την εφαρμογή του παρόντος, νοείται το συνολικό ετήσιο φορολογούμενο πραγματικό, καθώς και το απαλλασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο, εισόδημα του φορολογούμενου, της συζύγου του και των ανήλικων τέκνων του από κάθε πηγή, με εξαίρεση τις αποζημιώσεις απόλυσης.

8. Οι παραπάνω εισοδηματικές ενισχύσεις δεν λαμβάνονται υπόψη για τον κατά περίπτωση προσδιορισμό του ετήσιου οικογενειακού εισοδήματος με βάση το οποίο χορηγούνται αυτές.

9. Η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 27 του ν.3016/2002 παύει να ισχύει από 1.1.2014 εκτός του τελευταίου εδαφίου της που έχει ως εξής: «στο άρθρο 1 του Π.Δ. 179/ 1986 (Α' 69) προστίθεται εδάφιο ιστ' ως εξής: «ιστ') Τα επιδόματα μακροχρονίως ανέργων»».

IA.2. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ

I) Ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων
1. Θεσπίζεται ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων, το οποίο αντικαθιστά τα καταργούμενα με τις υποπεριπτώσεις 12 και 14 της παρούσας διάταξης οικογενειακά επιδόματα.

2. Το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων καταβάλλεται λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό των εξαρτώμενων τέκνων, την κλίμακα ισοδυναμίας, το ισοδύναμο εισόδημα και την εισοδηματική κατηγορία.
Ως κλίμακα ισοδυναμίας ορίζεται το σταθμισμένο άθροισμα των μελών της οικογένειας. Ο πρώτος γονέας έχει στάθμιση 1, ο δεύτερος γονέας έχει στάθμιση 1/3 και κάθε εξαρτώμενο τέκνο έχει στάθμιση 1/6. Ως ισοδύναμο εισόδημα ορίζεται το καθαρό, ετήσιο, οικογενειακό εισόδημα (φορολογητέο εισόδημα) διαιρεμένο με την κλίμακα ισοδυναμίας.
Οι οικογένειες που δικαιούνται το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων διαιρούνται αναλόγως του ισοδυνάμου εισοδήματος σε τέσσερις εισοδηματικές κατηγορίες, ως εξής: (Α) έως έξι χιλιάδες ευρώ (6.000ευρώ) που λαμβάνουν το πλήρες επίδομα, (Β) από έξι χιλιάδες και ένα ευρώ (6.001ευρώ) έως δώδεκα χιλιάδες ευρώ (12.000ευρώ) που λαμβάνουν τα 2/3 του επιδόματος, (Γ) από δώδεκα χιλιάδες και ένα ευρώ (12.001ευρώ) έως δεκαοκτώ χιλιάδες ευρώ (18.000ευρώ) που λαμβάνουν το 1/3 του επιδόματος.
Το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων υπολογίζεται ανάλογα με τον αριθμό των εξαρτώμενων τέκνων ως εξής: σαράντα ευρώ (40ευρώ) ανά μήνα για ένα εξαρτώμενο τέκνο, ογδόντα ευρώ (80ευρώ) ανά μήνα για δύο εξαρτώμενα τέκνα, εκατόν τριάντα ευρώ (130ευρώ) ανά μήνα για τρία εξαρτώμενα τέκνα και εκατόν ογδόντα ευρώ (180ευρώ) ανά μήνα για τέσσερα εξαρτώμενα τέκνα. Για κάθε εξαρτώμενο τέκνο πέραν του τετάρτου, καταβάλλεται, πέραν των ανωτέρω, μηνιαίο επίδομα εξήντα ευρώ (60ευρώ).
Για τον υπολογισμό της εισοδηματικής κατηγορίας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα που αναφέρεται στο εκκαθαριστικό του τρέχοντος οικονομικού έτους.

3. Tο επίδομα της παρούσας διάταξης καταβάλλεται για τέκνα προερχόμενα από γάμο, φυσικά, θετά ή αναγνωρισθέντα, εφόσον είναι άγαμα και δεν υπερβαίνουν το 18ο έτος της ηλικίας του ή το 19ο έτος εφόσον φοιτούν στη μέση εκπαίδευση. Ειδικά, για τα τέκνα που φοιτούν στην ανώτερη ή ανώτατη εκπαίδευση καθώς και σε Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.), το επίδομα καταβάλλεται μόνο κατά το χρόνο φοίτησής τους που προβλέπεται από τον οργανισμό της κάθε σχολής και σε καμία περίπτωση πέρα από τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους. Επιπλέον, ως εξαρτώμενα τέκνα για θεμελίωση του δικαιώματος λήψης του επιδόματος, λαμβάνονται υπόψη τα τέκνα με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω καθώς και το απορφανισθέν τέκνο ή τα απορφανισθέντα τέκνα που αποτελούν ιδία οικογένεια και επήλθε θάνατος και των δύο γονέων.

4. Σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου ή υπαίτιας εγκατάλειψης των τέκνων του και οριστικής διακοπής της συγκατοίκησης ή διαζυγίου, το επίδομα καταβάλλεται σε όποιον έχει την κύρια ή αποκλειστική ευθύνη διατροφής των τέκνων. Το επίδομα καταβάλλεται με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις και στον πατέρα, ο οποίος έχει ένα ή περισσότερα ζώντα τέκνα από διαφορετικούς γάμους, καθώς και τα νομίμως αναγνωρισθέντα ή υιοθετηθέντα από τον ίδιο, εφόσον όμως έχει την αποκλειστική ευθύνη διατροφής τους και η μητέρα δεν επιδοτείται για τα παιδιά της αυτά.

5. Το επίδομα της παρούσας διάταξης χορηγείται κατόπιν αίτησης και καταβάλλεται από την 1η του επόμενου μήνα υποβολής της. Για τη διακοπή του επιδόματος, λόγω συμπλήρωσης των οριζομένων στην παράγραφο 3, κατά περίπτωση, ορίων, ως ημέρα γέννησης των τέκνων θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου τους έτους γέννησής τους και, προκειμένου περί φοιτητών ή σπουδαστών, η λήξη του ακαδημαϊκού ή σπουδαστικού έτους.

6. Το επίδομα χορηγείται στις ακόλουθες κατηγορίες προσώπων εφόσον έχουν μόνιμη και συνεχή δεκαετή διαμονή στην Ελλάδα και τα εξαρτώμενα τέκνα τους ευρίσκονται στην Ελλάδα:
α) Έλληνες πολίτες που διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα,
β) ομογενείς αλλοδαπούς που διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα και διαθέτουν δελτίο ομογενούς,
γ) πολίτες Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα,
δ) πολίτες των χωρών που ανήκουν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (Νορβηγία, Ισλανδία και Λιχτενστάιν) και Ελβετούς πολίτες που διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα,
ε) αναγνωρισμένους πρόσφυγες που διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα, των οποίων το καθεστώς παραμονής στην Ελλάδα διέπεται από τις διατάξεις της Σύμβασης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων (ν.δ. 3989/1959, Α'201), όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων (α.ν. 389/1968, Α'125)
στ) ανιθαγενείς, των οποίων το καθεστώς παραμονής στην Ελλάδα διέπεται από τις διατάξεις της Σύμβασης του 1954 για το Καθεστώς των Ανιθαγενών (ν. 139/1975, Α' 176),
ζ) δικαιούχους του ανθρωπιστικού καθεστώτος,
η) πολίτες άλλων Κρατών που διαμένουν νόμιμα και μόνιμα στην Ελλάδα και είναι γονείς τέκνων ελληνικής υπηκοότητας.

7. Το επίδομα της παρούσας διάταξης δεν προσμετράται στο καθαρό, ετήσιο, οικογενειακό εισόδημα και απαλλάσσεται από κάθε φόρο, τέλος, εισφορά ή κράτηση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτου.

8. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ρυθμίζονται τα θέματα διαδικασίας χορήγησης και καταβολής του επιδόματος και ο φορέας καταβολής του. Με όμοιες αποφάσεις δύναται να επανακαθοριστεί η εντεταλμένη αρχή καταβολής και να αναπροσαρμοστεί το ύψος των επιδομάτων της παρούσας διάταξης.

9. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ρυθμίζεται και κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παρούσας διάταξης.

10. Οι σχετικές πιστώσεις εγγράφονται στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.

11. Το εισοδηματικό κριτήριο της παραγράφου 22 του άρθρου 27 του ν.4052/2012 αναφέρεται στο καθαρό, ετήσιο, οικογενειακό εισόδημα (φορολογητέο εισόδημα) του έτους 2011, όπως αυτό δηλώθηκε στην φορολογική δήλωση των δικαιούχων. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται υποχρεωτικά για τις καταβολές του τελευταίου διμήνου του 2012. Τυχόν καταβολές που έγιναν μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου σε υπερβαίνοντες τα όρια της παραγράφου 22 του άρθρου 27 του ν.4052/2012 δεν αναζητούνται.

12. Οι παράγραφοι 1 και 4 του άρθρου 63 του ν.1892/1990 και η παράγραφος 1 του άρθρου 1 του ν.3454/2006, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, καθώς και η κατ' εξουσιοδότηση εκδοθείσα νομοθεσία, καταργούνται από 1.11.2012.

13. Η παράγραφος 3 του άρθρου 21 του ν.4025/2011 και η παράγραφος 22 του άρθρου 27 του ν.4052/2012, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, καταργούνται από 1.1.2013.

14. Το άρθρο 63 του ν.1892/1990, η παράγραφος 1 του άρθρου 1 του ν.3454/2006, το άρθρο 6 του ν.3631/2008, τα άρθρα 42 και 43 του ν.3918/2011, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, παύουν να ισχύουν από την έναρξη εφαρμογής της παρούσας διάταξης, όσο αφορά στη χορήγηση και καταβολή των προϋφιστάμενων οικογενειακών επιδομάτων. Ομοίως καταργούνται και οι κατ' εξουσιοδότηση των ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις και κάθε άλλη απόφαση με την οποία ρυθμίζεται η καταβολή των επιδομάτων που αντικαθίστανται με το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων.

15. Κάθε διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις της παρούσας παύει να ισχύει από την έναρξη εφαρμογής της, όσο αφορά στη χορήγηση και καταβολή των προϋφιστάμενων οικογενειακών επιδομάτων.

16. Η εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας άρχεται την 1.1.2013 εκτός αν ορίζεται άλλως στις προηγούμενες παραγράφους.

II) Πιλοτικό πρόγραμμα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος

1. Τίθεται σε πιλοτική εφαρμογή πρόγραμμα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος σε δύο περιοχές της επικράτειας με διαφορετικά κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά, οι οποίες θα οριστούν με την κοινή υπουργική απόφαση της υποπερίπτωσης 3 της παρούσας διάταξης.

2. Το πρόγραμμα απευθύνεται σε άτομα και οικογένειες που διαβιούν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, παρέχοντας στους δικαιούχους ενίσχυση εισοδήματος συνδυαζόμενη με δράσεις κοινωνικής επανένταξης. Το πρόγραμμα λειτουργεί συμπληρωματικά με τις εκάστοτε εφαρμοζόμενες πολιτικές για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παρούσας διάταξης, ιδίως δε:
α. Οι δικαιούχοι για ένταξη στο πρόγραμμα.
β. Η βάση υπολογισμού και το ύψος του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος για κάθε άτομο ή οικογένεια.
γ. Οι διαδικασίες ένταξης στο πρόγραμμα και καταβολής της παροχής ως διαφοράς μεταξύ του πραγματικού εισοδήματος και του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.
δ. Οι αρμόδιες υπηρεσίες για την εφαρμογή του προγράμματος καθώς και η επιλογή των δύο περιοχών της επικράτειας όπου θα εφαρμοστεί πιλοτικά το πρόγραμμα.

4. Η πιλοτική εφαρμογή του προγράμματος ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος αρχίζει την 1.1.2014.


ΙΑ.3. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

I) Αύξηση ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης

1. Από 1.1.2013 για τη συνταξιοδότηση των ασφαλισμένων των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και της Τράπεζας της Ελλάδος, εφαρμόζονται οι προϋποθέσεις του ν.3863/2010 (Α'115), όπως ισχύει, ως προς τα όρια ηλικίας και το χρόνο ασφάλισης όπως αυτά διαμορφώνονται με τις ανωτέρω διατάξεις από 1.1.2015.

2. Από 1.1.2013, όλα τα όρια ηλικίας της παραγράφου 1 καθώς και όλα τα ισχύοντα την 31.12.2012 όρια ηλικίας συνταξιοδότησης των φορέων κοινωνικής ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και της Τράπεζας της Ελλάδος, όπου αυτά προβλέπονται, πλην ΝΑΤ, αυξάνονται κατά δύο (2) έτη.

3. Από την αύξηση των ορίων ηλικίας ή/και του χρόνου ασφάλισης των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού εξαιρούνται: α) οι ασφαλισμένες που θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης σύμφωνα με τις ισχύουσες γενικές, ειδικές ή καταστατικές διατάξεις ως μητέρες ανίκανων για κάθε βιοποριστική εργασία τέκνων καθώς και οι χήροι πατέρες ανίκανων για κάθε βιοποριστική εργασία τέκνων, β) οι ασφαλισμένοι στους ανωτέρω φορείς κοινωνικής ασφάλισης που έχουν ενταχθεί σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας του ν. 4024/2011 (Α' 226).

4. Θεμελιωμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα μέχρι 31.12.2012, λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων του απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης και ορίων ηλικίας, όπου αυτά προβλέπονται, δεν θίγονται και δύνανται να ασκηθούν οποτεδήποτε.

5. Οι ασφαλισμένοι των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, οι οποίοι μέχρι 31.12.2012 έχουν κατοχυρώσει ή κατοχυρώνουν τις κατ' έτος προβλεπόμενες προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, όπως αυτές καθορίζονται με το άρθρο 10 του ν. 3863/2010 (Α'115), όπως ισχύει, ή από προγενέστερες γενικές ή άλλες διατάξεις, δύνανται να συνταξιοδοτηθούν με τις προϋποθέσεις του ορίου ηλικίας και του χρόνου ασφάλισης που κατά περίπτωση κατοχυρώνουν.

6. Από 1.1.2014 το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 3996/2011 (Α' 170) Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΚΑΣ) καταβάλλεται με την συμπλήρωση του 64ου έτους της ηλικίας.

II) Μείωση Συντάξεων

Από 1.1.2013 η μηνιαία σύνταξη ή το άθροισμα των μηνιαίων συντάξεων άνω των 1.000,00 ευρώ από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία μειώνονται ως εξής:
α. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος άνω των 1.000,01 ευρώ και έως 1.500.00 ευρώ μειώνεται στο σύνολο του ποσού κατά 5% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.000,01 ευρώ
β. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος από 1.500,01 ευρώ έως 2.000,00 ευρώ μειώνεται στο σύνολο του ποσού κατά 10% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.425,01 ευρώ.
γ. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος από 2.000,01 ευρώ και άνω μειώνεται κατά ποσοστό 15% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.800,01 ευρώ.

Στο ως άνω άθροισμα λαμβάνονται υπόψη τα μερίσματα καθώς και κάθε είδους προσαυξήσεις. Επί του αθροίσματος αυτού το ποσό της μείωσης επιμερίζεται αναλογικά σε κάθε φορέα ή τομέα και αποτελεί έσοδο του οικείου ασφαλιστικού φορέα ή τομέα.
Για τον υπολογισμό του ποσοστού της μείωσης λαμβάνεται υπόψη το καταβλητέο ποσό συντάξεως ή του ως άνω αθροίσματος την 31.12.2012 μετά τις μειώσεις και τις παρακρατήσεις της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων.

III) Mειώσεις εφάπαξ βοηθημάτων

1. Στους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992 που αποχώρησαν ή θα αποχωρήσουν της υπηρεσίας από 1.8.2010 και μετά, στους οποίους δεν έχει εκδοθεί η σχετική απόφαση χορήγησης του εφάπαξ βοηθήματος, το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος μειώνεται ποσοστιαία κατά φορέα-τομέα πρόνοιας. Συγκεκριμένα: στον Τομέα Πρόνοιας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου του ΤΑΠΙΤ κατά 2,21%, στον Τομέα Πρόνοιας Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων του ΤΑΠΙΤ κατά 17,35%, στον Τομέα Πρόνοιας Προσωπικού Ιπποδρομιών του ΤΑΠΙΤ κατά 18,38%, στον Τομέα Πρόνοιας Ξενοδοχοϋπαλλήλων του ΤΑΠΙΤ κατά 26,77%, στον Τομέα Πρόνοιας Υπαλλήλων Φαρμακευτικών Εργασιών του ΤΑΠΙΤ κατά 63,91%, στον Τομέα Πρόνοιας Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων του ΤΑΠΙΤ κατά 41,52%, στον Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ κατά 22,67%, στον Τομέα Πρόνοιας Υπαλλήλων ΝΠΔΔ του ΤΠΔΥ κατά 42,29%, στον Τομέα Πρόνοιας Ορθόδοξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος του ΤΠΔΥ κατά 36,94%, στον Τομέα Πρόνοιας Προσωπικού Ταμείου Νομικών του ΤΠΔΥ κατά 52,21%, στον Τομέα Πρόνοιας Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ κατά 6,19%, στον Τομέα Πρόνοιας Εφημ/λών & Υπαλλήλων Πρακτορείων Αθηνών του ΕΤΑΠ-ΜΜΕ κατά 8,21%, στον Τομέα Πρόνοιας Εφημ/λών & Υπαλλήλων Πρακτορείων Θες/νίκης του ΕΤΑΠ-ΜΜΕ κατά 28,41%, στον Κλάδο Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ κατά 3,84%, στον Τομέα Πρόνοιας Προσωπικού Ιονικής –Λαϊκής Τράπεζας του ΤΑΥΤΕΚΩ κατά 41,17%, στον Τομέα Πρόνοιας Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων του ΕΤΑΑ κατά 17,42%, στον Τομέα Πρόνοιας Δικηγόρων Αθηνών του ΕΤΑΑ κατά 32,80%, στον Τομέα Πρόνοιας Εργοληπτών Δημοσίων Έργων του ΕΤΑΑ κατά 83,00%, στον Τομέα Πρόνοιας Αστυνομικών του ΤΕΑΠΑΣΑ κατά 1,94%, στον Τομέα Πρόνοιας Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων του ΤΕΑΠΑΣΑ κατά 45,49%, στο Λογαριασμό Πρόνοιας Υπαλλήλων ΙΚΑ του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατά 35,11%. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλειας και Πρόνοιας μετά από τεκμηριωμένη εισήγηση του Δ.Σ. των οριζομένων στο προηγούμενο εδάφιο Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης πλην του ΤΠΔΥ μπορεί να αυξομειώνεται το ανωτέρω οριζόμενο ποσοστό μείωσης μέχρι 35%.

2. Οι ανωτέρω μειώσεις στους ασφαλισμένους του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ και του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ διενεργούνται μετά την εφαρμογή των μειώσεων που προβλέπονται με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 4024/2011 (Α' 226).

3. Η ποσοστιαία μείωση 42,29% στο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγεί ο Τομέας ΝΠΔΔ του ΤΠΔΥ για χρόνο ασφάλισης που πραγματοποιήθηκε μετά την 1.1.2006 έχει εφαρμογή και στο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που δικαιούνται οι αποχωρούντες υπάλληλοι, ασφαλισμένοι στο καθεστώς του ν.103/1975 (Α'167), από το νομικό πρόσωπο στο οποίο τηρείτο ο λογαριασμός του ν. 103/1975 (Α'167) για χρόνο υπηρεσίας που διανύθηκε μέχρι 31.12.2005, σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν. 3232/2004 (Α'48).

4. Στα πρόσωπα που δεν έχουν καταβάλλει ασφαλιστικές εισφορές για τη χορήγηση εφάπαξ παροχής ή οποιασδήποτε άλλης αποζημίωσης καταβάλλεται η αποζημίωση, λόγω αποχώρησης από την υπηρεσία για οποιοδήποτε λόγο, του ν. 3198/1955 (Α' 98) σε συνδυασμό με το ν. 2112/1920 (Α' 67) όπως ισχύουν. Το ποσό της καταβαλλόμενης αποζημίωσης είναι ανάλογο με το χρόνο υπηρεσίας που έχει πραγματοποιηθεί εκτός της ασφάλισης σε φορέα-τομέα πρόνοιας προς το συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους. Σε καμία περίπτωση η εν λόγω αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 15.000,00 ευρώ.

5. Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που ορίζει διαφορετικά τα θέματα των προηγούμενων παραγράφων καταργείται.

6. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, που εκδίδεται μέχρι 31.12.2012, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, καθορίζεται η νέα τεχνική βάση για τις εφάπαξ παροχές των φορέων – τομέων πρόνοιας, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την υλοποίηση της. Από 1.1.2014 το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σε όλους τους ασφαλισμένους των φορέων – τομέων πρόνοιας υπολογίζεται σύμφωνα με τη νέα τεχνική βάση για τις εφάπαξ παροχές.

IV) Ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών

1. Το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τους ασφαλιζόμενους από 1.1.1993 μισθωτούς που προβλέπεται στην περίπτωση α' της παρ. 2 του άρθρου 22 του ν.2084/1992 (Α' 165), όπως αυτή έχει αντικατασταθεί με την παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 3232/2004 (Α' 48), ισχύει από 1.1.2013 και για τους υπαχθέντες στην ασφάλιση μέχρι 31.12.1992 μισθωτούς των φορέων κύριας και επικουρικής ασφάλισης, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας. Όπου από γενική ή καταστατική διάταξη προβλέπεται μεγαλύτερο ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών, αυτό διατηρείται.

2. Αξιώσεις των φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας που αφορούν την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών παραγράφονται μετά εικοσαετία από την τελευταία καταβολή. Κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται.

V) Κατάργηση δώρων Χριστουγέννων -Πάσχα και επιδόματος αδείας

Από 1.1.2013 τα επιδόματα και δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή κανονιστική πράξη ή καταστατική διάταξη για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους όλων των φορέων και τομέων κύριας και επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας καθώς και του ΟΓΑ, του ΝΑΤ και της Τράπεζας της Ελλάδος καταργούνται.

VI) Κατάργηση συνδικαλιστικών συντάξεων και νομοθεσίας τ. ΤΕΑΕΥΕΕΟ

Από 1.1.2013 διακόπτεται η καταβολή της σύνταξης από το ΕΤΕΑ (τέως ΕΤΕΑΜ) στους εκπροσώπους συνδικαλιστικών οργανώσεων και τα δικαιοδόχα μέλη τους που συνταξιοδοτήθηκαν για την ιδιότητά τους αυτή με βάση καταστατικές διατάξεις του τ. Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Εκπροσώπων και Υπαλλήλων Εργατικών Επαγγελματικών Οργανώσεων (ΤΕΑΕΥΕΕΟ) του α.ν. 971/1937 (Α' 482). Κατ' εξαίρεση, εξακολουθούν να καταβάλλονται συντάξεις στα πρόσωπα της ανωτέρω κατηγορίας και τα δικαιοδόχα μέλη τους, εφόσον δεν εργάζονται και δεν λαμβάνουν σύνταξη από άλλο φορέα κύριας ή επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, ή το Δημόσιο.
Από την ίδια ως άνω ημερομηνία εξαιρούνται από την ασφάλιση στο ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ) οι εκπρόσωποι συνδικαλιστικών οργανώσεων που απέκτησαν την ιδιότητά τους αυτή μέχρι τη συγχώνευση του τ. ΤΕΑΕΥΕΕΟ στο ΕΤΕΑΜ.
Οι ασφαλισμένοι του τ. ΤΕΑΕΥΕΕΟ, οι οποίοι ήταν υπάλληλοι συνδικαλιστικών οργανώσεων ή του συγχωνευθέντος Ταμείου, καθώς και οι συνταξιούχοι της κατηγορίας αυτής, διέπονται από 1.1.2013 από τις καταστατικές διατάξεις του ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ), καθώς και τις διατάξεις της γενικότερης νομοθεσίας, όπως ισχύουν. Οι εκκρεμείς αιτήσεις συνταξιοδότησης, για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί μέχρι 31.12.2012 οριστική απόφαση συνταξιοδότησης, διέπονται από τις καταστατικές διατάξεις του ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ).

VII) Ανασχεδιασμός συνταξιοδότησης ανασφαλίστων

1. Από 1.1.2013 η μηνιαία σύνταξη ανασφάλιστων υπερηλίκων του ν. 1296/1982 (Α' 128) όπως ισχύει, καταβάλλεται, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις:
α. Έχουν συμπληρώσει το 67ο έτος της ηλικίας τους.
β. Δεν λαμβάνουν ή δεν δικαιούνται οι ίδιοι σύνταξη από οποιοδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης ή το Δημόσιο στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, ανεξαρτήτως ποσού, και επίσης, σε περίπτωση εγγάμων, δεν λαμβάνει ο/η σύζυγός τους σύνταξη μεγαλύτερη από το πλήρες ποσό της συνταξιοδοτικής παροχής, λόγω γήρατος, του άρθρου 4 του ν. 4169/1961.
γ. Διαμένουν μόνιμα και νόμιμα στην Ελλάδα τα τελευταία είκοσι (20) έτη πριν την υποβολή της αίτησης για συνταξιοδότηση και εξακολουθούν να διαμένουν κατά τη διάρκεια της συνταξιοδότησής τους
δ. Το συνολικό ετήσιο ατομικό φορολογητέο εισόδημά τους, καθώς και το απαλλασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο εισόδημά τους δεν υπερβαίνει το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων είκοσι (4320) ευρώ ή, στην περίπτωση εγγάμων, το συνολικό ετήσιο οικογενειακό φορολογητέο εισόδημα, καθώς και το απαλλασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο εισόδημα δεν υπερβαίνει το ποσό των οκτώ χιλιάδων εξακοσίων σαράντα (8.640) ευρώ.
Εξαιρούνται της παροχής οι μοναχοί/ες οι οποίοι διαμένουν σε Ιερές Μονές και συντηρούνται από αυτές και όσοι εκτίουν ποινή φυλάκισης.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας μετά γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΓΑ και του ΣΚΑ καθορίζονται τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την απόδειξη της συνδρομής των προϋποθέσεων που ορίζονται στις περιπτώσεις β' έως δ' της προηγούμενης παραγράφου, και η διαδικασία ελέγχου των εισοδηματικών κριτηρίων καθώς και οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε όσους υποβάλλουν ανακριβή στοιχεία.
Με κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας , Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας δύνανται να αναπροσαρμόζονται τα ποσά που αναφέρονται στην περίπτωση δ' .
Εκκρεμείς αιτήσεις καθώς και αιτήσεις που υποβάλλονται μέχρι 31.12.2012 κρίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος πλην του ορίου ηλικίας που ορίζεται το 65ο έτος.
Με τα κριτήρια που ορίζονται στις περιπτώσεις β' έως και δ' της παρούσας ρύθμισης, επανακρίνονται από 1.1.2013 και όσοι έχουν ήδη καταστεί συνταξιούχοι.

2. Εισφορές ασφαλισμένων του ΟΓΑ για υγειονομική περίθαλψη που δεν έχουν καταβληθεί εμπρόθεσμα για χρόνο ασφάλισης μέχρι 31.12.2012, επαναϋπολογίζονται με ποσοστό 2,50% επί του ποσού της ασφαλιστικής κατηγορίας του άρθρου 4 του ν.2458/1997 (Α'15) στην οποία είχαν καταταγεί και ισχύει κατά το χρόνο καταβολής των εισφορών.

3. Όπου από τις κείμενες διατάξεις του ΟΓΑ αναφέρεται το 64ο έτος της ηλικίας αντικαθίσταται από το 66ο και όπου το 65ο από το 67ο.

VIII) Ενιαίο σύστημα ελέγχου και Πληρωμών συντάξεων

Από 1.7.2013 η Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Κοινωνικής Ασφάλισης Α.Ε. «Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε.» ν.3607/2007 (Α' 245) καθίσταται ενιαίος φορέας ελέγχου και πληρωμών συντάξεων των δικαιούχων των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης και του Δημοσίου. Από 01.01.2013 μέχρι την 30.6.2013 οι πληρωμές των συντάξεων διενεργούνται από τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας των επομένων παραγράφων.
Από 1.12.2012 η Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε. συγκεντρώνει, ελέγχει και διασταυρώνει τα στοιχεία των συντάξεων των δικαιούχων των Φ.Κ.Α. και υπολογίζει το ποσό της μείωσης για τους συνταξιούχους καθώς και για όσους λαμβάνουν συντάξεις από περισσότερους του ενός φορέα.
Οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης εποπτείας Υπουργείων Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, Εθνικής Άμυνας και το Δημόσιο αποστέλλουν έως τη 10η ημέρα κάθε μήνα στην Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε., σε ηλεκτρονική μορφή μηνιαίο αρχείο πληρωμών συντάξεων, στο οποίο περιέχονται αναλυτικά και ανά συνταξιούχο τα ποσά των συντάξεων που καταβάλλει ο κάθε φορέας.
Τα Αρχεία Πληρωμών Συντάξεων περιέχουν όλα τα αναγκαία στοιχεία ταυτοποίησης (Α.Μ.Κ.Α., Α.Φ.Μ. κ.λ.π.). Σε περίπτωση ελλιπών στοιχείων η επεξεργασία υλοποιείται στα διαθέσιμα στοιχεία και στους ταυτοποιημένους συνταξιούχους.
Οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης πραγματοποιούν τις μεταβολές των ποσών συντάξεων για τις οποίες έχουν ενημερωθεί από την Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε..
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας , μετά από γνώμη του Δ.Σ. της Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε., του Σ.Κ.Α .και γνώμη της Γ.Γ.Π.Σ. που εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση του νόμου ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τις υποχρεώσεις των Φ.Κ.Α., τις υποχρεώσεις της Η.ΔΙ.Κ.Α. ΑΕ., θέματα διασταυρώσεων και ταυτοποίησης στοιχείων προσώπων και αλληλοενημερώσεων μεταξύ Η.ΔΙ.Κ.Α. ΑΕ. και Γ.Γ.Π.Σ. καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την υλοποίηση του παρόντος.
Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των ασφαλιστικών οργανισμών με τις ανωτέρω διατάξεις, οι Πρόεδροι και οι Διοικητές των ανωτέρω οργανισμών κηρύσσονται αυτοδικαίως έκπτωτοι μετά παρέλευση ενός διμήνου από τις οριζόμενες για την εφαρμογή της διάταξης αυτής προθεσμίες.
Κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται.

IX) Κατάργηση Εργοδοτικών Εισφορών 1,1
1. Η προβλεπόμενη από τη διάταξη της περίπτωσης γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Ν.Δ. 2963/54 (Α', 195), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, εισφορά 0,75% επί των ημερομισθίων και μισθών των εργαζομένων υπέρ του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, η οποία βαρύνει τον οικείο εργοδότη, καταργείται από 1 Νοεμβρίου 2012.

2. Η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του νόμου 678/1977 (Α',246) και του εδάφιου Γ του άρθρου 7 του ν.3144/2003 (Α',111) εισφορά 0,35% υπέρ Οργανισμού Εργατικής Εστίας, η οποία βαρύνει τον οικείο εργοδότη, καταργείται από 1 Νοεμβρίου 2012.

3. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας δύναται να καθοριστεί και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού.

ΙΑ.4 ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΤΟΥ ΦΟΡΤΟΕΚΦΟΡΤΩΤΗ, ΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ, ΤΑ ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΕΥΡΕΣΕΩΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ Ν. 3919/2011 και Ν.4038/2012

Ι) Ρυθμίσεις για το επάγγελμα του φορτοεκφορτωτή ξηράς και λιμένων (εκτός των εργαζομένων-φορτοεκφορτωτών στον ΟΛΠ και ΟΛΘ) για την εφαρμογή των ν. 3919/2011 και 4038/2012.

1. Όλες οι σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία φορτοεκφορτωτικές εργασίες, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς της χρήσης του τόπου φόρτωσης (όπως για παράδειγμα είναι οι κεντρικές αγορές, τα λιμάνια κτλ) εκφόρτωσης, μεταφοράς και στοιβασίας των εμπορευμάτων ή άλλων κινητών πραγμάτων, διενεργούνται από εργαζόμενους που είναι εφοδιασμένοι με τη βεβαίωση της παρ. 4 του παρόντος. Από το πεδίο εφαρμογής της παρούσης εξαιρούνται ο Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς και Θεσσαλονίκης και το προσωπικό τους.

2. Κατ' εξαίρεση, δεν απαιτείται να εκτελούνται από εργαζόμενους που διαθέτουν τη βεβαίωση της παρ. 4 του παρόντος οι ακόλουθες κατηγορίες φορτοεκφορτωτικών εργασιών: α) Φορτώσεις γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, λιπασμάτων, γεωργικών εφοδίων ή άλλων ειδών που ανήκουν στους παραγωγούς από τους τόπους παραγωγής προς χώρους αποθήκευσης για λογαριασμό των παραγωγών. β) Φορτώσεις ή εκφορτώσεις ειδών σε χώρους βιομηχανικής παραγωγής.

3. Για τους φορτοεκφορτωτές που δεν απασχολούνται με σχέση εξαρτημένης εργασίας η αμοιβή τους συμφωνείται ελευθέρως με τον φορτοπαραλήπτη. Σε κάθε άλλη περίπτωση εφαρμόζονται οι διατάξεις της κείμενης εργατικής νομοθεσίας. Οι κανονισμοί διεξαγωγής των φορτοεκφορτωτικών εργασιών καταρτίζονται με Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (Σ.Σ.Ε.) και σε περίπτωση που δεν υπάρχουν Σ.Σ.Ε., για μεν τα λιμάνια με Κ.Υ.Α. Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και Ναυτιλίας και Αιγαίου, για τη ξηρά με Απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας. Ως προς την κοινωνικοασφαλιστική προστασία αυτών, οι φορτοεκφορτωτές ασφαλίζονται στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και η ασφαλιστική τους σχέση διέπεται από την οικεία νομοθεσία που διέπει το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και τους κανονισμούς αυτού.

4. α. Για την άσκηση του επαγγέλματος του φορτοεκφορτωτή ξηράς ή λιμένος απαιτούνται να συντρέχουν σωρευτικά στο πρόσωπο του ενδιαφερομένου οι ακόλουθες προϋ¬ποθέσεις: αα) Είναι Έλληνας πολίτης ή ομογενής ή πολίτης Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή υπήκοος τρίτης χώρας που εντάσσεται στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2003 και στον οποίο έχει χορηγηθεί το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος στην Ελλάδα, εφόσον για τον τελευταίο δεν συντρέχει κώλυμα δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας, ββ) Έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του, γγ) Είναι υγιής και γενικώς ικανός και κατάλληλος για την άσκηση του επαγγέλματος, βάσει ιατρικής γνωμάτευσης των υγειονομικών επιτροπών του ΕΟΠΠΥ, δδ) Δεν έχει καταδικαστεί ή δεν διώκεται ποινικά για εγκλήματα κατά της ασφάλειας των μεταφορών, σωματεμπορία, λαθρεμπόριο και εγκλήματα κατά της δημόσιας ή της ιδιωτικής περιουσίας.

β. αα) Οι ενδιαφερόμενοι που πληρούν τις ως άνω προϋ¬ποθέσεις υποβάλλουν, σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, αναγγελία έναρξης άσκησης του επαγγέλματος του φορτοεκφορτωτή ξηράς ή λιμένος, επισυνάπτοντας φάκελο με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, στο Τμήμα Φορτοεκφορτωτών της Διεύθυνσης Αμοιβής του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, ως αρμόδιας υπηρεσίας. Η υπηρεσία προχωρεί στην εξέταση των δικαιολογητικών και σε περίπτωση συνδρομής των σχετικών προϋποθέσεων καταχωρεί τον ενδιαφερόμενο στο Εθνικό Μητρώο Φορτοεκφορτωτών, που λειτουργεί στο Τμήμα Φορτοεκφορτωτών του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και εκδίδει υποχρεωτικά βεβαίωση, εντός αποκλειστικής δεκαήμερης (10) προθεσμίας από την ημερομηνία υποβολής της αναγγελίας και της κατάθεσης όλων των δικαιολογητικών.
ββ) Το Εθνικό Μητρώο Φορτοεκφορτωτών λειτουργεί ως δημόσιος κόμβος πιστοποίησης των προϋποθέσεων για τη νόμιμη άσκηση του επαγγέλματος του φορτοεκφορτωτή σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της περ. α' της παρ. 4 του παρόντος άρθρου, καθώς και ενημέρωσης των ενδιαφερομένων για την απασχόληση στον κλάδο. Το Εθνικό Μητρώο Φορτοεκφορτωτών θα λειτουργεί από 15.4.2013 αποκλειστικά ηλεκτρονικά .
Ειδικότερα, το Εθνικό Μητρώο Φορτοεκφορτωτών περιλαμβάνει δύο επίπεδα:
(α) Το Μητρώο Α' (Εισαγωγικό) αφορά τα πρόσωπα εκείνα που εκτελούν τις φορτοεκφορτωτικές εργασίες της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εξαιρούμενων του χειρισμού μηχανημάτων και οχημάτων φορτοεκφόρτωσης, του χειρισμού ειδικών ή επικίνδυνων φορτίων και της διενέργειας εξειδικευμένων φορτοεκφορτωτικών εργασιών, όπως θα εξειδικευθεί με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και Ναυτιλίας και Αιγαίου. Στο Μητρώο αυτό εγγράφονται όλα ανεξαιρέτως τα πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις του εδαφίου α της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου και θα παρακολουθούν υποχρεωτικά ειδικό πρόγραμμα κατάρτισης σε θέματα υγιεινής και ασφάλειας της φορτοεκφορτωτικής εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 12 της Οδηγίας 391/1989/ΕΚ, όπως θα εξειδικευθεί με απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, και Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Ναυτιλίας και Αιγαίου.
(β) Το Μητρώο Β' αφορά τα πρόσωπα εκείνα που εκτελούν τις πάσης φύσεως φορτοεκφορτωτικές εργασίες της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου ανάλογα με την πιστοποιημένη εξειδίκευσή τους. Προκειμένου να εγγραφούν στο Μητρώο Β', οι ενδιαφερόμενοι και εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Α' πρέπει να έχουν πιστοποιηθεί σύμφωνα με τον ΕΟΠΠΕΠ με βάση τις προδιαγραφές που προβλέπει το Επαγγελματικό Περίγραμμα «Φορτωτή – Εκφορτωτή Λιμένος και Ξηράς».
Με απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, και Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Ναυτιλίας και Αιγαίου, θα καθορισθούν οι λεπτομέρειες που αφορούν τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία της πιστοποίησης καθώς και το περιεχόμενο, τη διάρκεια, τις διαδικασίες υλοποίησης, τις πηγές χρηματοδότησης και κάθε άλλο θέμα που αφορά στην υλοποίηση προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης που μπορούν να οδηγήσουν στην λήψη της πιστοποίησης. Τα τυχόν διαθέσιμα του πρώην Λ.Π.Φ.Λ κατά τη στιγμή της δημοσιεύσεως του παρόντος μπορούν να διατίθενται για τους παραπάνω σκοπούς με κοινές αποφάσεις Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και Ναυτιλίας και Αιγαίου.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και όποιου τυχόν άλλου συναρμόδιου Υπουργού κατά περίπτωση απαιτείται, που εκδίδεται έπειτα από εισήγηση της Διεύθυνσης Αμοιβής του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, ρυθμίζονται όλα τα ειδικότερα θέματα οργάνωσης και λειτουργίας του Εθνικού Μητρώου Φορτοεκφορτωτών, το περιεχόμενο και ο τύπος της βεβαίωσης φορτοεκφορτωτή ξηράς και λιμένος, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα και λεπτομέρεια.

γ. Οι ενδιαφερόμενοι ενημερώνονται άμεσα με την υποβολή της αναγγελίας στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ότι δεν μπορούν να ασκήσουν νόμιμα το επάγγελμα του φορτοεκφορτωτή ξηράς ή λιμένος πριν την χορήγηση της σχετικής βεβαίωσης ή την άπρακτη παρέλευση της δεκαήμερης (10) αποκλειστικής προθεσμίας.

δ. Σε περίπτωση μη συνδρομής των σχετικών προϋποθέσεων, η υπηρεσία ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο ότι δεν μπορεί να του χορηγηθεί η σχετική βεβαίωση και επομένως αυτός δεν μπορεί να ασκήσει νόμιμα το επάγγελμα του φορτοεκφορτωτή ξηράς ή λιμένος.

5. Οι εφοδιασμένοι νομίμως μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με βιβλιάρια επαγγελματικής ταυτότητας φορτοεκφορτωτή ξηράς ή λιμένος εγγράφονται αυτοδικαίως στο Εθνικό Μητρώο Φορτοεκφορτωτών (Μητρώο Β') με μόνη την υποβολή σχετικής αίτησης στην αρμόδια υπηρεσία, λαμβάνοντας άμεσα τη βεβαίωση σύμφωνα με το εδάφιο β της παρ. 4 του παρόντος, η οποία και ισοδυναμεί με το βιβλιάριο. Από τη χορήγηση της βεβαίωσης παύει να ισχύει το βιβλιάριο επαγγελματικής ταυτότητας φορτοεκφορτωτή ξηράς ή λιμένος.
Εγγράφονται επίσης αυτοδικαίως στο Εθνικό Μητρώο Φορτοεκφορτωτών (Μητρώο Β') με μόνη την υποβολή σχετικής αίτησης στην αρμόδια υπηρεσία και όσοι έχουν ήδη αναγγελθεί και έχουν καταθέσει τα νόμιμα απαιτούμενα δικαιολογητικά στις Επιτροπές Ρύθμισης Φορτοεκφορτώσεων Ξηράς ή στις Επιτροπές Ρύθμισης Φορτοεκφορτώσεων Λιμένος ή έχει περάσει άπρακτη η τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία.
Όσοι φορτοεκφορτωτές είναι ήδη πιστοποιημένοι σε συγκεκριμένα επίπεδα εγγράφονται αυτόματα στο αντίστοιχο Μητρώο.

6. α. Το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας διεξάγει μέσω των περιφερειακών υπηρεσιών Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία τακτικούς και έκτακτους ελέγχους σε επιχειρήσεις και χώρους εργασίας όπου απασχολούνται φορτοεκφορτωτές.

β. Η Γενική Διεύθυνση Υγιεινής και Ασφάλειας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ενημερώνει τους φορτοεκφορτωτές και τους φορτοπαραλήπτες σχετικά με τα μέτρα πρόληψης, ασφάλειας και προστασίας της υγείας των φορτοεκφορτωτών και της δημόσιας υγείας, καθώς και για τις προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνουν για την προστασία αυτών

γ. Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα οργάνωσης και λειτουργίας των διαδικασιών ελέγχου, ο τύπος και το περιεχόμενο των εντύπων και οδηγών ενημέρωσης του ΣΕΠΕ και της Γενικής Διεύθυνσης Υγιεινής και Ασφάλειας του Υπουργείου, οι επιβαλλόμενες ποινές και κυρώσεις, και όποιο άλλο σχετικό θέμα αφορά την εφαρμογή της ελληνικής και κοινοτικής νομοθεσίας σε ζητήματα υγιεινής και ασφάλειας στην εργασία ή την απασχόληση των φορτοεκφορτωτών. Με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου, καθορίζονται οι όροι και οι διαδικασίες εισόδου των λιμενεργατών στους λιμενικούς χώρους, ο έλεγχος από τις λιμενικές αρχές για την διαπίστωση της τήρησης των διατάξεων του παρόντος, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια που αφορά στην ασφάλεια των λιμένων και της ναυσιπλοΐας.

7. Το σύνολο των Υπουργικών Αποφάσεων που προβλέπονται ανωτέρω θα εκδοθούν το αργότερο μέχρι την 31.3.2013, σταδιακά και κατά προτεραιότητα αναγκαιότητας από δημοσιεύσεως του παρόντος.

8. Τα πάσης φύσεως δικαιώματα, αμοιβές και αποζημιώσεις υπέρ Λιμενικών Ταμείων και ναυτικών πρακτόρων που επιβαρύνονται τα φορτία και πλοία κατά τις φορτοεκφορτώσεις στα λιμάνια καθορίζονται με κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, και Ναυτιλίας και Αιγαίου.

9. Από τη δημοσίευση του παρόντος καταργούνται οι ακόλουθες διατάξεις νόμων, Π.Δ., Α.Ν., Ν.Δ., όπως ισχύουν σήμερα, καθώς και κάθε κανονιστική διοικητική πράξη που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση αυτών:
-Το άρθρο 5 του ν.74/1975 (Α' 139).
-Το Ν.Δ. 1254/1949 (Α' 288) με εξαίρεση τις κανονιστικές διοικητικές πράξεις που έχουν εκδοθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 6 αυτού.
-Το άρθρο 9 του ν.δ. 3789/1957.
-Τα άρθρα 11 και 12 του π.δ. 369/1989.
-Η παρ.4 του άρθρου 1, τα άρθρα 3, 4, 5, 6, οι παρ. 1, 3, 5, 6 και 7 του άρθρου 7 του ν.1082/1980 και το π.δ. 104/1985.
-Τα άρθρα 37, 38 και 39 του ν.3239/1955.
-Οι παρ. 3, 5, 6 και 7 του άρθρου 3 του ν.4504/1966.
-Το Προεδρικό Διάταγμα 4/9 Μαρτίου 1932 (Α' 64) κωδικοποιημένος Νόμος 5167/1932 με εξαίρεση τις κανονιστικές διοικητικές πράξεις που έχουν εκδοθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 αυτού.
-Ο ν.1473/1950.
-Ο Α.Ν. 2212/1940.
-Ο ν.1749/1944.
-Το άρθρο 26 του Ν.Δ..3083/1954.
-Ο Α.Ν.381/1936.
-Το άρθρο 2 του Ν.Δ. 1782/1942.
-Το άρθρο 5 του ν6178/1934 με εξαίρεση τις κανονιστικές διοικητικές πράξεις που έχουν εκδοθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 5 αυτού.
-Το άρθρο 4 του Α.Ν. 1495/1938.
-Το άρθρο 9 εδαφ.1 του Α.Ν.583/1937.
-Η παρ.1 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 4547/1955.
-Οι παρ. 4 και 5 του άρθρου 25 του ν. 1876/1990.
Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που είναι αντίθετη με τις διατάξεις του παρόντος καταργείται.

ΙΙ) ΤΡΟΠΟΠΟΙΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 122 του ν.4052/2012 (Α' 41) αντικαθίσταται ως εξής: «οι ΕΠΑ δεν επιτρέπεται να ασκούν άλλη δραστηριότητα πέραν αυτής που ορίζεται στο 115 άρθρο περίπτωση β', με εξαίρεση: α) μεσολάβηση για εξεύρεση θέσεως εργασίας, για την οποία έχει γίνει αναγγελία έναρξής της στη Διεύθυνση Απασχόλησης και δεν έχει απαγορευτεί η άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας, β) αξιολόγηση ή και κατάρτιση ανθρώπινου δυναμικού, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, γ) συμβουλευτική και επαγγελματικό προσανατολισμό, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις».

2. Η παράγραφος 1 του άρθρου 123 του ν.4052/2012 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Επιχείρηση Προσωρινής Απασχόλησης μπορεί να συσταθεί από φυσικό ή νομικό πρόσωπο».

3. Τα άρθρα 2 και 3 της υπ. Αριθμόν 30342/2002 απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ( Β' 337) καταργούνται.

4. Η περίπτωση α της παραγράφου 4 του άρθρου 117 του ν.4052/2012 αντικαθίσταται ως εξής:
«α)Αν συνεχίζεται η απασχόληση του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη μετά τη λήξη της διάρκειας της αρχικής τοποθέτησης και των τυχόν νόμιμων ανανεώσεών της ακόμα και με νέα τοποθέτηση, χωρίς να μεσολαβεί διάστημα είκοσι τριών (23) ημερολογιακών ημερών, θεωρείται ότι πρόκειται για σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη.»

III) ΤΡΟΠΟΠΟΙΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΓΡΑΦΕΙΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

1. α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 98 του ν. 4052/2012 (Α' 41) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Αντικείμενο των Ιδιωτικών Γραφείων Ευρέσεως Εργασίας (στο εξής Ι.Γ.Ε.Ε.) και των υποκαταστημάτων τους είναι η μεσολάβηση για τη σύναψη συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας μεταξύ εργοδοτών και αναζητούντων εργασία ημεδαπών ή πολιτών κράτους – μέλους Ευρωπαϊκής Ένωσης ή νομίμως διαμενόντων στην Ελλάδα πολιτών τρίτων χωρών με δικαίωμα πρόσβασης στην απασχόληση, υπό την προϋπόθεση ότι για συγκεκριμένες ειδικότητες δεν προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις διαφορετικός τρόπος προώθησης στην απασχόληση. Επίσης, τα Ιδιωτικά Γραφεία Ευρέσεως Εργασίας επιτρέπεται να ασκούν την δραστηριότητα της συμβουλευτικής και του επαγγελματικού προσανατολισμού, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις κείμενες διατάξεις.»

β. Η παράγραφος 2 του άρθρου 98 του ν. 4052/2012 καταργείται.

2. Το εδάφιο β' της παρ. 2 του άρθρου 100 του ν. 4052/2012 αντικαθίσταται ως εξής:
«β. να είναι κάτοχος πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ημεδαπής ή με αναγνωρισμένο ισότιμο τίτλο αλλοδαπής, οποιουδήποτε αντικειμένου, αλλά να διαθέτει αποδεδειγμένη διετή εμπειρία σε θέματα διαχείρισης ανθρωπίνων πόρων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα στοιχεία i), ii) και iii) της υποπερίπτωσης ββ' της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 101.»

3. Η παράγραφος 3 του άρθρου 100 του ν.4052/2012 αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Οι μεσολαβήσεις διενεργούνται από το διευθυντή του ΙΓΕΕ ή και από υπάλληλο του ΙΓΕΕ, ο οποίος έχει τα προσόντα που προβλέπονται στην παράγραφο 2.».

4. Η περίπτωση β' της παραγράφου 2 του άρθρου 101 του ν.4052/2012 αντικαθίσταται ως εξής:

«β) ως προς την κτιριακή υποδομή: Το ΙΓΕΕ πρέπει να διαθέτει έναν επαγγελματικό χώρο, ιδιόκτητο ή μισθωμένο, αυτόνομο για τους σκοπούς του, ώστε να προστατεύονται τα προσωπικά δεδομένα των αναζητούντων εργασία και των εργοδοτών. Ο ανωτέρω χώρος πρέπει να είναι σύμφωνος με το π.δ. 16/1996 «Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας στους χώρους εργασίας σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/654/EOK» (Α' 10). Το ΙΓΕΕ πρέπει να προσκομίζει πιστοποιητικό πυρασφάλειας σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και φωτοαντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας ή του μισθωτηρίου συμβολαίου.»

5. Το στοιχείο ββ' της περίπτωσης γ της παραγράφου 2 του άρθρου 101 του ν.4052/2012 (Α' 41 ) αντικαθίσταται ως εξής:
«ββ) υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν.1599/1986 (Α' 75) και της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του ν.2690/1999 (Α' 45) του Διευθυντή του Ι.Γ.Ε.Ε., στην οποία θα αναφέρεται η επαγγελματική εμπειρία του και η οποία θα συνοδεύεται από τα παρακάτω δικαιολογητικά απόδειξης της διετούς εμπειρίας της περίπτωσης β' της παραγράφου 2 του άρθρου 100.»

6. Το στοιχείο i) της υποπερίπτωσης ββ) της περίπτωσης γ', της παραγράφου 2, του άρθρου 101 του Ν.4052/2012 αντικαθίσταται ως εξής:
«i) αποδεικτικά της απαιτούμενης επαγγελματικής εμπειρίας για τον Διευθυντή [πιστοποιητικά ή βεβαιώσεις προϋπηρεσίας εργοδοτών-επιχειρήσεων, βεβαίωση κύριου ασφαλιστικού φορέα ή αντίγραφα των δελτίων ασφαλιστικών εισφορών ή των Αναλυτικών Περιοδικών Δηλώσεων (ΑΠΔ) για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στις βεβαιώσεις των επιχειρήσεων, βεβαίωση από την οικεία Επιθεώρηση Εργασίας ή απόσπασμα κατατεθειμένου Πίνακα Προσωπικού από αυτήν ή αναγγελία πρόσληψης στον ΟΑΕΔ από τις επιχειρήσεις που χορήγησαν τη βεβαίωση προϋπηρεσίας.»

7. Η υποπερίπτωση γγ) της περίπτωσης γ) της παραγράφου 2 του άρθρου 101 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«γγ) αναγγελία πρόσληψης από τον ΟΑΕΔ και Πίνακα Προσωπικού και ωρών εργασίας που έχει κατατεθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, εκ των οποίων αποδεικνύεται η πρόσληψη του διευθυντή του ΙΓΕΕ στην περίπτωση του εδαφίου β της παραγράφου 1 του άρθρου 100 του παρόντος. Ο Πίνακας Προσωπικού και ωρών εργασίας αναζητείται από την οικεία Επιθεώρηση Εργασίας από τη Δ/νση Απασχόλησης.»

8. Το στοιχείο δ της παραγράφου 2 του άρθρου 101 του ν.4052/2012 καταργείται.

9. Η παράγραφος 2 του άρθρου 102 του ν.4052/2012 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Για την άσκηση της δραστηριότητας/ επαγγέλματος από υποκατάστημα Ι.Γ.Ε.Ε. πρέπει να πληρούνται οι όροι, οι προϋποθέσεις και να προσκομίζονται τα δικαιολογητικά που ορίζονται στα άρθρα 100 και 101 του παρόντος. Από τα δικαιολογητικά που αναφέρονται στα ανωτέρω άρθρα προσκομίζονται μόνο αυτά που αφορούν αποκλειστικά το υποκατάστημα και όσα έχουν κατατεθεί ήδη αλλά έχει παρέλθει η ημερομηνία ισχύος τους».

10. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 104 του ν.4052/2012 αντικαθίσταται ως εξής:
«Ειδικά αν μεταβληθεί η έδρα του Ι.Γ.Ε.Ε. ή του υποκαταστήματος αυτού εφαρμόζεται η διαδικασία για έναρξη της άσκησης δραστηριότητας-επαγγέλματος ΙΓΕΕ του άρθρου 101, προσκομίζοντας τα απαιτούμενα δικαιολογητικά που αφορούν την επελθούσα μεταβολή καθώς και τα δικαιολογητικά που έχουν κατατεθεί ήδη αλλά έχει παρέλθει η ημερομηνία ισχύος τους.»

IA.5. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΔΥΝΑΜΩΣΗ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ

Ι) Χρονικά όρια λειτουργίας των καταστημάτων και εργασίας του προσωπικού αυτών

1. α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 7 του ν.δ.1037/1971 «Περί χρονικών ορίων λειτουργίας των καταστημάτων και εργασίας του προσωπικού αυτών» από την έναρξη ισχύος του παρόντος αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 7
Απαγόρευση συναλλαγών σε καταστήματα.
Κατά τις ώρες μη λειτουργίας των καταστημάτων απαγορεύεται κάθε συναλλαγή εντός αυτών»

β. Η παράγραφος 2 του άρθρου 7 του ν.δ.1037/1971, το άρθρο 7α του Ν.Δ.1037/1971 που προστέθηκε με το άρθρο 244 του ν.4072/2012 και η παράγραφος 6 του άρθρου 42 ν.1892/1990 καταργούνται.

2. Η παράγραφος 6 του άρθρου 42 του ν.1892/1990 εφαρμόζεται ανεξαρτήτως του χρόνου λειτουργίας των καταστημάτων, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 1 του ν.δ. 1037/1971, όπως αυτό ισχύει σε συνδυασμό με την παράγραφο 1 του άρθρου 42 του ν.1892/1990, όπως ισχύει.

ΙΙ) Νέο σύστημα διαμόρφωσης νόμιμου κατώτατου μισθού και κατώτατου ημερομισθίου για τους εργαζομένους ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας (Διάταξη Πλαίσιο). Κατώτατος νόμιμος μισθός και ημερομίσθιο για τους εργαζομένους ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας.

1. Με την παρούσα διάταξη θεσπίζεται νέο σύστημα καθορισμού νόμιμου κατωτάτου μισθού υπαλλήλων και ημερομισθίου εργατοτεχνιτών, το οποίο τίθεται σε ισχύ την 1.4.2013. Εντός του πρώτου τριμήνου του 2013 θεσπίζεται με Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου η διαδικασία διαμόρφωσης νομοθετικώς καθορισμένου νόμιμου κατώτατου μισθού και κατώτατου ημερομισθίου για τους εργαζόμενους ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, της αγοράς εργασίας (ιδίως ως προς τα ποσοστά ανεργίας και απασχόλησης) και τη διαβούλευση της κυβέρνησης με εκπροσώπους κοινωνικών εταίρων, εξειδικευμένους επιστημονικούς, ερευνητικούς και λοιπούς φορείς. Κατά το Α' τρίμηνο του 2014 το σύστημα αυτό αξιολογείται ως προς την απλότητα και αποτελεσματικότητα της εφαρμογής, τη μείωση της ανεργίας, την αύξηση της απασχόλησης και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.

2. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 1876/1990, αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας, που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας. Βασικοί μισθοί, βασικά ημερομίσθια, κάθε είδους προσαυξήσεις αυτών και γενικά κάθε άλλος μισθολογικός όρος, ισχύουν για τους εργαζόμενους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων εργοδοτικών οργανώσεων.»
3. Μέχρι τη λήξη περιόδου οικονομικής προσαρμογής που προβλέπουν τα Μνημόνια που προσαρτώνται στο ν.4046/2012 και οι επακολουθούσες τροποποιήσεις αυτών καθορίζεται ο νόμιμος κατώτατος μισθός υπαλλήλων και το ημερομίσθιο εργατοτεχνιτών ως εξής:
(α) για τους υπάλληλους άνω των 25 ετών ο κατώτατος μισθός ορίζεται 586,08 ΕΥΡΩ και για τους εργατοτεχνίτες άνω των 25 ετών το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται σε 26,18 ΕΥΡΩ
(β) για τους υπάλληλους κάτω των 25 ετών ο κατώτατος μισθός ορίζεται 510,95 ΕΥΡΩ και για τους εργατοτεχνίτες κάτω των 25 ετών το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται σε 22,83 ΕΥΡΩ
(γ) i) Ο κατά τα άνω κατώτατος μισθός των υπαλλήλων άνω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 10% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως τρεις τριετίες και συνολικά 30% για προϋπηρεσία 9 ετών και άνω και το κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών άνω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 5% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως έξι τριετίες και συνολικά 30% για προϋπηρεσία 18 ετών και άνω. ii) Ο κατά τα άνω κατώτατος μισθός των υπαλλήλων κάτω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 10% για μία τριετία προϋπηρεσίας και για προϋπηρεσία 3 ετών και άνω και το κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών κάτω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 5% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως δύο τριετίες και συνολικά 10% για προϋπηρεσία 6 και άνω ετών.
δ) Οι ως άνω προσαυξήσεις προϋπηρεσίας καταβάλλονται σε εργαζόμενο με προϋπηρεσία σε οποιονδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε ειδικότητα, για μεν τους εργατοτεχνίτες μετά τη συμπλήρωση του 18ο έτους της ηλικίας τους, για δε τους υπαλλήλους μετά τη συμπλήρωση του 19ο έτους της ηλικίας τους και ισχύουν για την συμπληρωθείσα υπηρεσία την 14.2.2012.
ε) Πέραν της μηνιαίας τακτικής προσαύξησης λόγω προϋπηρεσίας καμία άλλη προσαύξηση δεν περιλαμβάνεται στο νομοθετικώς καθορισμένο κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο.
στ) Έως ότου η ανεργία διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10% αναστέλλεται η προσαύξηση του νομοθετικώς καθορισμένου νόμιμου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου για προϋπηρεσία, που συμπληρώνεται μετά την 14.2.2012.
ζ) Ατομικές συμβάσεις εργασίας και συλλογικές συμβάσεις εργασίας κάθε είδους δεν επιτρέπεται να ορίζουν μηνιαίες τακτικές αποδοχές ή ημερομίσθιο πλήρους απασχόλησης κατώτερο από τον νομοθετικώς καθορισμένο κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο.


ΙΙΙ) Αποζημίωση απόλυσης ιδιωτικών υπαλλήλων με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου

1. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου η διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2112/1920 (Α' 67), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει και το εδάφιο Β' της παραγράφου 2 του άρθρου 74 του ν. 3863/2010 (Α' 115), όπως αυτό τροποποιήθηκε από το εδάφιο β της παρ. 5 του άρθρου 17 του ν. 3899/2010 (Α' 212) αντικαθίστανται ως εξής:

« 1. Η καταγγελία σύμβασης εργασίας ιδιωτικού υπαλλήλου με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, διάρκειας πέραν των δώδεκα (12) μηνών, δεν δύναται να πραγματοποιηθεί χωρίς προηγούμενη έγγραφη προειδοποίηση του εργοδότη, και η οποία θα ισχύει από την επομένη της γνωστοποίησης της προς τον εργαζόμενο με τους εξής όρους:
α) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δώδεκα (12) «συμπληρωμένους» μήνες έως δύο (2) έτη, απαιτείται προειδοποίηση ενός (1) μηνός πριν την απόλυση.
β) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δύο (2) έτη συμπληρωμένα έως πέντε (5) έτη, απαιτείται προειδοποίηση δύο (2) μηνών πριν την απόλυση.
γ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από πέντε (5) έτη συμπληρωμένα έως δέκα (10) έτη απαιτείται προειδοποίηση τριών (3) μηνών πριν την απόλυση.
δ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δέκα (10) έτη συμπληρωμένα και άνω απαιτείται προειδοποίηση τεσσάρων (4) μηνών πριν την απόλυση.
Εργοδότης που προειδοποιεί εγγράφως τον εργαζόμενο κατά τα ανωτέρω, καταβάλλει στον απολυόμενο το ήμισυ της κατά το επόμενο εδάφιο του παρόντος αποζημίωσης.»

2. Από τη δημοσίευση του παρόντος η παράγραφος 1 του άρθρου 3 του ν.2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
« 3. 1. Εργοδότης που παραμελεί την υποχρέωση προειδοποίησης για καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού υπαλλήλου οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο υπάλληλο αποζημίωση απόλυσης ως κατωτέρω, εκτός αν οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση βάσει σύμβασης ή εθίμου ως εξής:

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ
Χρόνος υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη Ποσό αποζημίωσης
1 έτος συμπλ. έως 4 έτη 2 μηνών
4 έτη συμπλ. έως 6 έτη 3 μηνών
6 έτη συμπλ. έως 8 έτη 4 μηνών
8 έτη συμπλ. έως 10 έτη 5 μηνών
10 έτη συμπλ. 6 μηνών
11 έτη συμπλ. 7 μηνών
12 έτη συμπλ. 8 μηνών
13 έτη συμπλ. 9 μηνών
14 έτη συμπλ. 10 μηνών
15 έτη συμπλ. 11 μηνών
16 έτη συμπλ. και άνω 12 μηνών
»
Ο υπολογισμός της ως άνω αποζημίωσης γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955 (Α' 98), εξακολουθεί να ισχύει.

3. Για ιδιωτικούς υπαλλήλους με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, που ήδη απασχολούνται και έχουν συμπληρώσει στον ίδιο εργοδότη προϋπηρεσία άνω των δεκαεπτά (17) ετών, καταβάλλεται αποζημίωση απόλυσης επιπλέον της προβλεπομένης στο προηγούμενο εδάφιο αποζημίωσης, οποτεδήποτε κι αν απολυθούν κατά την εξής αναλογία:

Για 17 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 1 μηνός αποζημίωση
Για 18 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 2 μηνών αποζημίωση
Για 19 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 3 μηνών αποζημίωση
Για 20 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 4 μηνών αποζημίωση
Για 21 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 5 μηνών αποζημίωση
Για 22 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 6 μηνών αποζημίωση
Για 23 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 7 μηνών αποζημίωση
Για 24 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 8 μηνών αποζημίωση
Για 25 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 9 μηνών αποζημίωση
Για 26 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 10 μηνών αποζημίωση
Για 27 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 11 μηνών αποζημίωση
Για 28 έτη προϋπηρεσίας και άνω 12 μηνών αποζημίωση
Για τον ανωτέρω υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη:
i) ο χρόνος προϋπηρεσίας που είχε συμπληρώσει ο υπάλληλος κατά τη δημοσίευση του παρόντος ανεξάρτητα από το χρόνο απόλυσης του, και
ii) οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης που δεν υπερβαίνουν το πόσο των δύο χιλιάδων (2.000ευρώ) ευρώ .
Σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 8 του ν.3198/1955, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, λαμβάνονται υπόψη για τον ανωτέρω υπολογισμό οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955.

IV) Απλοποίηση διαδικασιών και μείωση διοικητικών βαρών που αφορούν το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας ( ΣΕΠΕ)

1. Η παράγραφος 4 του άρθρου 30 του ν.3996/2011 (Α' 170) αντικαθίσταται ως εξής:
«Ο εργοδότης υποχρεούται να καταθέσει συμπληρωματικούς πινάκες προσωπικού ως προς τα μεταβληθέντα στοιχεία: α) για την πρόσληψη νέου εργαζομένου, το αργότερο την ίδια ημέρα της πρόσληψης και πάντως πριν την ανάληψη υπηρεσίας από τον εργαζόμενο, β) για την αλλαγή ή τροποποίηση του ωραρίου ή την οργάνωση του χρόνου εργασίας την ίδια μέρα ή το αργότερο εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών από την ημέρα αλλαγής ή τροποποίησης του ωραρίου ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας και γ) για την αλλαγή νόμιμου εκπροσώπου της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και για μεταβολή των αποδοχών των εργαζομένων εντός 15 μερών . Η κατάθεση συμπληρωματικών στοιχείων μπορεί γίνει γραπτά ή ηλεκτρονικά»


2. Η υπέρβαση του ωραρίου εργασίας για περιπτώσεις που δεν υπάγονται στα προβλεπόμενα στο άρθρο 1 του ν.δ.515/1970 επιτρέπεται για δύο (2) ώρες ημερησίως και έως εκατόν είκοσι (120) ώρες το έτος, έπειτα από αναγγελία αυτών από τον εργοδότη στην οικεία Κοινωνική Επιθεώρηση Εργασίας πριν ή το αργότερο κατά την ημέρα πραγματοποίησης της υπερωριακής απασχόλησης, με ταυτόχρονη ενημέρωση του Ειδικού Βιβλίου Υπερωριών, που τηρείται στην επιχείρηση σύμφωνα με το άρθρο 3, παρ.1 του ν.δ. 515/1970 και το άρθρο 13 του ν. 3846/2010. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, λόγω επειγουσών επιχειρησιακών αναγκών, η υπερωριακή απασχόληση επιτρέπεται να αναγγέλλεται στην οικεία Κοινωνική Επιθεώρηση Εργασίας το αργότερο εντός της επομένης ημέρας από την έναρξη της υπερωριακής απασχόλησης. Αντίγραφο της αναγγελίας τηρείται στον τόπο παροχής της εργασίας.

3. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται η θεώρηση του βιβλίου δρομολογίων από την οικεία κοινωνική επιθεώρηση εργασίας, η τήρηση του οποίου προβλέπεται: α) για τα φορτηγά αυτοκίνητα από τη διάταξη του άρθρου 4 του Β.Δ./τος 28 Ιαν. 1938 (Α' 35) όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, β) για τα τουριστικά λεωφορεία από τη διάταξη του άρθρου 2 της Υ.Α. 51266/1975 (Β' 1458) όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, και γ) για τα λεωφορεία του ΚΤΕΛ από τη διάταξη του άρθρου 27 του π.δ.246/2006 (Α' 261), όπως ισχύει.

4. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται η θεώρηση του Βιβλίου Ημερήσιων Δελτίων Απασχολούμενου Προσωπικού οικοδομικών εργασιών και τεχνικών έργων από την οικεία κοινωνική επιθεώρηση εργασίας, η τήρηση του οποίου προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου μόνου της Υ.Α. 1801/1989 (Β' 569') όπως ισχύει.

V) Χρονικά Όρια Εργασίας

1. Από την ισχύ του παρόντος, η παράγραφος 4 του άρθρου 42 του ν. 1892/1990 (Α' 101), αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Με Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας μπορούν να καθορίζονται ζητήματα που αφορούν τις ημέρες εβδομαδιαίας απασχόλησης εργαζομένων στα καταστήματα για συνολικό εβδομαδιαίο συμβατικό ωράριο 40 ωρών».

2. Το άρθρο 3 του π.δ. 88/1999 (Α' 94) «Ελάχιστες προδιαγραφές για την οργάνωση του χρόνου εργασίας σε συμμόρφωση με την οδηγία 93/104/ΕΚ» αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 3
(Άρθρο 3 οδηγίας)
Ημερήσια ανάπαυση
Για κάθε περίοδο εικοσιτεσσάρων (24) ωρών, η ελάχιστη ανάπαυση δεν μπορεί να είναι κατώτερη από έντεκα (11) συνεχείς ώρες.
Η περίοδος των εικοσιτεσσάρων (24) ωρών αρχίζει την 00:01 και λήγει την 24:00 ώρα»

3. Το άρθρο 8 του ν. 549/1977 (Α' 55) κατά το μέρος που κύρωσε το άρθρο 7 της από 26.1.1977 ΕΓΣΣΕ (Β' 60), και το οποίο είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 6 του ν. 3846/2010 (Α' 66), αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 7
Κατάτμηση Αδείας
i) Επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, η κατάτμηση του χρόνου αδείας εντός του αυτού ημερολογιακού έτους σε δύο περιόδους, εξαιτίας ιδιαίτερα σοβαρής ή επείγουσας ανάγκης της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης. Σε κάθε περίπτωση η πρώτη περίοδος της αδείας δεν μπορεί να περιλαμβάνει λιγότερες των έξι (6) εργασίμων ημερών επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και των πέντε (5) εργασίμων ημερών επί πενθημέρου ή προκειμένου περί ανηλίκων των δώδεκα (12) εργασίμων ημερών.
ii) Η κατάτμηση του χρόνου αδείας επιτρέπεται και σε περισσότερες των δύο περιόδων, από τις οποίες η μια πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και δέκα (10) εργάσιμες ημέρες, επί πενθημέρου, ή προκειμένου περί ανηλίκων δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες, μετά από έγγραφη αίτηση του εργαζόμενου προς τον εργοδότη.
Ειδικά, σε περιπτώσεις επιχειρήσεων που απασχολούν τακτικό και εποχικό προσωπικό και παρουσιάζουν ιδιαίτερη σώρευση εργασίας που οφείλεται στο είδος ή στο αντικείμενο εργασιών τους, σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο του έτους, για το τακτικό προσωπικό, ο εργοδότης δύναται να χορηγεί το τμήμα της αδείας των 10 εργασίμων ημερών επί πενθημέρου ή 12 επί εξαημέρου, οποτεδήποτε εντός του ημερολογιακού έτους.
Η αίτηση αυτή του εργαζόμενου καθώς και η απόφαση του εργοδότη δεν απαιτούν έγκριση από την αρμόδια υπηρεσία του ΣΕΠΕ, διατηρούνται στην επιχείρηση επί πέντε (5) έτη και είναι στη διάθεση των Επιθεωρητών Εργασίας.
Οι ρυθμίσεις της παραγράφου αυτής διέπονται κατά τα λοιπά, από τις διατάξεις της νομοθεσίας για την άδεια.»


ΙΑ.6. ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΕΙΣΦΟΡΑΣ ΥΠΕΡ ΤΕΑΠΥΚ

1. α. Η προβλεπόμενη εισφορά ασφαλισμένου ποσοστού 4,950 τοις χιλίοις επί των ανά λίτρο προ Φ.Π.Α τιμών των βενζινών, των πετρελαίων εκτός πετρελαίου θέρμανσης και φωτιστικού και του υγραερίου υπέρ του Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Πρατηριούχων Υγρών Καυσίμων «ΤΕΑΠΥΚ» του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του Ο.Α.Ε.Ε., της παραγράφου 2 του άρθρου 9 της Υπουργικής Απόφασης 20210/4231/152/26-2-2004 (427 Β') καταργείται από τον επόμενο μήνα της δημοσίευσης του παρόντος νόμου.

β. Mε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Ε., αναλογιστική μελέτη και γνώμη του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφάλειας (ΣΚΑ) καθορίζονται οι πόροι υπέρ του Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Πρατηριούχων Υγρών Καυσίμων «ΤΕΑΠΥΚ», ο τρόπος είσπραξης και απόδοσής τους, ο υπολογισμός των παροχών καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

ΙΒ. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΥΓΕΙΑΣ
ΙΒ.1. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ Ε.Ο.Π.Υ.Υ

1. α. Στο τέλος της περίπτωσης γ' της παραγράφου 17 του άρθρου 13 του ν.4052/2012 (Α' 41) προστίθεται περίπτωση δ' ως εξής:
«δ) την 1.12.2012 του Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (ΕΤΑΠ-ΜΜΕ),».

β. Η παράγραφος 14 του άρθρου 44 του ν.4075/2012 (Α' 89) και κάθε διοικητική πράξη που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής καταργούνται από τη δημοσίευση του παρόντος.

2. Η εισφορά των ασφαλισμένων του ΟΓΑ για υγειονομική περίθαλψη, από 1.1.2013 ανέρχεται σε ποσοστό 2,50% επί του ποσού της ασφαλιστικής κατηγορίας του άρθρου 4 του ν.2458/1997 (Α' 15) όπως ισχύει, στην οποία έχει καταταγεί ο ασφαλισμένος και δεν μπορεί να είναι μικρότερη από αυτή που αναλογεί στο ποσό της 5ης Ασφαλιστικής Κατηγορίας όπως ισχύει.

ΙΒ.2. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΔΑΠΑΝΩΝ, ΣΥΜΨΗΦΙΣΜΟΥ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΜΕΝΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΩΝ

1. Το άρθρο 11 του ν. 4052/2012 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 11
α. Η μηνιαία φαρμακευτική δαπάνη των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.) δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1/12 του κονδυλίου που είναι εγγεγραμμένο στον ετήσιο Κοινωνικό Προϋπολογισμό και αντιστοιχεί στην φαρμακευτική περίθαλψη. Το υπερβάλλον μηνιαίο ποσό αναζητείται εκ μέρους των φορέων κοινωνικής ασφάλισης από τους Κατόχους Αδείας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών προϊόντων. Το ανωτέρω ποσό υπολογίζεται σε εξαμηνιαία βάση και καταβάλλεται από τους υπόχρεους Κ.Α.Κ. εντός μηνός από την πιστοποίησή του σε λογαριασμό τραπέζης που θα υποδείξει ο κάθε φορέας. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζεται κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού και ιδίως ο ακριβής τρόπος υπολογισμού των ποσών που υποχρεούται να καταβάλει κάθε Κ.Α.Κ. με βάση:
ί) την ποσοστιαία αναλογία συμμετοχής κάθε φαρμάκου στη δαπάνη (χωρίς ΦΠΑ), η οποία υπολογίζεται με βάση την ποσότητα που αποδεδειγμένα διατέθηκε σε ασφαλισμένους, όπως προκύπτει από το Σύστημα Ηλεκτρονικής Συνταγογράφησης ή μέσω άλλου ηλεκτρονικού συστήματος σάρωσης των συνταγών,
ii) το μερίδιο αγοράς κάθε φαρμάκου στη θεραπευτική κατηγορία της θετικής Λίστας,
iii) τη δυνατότητα τελικού συμψηφισμού τυχόν υπολειπόμενων ποσών με βάση το συνολικό τζίρο κάθε εταιρείας,
ίν) τη συγκριτική κατανάλωση κάθε φαρμάκου με το μερίδιο αγοράς που κατείχε στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα του προηγούμενου έτους,
ν) κάθε λεπτομέρεια που αφορά στον τρόπο και χρόνο καταβολής των οφειλόμενων ποσών, καθώς και στη διαδικασία τυχόν συμψηφισμών σε επόμενους λογαριασμούς. Σε περίπτωση μη έγκαιρης απόδοσης των ποσών επιστροφής της παραγράφου αυτής, αυτά εισπράττονται με τη διαδικασία του Κ.Ε.Δ.Ε..

β. Για τον υπολογισμό των ως άνω παραμέτρων αξιοποιούνται τα στοιχεία πωλήσεων φαρμάκων που τηρεί ο Ε.Ο.Φ. αλλά και ο οικείος Φ.Κ.Α. αφαιρουμένων των παράλληλων εξαγωγών και νοσοκομειακών πωλήσεων. Δύναται επίσης να συνεκτιμάται είτε διαζευκτικά είτε σωρευτικά και ο ρυθμός ανάπτυξης (προστιθέμενη αξία στο προϊόν) των επί μέρους Κ.Α.Κ.. Εγκρίνονται οι μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος διενεργηθέντες υπολογισμοί.

γ. Οι διατάξεις των παραγράφων α' και β' του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται ανεξάρτητα από την παρ. 1 του άρθρου 35 του ν. 3918/2011 (Α' 31), όπως ισχύει κάθε φορά.

δ. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. δύναται να συμψηφίζει τα παραπάνω ποσά με ισόποσες οφειλές του προς Κατόχους Αδείας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών προϊόντων από την προμήθεια φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων για τις ανάγκες των φαρμακείων του. Ο συμψηφισμός γίνεται μόνο μεταξύ επιστρεφομένων ποσών από τους Κατόχους Αδείας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών προϊόντων και εκκαθαρισμένων οφειλών του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προς τους Κ.Α.Κ., που δημιουργήθηκαν εντός του ίδιου έτους.

ε. Η ισχύς του παρόντος άρθρου έχει διάρκεια από 1.1.2012 έως 31.12.2015.»

2. Η παράγραφος 1 του άρθρου 12 του ν.4052/2012 (Α' 41) αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Εφόσον μετά τον συμψηφισμό της παραγράφου δ. του άρθρου 11 του ν.4052/2012 (Α' 41), παραμένει ανεξόφλητο υπόλοιπο απαιτήσεων ή σε περίπτωση κατά την οποία φαρμακευτικές εταιρείες ή Κ.Α.Κ. φαρμακευτικών σκευασμάτων δεν έχουν απαιτήσεις έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αλλά μόνον έναντι νοσοκομείων, τότε οι ανωτέρω απαιτήσεις δύναται να εκχωρούνται προς τα νοσοκομεία έναντι καταβολής νοσηλίων ασφαλισμένων τους, τα δε νοσοκομεία συμψηφίζουν υποχρεωτικά το ποσό των κατά τα ανωτέρω εκχωρουμένων προς αυτά απαιτήσεων με οφειλές τους προς τις φαρμακευτικές εταιρείες και τους Κ.Α.Κ. φαρμακευτικών σκευασμάτων. Ο συμψηφισμός γίνεται μόνο μεταξύ των εκχωρηθέντων προς τα Νοσοκομεία, κατά το προηγούμενο εδάφιο, απαιτήσεων και εκκαθαρισμένων οφειλών των Νοσοκομείων προς φαρμακευτικές εταιρείες ή κατόχους αδείας κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών σκευασμάτων, που δημιουργήθηκαν εντός του ίδιου έτους. Απαιτήσεις ασφαλιστικών φορέων που δεν έχουν ενταχθεί στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. έναντι των φαρμακευτικών εταιρειών ή κατόχων αδείας κυκλοφορίας (ΚΑΚ) φαρμακευτικών σκευασμάτων, οι οποίες υφίστανται δυνάμει του άρθρου 12 του ν. 3816/2010 (Α' 6), όπως συμπληρώθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 36 του ν. 4025/2011 (Α' 228), της παρ. 1 του άρθρου 35 του ν.3918/2011 (Α' 31), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 του ν.4052/2012 (Α' 41) και του άρθρου 11 του ν.4052/2012(Α' 41), εκχωρούνται υποχρεωτικά προς τα νοσοκομεία έναντι καταβολής νοσηλίων ασφαλισμένων τους. Τα νοσοκομεία συμψηφίζουν υποχρεωτικά το ποσό των κατά τα ανωτέρω εκχωρουμένων απαιτήσεων με οφειλές τους προς τις φαρμακευτικές εταιρείες. Ο συμψηφισμός γίνεται μόνο μεταξύ των εκχωρηθέντων προς τα νοσοκομεία, κατά το προηγούμενο εδάφιο, απαιτήσεων και εκκαθαρισμένων οφειλών των Νοσοκομείων προς φαρμακευτικές εταιρείες ή κατόχους αδείας κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών σκευασμάτων, που δημιουργήθηκαν εντός του ίδιου έτους. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας καθορίζονται τα ποσά που κάθε φορά εκχωρούνται και συμψηφίζονται κατά τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου, η σχετική διαδικασία καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προηγούμενων εδαφίων. »

3. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του ν.3965/2011 (Α' 113) αντικαθίσταται ως εξής:
«Όσον αφορά στην πληρωμή των συμβεβλημένων προμηθευτών και των φαρμακοποιών, η οποία μπορεί να πραγματοποιείται μέσω διανεμητικού λογαριασμού ή μέσω φαρμακευτικού συλλόγου, όπου υπάρχει δυνατότητα, ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και οι λοιποί Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης καταβάλλουν ως προκαταβολή το αιτούμενο ποσό, μετά την κατά νόμο αφαίρεση κρατήσεων, εντός εξήντα (60) ημερών από την υποβολή του λογαριασμού.»

4. Η περίπτωση δ) της παραγράφου 1 του άρθρου 34 του ν.3918/2011 (Α' 31) καταργείται και οι περιπτώσεις ε) και στ) αναριθμούνται σε δ) και ε) αντίστοιχα.

5. Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 34 του ν. 3918/2011 (Α' 31) απαλείφεται η φράση «υπό τον όρο της εμπρόθεσμης καταβολής αυτών των οφειλών».

6. Στην περίπτωση α) της παρ. 3 του άρθρου 34 του ν.3918/2011 (Α' 31) απαλείφεται η λέξη «εμπρόθεσμα»

7. Η περίπτωση β) της παρ. 3 του άρθρου 34 του ν.3918/2011 (Α' 31) αντικαθίσταται ως εξής:
«β) Η αιτούμενη δαπάνη για τα φαρμακευτικά σκευάσματα της παρ. 2 του άρθρου 12 του ν.3816/2010 υπόκειται σε αυτοτελή υποχρέωση επιστροφής (rebate) ποσοστού πέντε τοις εκατό (5%) επί της αιτούμενης δαπάνης για τα σκευάσματα αυτά».

8. Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του Άρθρου 35 του ν.3918/2011 (Α' 31) μετά τις λέξεις «φαρμακευτικών προϊόντων προς» προστίθεται η φράση «τα φαρμακεία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.»

9. Το τέταρτο εδάφιο της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του ν. 3816/2010 (Α' 6) αντικαθίσταται ως εξής:
«Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, η οποία αναρτάται στην ιστοσελίδα του ΕΟΦ εξειδικεύονται ο τρόπος κατάρτισης των θεραπευτικών κατηγοριών και προσδιορισμού των τιμών αναφοράς ανά θεραπευτική κατηγορία και οι διαδικασίες αναθεώρησης και συμπλήρωσης του καταλόγου, καθώς και οι αποζημιούμενες ενδείξεις, περιεκτικότητες και συσκευασίες ανά φαρμακευτικό προϊόν και κάθε άλλο σχετικό θέμα.»

10. Οι διατάξεις των περιπτώσεων 4 έως και 9 της παρούσας υποπαραγράφου ΙΒ.2. εφαρμόζονται αναδρομικά από την 1η Ιανουαρίου 2012.

11. Στο τέλος της περίπτωσης β) της παραγράφου 5 του άρθρου 21 του Νόμου 4052/2012 (Α' 41) προστίθενται εδάφια ως εξής: «Με απόφαση του Υπουργού Υγείας ορίζονται ο μηχανισμός εφαρμογής και ενημέρωσης των ιατρών, καθώς και περαιτέρω εξαιρέσεις στην συνταγογράφηση με βάση τη δραστική ουσία, οι οποίες καλύπτουν πολύ περιορισμένες ομάδες προϊόντων και γνωστών ευαισθησιών του ασθενή, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα και τη βέλτιστη διοικητική πρακτική. Το μερίδιο των συνταγών με εμπορική ονομασία δεν μπορεί να υπερβαίνει το 15% της συνολικής αξίας των συνταγών που χορηγεί κάθε ιατρός.»

12. Από 01.01.2014 ορίζεται η εκ μέρους των ασθενών καταβολή υπέρ του ΕΟΠΥΥ του ποσού του ενός (1) ευρώ ανά συνταγή που εκτελείται από τον εκάστοτε φαρμακοποιό, καθώς και η καταβολή του ποσού των είκοσι πέντε (25) ευρώ λόγω εισαγωγής για νοσηλεία σε Νοσοκομείο του Ε.Σ.Υ..
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και Υγείας καθορίζονται τα κριτήρια, οι λεπτομέρειες, οι διαδικασίες καθώς και το πεδίο εφαρμογής της παρούσας διάταξης και δύναται να αναθεωρείται το ύψος των καταβαλλόμενων εκ μέρους των ασθενών ποσών.


ΙΒ.3. ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΩΝ ΤΟΥ
Ν.3919/2011

1. Καταργούνται οι εξής διατάξεις:
α) Η παρ. 2 του άρθρου 5 της υπ' αριθ. Α5/2005/1999 Υ.Α. (Β' 749).
β) Η παρ. 5 του άρθρου 4 του ν.1666/1986 (Α' 200)
γ) Οι παρ. 2, 3 και 5 του άρθρου 4 του Π.Δ. 29/1987 (Α' 8)
δ) Το άρθρο 8 του Π.Δ. 225/2000 (Α' 194)
ε) Οι παρ. 3 και 5 του άρθρου 13 του ν. 2071/1992 (Α' 123 τ. Α'), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν. 2256/1994 (Α' 196), συμπληρώθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 33 του ν. 3329/2005 (Α' 81) και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 του ν. 3846/10 (Α' 66).»

2. Οι παρ. 1 και 3 του άρθρου 4 του ν. 1666/1986 (Α' 200) αντικαθίστανται ως εξής:

«Βεβαίωση λειτουργίας οδοντοτεχνικού εργαστηρίου χορηγείται όχι μόνο σε όσους έχουν άδεια ή βεβαίωση άσκησης επαγγέλματος αλλά και σε φυσικά πρόσωπα και εταιρείες με οποιαδήποτε νομική μορφή, με την προϋπόθεση να ορίζεται επιστημονικά υπεύθυνος ο κάτοχος βεβαίωσης άσκησης επαγγέλματος οδοντοτεχνίτη.»

3. Η παρ. 1 του άρθρου 21 του ν. 3204/2003, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 14 του ν. 3661/2008 (Α' 89), αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Η διάθεση ομματοϋαλλίων διορθωτικών των διαθλαστικών ανωμαλιών των οφθαλμών (πλην των τυποποιημένων ομματοϋαλλίων πρεσβυωπίας τα οποία μπορούν να πωλούνται και από τα φαρμακεία), φακών επαφής και γενικά όλων των συναφών προς την όραση ειδών, γίνεται από τα καταστήματα οπτικών ειδών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, όπως αυτός ισχύει.»

4. Η παρ. 1 του άρθρου 2 του π.δ. 29/1987 (Α' 8) αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Βεβαίωση λειτουργίας εργαστηρίου φυσικοθεραπείας χορηγείται σε φυσικά πρόσωπα και σε εταιρείες με οποιαδήποτε νομική μορφή από την οικεία Περιφέρεια.
Προϋπόθεση λειτουργίας είναι ο ορισμός επιστημονικά υπεύθυνου φυσικοθεραπευτή.»

5. Τα άρθρα 5, 6, 7 του π.δ. 225/2000 (Α' 194) αντικαθίστανται ως εξής:

«Άρθρο 5
Για τη λειτουργία Μονάδας Χρόνιας Αιμοκάθαρσης (Μ.Χ.Α.) απαιτείται αναγγελία έναρξης λειτουργίας στην Περιφέρεια-έδρα της Μονάδας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 3919/2011 (ΦΕΚ 32 τ. Α).
Τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την λειτουργία της Μονάδας είναι τα εξής:
α) Τα πλήρη σχέδια του κτιρίου εγκατάστασης και των χώρων λειτουργίας της Μονάδας που συνοδεύεται με την άδεια της Πολεοδομίας.
β) Βεβαίωση της αρμόδιας Δ/νσης της Περιφέρειας για την απόσταση και το χρόνο άφιξης από τη Μονάδα στο διασυνδεόμενο Νοσοκομείο.
γ) Υπεύθυνη Δήλωση του αιτούντος για τον αριθμό και το είδος των μηχανημάτων που πρόκειται να λειτουργήσουν και το μέγιστο αριθμό των ασθενών που θα μπορούν να εξυπηρετηθούν και τη προέλευσή τους (π.χ. ημεδαποί, αλλοδαποί κ.α).
δ) Υπεύθυνη Δήλωση γιατρού Νεφρολόγου που θα είναι υπεύθυνος για τη λειτουργία της Μονάδας, στην οποία θα αναφέρεται ότι έχει συμπληρώσει ένα (1) τουλάχιστον έτος από τη λήψη της ειδικότητάς του, δεν έχει καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα ή για παράβαση της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά και κατάθεση των σχετικών αποδεικτικών επίσημων εγγράφων
ε) Απόφαση του Υπουργού Υγείας με την οποία καθορίζεται το Νοσοκομείο με το οποίο συνδέεται επιστημονικά η Μονάδα Χρόνιας Αιμοκάθαρσης. Η Υπουργική Απόφαση εκδίδεται μετά την υποβολή σχετικής αίτησης στην αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Υγείας μετά από γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας.
στ) Στις περιπτώσεις λειτουργίας Μ.Χ.Α. από φορέα του Δημοσίου τομέα, Ν.Π.Δ.Δ. ή Ν.Π.Ι.Δ. απαιτείται απόφαση Δ.Σ. ή αντίστοιχου οργάνου του φορέα. Στην περίπτωση των εταιρειών απαιτείται καταστατικό και νομιμοποίηση της εταιρείας, τα οποία υποβάλλει ο νόμιμος εκπρόσωπός της.
Για τη διαπίστωση της συνδρομής των απαραίτητων προϋποθέσεων για τη νόμιμη λειτουργία της Μονάδας απαιτείται, εντός τριμήνου από την ημερομηνία υποβολής της αναγγελίας έναρξης λειτουργίας, έλεγχος από την αρμόδια Επιτροπή που συγκροτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του Π.Δ. 247/91 «Όροι, προϋποθέσεις και διαδικασία για την ίδρυση, λειτουργία και μεταβίβαση Ιδιωτικών Κλινικών» (ΦΕΚ 93 τ.Α) και στην οποία ο εκπρόσωπος του Ιατρικού Συλλόγου είναι υποχρεωτικά γιατρός με ειδικότητα Νεφρολογίας. Η εν λόγω Επιτροπή συντάσσει σχετικό πρακτικό με τις διαπιστώσεις και προτάσεις της.
Στη περίπτωση που διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη λειτουργία της Μονάδας, χορηγείται στον ενδιαφερόμενο βεβαίωση λειτουργίας, εντός τριμήνου από την ημερομηνία υποβολής της αναγγελίας έναρξης λειτουργίας της Μονάδας.
Στην περίπτωση που δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη λειτουργία Μ.Χ.Α. ή δεν προκύπτει συνδρομή τους από τα υποβληθέντα στοιχεία, η αρμόδια υπηρεσία της Περιφέρειας ενημερώνει εγγράφως τον ενδιαφερόμενο ότι δεν δύναται να λειτουργήσει τη Μονάδα, γνωστοποιώντας του τους σχετικούς λόγους.
Η εν λόγω έγγραφη ενημέρωση γίνεται πριν τη πάροδο τριών (3) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αναγγελίας έναρξης λειτουργίας της Μ.Χ.Α.
Στη βεβαίωση λειτουργίας αναγράφεται απαραίτητα η επωνυμία και η ταχυδρομική διεύθυνση της Μονάδας, ο συνολικός αριθμός των μηχανημάτων, ο αριθμός των εφεδρικών μηχανημάτων και ο επιστημονικά υπεύθυνος.
Άρθρο 6
Δικαιούχοι λειτουργίας Μ.Χ.Α. είναι φυσικά πρόσωπα, Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Ιδιωτικού Δικαίου δημόσιου χαρακτήρα και εταιρείες με τη προϋπόθεση ότι κατά το καταστατικό τους δραστηριοποιούνται και στο χώρο της παροχής υπηρεσιών Υγείας.
Άρθρο 7
Στην περίπτωση επέκτασης των Μ.Χ.Α. απαιτείται η έκδοση βεβαίωσης επέκτασης της Μ.Χ.Α. σύμφωνα με τη διαδικασία που περιγράφεται στο άρθρο 5 του παρόντος. Σε κάθε περίπτωση ο συνολικός αριθμός των μηχανημάτων Μ.Χ.Α., συμπεριλαμβανομένης και της επέκτασης, δεν μπορεί να ξεπερνά τα τριάντα (30) μηχανήματα.»

6. Οι παράγραφοι 2 και 4 του άρθρου 13 του ν. 2071/1992 (Α' 123), αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Η βεβαίωση λειτουργίας των παραπάνω φορέων παροχής ιατρικών και οδοντιατρικών υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (Π.Φ.Υ.) χορηγείται σε:
α. φυσικά πρόσωπα, που διαθέτουν άδεια ή βεβαίωση άσκησης του ιατρικού ή οδοντιατρικού επαγγέλματος.
β. φυσικά πρόσωπα με την προϋπόθεση ότι για τη λειτουργία του ιατρείου, οδοντιατρείου, πολυϊατρείου, πολυοδοντιατρείου, ιδιωτικού διαγνωστικού εργαστηρίου και ιδιωτικού εργαστηρίου φυσικής ιατρικής και αποκατάστασης, ορίζεται επιστημονικά υπεύθυνος για κάθε παροχή υπηρεσίας ιατρός ή οδοντίατρος κάτοχος άδειας ή βεβαίωσης άσκησης επαγγέλματος.
γ. νομικά πρόσωπα, που συνιστώνται και λειτουργούν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, με σκοπό την παροχή υπηρεσιών Π.Φ.Υ.
δ. αστικούς συνεταιρισμούς ελευθέρων επαγγελματικών ιατρών εργαστηριακής διάγνωσης, βιοπαθολογίας, κυτταρολογίας και παθολογικής ανατομίας για την κάλυψη των αναγκών των μελών τους.
Για τη χορήγηση της παραπάνω βεβαίωσης λειτουργίας απαιτείται η υποβολή αναγγελίας έναρξης από το φυσικό πρόσωπο ή το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας ή του αστικού συνεταιρισμού, η οποία συνοδεύεται από τα απαραίτητα δικαιολογητικά και παράβολο ύψους διακοσίων (200) ευρώ για τα ιδιωτικά ιατρεία – οδοντιατρεία και παράβολο τετρακοσίων (400) ευρώ για τα ιδιωτικά πολυϊατρεία – πολυοδοντιατρεία, τα ιδιωτικά διαγνωστικά εργαστήρια και τα ιδιωτικά εργαστήρια φυσικής ιατρικής και αποκατάστασης. Το ύψος του παραβόλου μπορεί να αναπροσαρμόζεται με Κ.Υ.Α. του Υπουργού Υγείας και του Υπουργού Οικονομικών.»
«4. Οι δικαιούχοι της παρ. 2 του παρόντος άρθρου επιτρέπεται να λειτουργούν και σε μη συνεχόμενα κτίρια, τα οποία θα έχουν λειτουργική αυτοτέλεια και δεσμεύονται στην τήρηση των τεχνικών προδιαγραφών του Π.Δ. 84/2001.»

7. α. Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 13 του ν. 2071/1992 (Α' 123), οι λέξεις «αδειοδότησης και» διαγράφονται.

β. Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 13 του ν. 2071/1992 (Α' 123), οι λέξεις «τη νομική μορφή» διαγράφονται.

8. Στις διατάξεις των ν. 1666/1986 (Α' 200), ν. 3661/2008 (Α' 89), ν. 3204/2003 (Α' 296), ν.971/1979 (Α' 223), ν.2519/1997 (Α' 165), ν.4025/2011 (Α' 228), π.δ. 84/2001 (Α' 70) όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 228/2004 (Α' 212), π.δ. 29/1987 (Α' 8), π.δ. 225/2000 (Α' 194), Υ.Α. οικ. 3215/1998 (Β' 655), Υ.Α. Α5/2005/1999 (Β' 749), Υ.Α 949/1981 (Β' 388) όπως τροποποιήθηκε με την Υ.Α. Α4/οικ.2503/1982(ΦΕΚ 717 τ. Β'), Υ.Α. Γ4ε/5258/70 (ΦΕΚ 426 τ. Β'), Υ.Α. Υ3β/οικ.15543/08 (ΦΕΚ 230 τ. Β'), Υ.Α. Υ7/οικ.3971/94 (ΦΕΚ 433 τ.Β'), Υ.Α. Α4β/οικ.2352/1988, όπου αναφέρεται η λέξη «άδεια» αντικαθίσταται από τη λέξη «βεβαίωση».

ΙΒ.4. ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ Π.Δ. 84/2001

1. Καταργούνται οι εξής διατάξεις του π.δ. 84/2001 (Α' 70):
α) Η παράγραφος 2 του άρθρου 4.
β) Οι περιπτώσεις (α) και (η) της παραγράφου 1 του άρθρου 11.
γ) Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 11.
δ) Οι περιπτώσεις (β), (γ) και (δ) της παραγράφου 4 του άρθρου 11.
ε) Η παράγραφος 6 του άρθρου 11.
στ) Η περίπτωση (ε) της παραγράφου 1 του άρθρου 13.
ζ) Η παράγραφος 1 του άρθρου 14.

2. Τροποποιούνται οι εξής διατάξεις του π.δ. 84/2001:
α. Στο άρθρο 1 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:
«3. Στις διατάξεις του παρόντος, όπου αναφέρονται οι λέξεις «άδεια λειτουργίας» και «άδεια» αντικαθίστανται από τις λέξεις «βεβαίωση λειτουργίας» και «βεβαίωση» αντίστοιχα, όπου αναφέρεται ο όρος «άδεια ίδρυσης» ο όρος αυτός καταργείται και όπου αναφέρεται «ιατρική εταιρεία» ή «ιατρικές εταιρείες» οι λέξεις «ιατρική» και «ιατρικές» διαγράφονται.»

β. Στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 2 η λέξη «μόνο» αντικαθίσταται από τη λέξη «και».

γ. Η παράγραφος 1 του άρθρου 4 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Βεβαίωση λειτουργίας ιδιωτικού φορέα παροχής υπηρεσιών Π.Φ.Υ. χορηγείται:
α. Σε φυσικά πρόσωπα, που διαθέτουν άδεια ή βεβαίωση άσκησης του ιατρικού ή οδοντιατρικού επαγγέλματος.
β. Σε φυσικά πρόσωπα, με την προϋπόθεση ότι για τη λειτουργία του ιδιωτικού φορέα ορίζεται επιστημονικά υπεύθυνος για κάθε παροχή υπηρεσίας ιατρός ή οδοντίατρος κάτοχος άδειας ή βεβαίωσης ασκήσεως επαγγέλματος.
γ. Σε νομικά πρόσωπα, που συνιστώνται και λειτουργούν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, με σκοπό την παροχή υπηρεσιών Π.Φ.Υ. και με την τήρηση των ειδικών προϋποθέσεων του άρθρου 11 και των λοιπών διατάξεων του παρόντος.
δ. Σε αστικούς συνεταιρισμούς ελευθέρων επαγγελματιών ιατρών εργαστηριακής διάγνωσης, βιοπαθολογίας, κυτταρολογίας και παθολογικής ανατομίας για την κάλυψη των αναγκών των μελών τους.
οι περιπτώσεις (δ) και (ε) αναριθμούνται σε (ε) και (στ) αντίστοιχα και παραμένουν ως έχουν.»

δ. Τα δύο πρώτα εδάφια της παρ. 1 του άρθρου 11 αντικαθίστανται ως εξής:
«1. Βεβαίωση λειτουργίας φορέα παροχής υπηρεσιών Π.Φ.Υ. χορηγείται και σε εταιρείες, με οποιαδήποτε νομική μορφή.»

ε. Στην περίπτωση (β) της παραγράφου 1 του άρθρου 11 η φράση «αποκλειστικά και μόνο» αντικαθίσταται από τη λέξη «και».

στ. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 11 η φράση «τις διατάξεις του παρόντος και» διαγράφεται.

ζ. Στο πρώτο εδάφιο της περίπτωσης (δ) της παραγράφου 2 του άρθρου 14, η φράση «η δημιουργία παραρτημάτων στην ίδια ή σε διάφορες περιοχές της χώρας και» διαγράφεται.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΓ. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ,
ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

ΙΓ.1. ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 82 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«1. H περιοριστική της ελευθερίας ποινή, που δεν υπερβαίνει το ένα έτος μετατρέπεται σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από ένα έτος και δεν υπερβαίνει τα δύο μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν ο δράστης είναι υπότροπος και το δικαστήριο με απόφασή του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν το δικαστήριο με απόφασή του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων.»

2. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 82 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Κάθε ημέρα φυλάκισης υπολογίζεται σε ποσό από πέντε (5) ευρώ έως εκατό (100) ευρώ και κάθε ημέρα κράτησης σε ποσό από πέντε (5) ευρώ έως εκατό (100) ευρώ.

3. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 82 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο ορίζει και τον αριθμό των ωρών κοινωφελούς εργασίας που κυμαίνονται από 100 έως 240 ώρες για ποινή ως ένα έτος, 241 έως 480 ώρες για ποινή από ένα έως δύο έτη, 481 έως 720 ώρες για ποινή από δύο έως τρία έτη, 721 έως 960 ώρες για ποινή από τρία έως τέσσερα έτη και 961 έως 1.200 ώρες για ποινή από τέσσερα έως πέντε έτη, ενώ προσδιορίζει και προθεσμία όχι μεγαλύτερη από πέντε έτη για την εκτέλεση τους.»

4. Η περίπτωση ε' της παραγράφου 7 του άρθρου 82 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«ε) διατάσσει την έκτιση στερητικής της ελευθερίας ποινής ενός έως τριών μηνών για ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας έως 240 ωρών, δύο έως πέντε μηνών για ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας μεγαλύτερης των 240 και έως 480 ωρών, τεσσάρων έως οκτώ μηνών για ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας μεγαλύτερης των 480 ωρών και έως 720 ωρών, επτά έως δώδεκα μηνών για ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας μεγαλύτερης των 720 ωρών και έως 960 ωρών και έντεκα έως δέκα επτά μηνών για ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας μεγαλύτερης των 960 ωρών.»


5. Η παράγραφος 1 του άρθρου 4 του ν. 663/1977 (Α' 215), ως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 24 του νόμου 2145/1993 (Α' 88) και κατόπιν με την παράγραφο 2 του άρθρου 20 του ν. 4058/2012 (Α' 63) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Τα ποσά των επιβαλλομένων σε χρήμα ποινών, καθώς και τα ποσά που προκύπτουν από τη μετατροπή των στερητικών της ελευθερίας ποινών, προσαυξάνονται κατά την είσπραξη κατά ποσοστό 110%.»

6. Η παράγραφος 1 του άρθρου 2 του νόμου ΓΠΟΗ/1912 (Α' 3), αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Το δικαστικό ένσημο καθορίζεται σε ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8/οο) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής ή άλλου δικογράφου που υποβάλλεται σε οιοδήποτε δικαστήριο του Κράτους και υπόκειται σε δικαστικό ένσημο κατά τις οικείες διατάξεις, εφόσον το αιτούμενο ποσό είναι ανωτέρω των διακοσίων (200) Ευρώ. Επί πλέον αυτού, καταβάλλεται ποσοστό 0,8/οο υπέρ του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέας Ασφάλισης Νομικών), ποσοστό 0,8/οο υπέρ του οικείου Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων και χαρτόσημο ποσοστού 2,4% επί του ως άνω ποσοστού (0,8/οο) του δικαστικού ενσήμου. Από την ισχύ της παρούσας διάταξης, παύει να ισχύει κάθε άλλη που αφορά καθορισμό του δικαστικού ενσήμου, κατά τα ανωτέρω ποσοστά εκτός της παραγράφου 1Α περίπτωση (η) του άρθρου 10 του ΝΔ 1017/1971»

7. Το άρθρο 9 του ν.3853/2010 (Α'90), αντικαθίσταται ως εξής:
« Οι διατάξεις του άρθρου 42 του ν.δ. 3026/1954 (Κώδικας περί Δικηγόρων) δεν εφαρμόζονται στη σύνταξη συμβολαιογραφικών εγγράφων σύστασης εταιριών περιορισμένης ευθύνης και ανωνύμων εταιριών».

8. α. Το άρθρο 42 του ν.δ. 3026/1954 (Α' 235) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Για τη σύνταξη εγγράφου ενώπιον συμβολαιογράφου, με αντικείμενο την από επαχθή αιτία σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση, τροποποίηση ή κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα (εκτός από την εξάλειψη υποθηκών και προσημειώσεων), είναι υποχρεωτική η παράσταση δικηγόρου μόνο για τον αποκτώντα το σχετικό δικαίωμα και εφόσον οι ανωτέρω συμβάσεις έχουν συνολικό αντικείμενο αξίας μεγαλύτερο των ογδόντα χιλιάδων (80.000ευρώ) ευρώ, ανεξαρτήτως του τόπου στον οποίο βρίσκεται το ακίνητο. Στην περίπτωση αυτή γίνεται ειδική μνεία στο συμβόλαιο της παραστάσεως του Δικηγόρου και επισυνάπτεται σε αυτό σχέδιο για τη σύμβαση, υπογεγραμμένο από αυτόν, με θεωρημένη την υπογραφή από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο.
2. Ειδικότερα για τη σύμβαση διανομής ή ανταλλαγής και για συμβάσεις εκ χαριστικής αιτίας δεν απαιτείται παράσταση δικηγόρου για κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο συντάσσεται το συμβολαιογραφικό έγγραφο.
3. Από 1.1.2014 η παράσταση δικηγόρου κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 είναι προαιρετική για όλα τα συμβαλλόμενα μέρη.»

β. Το άρθρο 92Α του ν.δ. 3026/1954 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. O δικηγόρος για τις παρεχόμενες με έμμισθη εντολή υπηρεσίες του αμείβεται με πάγια μηνιαία αμοιβή που καθορίζεται με ελεύθερη συμφωνία με τον εντολέα του. Η αμοιβή των ασκούμενων δικηγόρων δεν μπορεί να είναι κατώτερη του εκάστοτε ισχύοντος κατώτατου νόμιμου μισθού υπαλλήλου του ιδιωτικού τομέα.
2.Οι αποδοχές των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με έμμισθη εντολή στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011 (Α' 226) καθορίζεται όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 22 του ν.4024/2011.»

γ. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργείται κάθε διάταξη ή κατ' εξουσιοδότηση κανονιστική πράξη που ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα του άρθρου 92 Α του ν.δ. 3026/1954, όπως τροποποιήθηκε από την προηγούμενη διάταξη της υποπερίπτωσης β.

ΙΓ.2. ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

1. α. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 66 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν.2717/1999, Α' 97) διαγράφονται οι λέξεις: «και στις φορολογικές και τελωνειακές προσφυγές εν γένει τριάντα (30) ημερών που αρχίζει όπως ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο».

β. Η περίπτωση β' της υποπαραγράφου 2 της παραγράφου Β του άρθρου πέμπτου του ν.4079/2012 καταργείται.

2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 66 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«2.α. Εξαιρετικώς στις φορολογικές και τελωνειακές διαφορές εν γένει η προσφυγή ασκείται εντός τριάντα (30) ημερών και η προθεσμία για την άσκησή της αρχίζει όπως ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο.
β. Ειδικώς στις περιπτώσεις της παρ.2 του άρθρου 64 η προθεσμία είναι ενενήντα (90) ημερών από την έκδοση ή την κατά νόμο δημοσίευση της πράξης ή την συντέλεση της παράλειψης.»

3. Η ρύθμιση της περίπτωσης α' της παραγράφου 2 του άρθρου 66 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως προστίθεται με την παράγραφο 2 του παρόντος, καταλαμβάνει πράξεις που εκδίδονται ή παραλείψεις που συντελούνται μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.»


ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΔ.: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΩΝ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ,
ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΙΔ.1. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ

1. Οι παράγραφοι 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 1 του ν. 710/1977 «Περί ξεναγών» (Α' 283), όπως ισχύει, καταργούνται.

2. Το άρθρο 2 του ν. 710/1977 αντικαθίσταται ως εξής:
« Άρθρο 2
Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων του άρθρου 11 του παρόντος νόμου, δικαίωμα άσκησης του επαγγέλματος του ξεναγού έχουν:
α) Έλληνες υπήκοοι και υπήκοοι κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης κάτοχοι διπλώματος Σχολής Ξεναγών του ΟΤΕΚ ή σχετικού τίτλου εκπαίδευσης, ο οποίος έχει αποκτηθεί σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. και έχει αναγνωριστεί από το Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων, σύμφωνα με τις διαδικασίες του Τίτλου ΙΙΙ του π.δ. 38/2010 (Α' 78)
β)Αλλοδαποί ελληνικής καταγωγής, απόφοιτοι της Σχολής Ξεναγών του ΟΤΕΚ
γ) Απόφοιτοι των ταχύρρυθμων προγραμμάτων κατάρτισης ξεναγών του άρθρου 14.»

3. Το άρθρο 3 του ν. 710/1977 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Το επάγγελμα του ξεναγού ασκείται ελεύθερα μετά την πάροδο δέκα (10) ημερών από την υποβολή από τους ενδιαφερομένους στο Υπουργείο Τουρισμού αίτησης για αναγγελία έναρξης άσκησης επαγγέλματος ξεναγού, συνοδευόμενης από τα απαραίτητα δικαιολογητικά, όπως αυτά καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Τουρισμού. η οποία εκδίδεται εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος.
2. Η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Τουρισμού (Γενική Διεύθυνση Τουριστικής Πολιτικής και Οργάνωσης, Διεύθυνση Τουριστικής Πολιτικής και Συντονισμού, Τμήμα Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης) εξετάζει εντός δέκα (10) ημερών τα υποβληθέντα σε αυτήν δικαιολογητικά, προκειμένου να διαπιστώσει τη συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων για την άσκηση του επαγγέλματος του ξεναγού.
3. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων χορηγείται στον ξεναγό εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της αναγγελίας, βεβαίωση συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την άσκηση του επαγγέλματος του ξεναγού και εγγραφής του στο οικείο μητρώο που τηρείται στο Υπουργείο Τουρισμού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 9. , συνοδευόμενη από δελτίο ταυτότητας, το οποίο ο ξεναγός φέρει κατά την άσκηση του επαγγέλματός του, προκειμένου να επιδεικνύεται σε κάθε διενεργούμενο έλεγχο.
4. Σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση του επαγγέλματος ή δεν προκύπτει η συνδρομή τους από τα υποβληθέντα στοιχεία, η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Τουρισμού ενημερώνει εγγράφως τον ενδιαφερόμενο ότι δεν δύναται να ασκήσει το επάγγελμα του ξεναγού, γνωστοποιώντας του και τους σχετικούς λόγους. Η ανωτέρω έγγραφη ενημέρωση γίνεται πριν την πάροδο δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αναγγελίας άσκησης του επαγγέλματος. Σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της εν λόγω προθεσμίας χωρίς η αρμόδια υπηρεσία να έχει γνωστοποιήσει στον υποβάλλοντα τους λόγους για τους οποίους δεν δύναται να ασκήσει το επάγγελμα του ξεναγού, τόσο η βεβαίωση συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την άσκηση του επαγγέλματος του ξεναγού όσο και το δελτίο ταυτότητας ξεναγού τεκμαίρεται ότι έχουν χορηγηθεί. Στην παραπάνω περίπτωση ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει σχετική βεβαίωση από την αρμόδια για την έκδοση της πράξης αρχή, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 10 του Ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44 Α').5. Με την απόφαση της παραγράφου 1, ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της διαδικασίας των προηγούμενων παραγράφων.»

4. Το άρθρο 9 του ν. 710/1977 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Στο Υπουργείο Τουρισμού τηρείται Μητρώο Ξεναγών, στο οποίο καταχωρίζονται όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις άσκησης του επαγγέλματος του Ξεναγού σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 2 και 3. .
2.Στο Μητρώο Ξεναγών καταχωρίζονται τα στοιχεία ταυτότητας του Ξεναγού που πληροί τις προϋποθέσεις άσκησης του επαγγέλματος, τα στοιχεία του τίτλου σπουδών του και οι γλώσσες στις οποίες δύναται να ξεναγεί.
3. Με απόφαση του Υπουργού Τουρισμού που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθορίζεται η οικονομική επιβάρυνση των ξεναγών για την εγγραφή τους στο Μητρώο και την χορήγηση του Δελτίου Ταυτότητας Ξεναγού καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την τήρηση του Μητρώου.»

5. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 10 του ν.710/1977 καταργούνται.

6. Το άρθρο 11 του ν. 710/1977 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Κατ' εξαίρεση των οριζομένων στα άρθρα 2 και 3, δικαίωμα ξενάγησης χωρίς αμοιβή σε αρχαιολογικούς χώρους, μουσεία και χώρους που είχε αναπτυχθεί ή αναπτύσσεται επιστημονική και ανασκαφική δραστηριότητα, έχουν καθηγητές ανώτατων σχολών ιστορίας και αρχαιολογίας, διευθυντές και καθηγητές ημεδαπών και αλλοδαπών σχολών αρχαιολογίας στην Ελλάδα για ξεναγήσεις εκπαιδευτικού περιεχομένου.
2. Σε περίπτωση έλλειψης ξεναγού δυνάμενου να ξεναγήσει σε ορισμένη γλώσσα, έπειτα από σχετική βεβαίωση του Σωματείου Διπλωματούχων Ξεναγών, δικαίωμα ξενάγησης έχουν και άτομα τα οποία δεν πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την άσκηση του επαγγέλματος του ξεναγού σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου αυτού, αλλά οι οποίοι έχουν αποδεδειγμένα άριστη γνώση της γλώσσας για την οποία παρατηρείται έλλειψη ξεναγού, έπειτα από σχετική άδεια η οποία χορηγείται από τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Τουρισμού.
3. Υπήκοοι κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιλαμβανομένων και των Ελλήνων υπηκόων, οι οποίοι είναι νόμιμα εγκατεστημένοι στα κράτη αυτά και διαθέτουν τα νόμιμα προσόντα για την εκεί άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας του ξεναγού έχουν δικαίωμα προσωρινής και περιστασιακής παροχής υπηρεσιών ξεναγού στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις της με αρ. 165255/ΙΑ/29.12.2010 (B' 2157) κοινής απόφασης των Υπουργών Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων και Πολιτισμού και Τουρισμού.»

7. Το άρθρο 12 του ν. 710/1977 αντικαθίσταται ως εξής:
« Άρθρο 12
1. Στο έργο των ξεναγών εποπτεία ασκεί το Υπουργείο Τουρισμού.
2. Η εποπτεία συνίσταται στη διενέργεια ελέγχων και την επιβολή κυρώσεων για τις περιπτώσεις παράβασης των διατάξεων του παρόντος νόμου.
3. Σε όποιον παρέχει τις υπηρεσίες του άρθρου 1 κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 11, επιβάλλεται πρόστιμο χιλίων ευρώ (ευρώ 1.000). Σε περίπτωση υποτροπής εντός έτους, επιβάλλεται διπλάσιο πρόστιμο, ήτοι δυο χιλιάδων ευρώ (ευρώ 2.000), ενώ σε κάθε επόμενη υποτροπή επιβάλλεται πρόστιμο πέντε χιλιάδων ευρώ (ευρώ5.000).
4. Σε τουριστικές επιχειρήσεις, οι οποίες στο πλαίσιο άσκησης του έργου τους συνεργάζονται για την παροχή υπηρεσιών ξεναγού με πρόσωπο το οποίο δεν έχει τις νόμιμες προϋποθέσεις για την άσκηση του επαγγέλματος κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 11, επιβάλλεται χρηματικό πρόστιμο ύψους δυο χιλιάδων ευρώ (ευρώ2.000). Σε περίπτωση υποτροπής εντός του έτους επιβάλλεται διπλάσιο πρόστιμο, ήτοι, τεσσάρων χιλιάδων (ευρώ4.000) ευρώ, ενώ σε κάθε επόμενη υποτροπή αφαιρείται το ΕΣΛ της τουριστικής επιχείρησης για χρονικό διάστημα μέχρι έξι (6) μηνών.
5. Για παραβάσεις του άρθρου 4 επιβάλλεται αρχικά η ποινή της επίπληξης και σε περίπτωση υποτροπής πρόστιμο πεντακοσίων ευρώ (ευρώ500). Σε περίπτωση νέας υποτροπής εντός έτους, επιβάλλεται διπλάσιο πρόστιμο, ήτοι χιλίων ευρώ (ευρώ 1.000) ενώ για κάθε επόμενη υποτροπή εντός έτους αφαιρείται το δικαίωμα άσκησης του επαγγέλματος του ξεναγού για διάστημα έως τριών μηνών.
6. Τα πρόστιμα των ανωτέρω παραγράφων μπορούν να αναπροσαρμόζονται με απόφαση του Υπουργού Τουρισμού.
7. Τα παραπάνω χρηματικά πρόστιμα επιβάλλονται υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου με απόφαση του Προϊσταμένου της αρμόδιας Διεύθυνσης του Υπουργείου Τουρισμού, βεβαιώνονται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ της κατοικίας ή της έδρας του υπόχρεου και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Εισπράξεων Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ).
8. Κατά της απόφασης της προηγούμενης παραγράφου επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής του στοιχείου δ' της παρ. 6 του άρθρου 4 του ν. 3270/2004 (Α' 187), όπως αυτό ισχύει. Η προσφυγή υποβάλλεται στο Υπουργείο Τουρισμού εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης στο ενδιαφερόμενο μέρος. Επί της προσφυγής αποφαίνεται εντός διαστήματος έξι (6) μηνών η αρμόδια ως άνω Επιτροπή. Με την άσκηση της προσφυγής και για το διάστημα της προς άσκηση αυτής προθεσμίας αναστέλλεται η εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης.»


8. Τα δύο εδάφια του άρθρου 14 του ν. 710/1977 αριθμούνται ως παράγραφος 1 και προστίθενται παράγραφοι 2- 5, ως εξής:

«2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Τουρισμού και Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού που εκδίδεται εντός δυο (2) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, καθορίζεται το αναλυτικό πρόγραμμα ταχύρρυθμων προγραμμάτων διάρκειας έως δυο (2) μηνών για την κατάρτιση Ελλήνων υπηκόων ή υπηκόων κρατών μελών της Ε.Ε. αποφοίτων τμημάτων Αρχαιολογίας, Ιστορίας και Ιστορίας της Αρχαιολογίας Πανεπιστημίων της ημεδαπής και αναγνωρισμένων της αλλοδαπής στην ειδικότητα του ξεναγού. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει: α) τη διδασκαλία μαθημάτων που δεν καλύπτονται από τη διδαχθείσα ύλη των ανωτέρω σχολών και β) πρακτική άσκηση στην τεχνική της διαδρομικής ξενάγησης στο πλαίσιο εκπαιδευτικών επισκέψεων - εκδρομών σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, προκειμένου οι καταρτιζόμενοι να διαθέτουν με την ολοκλήρωση των ταχύρυθμων προγραμμάτων το απαραίτητο γνωσιολογικό υπόβαθρο για την άσκηση του επαγγέλματός του ξεναγού.
3. Τα προγράμματα της προηγούμενης παραγράφου πραγματοποιούνται τουλάχιστον τρεις (3) φορές το χρόνο. Με απόφαση του Υπουργού Τουρισμού καθορίζεται κάθε φορά ο τόπος και ο χρόνος υλοποίησης των ταχύρυθμων προγραμμάτων, η διαδικασία, τα κριτήρια εισαγωγής των υποψηφίων, ο αριθμός των καταρτιζομένων και η οικονομική επιβάρυνση για την συμμετοχή στα ταχύρρυθμα προγράμματα. Η άριστη γνώση ξένης γλώσσας, που πιστοποιείται σύμφωνα με τη σχετική για την απόδειξη γλωσσομάθειας για το διορισμό σε θέσεις του δημόσιου τομέα νομοθεσία, θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση για τη συμμετοχή στα προγράμματα αυτά.
4. Για την υλοποίηση των προγραμμάτων της παραγράφου 1, το Υπουργείο Τουρισμού προσλαμβάνει ωρομίσθιο εκπαιδευτικό προσωπικό με σύμβαση εργασίας που δεν θα υπερβαίνει την διάρκεια του προγράμματος. Οι ειδικότητες και τα προσόντα του εκπαιδευτικού προσωπικού καθορίζονται από τον Υπουργό Τουρισμού με την προκήρυξη πρόσληψης.
5. Με την ολοκλήρωση της παρακολούθησης των ταχύρρυθμων προγραμμάτων του παρόντος άρθρου οι καταρτισθέντες αποκτούν αυτόματα τη δυνατότητα πρόσβασης στο επάγγελμα του ξεναγού σε ισότιμη βάση με τους αποφοίτους των λοιπών Σχολών ξεναγών του παρόντος νόμου σύμφωνα με τις διατάξεις της περ.γ' του άρθρου 2.».


ΙΔ.2. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ

1. Με συνυποσχετικό μεταξύ της Ελληνικής Κυβέρνησης και της ελληνικής ναυτιλιακής κοινότητας προσδιορίζεται ο τρόπος καταβολής και το ύψος της οικειοθελούς συνεισφοράς της τελευταίας για τη στήριξη της ελληνικής οικονομίας, του σχετικού ποσού μη δυνάμενου να είναι κατώτερο των εκατόν σαράντα εκατομμυρίων ευρώ (140.000.000ευρώ).

2. Οι διατάξεις του άρθρου 10 με τίτλο «Μεταβατικές διατάξεις» του π.δ.103/2011 ««Σχετικά με τους κοινούς κανόνες και πρότυπα για τους οργανισμούς επιθεώρησης και ελέγχου πλοίων και για τις συναφείς δραστηριότητες των ναυτικών αρχών σύμφωνα με την Οδηγία 2009/15/ΕΚ» του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2009» (Α' 236) αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 10
Μεταβατικές διατάξεις
Οι συναφθείσες διμερείς συμφωνίες με τους ήδη εξουσιοδοτημένους αναγνωρισμένους οργανισμούς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι να συναφθούν νέες το αργότερο εντός δύο (2) ετών από τη δημοσίευση του παρόντος.»

ΙΔ.3. ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ

1. Κάθε ενδιαφερόμενος, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, μπορεί να προβεί στην ίδρυση και λειτουργία Πρακτορείου Εφημερίδων και Περιοδικών, εφόσον υποβάλει στη Διεύθυνση Εποπτείας Εντύπων και Επαγγελματικών Οργανώσεων της Γενικής Γραμματείας Μέσων Ενημέρωσης Αναγγελία έναρξης άσκησης της εν λόγω δραστηριότητας, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 3919/2011 (Α' 32).

2. Με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού καθορίζονται τα νόμιμα δικαιολογητικά που πρέπει να συνοδεύουν την Αναγγελία έναρξης άσκησης της δραστηριότητας της ίδρυσης και λειτουργίας Πρακτορείου Εφημερίδων και Περιοδικών που υποβάλλει κάθε ενδιαφερόμενος, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 3 του ν. 3919/2011, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

3. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του ν. 1436/1984 (Α' 54) καταργείται.

ΙΔ.4. ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΠΩΛΕΣ – ΠΩΛΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΝ ΓΕΝΕΙ ΕΝΤΥΠΩΝ

1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει δικαίωμα πώλησης και διακίνησης εφημερίδων, περιοδικών και εν γένει εντύπων. Εφημερίδες, περιοδικά και εν γένει έντυπα μπορούν να πωλούνται χωρίς περιορισμούς από κάθε εγκατάσταση, υπαίθρια ή στεγασμένη, χωρίς να απαιτείται η δραστηριότητα αυτή να αποτελεί τη μοναδική ή την κύρια δραστηριότητα που ασκείται στην εν λόγω εγκατάσταση.

2. Καταργούνται οι παρακάτω διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν περιορισμούς στην πρόσβαση και άσκηση των δραστηριοτήτων πώλησης και διακίνησης εφημερίδων, περιοδικών και εν γένει εντύπων:
α) το άρθρο μόνον του αναγκαστικού νόμου της 28/28 Μαΐου 1935 (Α' 219), όπως είχε συμπληρωθεί με τη διάταξη του άρθρου 16 του ν.δ. 4231/1962 (Α' 105),
β) το άρθρο 4 του ν. 73/1944 (Α' 37), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 3 του ν. 117/1945 (Α' 29) και την επαναφορά του σε ισχύ με το άρθρο 2 του ν. 10/1975 (Α' 34),
γ) το ν.δ. 2943/1954 (Α' 181), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τα άρθρα 1, 2 και 3 του ν. 937/1979 (Α' 152), το άρθρο 67 του ν. 1943/1991 (Α' 50) και το άρθρο 18 ν. 2747/1999 (Α' 226).
δ) η παράγραφος 2 και το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 54 του α.ν. 1093/1938 (Α' 68),
ε) οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 13 του ν. 2328/1995 (Α' 159),
στ. οι παράγραφοι 1 και 3 του άρθρου 6 του ν. 1436/1984.

3. Καταργείται κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη η οποία αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ.: ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΟΔΗΓΙΑ 2006/1/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 18ης ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2006 «ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΜΙΣΘΩΜΕΝΩΝ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΧΩΡΙΣ ΟΔΗΓΟ ΣΤΙΣ ΟΔΙΚΕΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ» ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΙΕ.1. ΟΡΙΣΜΟΙ (Άρθρο 1 της οδηγίας 2006/1/ΕΚ)

1. Αντικείμενο του παρόντος νόμου είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της οδηγίας 2006/1/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Ιανουαρίου 2006 «για τη χρησιμοποίηση μισθωμένων οχημάτων χωρίς οδηγό στις οδικές εμπορευματικές μεταφορές και άλλες διατάξεις» (Επίσημη Εφημερίδα Ευρωπαϊκής Ένωσης L 33 της 4.2.2006, σελ. 82 επ.), και η ρύθμιση θεμάτων που αφορούν τη μίσθωση οχημάτων στις οδικές εμπορευματικές μεταφορές για λογαριασμό τρίτων και για ίδιο λογαριασμό.

2. Για τους σκοπούς του παρόντος νοείται ως:

α) «όχημα», κάθε μηχανοκίνητο όχημα, ρυμουλκούμενο όχημα, ημιρυμουλκούμενο όχημα ή σύνολο (συρμός) οχημάτων που προορίζονται αποκλειστικά για τη μεταφορά εμπορευμάτων.

β) «μισθωμένο όχημα», κάθε όχημα το οποίο, επί πληρωμή και για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα, τίθεται στη διάθεση επιχείρησης που πραγματοποιεί οδικές εμπορευματικές μεταφορές, για λογαριασμό τρίτων ή για ίδιο λογαριασμό, βάσει σύμβασης με την επιχείρηση που διαθέτει τα οχήματα

γ) «επιχειρήσεις εκμίσθωσης», οι επιχειρήσεις εκμίσθωσης επιβατηγών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης χωρίς οδηγό

Οι λοιποί όροι του παρόντος έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στο άρθρο 2 του ν. 3887/2010 (Α' 174) και στο άρθρο 1 του ν.δ. 49/1968, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1959/1991 (Α' 123).

ΙΕ.2. Άρθρο 2 της οδηγίας 2006/1/ΕΚ

Επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στο ελληνικό έδαφος για τις εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα οχήματα που έχουν μισθώσει οι επιχειρήσεις εγκατεστημένες στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, υπό τους όρους ότι:

α) το όχημα κατέχει άδεια κυκλοφορίας σε ισχύ ή έχει τεθεί σε κυκλοφορία σύμφωνα με τη νομοθεσία του τελευταίου αυτού κράτους μέλους.

β) η σύμβαση αφορά μόνον τη διάθεση οχήματος χωρίς οδηγό και δε συνοδεύεται από σύμβαση παροχής υπηρεσιών, η οποία συνομολογείται με την ίδια επιχείρηση και αφορά τον οδηγό ή το βοηθητικό προσωπικό.

γ) το μισθωμένο όχημα, κατά τη διάρκεια της περιόδου μίσθωσης, ευρίσκεται στην αποκλειστική διάθεση της επιχείρησης που το χρησιμοποιεί.

δ) το μισθωμένο όχημα οδηγείται από το προσωπικό της επιχείρησης που το χρησιμοποιεί.

ΙΕ.3. Άρθρο 3 της οδηγίας 2006/1/ΕΚ

Επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται νομίμως στην Ελλάδα μπορούν να χρησιμοποιούν για οδικές εμπορευματικές μεταφορές, με τους ίδιους όρους όπως και τα οχήματα που τους ανήκουν, οχήματα που μισθώνουν και τα οποία έχουν λάβει άδεια κυκλοφορίας ή έχουν τεθεί σε κυκλοφορία στην Ελλάδα σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, με τις προϋποθέσεις των στοιχείων β) έως δ) του άρθρου 2, με τις εξής διακρίσεις:

α. Οι μεταφορικές επιχειρήσεις μπορούν να μισθώνουν φορτηγά οχήματα δημοσίας χρήσης από άλλες μεταφορικές επιχειρήσεις, χωρίς περιορισμό στο μικτό βάρος του οχήματος. Οι μεταφορικές επιχειρήσεις εκδίδουν νόμιμα παρασταστικά μεταφοράς στο όνομά τους για τις μεταφορές που πραγματοποιούν με το μισθωμένο όχημα. Στα παραστατικά αναγράφονται και τα στοιχεία του εκμισθωτή.

β. Οι μη μεταφορικές επιχειρήσεις και οι επαγγελματίες μη μεταφορείς που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα στην Ελλάδα, μπορούν:

αα. να μισθώνουν φορτηγά οχήματα δημοσίας χρήσης από μεταφορικές επιχειρήσεις, χωρίς περιορισμό στο μικτό βάρος του οχήματος

ββ. να μισθώνουν φορτηγά οχήματα ιδιωτικής χρήσης από άλλες μη μεταφορικές επιχειρήσεις και επαγγελματίες μη μεταφορείς που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα στην Ελλάδα, χωρίς περιορισμό στο μικτό βάρος του οχήματος. Στην περίπτωση αυτή, το μεταφορικό έργο του φορτηγού που μισθώνεται, όπως αυτό αναγράφεται στην άδεια κυκλοφορίας του, θα πρέπει να είναι το ίδιο με το μεταφορικό έργο του μισθωτή.

Για τις μισθώσεις των περιπτώσεων αα και ββ, η μισθώτρια επιχείρηση ή ο μισθωτής επαγγελματίας πρέπει να πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις για την χορήγηση σε αυτόν άδειας κυκλοφορίας φορτηγού ιδιωτικής χρήσης.

γγ. να μισθώνουν φορτηγά οχήματα ιδιωτικής χρήσης μικτού βάρους έως και 3,5 τόνων από επιχειρήσεις εκμίσθωσης, σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος νόμου.

ΙΕ.4. ΜΙΣΘΩΣΗ ΦΟΡΤΗΓΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΜΙΚΤΟΥ ΒΑΡΟΥΣ ΕΩΣ ΚΑΙ 3,5 ΤΟΝΩΝ ΑΠΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΕΣ

Επιχειρήσεις μη μεταφορικές και οι επαγγελματίες μη μεταφορείς που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα στην Ελλάδα, καθώς και φυσικά και νομικά πρόσωπα και ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα που δεν ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα μπορούν να μισθώνουν φορτηγά αυτοκίνητα μικτού βάρους έως και 3,5 τόνων από επιχειρήσεις εκμίσθωσης για την εξυπηρέτηση της επιχείρησης ή του επαγγέλματος ή των ιδιωτικών μεταφορικών αναγκών τους αντίστοιχα, με τις προϋποθέσεις των στοιχείων β) έως δ) του άρθρου 2 του παρόντος, αναλόγως εφαρμοζόμενες τόσο για επιχειρήσεις και επαγγελματίες όσο και για ιδιώτες. Για αυτές τις μισθώσεις καταρτίζεται το συμφωνητικό μίσθωσης σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 6.

ΙΕ.5. ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΚΜΙΣΘΩΣΗΣ

1. Οι επιχειρήσεις εκμίσθωσης μπορούν να εκμισθώνουν σε επιχειρήσεις μη μεταφορικές ή επαγγελματίες μη μεταφορείς καθώς και σε πρόσωπα φυσικά ή νομικά και ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα που δεν ασκούν επιχείρηση φορτηγά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης μικτού βάρους έως και 3,5 τόνων που τους ανήκουν ή τα έχουν μισθώσει από εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης σύμφωνα με τους όρους λειτουργίας τους.

2. Η εκμίσθωση των φορτηγών ιδιωτικής χρήσης από τις επιχειρήσεις εκμίσθωσης γίνεται με τις εξής προϋποθέσεις:

α) Τα φορτηγά ιδιωτικής χρήσης έχουν τεθεί σε κυκλοφορία στο όνομα της επιχείρησης εκμίσθωσης. Η έκδοση των αδειών κυκλοφορίας φορτηγών ιδιωτικής χρήσης που έχουν μισθωθεί από εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης στο όνομα των επιχειρήσεων εκμίσθωσης γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της Υ.Α. A2/40819/7167/1991 (Β' 955).

β) Στο έντυπο της άδειας κυκλοφορίας των φορτηγών ιδιωτικής χρήσης, στο πεδίο των παρατηρήσεων, αναγράφεται: «ΦΙΧ επιχείρησης εκμίσθωσης αυτοκινήτων».

γ) Η μίσθωση αφορά μόνο στη διάθεση οχήματος χωρίς οδηγό.

δ) Το μισθωμένο φορτηγό ιδιωτικής χρήσης κατά τη διάρκεια της μίσθωσης βρίσκεται στην αποκλειστική διάθεση της επιχείρησης ή του φυσικού προσώπου που το έχει μισθώσει και οδηγείται αντίστοιχα από πρόσωπα που συνδέονται αποδεδειγμένα με την επιχείρηση ή αναφέρονται ως μισθωτής ή ως οδηγός στο συμφωνητικό μίσθωσης.

ε) Για τη μίσθωση καταρτίζεται συμφωνητικό σύμφωνα με το άρθρο 6.

στ) Η εκμίσθωση των φορτηγών ιδιωτικής χρήσης γίνεται κατά τα λοιπά με τους όρους και προϋποθέσεις εκμίσθωσης των επιβατικών ιδιωτικής χρήσης αυτοκινήτων.

ΙΕ.6. ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ΜΙΣΘΩΣΗΣ

1. Για τις μισθώσεις καταρτίζεται συμφωνητικό, που περιέχει τα στοιχεία του εκμισθωτή, του μισθωτή και του οδηγού ή των οδηγών, τη χρονική διάρκεια της σύμβασης καθώς και τα πλήρη στοιχεία του οχήματος.

2. Το συμφωνητικό γνωστοποιείται στις φορολογικές Αρχές κατά την κείμενη νομοθεσία.

3. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις του άρθρου 4 του παρόντος (μίσθωση μικρού οχήματος από εταιρία εκμίσθωσης), το συμφωνητικό της παραγράφου 1 γνωστοποιείται στην Υπηρεσία Μεταφορών της Περιφέρειας εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την υπογραφή του. Η Υπηρεσία Μεταφορών εντός της ίδιας ημέρας ελέγχει και βεβαιώνει επί του μισθωτηρίου ότι πληρούνται στο πρόσωπο του μισθωτή οι προϋποθέσεις χορήγησης άδειας κυκλοφορίας φορτηγού ιδιωτικής χρήσης.


ΙΕ.7. ΕΛΕΓΧΟΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ ΜΙΣΘΩΜΕΝΩΝ ΟΧΗΜΑΤΩΝ

Η τήρηση των όρων του παρόντος αποδεικνύεται από τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία πρέπει να βρίσκονται διαρκώς επί του οχήματος και να επιδεικνύονται στα εξουσιοδοτημένα όργανα ελέγχου κατά τον καθ' οδόν έλεγχο:

α) Το συμφωνητικό μίσθωσης του οχήματος ή επικυρωμένο απόσπασμα αυτού που περιέχει ιδίως το όνομα του εκμισθωτή και του μισθωτή, την ημερομηνία και τη διάρκεια της σύμβασης, καθώς και τα στοιχεία του οχήματος.

β) Εφόσον ο οδηγός δεν είναι εκείνος που μισθώνει το όχημα, οποιοδήποτε έγκυρο έγγραφο αποδεικνύει την εργασιακή σχέση του οδηγού με το μισθωτή.

Προκειμένου για οχήματα που έχουν τεθεί σε κυκλοφορία ή έχουν λάβει άδεια κυκλοφορίας σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα έγγραφα που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) μπορούν να αντικαθίστανται από κάθε αντίστοιχο έγγραφο που εκδίδεται στο κράτος μέλος.


ΙΕ.8. Άρθρο 5 Οδηγίας 2006/1/ΕΚ

Με την επιφύλαξη των προηγούμενων άρθρων του παρόντος Κεφαλαίου, οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου δεν θίγουν την εφαρμογή των κανόνων που αφορούν:
α) την οργάνωση της αγοράς των οδικών εμπορευματικών μεταφορών για λογαριασμό τρίτων και για ίδιο λογαριασμό
β) τις τιμές και τους όρους μεταφοράς στις οδικές εμπορευματικές μεταφορές
γ) τη διαμόρφωση των τιμών μίσθωσης
δ) την εισαγωγή των οχημάτων
ε) τους όρους πρόσβασης στη δραστηριότητα ή στο επάγγελμα της επιχείρησης εκμίσθωσης
ΙΕ.9. ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ
Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων μπορούν να ρυθμίζονται και να μεταβάλλονται διοικητικά θέματα σχετικά με την έκδοση των αδειών κυκλοφορίας μισθωμένων οχημάτων, τα συνοδευτικά έγγραφα της μεταφοράς με μισθωμένα οχήματα και κάθε άλλη τεχνική λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του νόμου.

ΙΕ.10. ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Συμβάσεις μίσθωσης που έχουν συναφθεί πριν τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου εξακολουθούν να ισχύουν έως τη λήξη ή την καταγγελία τους από τα συμβαλλόμενα μέρη.

ΙΕ.11. ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

1. Από την θέση σε ισχύ του νόμου καταργούνται:
(α) Το π.δ. 91/1988 (Α' 42), όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 209/1991 (Α' 79)
(β) Το π.δ. 209/1991 (Α' 79)
(γ) Η υ.α. Β4/οικ27851/3242/2011 (Β' 1290)
(δ) κάθε άλλη διάταξη νόμου ή γενική ή ειδική κανονιστική διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις του.

2. Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου τίθενται σε ισχύ από τη δημοσίευσή του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

ΙΣΤ. ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ

Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις του.

Αθήνα, 5 Νοεμβρίου 2012
ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

 

 

 

 


   
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ  ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΕΓΚΡΙΣΗ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ 2013-2016 –  ΕΠΕΙΓΟΝΤΑ ΜΕΤΡΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ Ν.4046/2012 ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ  2013-2016 »


ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α. ΕΓΚΡΙΣΗ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ 2013-2016

Το ΜΠΔΣ ως βασική μεταρρύθμιση της δημοσιονομικής διαχείρισης
Ο νόμος 3871/2010 καθιέρωσε στη χώρα μας τη σύνταξη του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής (ΜΠΔΣ), που στοχεύει στην απεικόνιση της δημοσιονομικής στρατηγικής της Γενικής Κυβέρνησης, ως ένα ενιαίο σύνολο, σε πολυετή ορίζοντα.
Στο ΜΠΔΣ παρουσιάζονται τα δημοσιονομικά όρια και δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί για την περίοδο 2013-2016, και περιγράφονται οι βασικές πολιτικές κατευθύνσεις και προτεραιότητες. Καθορίζονται, επίσης συγκεκριμένοι στόχοι, χρονοδιαγράμματα και δείκτες υλοποίησης στην προσπάθεια ελέγχου των δαπανών και σταδιακής μείωσης του ελλείμματος με την υιοθέτηση ανώτατων ορίων δαπανών των φορέων της Κεντρικής Κυβέρνησης.
Το ΜΠΔΣ αποτελεί το μέσο με τον οποίο οι επιλεγμένες πολιτικές της Κυβέρνησης καθώς και οι παρεμβάσεις που θα τις υλοποιήσουν, για την χρονική περίοδο στην οποία αναφέρεται, τίθενται προς δημόσια συζήτηση και ψήφιση, με ξεκάθαρη μορφή. Συνεπώς, ο ετήσιος Προϋπολογισμός δεν είναι κάτι ξεχωριστό, αλλά τμήμα του συνόλου της μεσοπρόθεσμης πολιτικής. Με τον τρόπο αυτό, ο έλεγχος του Κοινοβουλίου καθίσταται ουσιαστικότερος, αφού μπορεί να παρακολουθεί στενά το βαθμό υλοποίησης των παρεμβάσεων, να ελέγχει την εκτέλεσή τους, να προτείνει διορθώσεις και να κρίνει το αποτέλεσμα με βάση τα οφέλη που προέκυψαν.
Περιεχόμενο του ΜΠΔΣ
Σύμφωνα με το νόμο 3871/2010, το ΜΠΔΣ, περιλαμβάνει, για το έτος Προϋπολογισμού και τα τρία επόμενα έτη, κατά κύριο λόγο:
• τους μεσοπρόθεσμους στόχους για τη Γενική Κυβέρνηση και τους επιμέρους φορείς της,
• την περιγραφή και αξιολόγηση των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών εξελίξεων και προβλέψεων για τα δύο προηγούμενα έτη, το τρέχον έτος, το έτος προϋπολογισμού και τα επόμενα τρία έτη,
• όλες τις παραδοχές των οικονομικών και δημοσιονομικών προβλέψεων (ελαστικότητες και ποσοστά συμμόρφωσης για τις κύριες πηγές των εσόδων, αριθμό εργαζόμενων, μισθολογικές και συνταξιοδοτικές εξελίξεις, παροχές, δαπάνες αγαθών και υπηρεσιών, δαπάνες επενδύσεων και δαπάνες τόκων),
• τις κύριες πηγές κινδύνου για τις δημοσιονομικές προβλέψεις,
• το στόχο για το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης,
• τα συνολικά ανώτατα όρια δαπανών για τη Γενική Κυβέρνηση καθώς και τα ανώτατα όρια του Κρατικού Προϋπολογισμού, των ΟΤΑ και των ΟΚΑ για την περίοδο,
• τις δαπάνες και τα έσοδα σε Κεντρική Κυβέρνηση, τοπική αυτοδιοίκηση, κοινωνική ασφάλιση για τα αντίστοιχα έτη,
• τις προβλεπόμενες δαπάνες της Κεντρικής Κυβέρνησης ανά Υπουργείο για τον Προϋπολογισμό του επόμενου έτους, καθώς και τις συνολικές δαπάνες τους για την περίοδο,
• τα έσοδα και τις δαπάνες της Κεντρικής Κυβέρνησης ανά οικονομική κατηγορία και τις προβλέψεις για τα φορολογικά έσοδα και τις δαπάνες για την περίοδο,
• τις εκτιμήσεις ανά οικονομική κατηγορία των ακαθάριστων εξόδων, εσόδων, και ελλείμματος ή πλεονάσματος του Κοινωνικού Προϋπολογισμού και των Ενοποιημένων Προϋπολογισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης. 
Μεθοδολογία κατάρτισης του ΜΠΔΣ
Η μεθοδολογία κατάρτισης του ΜΠΔΣ 2013-2016 έχει αλλάξει σημαντικά σε σχέση με το προηγούμενο:
• Ως δημοσιονομικός στόχος δεν ορίζεται πλέον το αποτέλεσμα (έλλειμμα/πλεόνασμα) της Γενικής Κυβέρνησης, αλλά το πρωτογενές αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης, που αποτυπώνει με περισσότερη ακρίβεια τις πραγματικές επιδόσεις της λειτουργίας του κράτους.
• Υπήρξε ενεργή συμμετοχή των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης στην κατάρτιση του ΜΠΔΣ, αφού έγινε συγκέντρωση και επεξεργασία των προβολών των οικονομικών τους μεγεθών, κατόπιν σχετικής εγκυκλίου του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (ΓΛΚ). Συνεπώς, η κατάρτιση του ΜΠΔΣ ενσωμάτωσε τις πραγματικές προβολές των αναγκών τους, όπως τις καθόρισαν οι ίδιοι οι φορείς.
• Έχει ενσωματωθεί για πολλούς υποτομείς της Γενικής Κυβέρνησης ένας πολύ μεγαλύτερος αριθμός οικονομικών στοιχείων. Πολλά από τα στοιχεία αυτά συλλέχτηκαν και αξιολογήθηκαν για πρώτη φορά, προσδίδοντας κύρος, διαφάνεια και αξιοπιστία στη διαδικασία κατάρτισης του ΜΠΔΣ.
• Οι αποδόσεις των δημοσιονομικών παρεμβάσεων, παλαιών και νέων, έχουν επανεκτιμηθεί ή υπολογισθεί, αντίστοιχα, με απόλυτα αξιόπιστο τρόπο, με βάση είτε ιστορικά στοιχεία είτε προβολές με επεξεργασία μεγάλων αντιπροσωπευτικών δειγμάτων, είτε τέλος αναλύσεις εξωτερικών φορέων (Spending Review του ΚΕΠΕ, μελέτη του ICAP) και υπηρεσιών του ΓΛΚ.
Επί πλέον, έχει ξεκινήσει η διαδικασία για τον πλήρη ανασχεδιασμό της κατάρτισης και παρακολούθησης του ΜΠΔΣ με:
• Τη δημιουργία Γενικών Διευθύνσεων Οικονομικών Υπηρεσιών σε όλα τα Υπουργεία, με σκοπό την ενοποίηση όλων των οικονομικών υπηρεσιών υπό την αρμοδιότητα/εποπτεία των Γενικών Διευθυντών (Accounting Officers). Οι Γενικές Διευθύνσεις θα έχουν την ευθύνη προετοιμασίας και επεξεργασίας εποπτείας του ΜΠΔΣ του Υπουργείου και των εποπτευομένων φορέων του, της ενοποίησης των Προϋπολογισμών των εποπτευομένων φορέων καθώς και της παρακολούθησης της εκτέλεσης των Προϋπολογισμών όλων των φορέων του Υπουργείου.
• Τη θεσμοθέτηση μηχανισμού παρακολούθησης των ΔΕΚΟ που υπάγονται στη Γενική Κυβέρνηση με τήρηση μηνιαίων στόχων και την επιβολή ποινών σε περιπτώσεις απόκλισης.
• Τη θεσμοθέτηση μηχανισμού παρακολούθησης των προϋπολογισμών ΟΤΑ α' βαθμού (Δήμων) για τη δημιουργία συνθηκών δημοσιονομικής σταθερότητας.
• Την αλλαγή της νομοθεσίας που διέπει την παρακολούθηση της εκτέλεσης των Προϋπολογισμών των ΝΠΔΔ και ΝΠΙΔ που επιχορηγούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό.
• Τη λειτουργική ενίσχυση του μητρώου δεσμεύσεων για τον έλεγχο των υποχρεώσεων όλων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης σε πραγματικό σχεδόν χρόνο, με στόχο τη μη συσσώρευση ληξιπρόθεσμων οφειλών στο μέλλον.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ B. ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ

Με τις προτεινόμενες διατάξεις και προκειμένου να περισταλεί η δημοσιονομική δαπάνη των καταβαλλόμενων από το Δημόσιο συντάξεων καταργείται η συνταξιοδότηση από το Δημόσιο των βουλευτών και των αιρετών οργάνων των Ο.Τ.Α. α' βαθμού που θα εκλεγούν μετά την ισχύ του νόμου αυτού,  και μειώνονται οι καταβαλλόμενες στα πρόσωπα αυτά συντάξεις ή χορηγίες, αυξάνονται κατά δύο (2) έτη τα κατά περίπτωση οριζόμενα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης και θεσπίζεται ανώτατο όριο στη σύνταξη που καταβάλλεται στις άγαμες θυγατέρες θανόντων συνταξιούχων του Δημοσίου.
Ειδικότερα, οι ρυθμίσεις της παραγράφου αυτής είναι οι ακόλουθες:
1. Με τις διατάξεις της υπόπαραγράφου 1:
Καταργείται η βουλευτική σύνταξη και η χορηγία  για όσους αποκτήσουν για πρώτη φορά την ιδιότητα του Βουλευτή ή του αιρετού οργάνου των ο.τ.α. α' βαθμού, αντίστοιχα, από την επομένη της έναρξης ισχύος του νόμου αυτού (περ. α').
Σύμφωνα με την ισχύουσα συνταξιοδοτική νομοθεσία για τα πρόσωπα που λαμβάνουν σύνταξη από το Δημόσιο ή τον ευρύτερο Δημόσιο τομέα και παράλληλα κατέχουν θέση του ευρύτερου Δημόσιου τομέα, λαμβάνοντας συγχρόνως  αποδοχές και σύνταξη:
    i. Η καταβαλλόμενη σύνταξη περιορίζεται κατά 70% και
    ii. Ο χρόνος υπηρεσίας τους στις θέσεις που κατέχουν δεν λογίζεται συντάξιμος από το Δημόσιο, εκτός εάν ζητήσουν την αναστολή καταβολής της σύνταξής τους.
Οι ανωτέρω διατάξεις δεν έχουν εφαρμογή για όσους λαμβάνουν σύνταξη αιρετού καθώς και για τους συνταξιούχους του Δημοσίου που καταλαμβάνουν θέση εξωκοινοβουλευτικού Υπουργού, Αναπληρωτή Υπουργού ή Υφυπουργού. Με τις προτεινόμενες διατάξεις της περ. β' έως και δ', επεκτείνονται οι προαναφερόμενοι περιορισμοί και στα πρόσωπα αυτά.
 Με τις διατάξεις της περ. ε' ορίζεται ότι οι διατάξεις περί διαδοχικής ασφάλισης δεν έχουν εφαρμογή για τα πρόσωπα που κατέχουν τη βουλευτική ιδιότητα καθώς και τα αιρετά όργανα των ο.τ.α. α' και β' βαθμού που συνταξιοδοτούνται από το Δημόσιο με μια από τις ιδιότητες αυτές. Δηλαδή δεν μπορεί να υπολογισθεί χρόνος ασφάλισης σε οποιονδήποτε φορέα είτε για τη θεμελίωση είτε για την προσαύξηση βουλευτικής σύνταξης ή σύνταξης αιρετού α' και β' βαθμού.
Με τις διατάξεις της περ. στ' προβλέπεται ότι οι δήμαρχοι διατηρούν το καθεστώς υγειονομικής περίθαλψης στο οποίο υπάγονταν πριν από την εκλογή τους στις θέσεις αυτές και οι αναλογούσες κρατήσεις υπολογίζονται επί της αντιμισθίας που λαμβάνουν βαρύνοντας τους ίδιους.
Με τις διατάξεις της περ. ζ' προβλέπεται ότι οι συντάξεις των συνταξιούχων του Δημοσίου που εκλέγονται σε θέσεις αιρετών οργάνων των ο.τ.α. α' και β' βαθμού, με εξαίρεση τους δημάρχους και λαμβάνουν αντιμισθία, καταβάλλονται μειωμένες κατά 70%.
Με τις διατάξεις των άρθρων 93 και 182 του ν. 3852/2010 (ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ) προβλέπεται ότι οι ασφαλιστικές εισφορές ασφαλισμένου των αιρετών οργάνων των ΟΤΑ α' και β' βαθμού, που έχουν παράλληλα την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου βαρύνουν τους Δήμους ή τις Περιφέρειες, κατά περίπτωση. Επειδή τα ανωτέρω συνιστούν άνιση μεταχείριση σε βάρος όλων των ασφαλισμένων του Δημοσίου, με τις προτεινόμενες διατάξεις της περ. η' προβλέπεται ότι οι ανωτέρω εισφορές ασφαλισμένου θα βαρύνουν τους ίδιους τους αιρετούς.  
Με τις διατάξεις της περ. θ' προβλέπεται ότι οι συντάξεις των βουλευτών και των αιρετών οργάνων των ο.τ.α. α' και β' βαθμού σε περίπτωση  που λαμβάνουν και δεύτερη σύνταξη από οποιοδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης ή το Δημόσιο, μειώνονται κατά 20%. Σε περίπτωση που τα ανωτέρω πρόσωπα λαμβάνουν και τρίτη σύνταξη συμπεριλαμβανομένης και της βουλευτικής ή της χορηγίας, το ανωτέρω ποσοστό διαμορφώνεται στο 30%. 
 Με τις διατάξεις της περ. ι' για τους βουλευτές και τα αιρετά όργανα των ο.τ.α. α' και β' βαθμού που θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα (συμπλήρωση 4 ή 8 ετών κατά περίπτωση) από 1-1-2013 και μετά, το όριο ηλικίας συνταξιοδότησής τους αυξάνεται από το 65ο έτος στο 67ο.
  Με τις διατάξεις της περ. ια' ορίζεται ότι τα οριζόμενα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής για τις βουλευτικές συντάξεις, έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τις συντάξεις των Προέδρων και Αντιπροέδρων της Κυβέρνησης καθώς και για αυτές των Προέδρων της Βουλής. 
Με τις διατάξεις της υποπαραγράφου 2 αυξάνεται από 1-1-2013  το κατά περίπτωση όριο ηλικίας συνταξιοδότησης για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης  από την ημερομηνία αυτή και εφεξής, κατά δυο (2) έτη και καταργείται η διάταξη που προβλέπει την άμεση συνταξιοδότηση του υπαλλήλου εφόσον απολυθεί από την Υπηρεσία χωρίς υπαιτιότητά του.      
Με τις διατάξεις της υποπαραγράφου 3 η μηνιαία σύνταξη ή το άθροισμα των συντάξεων, συμπεριλαμβανομένων των επικουρικών καθώς και των μερισμάτων των Μετοχικών Ταμείων, που υπερβαίνει τα 1000ευρώ, μειώνεται ως ακολούθως:
για συνολικά καταβαλλόμενο ποσό άνω των 1.000,ευρώ και έως 1.500,00 ευρώ, μειώνεται το σύνολο του ποσού κατά 5% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.000,01 ευρώ, από 1.500,01 ευρώ έως και 2.000,00 ευρώ, μειώνεται το σύνολο του ποσού κατά 10% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.425,01 ευρώ, ενώ από 2.000,01 ευρώ και άνω, μειώνεται το σύνολο του ποσού κατά 15% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.800,01 ευρώ. ,
 Για τον προσδιορισμό του ανωτέρω κατά περίπτωση ποσοστού μείωσης, λαμβάνεται υπόψη το ποσό της σύνταξης ή των συντάξεων όπως αυτό θα έχει διαμορφωθεί την 31-12-2012 μετά την τυχόν παρακράτηση της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων και της επιπλέον εισφοράς της παρ. 14 του άρθρου 2 του ν. 4002/2011 καθώς και των τυχόν μειώσεων που επιβλήθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 1 του ν. 4024/2011 καθώς και του άρθρου 1 του ν. 4051/2012.
Με τις διατάξεις της υποπαραγράφου 4 καταργείται από 1-1-2013 για τους συνταξιούχους του Δημοσίου, γενικά, η χορήγηση δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και του Επιδόματος Αδείας.
Με τις διατάξεις της υποπαραγράφου 5 θεσπίζεται από 1-1-2013 ανώτατο όριο στη σύνταξη που καταβάλλεται στις άγαμες θυγατέρες θανόντων συνταξιούχων του Δημοσίου, το οποίο ανέρχεται στα 720ευρώ μηνιαίως. Η θέσπιση του ορίου αυτού κρίθηκε επιβεβλημένη τόσο για δημοσιονομικούς όσο και για κοινωνικοασφαλιστικούς λόγους. Ταυτόχρονα, προβλέπονται περαιτέρω περιορισμοί στο σχετικό δικαίωμα. Έτσι σε περίπτωση που η δικαιούχος έχει και άλλα εισοδήματα, αναστέλλεται η καταβολή της σύνταξης όταν το ποσό των εισοδημάτων αυτών υπερβαίνει τα 8640ευρώ ετησίως  (αναγωγή σε  ετήσια βάση του ποσού των 720ευρώ). Εάν τα εισοδήματά της είναι μικρότερα του ανωτέρω ετήσιου ποσού αλλά με συνυπολογισμό και του ποσού της κύριας σύνταξης το υπερβαίνουν, η κύρια σύνταξη των 720ευρώ μειώνεται  κατά το υπερβάλλον ποσό.
Η αναπροσαρμογή της σύνταξης των ανωτέρω προσώπων, δεν εφαρμόζεται, σε περίπτωση που αυτά είναι ανήλικα ή ανάπηρα κατά ποσοστό 67% και άνω ή σπουδάζουν.
Με τις διατάξεις της υποπαραγράφου 6 ορίζεται ότι το όριο ηλικίας του 60ού έτους ως προϋπόθεση για την καταβολή του Επιδόματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων, αυξάνεται από 1-1-2014 στο 64ο έτος τηρουμένων φυσικά ταυτόχρονα των λοιπών προϋποθέσεων καταβολής αυτού.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ 

Υποπαράγραφος Γ.1. Μισθολογικές διατάξεις του Δημοσίου τομέα

Με τις παρούσες διατάξεις ρυθμίζονται θέματα μισθολογικού περιεχομένου, τα οποία προβλέπονται στο πλαίσιο εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Προσαρμογής. Ειδικότερα:
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 1 καταργούνται, από 1-1-2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας για όλους τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ, και των ΟΤΑ. Με τις ίδιες διατάξεις καταργούνται τα επιδόματα εορτών και αδείας και για όλους τους υπαλλήλους και τους μισθωτούς των ΝΠΙΔ.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 2 αναστέλλονται, από 1-1-2013 και μέχρι το τέλος του έτους 2016, οι όμοιες του άρθρου 19 του ν. 4024/2011, αναφορικά με τη χορήγηση των Κινήτρων Επίτευξης Στόχων (ΚΕΣ) και Δημοσιονομικών Στόχων (ΚΕΔΣ) στους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ.
    Με τις διατάξεις της περίπτωσης 3, μειώνεται η αντιμισθία των προέδρων των δημοτικών και περιφερειακών συμβουλίων κατά 50%. Η μείωση αυτομάτως επεκτείνεται και στην αντιμισθία των συμπαραστατών του δημότη και της επιχείρησης και των περιφερειακών συμπαραστατών του πολίτη και της επιχείρησης.  
    Με τις διατάξεις της περίπτωσης 4 καταργείται και η καταβολή αποζημίωσης στους αιρετούς από τη συμμετοχή τους σε συνεδριάσεις των δημοτικών συμβουλίων, των οικονομικών επιτροπών των δήμων, των επιτροπών ποιότητας ζωής των δήμων και των λοιπών επιτροπών των Δημοτικών Συμβουλίων καθώς και των διοικητικών επιτροπών του άρθρου 164 του ν.3852/2010 κατ' εφαρμογή των προβλεπόμενων υποχρεώσεων που απορρέουν από το Μνημόνιο Συνεννόησης.
    Επίσης, με την περίπτωση 5, από 1.1.2013, οι αποδοχές, οι αποζημιώσεις, τα έξοδα παράστασης και οι πάσης φύσεως αμοιβές των Διοικητών, Υποδιοικητών, των Προέδρων, Αντιπροέδρων, Διευθυνόντων Συμβούλων, καθώς και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου των Ιδρυμάτων και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου των Δήμων και των Περιφερειών, καθώς και των Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου αυτών, συμπεριλαμβανομένων των Συνδέσμων των Ο.Τ.Α., αλλά και των ανωνύμων εταιρειών, στις οποίες οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης κατέχουν ποσοστό πάνω από το 50% του μετοχικού κεφαλαίου, μειώνονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%).    
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 6 μειώνονται εκ νέου οι αποδοχές των γενικών γραμματέων υπουργείων, των γενικών γραμματέων αποκεντρωμένων διοικήσεων, καθώς και των ειδικών γραμματέων υπουργείων.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 7 προβλέπεται η πλήρης ένταξη των υπαλλήλων της ΕΥΠ και της Προεδρίας της Δημοκρατίας στις διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 και συνεπώς, από 1-1-2013 και εφεξής στους εν λόγω υπαλλήλους έχουν αποκλειστική εφαρμογή οι διατάξεις του εν λόγω νόμου.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 8 προβλέπεται, από 1-1-2013, η μείωση των αποδοχών και λοιπών αποζημιώσεων των προέδρων, αντιπροέδρων και μελών όλων των Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών, καθώς και των Διοικητών, Υποδιοικητών, των Προέδρων, Αντιπροέδρων, διευθυνόντων συμβούλων και των μελών του Δ.Σ. των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ν.Π.Ι.Δ. της περίπτωσης 12 της παρούσας υποπαραγράφου, πλην των αναφερομένων στην περ. 5 κατά ποσοστό 20%. Η παράγραφος 3 του άρθρου 2 του ν. 3833/2010 (Α' 40)   καταργείται από 1.1.2013.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 9 καταργείται, από 1-1-2013, το χρονοεπίδομα που καταβάλλεται στους δικηγόρους με έμμισθη εντολή του δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 10 καταργούνται από τότε που ίσχυσαν οι διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 55 του ν. 4075/2012 (Α'89).
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 11, από 1-1-2013 καταργείται η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 58 του ν. 3528/2007 προσαύξηση αποδοχών σε όσους χορηγείται άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης στο εσωτερικό. Επιπλέον, ορίζεται ρητά ότι, στους υπαλλήλους που χορηγείται άδεια για μετεκπαίδευση ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση στο εξωτερικό, για τον υπολογισμό της προσαύξησης λαμβάνεται υπόψη μόνο ο βασικός μισθός.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 12, ορίζεται ότι οι διατάξεις που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011, δηλαδή των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1-1-2013 και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής της, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με της κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού της, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α'314), όπως έχουν τροποποιηθεί με της διατάξεις της παρ. 1 α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α'212).
Για την ομαλότερη και αποτελεσματικότερη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων μπορούν να εκδίδονται κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, οι οποίες μπορούν να ανατρέχουν στην έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας παραγράφου. 
Επίσης προβλέπεται ότι από την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων για τους εν λόγω υπαλλήλους, παύουν να εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, όπως ισχύουν, εκτός από αυτές της παραγράφου 2 για το ανώτατο όριο αποδοχών.
Με τις διατάξεις των περίπτωσης 13 έως 36 προβλέπονται, από 1-8-2012, οι μειώσεις επί των αποδοχών όλων των αμειβομένων με ειδικά μισθολόγια.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 37, προβλέπεται ότι με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών θα καθορισθεί ο χρόνος και ο τρόπος επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών, λόγω της εφαρμογής των διατάξεων που προβλέπουν την περικοπή των αποδοχών των αμειβομένων με ειδικά μισθολόγια. 
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 38 καθορίζονται θέματα που αναφέρονται στη χορήγηση χρονοεπιδόματος σε όλους τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου που αμείβονται με ειδικά μισθολόγια.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 39, για δημοσιονομικούς λόγους, οι δύο τελευταίες δόσεις της έκτακτης παροχής στους εν ενεργεία δικαστικούς λειτουργούς και μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η καταβολή των οποίων προβλέπεται για τα έτη 2012 και 2013, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 5 του ν.3620/2007 (ΦΕΚ 276 Α'), όπως ισχύει, θα καταβληθούν τα έτη 2013 και 2014, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην προτεινόμενη διάταξη. Σχετική χρονική μετακίνηση της καταβολής ισχύει και για τους συνταξιούχους δικαστικούς.

Υποπαράγραφος Γ. 2. Πληρωμή δαπανών παρελθόντων οικονομικών ετών- εκκαθάριση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων

Με την παρούσα διάταξη ρυθμίζονται ζητήματα σχετικά με την εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών και τις πληρωμές δαπανών παρελθόντων ετών, φορέων της γενικής κυβέρνησης. Ειδικότερα:
Με τις διατάξεις του αρθ. 20 του ν.3871/2010 (Α' 141), αντικαταστάθηκαν οι όμοιες του αρθ. 20 του ν.2362/1995 (Α' 247) και καταργήθηκε η ρύθμιση με την οποία παρεχόταν η δυνατότητα πληρωμής υποχρεώσεων που αναλήφθησαν καθ' υπέρβαση των εγγεγραμμένων στους οικείους προϋπολογισμούς σχετικών πιστώσεων, μετά από κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών.
Οι ανωτέρω διατάξεις, που ίσχυσαν από 1-1-2011, θεσπίστηκαν προς το σκοπό αυστηροποίησης του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την ανάληψη υποχρεώσεων από τους οικείους Διατάκτες και την αποφυγή της δημιουργίας ανεξόφλητων υποχρεώσεων προς τρίτους.
Όμως, κατά την πρώτη εφαρμογή των νέων ρυθμίσεων προέκυψαν προβλήματα σχετικά με την πληρωμή δαπανών παρελθόντων οικονομικών ετών, καθώς και του οικονομικού έτους 2011, εξαιτίας της μη έκδοσης της προαναφερόμενης κ.υ.α. και της μη προσαρμογής των οικείων φορέων στο νέο δημοσιονομικό περιβάλλον, παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν. Αποτέλεσμα όλων αυτών υπήρξε η δημιουργία ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τρίτους-πιστωτές των οικείων φορέων και η αδυναμία πληρωμής των σχετικών δαπανών με το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο.
Ενόψει των ανωτέρω και προς το σκοπό: α) τακτοποίησης των υφιστάμενων δημοσιονομικών εκκρεμοτήτων, β) άρσης του αδιεξόδου στο οποίο έχουν περιέλθει πολλοί από τους πιστωτές των δημόσιων φορέων, οι οποίοι σημειωτέον έχουν εκπληρώσει τις φορολογικές τους υποχρεώσεις προς το Δημόσιο (καταβολή φόρων εισοδήματος, ΦΠΑ κ.λπ.) για εισοδήματα που δεν έχουν πραγματοποιήσει, γ) αποφυγής άσκοπων δικαστικών διενέξεων και αποκατάστασης της πιστωτικής αξιοπιστίας του Δημοσίου,  δ) τόνωσης, τέλος, της αγοράς υπό τις παρούσες δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, με την παροχή της ανάλογης ρευστότητας προς τους δικαιούχους επιχειρηματίες, προτείνεται η κατωτέρω διάταξη με την οποία προβλέπονται συνοπτικά, τα ακόλουθα:
i.    Παροχή της δυνατότητας πληρωμής των εν λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις νομιμότητας και κανονικότητας των σχετικών δαπανών, πλην εκείνων που προβλέπουν την ύπαρξη σχετικών πιστώσεων και τη νόμιμη ανάληψη των υποχρεώσεων.
ii.    Την εγγραφή των σχετικών πιστώσεων μετά την υπογραφή μνημονίου κατανόησης που θα αποτρέπει τη δημιουργία νέων ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Επισημαίνεται, όπως άλλωστε προκύπτει και από την προτεινόμενη διάταξη ότι, οι ρυθμίσεις αυτής προωθούνται όλως εξαιρετικά για την τακτοποίηση των υφιστάμενων δημοσιονομικών εκκρεμοτήτων και σε καμία περίπτωση δεν θα αποτελέσουν προηγούμενο για τη θεραπεία παρόμοιων καταστάσεων στο μέλλον. Αυτό διασφαλίζεται με την υποπερίπτωση β' της περίπτωσης 1  με την οποία τίθενται προ των ευθυνών τους (αρθ. 3Β, ν.2362/1995, όπως ισχύει),  οι αρμόδιοι οικονομικά υπεύθυνοι των φορέων.
Η παρεχόμενη, με τις προτεινόμενες διατάξεις, δυνατότητα πληρωμής των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων περιλαμβάνει και φορείς της γενικής κυβέρνησης για τους οποίους το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο δεν προβλέπει τη δυνατότητα επιχορήγησης από τον κρατικό προϋπολογισμό. Με την προτεινόμενη διάταξη της περίπτωσης 2 παρέχεται η ευχέρεια επιχορήγησης των εν λόγω φορέων αποκλειστικά και μόνο για την εκκαθάριση των προαναφερόμενων υποχρεώσεων.
 Τα στρατιωτικά νοσοκομεία και φαρμακεία, το ΝΙΜΤΣ και το Κέντρο Εφοδιασμού Ναυτικού, πραγματοποίησαν προμήθειες χωρίς να ακολουθήσουν τις προβλεπόμενες διαδικασίες για τη διενέργεια των διαγωνισμών. Με τη ρύθμιση της περίπτωσης 3 παρέχεται η δυνατότητα εξόφλησης των υποχρεώσεων αυτών που δημιουργήθηκαν μέχρι την 31/12/2011. Ανάλογη ρύθμιση έγινε με το ν.3867/2010 για τις υποχρεώσεις των νοσοκομείων του ΕΣΥ.
Η ρύθμιση της περίπτωσης 4 κρίνεται επιβεβλημένη, διότι οι εν λόγω δαπάνες, λόγω της φύσεώς τους και του κατεπείγοντος χαρακτήρα τους, είναι απρόβλεπτες και δεν είναι δυνατόν να προηγηθεί δέσμευση των αναγκαίων τακτικών ή επιτροπικών πιστώσεων πριν τη δημιουργία της δαπάνης, σύμφωνα με το άρθρο 2 του π.δ. 113/2000. Δοθέντος ότι η αμοιβή και τα έξοδα καταβάλλονται πάντοτε απολογιστικά, μετά παρέλευση ικανού χρόνου, έως και πενταετίας από τη χορήγηση της εντολής για την πραγματοποίηση της ενέργειας που συνεπάγεται τη δαπάνη, η γνωστοποίηση των δαπανών αυτών στην αρμόδια υπηρεσία του Ν.Σ.Κ γίνεται μετά την πραγματοποίησή τους και το  πραγματικό ύψος της δαπάνης προκύπτει μόνο από την εκκαθάριση των υποβληθέντων στην υπηρεσία δικαιολογητικών. Ενδεικτικά, κατά τη χορήγηση εντολής σε δικηγορική εταιρία της αλλοδαπής για τη δικαστική εκπροσώπηση της Ελληνικής Δημοκρατίας ενώπιον αλλοδαπού δικαστηρίου ή για τη δικαστική εκπροσώπηση του Δημοσίου ενώπιον ημεδαπού δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου δεν λειτουργεί υπηρεσιακή μονάδα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, δεν μπορεί να προβλεφθεί η πορεία και η έκβαση της δίκης (συζήτηση, αναβολές, άσκηση ενδίκων μέσων), ώστε να προσδιοριστούν εκ των προτέρων η αμοιβή και τα έξοδα του νομικού παραστάτη.
Με την περίπτωση 5 επιμηκύνεται κατά ένα δεκαήμερο η προθεσμία που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου7, παράγραφος 4, του π.δ/τος 113/2010 (Α' 194), για την αποστολή στοιχείων του Μητρώου Δεσμεύσεων στις αρμόδιες Δ/νσεις του Γ.Λ.Κράτους.
Τέλος, παρέχεται η εξουσιοδότηση στον Υπουργό Οικονομικών να ρυθμίσει με απόφασή του τις λεπτομέρειες για την εφαρμογή των προτεινόμενων ρυθμίσεων.

Υποπαράγραφος Γ. 3. Δαπάνες ΕΛ.ΣΤΑΤ.

Κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού της ΕΛ.ΣΤΑΤ. τρέχοντος οικονομικού έτους έχουν προκύψει προβλήματα στην εκκαθάριση δαπανών που αφορούν: α) αμοιβές ιδιωτών συνεργατών, β) αμοιβή του νομικού Συμβούλου της Αρχής, γ) αποζημίωση για υπερωριακή απασχόληση των υπαλλήλων της ΕΛ.ΣΤΑΤ, λόγω μη τήρησης των διατάξεων που διέπουν την όλη διαδικασία πραγματοποίησης των δαπανών αυτών.
Οι εν λόγω παρεκκλίσεις οφείλονταν στον ετεροχρονισμό της απασχόλησης των ανωτέρω Συνεργατών σε σχέση με την έκδοση των σχετικών εγκριτικών αποφάσεων, στην επιτακτικά επείγουσα ανάγκη δικαστικής εκπροσώπησης της Αρχής κατά το πρώτο εξάμηνο του 2012, καθώς και στην αλλαγή του νομικού πλαισίου που διέπει την έκδοση αποφάσεων για την έγκριση υπερωριακής απασχόλησης υπαλλήλων της ΕΛ.ΣΤΑΤ. και στην ως εκ τούτου μη δυνατότητα αναδρομικής ισχύος της απόφασης που ενέκρινε τις υπερωρίες.
Κατόπιν αυτού και προκειμένου να καταστεί δυνατή η πληρωμή των προαναφερόμενων δαπανών, προτείνεται η παρούσα νομοθετική ρύθμιση.

Υποπαράγραφος Γ. 4. Ρυθμίσεις θεμάτων ΕΤΕΑΝ

Με τις προτεινόμενες διατάξεις ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τον τρόπο εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε.» και τον ειδικό τίτλο «ΕΤ.Ε.Α.Ν. Α.Ε.» προς τα πιστωτικά ιδρύματα, με σκοπό την εύρυθμη λειτουργία της. Ειδικότερα:
Με την περίπτωση 1 θεσπίζεται ως νέος και εφεξής μόνος τρόπος εξόφλησης των υποχρεώσεων της εταιρίας  προς τα πιστωτικά ιδρύματα η καταβολή μετρητών, προκειμένου η εταιρία να ανταπεξέλθει στις αυξημένες υποχρεώσεις της λόγω κατάπτωσης εγγυήσεων έναντι δανείων επιχειρήσεων, στο πλαίσιο σύστασης και λειτουργίας της.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του νόμου 3775/2009, η εταιρία εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της προς τα πιστωτικά ιδρύματα λόγω κατάπτωσης των εγγυήσεων που παρείχε, με απόδοση σε αυτά ομολόγων ειδικού σκοπού που εκδόθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο ως εισφορά  έναντι αύξησης του μετοχικού της κεφαλαίου. Η εκπλήρωση των υποχρεώσεων γινόταν με απόδοση στα πιστωτικά ιδρύματα ομολόγων τρέχουσας αξίας ίσης με την αξία των καταπιπτουσών εγγυήσεων. Ωστόσο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων η διαδικασία αυτή αποδείχθηκε επαχθής για την εταιρία, σε χρηματοοικονομικούς όρους, λόγω της χαμηλής αποτίμησης των διακρατούμενων από αυτήν ομολόγων.
Με τη προτεινόμενη διαδικασία, η εταιρία πλέον θα λαμβάνει μετρητά από το Ελληνικό Δημόσιο και θα επιστρέφει σε αυτό ισόποσης ονομαστικής αξίας ομόλογα, προκειμένου να καταβάλει μετρητά στα πιστωτικά ιδρύματα προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών της λόγω κατάπτωσης εγγύησης.
Με την περίπτωση 2, με ανάλογη, με εκείνη της προηγούμενης παραγράφου, διαδικασία, δίνεται επιπλέον η δυνατότητα στα πιστωτικά ιδρύματα να επιστρέφουν  στην Ε.Τ.Ε.ΑΝ. ΑΕ ομόλογα που είχαν λάβει έναντι κατάπτωσης εγγυήσεων εντός του 2012 και μέχρι την  έναρξη ισχύος του προτεινόμενου άρθρου και να λαμβάνουν σε μετρητά το ισόποσο της αξίας των εγγυήσεων που είχαν καταπέσει.
Στο τελευταίο εδάφιο αυτής της παραγράφου ρυθμίζονται τα θέματα που αφορούν στις προκύπτουσες μεταβολές στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας συμπληρώνοντας τις ανάλογες ισχύουσες μέχρι σήμερα ρυθμίσεις.
Με την περίπτωση 3 παρέχονται εξουσιοδοτήσεις  α. στον Υπουργό Οικονομικών, σε θέματα αρμοδιότητάς του, με  αποφάσεις του να καθορίζει, θέματα λεπτομερειακού και τεχνικού χαρακτήρα, όπως  οι ειδικότεροι όροι της διαδικασίας αντικατάστασης και επιστροφής των ομολόγων, η ακύρωση ή όχι μέρους ή του συνόλου των ομολόγων και β. στον Υπουργό Οικονομικών και στον, εποπτεύοντα την ΕΤ.Ε.ΑΝ. Α.Ε., Υπουργό Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, με κοινές αποφάσεις τους  και για θέματα συναρμοδιότητάς τους, να καθορίζουν τις αναγκαίες λεπτομέρειες για  την εφαρμογή των προηγουμένων δύο παραγράφων.
Με την περίπτωση 4 αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της παράγραφου 10 του άρθρου 22 του νόμου 3775/2009  που  προέβλεπε την αντικατάσταση ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου που διακρατεί η ΕΤΕΑΝ ΑΕ με ομόλογα μεγαλύτερης διάρκειας, συνολικής ονομαστικής αξίας πεντακοσίων εκατομμυρίων (500.000.000) ευρώ για την υλοποίηση προγραμμάτων της εταιρείας. Με τη γενόμενη αντικατάσταση της διάταξης αυτής που ουδέποτε εφαρμόσθηκε, η συνολική ονομαστική αξία των ομολόγων που αντικαθίστανται προσαρμόζεται στις τρέχουσες ανάγκες υλοποίησης  των σχετικών προγραμμάτων και ορίζεται πλέον σε εκατό εκατομμύρια (100.000.000) ευρώ.
Με την περίπτωση 5 διευκρινίζεται κατηγορηματικά για αποφυγή οποιασδήποτε αμφισβήτησης ότι κάθε αναφορά που γίνεται στη παρ. 10 του άρθρου 22 του ν.3775/2009 στη καταργηθείσα  εταιρεία ΤΕΜΠΕ ΑΕ θεωρείται ότι αφορά την  διάδοχό της ΕΤ.Ε.ΑΝ. ΑΕ
Με την περίπτωση 6 καταργείται η παράγραφος 11 του άρθρου 22 του ν.3775/2009 γιατί, μετά τις ρυθμίσεις των προηγούμενων παραγράφων, εξέλειψε ο σκοπός της.

Υποπαράγραφος  Γ.5. Ρύθμιση θεμάτων αποπληρωμής δανείων ΟΤΑ α' και β' βαθμού και λοιπών φορέων τους στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων

Με την προτεινόμενη διάταξη  ρυθμίζονται θέματα  σχετικά με την αποπληρωμή των δανείων, που έχουν λάβει από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.) οι Ο.Τ.Α. Α' και Β' βαθμού, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, που έχουν ιδρύσει αυτοί, οι Σύνδεσμοι αυτών και οι Δημοτικές Επιχειρήσεις αυτών, προκειμένου να ενισχυθεί η βιωσιμότητά τους και να διευκολυνθεί η απρόσκοπτη συνέχιση της λειτουργίας τους σε ένα ιδιαίτερα δυσμενές οικονομικό περιβάλλον.
Ειδικότερα, για την αντιμετώπιση των οικονομικών δυσχερειών, που παρουσιάζονται στους Ο.Τ.Α. Α' και Β' βαθμού, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, που έχουν ιδρύσει αυτοί, τους Συνδέσμους αυτών και τις Δημοτικές Επιχειρήσεις αυτών, από τη μείωση, λόγω της οικονομικής ύφεσης, των αποδιδόμενων Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων (Κ.Α.Π.), με την περίπτωση 1 ρυθμίζεται άπαξ η επιμήκυνση της αποπληρωμής δανειακών συμβάσεων τους με το Τ.Π.Δ. μέχρι οκτώ (8) έτη, με υποβολή σχετικής αίτησης, έως 31.12.2012, του οικείου νομικού προσώπου, μετά από απόφαση του αρμοδίου οργάνου του, στην οποία θα καθορίζεται επακριβώς ο επιθυμητός χρόνος της επιμήκυνσης. Παραλλήλως, χορηγείται, με την ίδια ως άνω διαδικασία, περίοδος χάριτος διάρκειας έως τριών (3) ετών, εντός της οποίας καταβάλλονται μόνο τόκοι και επέρχεται, για την περίοδο αυτή, μείωση του επιτοκίου των συναφθέντων δανείων κατά μισή (0,5) ποσοστιαία μονάδα.  
Με την περίπτωση 2 ορίζεται ότι η αναφερόμενη στην παρ. 1α του άρθρου 49 του ν. 3943/2011 (Α' 66) διάρκεια παράτασης αποπληρωμής των οφειλών των εκεί αναφερομένων προσώπων, ήτοι δήμων, πρώην κοινοτήτων και καθολικών διαδόχων αυτών, ως και των περιφερειών, που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις συνομολόγησης δανείων του άρθρου 264 του ν. 3852/2010 και των σε εκτέλεση αυτών εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων ή που εντάσσονται στο ειδικό πρόγραμμα για την οικονομική τους εξυγίανση του άρθρου 262 του ίδιου νόμου, επιμηκύνεται  έως δέκα (10) επιπλέον έτη.
Με την περίπτωση 3 προβλέπεται ότι η αποκλειστική προθεσμία της περ. γ της παρ. 1 του άρθρου 49 του ν. 3943/2011, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 4038/2012 (Α' 14), εντός της οποίας θα πρέπει να έχει λάβει χώρα η συνομολόγηση δανείων ισόποσων με τα πάσης φύσεως υφιστάμενα στο Τ.Π.Δ. χρεωστικά ανοίγματα των δήμων και πρώην κοινοτήτων, παρατείνεται έως τις 31.6.2013, εφόσον έχει υποβληθεί το σχετικό αίτημα το αργότερο έως  31.1.2013.
Με την περίπτωση 4 προκειμένου να διευκολυνθεί η ρευστότητα των Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού κατά την έναρξη της νέας περιόδου και να καλυφθούν επαρκώς οι λοιπές τρέχουσες υποχρεώσεις τους (μισθοδοσία κ.λπ.), αναστέλλεται η παρακράτηση των τοκοχρεολυτικών δόσεων χορηγηθέντων δανείων από το Τ.Π.Δ. για τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2012 και τα τυχόν ποσά επιστρέφονται σε αυτούς κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησής τους, θα εξοφληθούν δε αυτά, ως και οι τυχόν λοιπές ανεξόφλητες, κατά τη 1.1.2013, οφειλές τους από χορηγηθέντα δάνεια, άτοκα, εντός του έτους 2013, κατά μέγιστο σε ένδεκα (11) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από 31.1.2013, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π.Δ. 
Με την περίπτωση 5 παρατείνεται έως 30.6.2013 η προθεσμία, εντός της οποίας θα πρέπει να συναφθεί το δάνειο, που προβλέπεται στο άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 4038/2012 , με τις διατάξεις του οποίου παρέχεται η δυνατότητα στους Δήμους, που δεν μπορούν να ισοσκελίσουν τους προϋπολογισμούς τους, να εγγράψουν στο σκέλος των εσόδων και στον Κ.Α. που αφορά στα δάνεια το ποσό που αντιστοιχεί αποκλειστικά για τα χρέη που έχουν προκύψει μέχρι 31.12.2011, το οποίο θα καλυφθεί με το προαναφερθέν δάνειο από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Δ. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Υποπαράγραφος Δ.1. Tροποποίηση του ν. 3601/2007 και ν. 3864/2010

Με την περίπτωση 1 τροποποιείται το άρθρο 63Δ παράγραφος 4 του ν. 3601/2007, και ειδικότερα, αυξάνεται από τρίμηνο σε εξάμηνο, το χρονικό διάστημα εντός του οποίου η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει οριστικά το ποσό της διαφοράς κατά την παράγραφο 13 του ίδιου νόμου. Η εν λόγω τροποποίηση κρίνεται αναγκαία προκειμένου να υπάρχει επαρκής χρόνος για την ολοκλήρωση της αποτίμησης από τον ή τους νόμιμους ελεγκτές του συνόλου των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων και κατόπιν για τον οριστικό καθορισμό του ποσού από την Τράπεζα της Ελλάδος.
Με την περίπτωση 2 ορίζεται ότι τα πιστωτικά ιδρύματα πρόκειται να λάβουν σημαντική κεφαλαιακή ενίσχυση με βάση τις διατάξεις που αναλυτικά αναφέρθηκαν παραπάνω. Για το λόγο αυτό, λαμβανομένων υπόψη και παλαιότερων ενισχύσεων που έχουν ήδη λάβει τα ως άνω πιστωτικά ιδρύματα, προβλέπεται η καταβολή από αυτά άπαξ χρηματικού ποσού, συνολικού ύψους πεντακοσίων πέντε εκατομμυρίων και εξακοσίων χιλιάδων ευρώ (555.600.000), όπως αυτό θα καθορισθεί επακριβώς στην σύμβαση προεγγραφής που υπογράφεται μεταξύ του ΤΧΣ και έκαστου πιστωτικού ιδρύματος, το οποίο θα λάβει κεφαλαιακή ενίσχυση βάσει των διατάξεων του παρόντος σχεδίου νόμου. Σημειώνεται ότι το ως άνω ποσό έχει ήδη ενταχθεί στα έσοδα.
Επίσης, προστίθεται εδάφιο στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν. 3723/2008. Η ισχύουσα έως σήμερα ρύθμιση περί υποχρεωτικής σε κάθε περίπτωση καταβολής από τα πιστωτικά ιδρύματα σταθερής απόδοσης 10% επί των προνομιούχων μετοχών ιδιοκτησίας του Δημοσίου, θέτει εν αμφιβόλω τον κατά το ενωσιακό δίκαιο χαρακτηρισμό των εν λόγω μετοχών ως κυρίων στοιχείων των βασικών ιδίων κεφαλαίων των εν λόγω πιστωτικών ιδρυμάτων. Με το προστιθέμενο εδάφιο διαφυλάσσεται ο χαρακτηρισμός αυτός, χωρίς βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου.
Με την περίπτωση 3 αντικαθίσταται η έννοια του Εκτελεστικού Συμβουλίου με το ορθό Εκτελεστική Επιτροπή.
Με την περίπτωση 4 ορίζεται ότι η Εκτελεστική Επιτροπή εκπροσωπεί το Ταμείο δικαστικά και εξώδικα και ασκεί οποιαδήποτε αρμοδιότητα δεν απονέμεται ρητά στο Γενικό Συμβούλιο.
Με την περίπτωση 5 καθορίζεται ότι τον Πρόεδρο του Γενικού Συμβουλίου δύναται να αντικαθιστά οποιοδήποτε εκ των υπολοίπων μελών, εκτός βεβαίως των εκπροσώπων του Υπουργείου Οικονομικών και της Τραπέζης της Ελλάδος.
Με την περίπτωση 6 διαγράφεται η εμπλοκή της ΕΚΤ, η οποία δεν απαιτείται.
Με την περίπτωση 7 επεκτείνεται η υφιστάμενη εξουσιοδότηση προς το Υπουργικό Συμβούλιο, ώστε να δύναται να προσδιορίζει τις λεπτομέρειες της σύμβασης προεγγραφής, σε περίπτωση κάλυψης από το Ταμείο υπό αίρεση μετατρέψιμων ομολογιών.
Με την περίπτωση 8 επεκτείνεται η υφιστάμενη εξουσιοδότηση προς το Υπουργικό Συμβούλιο αναφορικά με την περαιτέρω εξειδίκευση των όρων και προϋποθέσεων κεφαλαιακής ενίσχυσης και καθορισμού των περαιτέρω όρων διάθεσης των κοινών μετοχών.
Με την περίπτωση 9, προβλέπεται ότι η θητεία του υφισταμένου διοικητικού συμβουλίου παύει αυτοδίκαια και αζημίως με τον διορισμό των μελών του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής.

Υποπαράγραφος Δ.2. Ρύθμιση θεμάτων αποκρατικοποιήσεων

Σκοπός της περίπτωσης 1 είναι η ρύθμιση θεμάτων κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου στην έκταση του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού – Αγ. Κοσμά, όπως αυτή περιγράφεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 7 του ν. 4062/2012, και η οποία αποτελείται από τις επί μέρους εκτάσεις του πρώην αεροδρομίου Ελληνικού, του Εθνικού Αθλητικού Κέντρου Νεότητας (Ε.Α.Κ.Ν.) Αγ. Κοσμά και του πρώην Ολυμπιακού Κέντρου Ιστιοπλοΐας (Μαρίνα) Αγ. Κοσμά. Λόγοι δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την ενδυνάμωση της επενδυτικής αξίας του ακινήτου και τη διευκόλυνση της  διαδικασίας αξιοποίησής του που έχει ήδη  δρομολογηθεί από το Ταμείο Αξιοποίησης της Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (το Ταμείο) και υπαγορεύουν την αποκλειστική κυριότητα του συνόλου της έκτασης του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού  Αγ. Κοσμά από το Ελληνικό Δημόσιο προκειμένου να μη διασπάται η οικονομική και νομική ενότητα του προς αξιοποίηση ακινήτου και να διασφαλίζεται η οικονομική του αξία. Η αξιοποίηση της έκτασης αυτής έχει ιδιαίτερη βαρύτητα,  καθώς αναμένεται να παρουσιάσει εξαιρετικής σημασίας οφέλη σε πολλαπλό επίπεδο - οικονομικό, δημοσιονομικό, αναπτυξιακό και περιβαλλοντικό - τόσο για την Αθήνα όσο και για τη χώρα ευρύτερα. Επιπλέον, δεδομένου ότι η πώληση μετοχικού κεφαλαίου της Ελληνικό Α.Ε. εντάσσεται στο Πρόγραμμα Αποκρατικοποιήσεων του ν. 3985/2011 είναι σαφές ότι από την ενδυνάμωση της επενδυτικής αξίας του ακινήτου, μέσω της μεταβίβασης της κυριότητας στο Ελληνικό Δημόσιο των τεσσάρων περιγραφόμενων ακινήτων εξυπηρετείται στο μέγιστο βαθμό το δημόσιο συμφέρον και, συνεπώς, δικαιολογείται απόλυτα η παρούσα νομοθετική ρύθμιση αφού η αξιοποίηση του  ακινήτου θα έχει, μεταξύ άλλων, ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της δημοσιονομικής και εν γένει οικονομικής θέσης της χώρας, την ενίσχυση της αναπτυξιακής, τουριστικής και επενδυτικής πολιτικής, καθώς και την ενίσχυση της απασχόλησης με τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
Ειδικότερα, με την υποπερίπτωση α' μεταβιβάζεται προς το Ελληνικό Δημόσιο η κυριότητα τριών (3) ακινήτων, τα οποία βρίσκονται εντός του πρώην Αεροδρομίου Ελληνικού. Τα ως άνω ακίνητα, όπως έχουν καταχωρηθεί και ορίζονται στο οικείο Υποθηκοφυλακείο, σήμερα ανήκουν κατά κυριότητα σε:
- ΕΟΤ:  έκταση 169.450 τμ περίπου, επί της οποίας έχει ανεγερθεί το κτιριακό συγκρότημα του Ανατολικού Αεροσταθμού, συνολικής επιφανείας 36.500,00 τ.μ. περίπου (κτίριο Saarinen) και το οποίο περιλαμβάνει τα κτίρια αναχωρήσεων, αφίξεων, ναυλωμένων πτήσεων, καθώς και το γειτονικό κτίριο του τελωνείου, συνολικής επιφανείας 10.000,00 τ.μ. περίπου.
- ΕΛΤΑ: κτίσμα του πρώην Αεροδρομίου Ελληνικού εμβαδού 145,28 τ.μ. περίπου, το οποίο βρίσκεται στο ισόγειο του κτιρίου με αριθμό 49Α του πρώην Δυτικού Αερολιμένα.
- Πρώην Νομαρχία Αθηνών, νυν Περιφέρεια Αττικής: έκταση του πρώην Αεροδρομίου Ελληνικού εμβαδού 40.419,00 τ.μ. περίπου.
Τα ανωτέρω ακίνητα μετά από νεότερη τοπογράφηση και μέτρηση, περιγράφονται ειδικότερα στο σχέδιο της προτεινόμενης ρύθμισης, η οποία συνοδεύεται και από σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα. Σημειώνεται ότι στην περίπτωση των ακινήτων ιδιοκτησίας  ΕΛΤΑ και ΕΟΤ έχουν επίσης εκλείψει και οι λόγοι για τους οποίους είχαν παραχωρηθεί με προγενέστερες νομοθετικές ρυθμίσεις δικαιώματα κυριότητας, καθώς ουδεμία χρήση των ακινήτων αυτών γίνεται από τον ΕΟΤ και τα ΕΛΤΑ. Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί ότι  σύμφωνα με τη νομολογία του ΣτΕ (βλ. ενδεικτ. 283/1995) γίνεται δεκτό ότι ο νομοθέτης, ιδρύοντας ν.π.δ.δ., είναι ελεύθερος να προβαίνει στην αναδιοργάνωσή τους ή την αναρρύθμιση των πόρων τους, με το σκοπό της προσαρμογής τους, μέσα στα γενικότερα πλαίσια της κρατικής οργάνωσης, προς τις συνθήκες που επικρατούν κάθε φορά.  Κατά την αναδιοργάνωση αυτή ή την αναρρύθμιση των πόρων τους ο νομοθέτης καθόλου δεν εμποδίζεται να ρυθμίσει και τα της τύχης της περιουσίας που έχει διατεθεί στα νομικά αυτά πρόσωπα ή την οποία τα πρόσωπα αυτά έχουν, εν τω μεταξύ, αποκτήσει. Και τούτο, διότι η περιουσία αυτή έχει αναγνωρισθεί στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα όχι με την έννοια της ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά με το σκοπό να εξυπηρετούνται με αυτή ή με τους πόρους από αυτή οι κρατικοί σκοποί για την εξυπηρέτηση των οποίων έχουν συσταθεί. Συνεπώς, δεν συντρέχει για τα ν.π.δ.δ. η προστασία του άρθρου 17 του Συντάγματος ούτε εμποδίζεται η ρύθμιση της τύχης της περιουσίας τους από άλλες συνταγματικές διατάξεις. Τα ίδια ισχύουν και για τα νομικά πρόσωπα που συνιστώνται από το κράτος με τη μορφή ιδιωτικού δικαίου για την εξυπηρέτηση ειδικού κρατικού σκοπού ή για την άσκηση συγκεκριμένης δημόσιας υπηρεσίας, καθόσον και τα νομικά αυτά πρόσωπα ασκούν λειτουργική αρμοδιότητα της δημόσιας διοίκησης, τελούν υπό την εξάρτηση και εποπτεία του κράτους και, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού τους ως ιδιωτικού δικαίου, αποτελούν, όπως και τα ν.π.δ.δ., «δημόσια νομικά πρόσωπα». (βλ ενδεικτ. ΕφΘεσ 1760/2000). Με δεδομένο, λοιπόν, ότι το Ελληνικό Δημόσιο, για τις ανάγκες της διαγωνιστικής διαδικασίας, πρέπει να έχει την αποκλειστική κυριότητα του συνόλου της προς αξιοποίηση έκτασης με την παρούσα ρύθμιση διασφαλίζεται η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και κάθε άλλου ακινήτου εντός των ορίων του ακινήτου του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού - Αγ. Κοσμά, όπως αυτός ορίζεται στο ν. 4062/2012.
Τέλος, με την υποπερίπτωση β' παρέχεται η νομοθετική εξουσιοδότηση με το Προεδρικό Διάταγμα με το οποίο εγκρίνεται το Σχέδιο Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού – Αγ. Κοσμά, να τροποποιούνται ή αναθεωρούνται γενικά πολεοδομικά σχέδια, εγκεκριμένα ρυμοτομικά σχέδια και σχέδια πόλης, καθώς και τοπικά ρυμοτομικά σχέδια, οι ρυθμίσεις των οποίων, κατά το μέρος που αφορούν τον Μητροπολιτικό Πόλο Ελληνικού – Αγ. Κοσμά, οφείλουν να εναρμονίζονται με το ολοκληρωμένο σχέδιο ανάπτυξης της περιοχής.
Περίπτωση 2: Με το άρθρο 1 του από 24-9-2001 π.δ. εγκρίθηκε η τροποποίηση του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου Αθηνών στην περιοχή «Γουδή», στο χώρο ανέγερσης Σχολών Αξιωματικών Χωροφυλακής, Αρχηγείου Χωροφυλακής και λοιπών υπηρεσιών χωροφυλακής που καθορίστηκε με το από 18.1.1977 π.δ. (Δ' 34) ώστε να αποχαρακτηριστεί ο παραπάνω χώρος και να καθοριστούν χώροι  Διοίκησης-Υπουργείων και κοινοχρήστου χώρου πρασίνου. Με το άρθρο 2 του ως άνω π.δ., όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3688/1998, εγκρίθηκαν όροι και περιορισμοί δόμησης μεταξύ άλλων του κτιρίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης (με στοιχεία 5,6,7,8,5) με μέγιστη συνολική δομήσιμη επιφάνεια 15.000 τ.μ. Στη συνέχεια εκδόθηκε το από 16 Ιουνίου 2011 π.δ. (Δ' 187) περί καθορισμού μέτρων προστασίας της περιοχής του όρους Υμηττού και των Μητροπολιτικών Πάρκων Γουδή-Ιλισσίων. Σύμφωνα με το ως άνω π.δ., ο μεταβιβαζόμενος με την παρούσα ρύθμιση χώρος, εντός του οποίου ευρίσκεται το κτίριο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, εντάσσεται στη Ζώνη Δ2, Περιφερειακής Προστασίας του Μητροπολιτικού Πάρκου Γουδή του ως άνω π.δ. 187Δ/2011. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 6 εδάφιο ζ του τελευταίου αυτού π.δ. οι επιτρεπόμενες χρήσεις στην περιφερειακή ζώνη των πάρκων είναι: περίθαλψη, κοινωνική πρόνοια, εκπαίδευση/έρευνα, διοίκηση, καθώς και οι επιτρεπόμενες στους Πυρήνες των Πάρκων. Συνεπώς η χρήση του εν λόγω χώρου από το Υπουργείο Δικαιοσύνης είναι συμβατή με τον σχεδιασμό του Μητροπολιτικού Πάρκου Γουδή. Η Ζώνη Δ2, στην οποία εντάσσεται το ακίνητο του Υπουργείου Δικαιοσύνης αποτελεί νησίδα εντός της Ζώνης Δ1. Η Ζώνη Δ1 συνιστά πυρήνα του μητροπολιτικού πάρκου, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 6 εδάφιο α του π.δ. 187Δ/2011 η χρήση γης στη Ζώνη Δ1 ορίζεται ως «άλσος, ελεύθεροι χώροι, αστικό πράσινο» και η έκταση της Ζώνης Δ1 αποτελεί ελεύθερο κοινόχρηστο χώρο  μητροπολιτικής εμβέλειας που εντάσσεται στο δίκτυο υπερτοπικών πόλων πολιτισμού, αθλητισμού και αναψυχής του Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθηνών. Περαιτέρω το υπό διαβούλευση και δημοσιευμένο από τον Οργανισμό Αθήνας Σχέδιο Γενικής Διάταξης του Μητροπολιτικού Πάρκου Γουδή προβλέπει εντός της Ζώνης Δ1 ένα δίκτυο οδών που εξυπηρετούν την κίνηση εντός του Πάρκου.
Η παρούσα ρύθμιση βρίσκεται σε αρμονία με το ως άνω π.δ. 187Δ/2011, αλλά και με το υπό διαβούλευση Σχέδιο Γενικής Διάταξης και πρόταση πολεοδομικής μελέτης, ως έχουν καταρτισθεί από τον Οργανισμό Αθήνας, καθώς τηρεί τη χάραξη των ζωνών Δ1 και Δ2 στην περιοχή του ακινήτου του Υπουργείου Δικαιοσύνης και υλοποιεί τον σχεδιασμό κοινοχρήστων χώρων (πρασίνου και οδών) ως ακριβέστερα εμφαίνεται στο συνημμένο ρυμοτομικό διάγραμμα. Συντρέχει εξαιρετική περίσταση να εγκριθούν οι ως άνω πολεοδομικές ρυθμίσεις σε εξειδίκευση του π.δ. 187Δ/2011 που ήδη έχουν μελετηθεί και προταθεί για την περιοχή του ακινήτου από τον Οργανισμό Αθήνας, κατά χρονική προτεραιότητα και κατά παρέκκλιση από τη διαδικασία του π.δ. 187Δ/2011, αλλά σε αρμονία με τις ουσιαστικές ρυθμίσεις αυτού, με σκοπό να μην υφίστανται εκκρεμότητες πολεοδομικής ωρίμανσης στο ακίνητο του Υπουργείου Δικαιοσύνης και να αξιοποιηθεί άμεσα για επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος από το Ταμείο, καθώς το εν λόγω ακίνητο είναι ενταγμένο στον ν. 3985/2011.     
Περίπτωση 3:Με την υπ' αριθμ. 47370/1180 κοινή απόφαση των Υπουργών ΠΕΧΩΔΕ και Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού (Δ' 202/2002) οριοθετήθηκε έκταση ΣΕΛΕΤΕ στην εκτός σχεδίου περιοχή του Δήμου Αμαρουσίου που είχε καθοριστεί ως χώρος υποδοχής εγκαταστάσεων Φιλοξενίας Εκπροσώπων Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (ΜΜΕ) και προσωπικού ασφαλείας και καθορίστηκαν όροι και περιορισμοί δόμησης ως εξής: μέγιστο ποσοστό κάλυψης 30%, συντελεστής δόμησης, 03, μέγιστος αριθμός ορόφων: 4, με μέγιστο ύψος κτιρίου: 20 μέτρα. Εντός της έκτασης αυτής οικοδομήθηκε βάσει της οικοδομικής αδείας 30/2002, η οποία αναθεωρήθηκε με την ΥΑ 15180/11-4-2005, το κτίριο του Υπουργείο Παιδείας. Σύμφωνα με το από Μαρτίου 2002 διάγραμμα κάλυψης μελέτης εφαρμογής (Β φάση) που εκπονήθηκε με εντολή της ΑΘΗΝΑ 2004 – Οργανωτική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων και της ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ Α.Ε., εντός του όλου ακινήτου 230.000 τ.μ. έχει καλυφθεί επιφάνεια 35.202,07 τ.μ. και έχει πραγματοποιηθεί συνολική δόμηση 65.029,17 τ.μ. Εξ αυτών τα 7.904,21 τ.μ. της καλυπτόμενης επιφάνειας αντιστοιχούν στην πραγματοποιηθείσα κάλυψη του κτιρίου του Υπουργείου Παιδείας, ενώ τα 28.582,82 τ.μ. της επιφάνειας δόμησης αντιστοιχούν στην πραγματοποιηθείσα δόμηση του κτιρίου του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού. Τα λοιπά κτίρια επί του όλου ακινήτου αποτελούν εγκαταστάσεις της Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε., η οποία αποτελεί καθολικό διάδοχο της Σ.Ε.Λ.Ε.Τ.Ε βάσει του άρθρου 4 παρ. 6 α) του ν. 3027/02. Ειδικότερα με τη διάταξη αυτή ορίστηκε ότι «με τη λήξη του ακαδημαϊκού έτους 2001-02 καταργείται το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου Σ.Ε.Λ.Ε.Τ.Ε. και το αρχείο της παραδίδεται στην Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε.. Η Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε. αποτελεί καθολικό διάδοχο της Σ.Ε.Λ.Ε.Τ.Ε.. Κάθε είδους κινητή και ακίνητη περιουσία και κάθε εμπράγματο δικαίωμα του νομικού προσώπου που καταργείται μεταβιβάζεται χωρίς διατυπώσεις, αυτοδικαίως και χωρίς επιβαρύνσεις στην κυριότητα της Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε.. Για τη μεταβίβαση της ακίνητης περιουσίας αρκεί σημείωση από τον υποθηκοφύλακα της μεταβίβασης στα βιβλία μετεγγραφών του οικείου υποθηκοφυλακείου, με μνεία της διάταξης αυτής. Τυχόν εκκρεμείς δίκες με διάδικο τη Σ.Ε.Λ.Ε.Τ.Ε. συνεχίζονται χωρίς διακοπή από την Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε. και στο όνομά της». Με το άρθρο 1 του ν.δ. 581/1970 η δια των διατάξεων του άρθρ. 24 του ν.δ. 3971/1959, όπως τροποποιήθηκαν από το ν.δ. 4588/1966, ιδρυθείσα Σχολή Εκπαιδευτικών Λειτουργών Επαγγελματικής και Τεχνικής Εκπαιδεύσεως (ΣΕΛΕΤΕ) κατέστη Νομικό Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, υπό την εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού. Με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου στη ΣΕΛΕΤΕ περιήλθε μεταξύ άλλων η χρήση, διοίκηση και η επικαρπία της χρησιμοποιούμενης από αυτήν ακινήτου περιουσίας, εφ' ής η κυριότητα διατηρείται υπέρ του Δημοσίου. Συντρέχει επιτακτικός, άμεσος και κατεπείγων λόγος δημοσίου συμφέροντος να κατατμηθεί το ανωτέρω ακίνητο στο τμήμα αυτού όπου στεγάζεται το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και στο λοιπό τμήμα αυτού σε συμφωνία με τους τεθέντες από την υπ' αριθμ. 47370/1180 κοινή απόφαση των Υπουργών ΠΕΧΩΔΕ και Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού όρους και περιορισμούς δόμησης, προκειμένου να καταστεί δυνατή η μεταβίβασή του και η αξιοποίηση του κτιρίου του Υπουργείου Παιδείας από το Ταμείο, καθώς το εν λόγω ακίνητο είναι ενταγμένο στο Πρόγραμμα Αποκρατικοποιήσεων που καθορίστηκε με το ν. 3985/2011. Παράλληλα εξασφαλίζεται ότι σε τίποτε δεν παραβλάπτεται η λειτουργία της Α.Σ.ΠΑΙ.ΤΕ, καθώς η τελευταία διατηρεί δικαίωμα επικαρπίας στο λοιπό τμήμα του ακινήτου και αποκτά δικαίωμα δωρεάν χρήσης των εγκαταστάσεών της.
Επιπλέον, με την περίπτωση 4, ρυθμίζονται θέματα κυριότητας επί του ακινήτου όπου στεγάζεται το Υπουργείο Υγείας, το οποίο είχε συμπεριληφθεί στην υπ' αριθ. 186/06.09.2011 Απόφαση Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων. Η ρύθμιση κρίνεται αναγκαία ενόψει της διάταξης της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του ν. 3986/2011 όπως ισχύει, η οποία απαγορεύει την καθ' οιονδήποτε τρόπο αναμεταβίβαση στον προηγούμενο κύριο πραγμάτων που έχουν μεταβιβαστεί στο Ταμείο. Ειδικότερα:
Με την υποπερίπτωση α' καταργείται η μεταβίβαση και περιέλευση του ανωτέρω ακινήτου στο Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου με την υπ' αριθ. 186/06.09.2011 Απόφαση Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων, λόγω σφάλματος στην περιγραφή αυτού.
Με την υποπερίπτωση β' συνιστώνται, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3741/1929 «περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους» και τα άρθρα 1002 και 1117 Αστικού Κώδικα, επί του ενιαίου οικοπέδου δύο (2) οριζόντιες ιδιοκτησίες, η μία εκ των οποίων αντιστοιχεί στο κτίριο όπου στεγάζεται το Εκθεσιακό και Συνεδριακό Κέντρο Αθηνών (ΕΣΚΑ) (οριζόντια ιδιοκτησία A)  και η άλλη στο κτίριο όπου στεγάζεται το Υπουργείο Υγείας (οριζόντια ιδιοκτησία B).
Με την υποπερίπτωση γ' Προβλέπεται η τροποποίηση της ανωτέρω σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και ο καθορισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών με συμβολαιογραφικό έγγραφο υποβαλλόμενο σε μεταγραφή, χωρίς δηλαδή να απαιτείται διάταξη νόμου, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, στις οποίες υπάγονται εφεξής και τα διά του παρόντας συνιστώμενα εμπράγματα δικαιώματα.
Με την υποπερίπτωση δ' μεταβιβάζεται στο Ταμείο προς αξιοποίηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3986/2011, η οριζόντια ιδιοκτησία που αντιστοιχεί στο κτίριο όπου στεγάζεται το Υπουργείο Υγείας, ενώ η οριζόντια ιδιοκτησία που αντιστοιχεί στο κτίριο όπου στεγάζεται το ΕΣΚΑ παραμένει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.
Με την υποπερίπτωση ε' προβλέπεται η καταχώριση του ΦΕΚ, στο οποίο δημοσιεύεται ο παρών νόμος, στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο Αμαρουσίου, για λόγους διασφάλισης και μεγαλύτερης δημοσιότητας ως προς τα εμπράγματα δικαιώματα που συστήνονται με το συγκεκριμένο άρθρο.
Με την υποπερίπτωση στ' ρυθμίζεται το ζήτημα της χρήσης της οριζόντιας ιδιοκτησίας που αντιστοιχεί στο κτίριο όπου στεγάζεται το ΕΣΚΑ από την ΔΕΘ Α.Ε. σύμφωνα με τους όρους του παραχωρητηρίου της «Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου» με αριθμό φακέλου 312969/ 8.2.1991, το οποίο αφορά εφεξής την συγκεκριμένη οριζόντια ιδιοκτησία και μόνο.
Περίπτωση 5: Για την ενίσχυση της διαφάνειας και της λογοδοσίας του Ταμείου για την Αξιοποίηση της Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου, προβλέπεται με την υποπερίπτωση α' ότι πέραν των εξαμηνιαίων οικονομικών καταστάσεων και του ετησίου ισολογισμού και απολογισμού του, συντάσσει και τριμηνιαίες αναφορές επί των δραστηριοτήτων και των οικονομικών καταστάσεών του, οι οποίες αναρτώνται στην ιστοσελίδα του εντός 60 ημερών από το τέλος κάθε τριμήνου. Με την υποπερίπτωση β' τροποποιείται η υφιστάμενη διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του ν.3986/2011, σύμφωνα με την οποία από τη μεταβίβαση του πράγματος ή την παραχώρηση του δικαιώματος στο Ταμείο, ο προηγούμενος κύριος ή δικαιούχος παραμένει στη διοίκηση και διαχείριση του πράγματος ή του δικαιώματος, ως εκ του νόμου εντολοδόχος του Ταμείου, χωρίς αμοιβή, υποχρεούται να το διατηρεί κατάλληλο για τον προορισμό του, σύμφωνα και με τις οδηγίες που δίνονται εγγράφως σε αυτόν από το Ταμείο και εξακολουθεί να βαρύνεται με τις δαπάνες που προκύπτουν από τη διοίκηση και διαχείριση του πράγματος ή του δικαιώματος. Προκειμένου να μην στερούνται οι πρώην ιδιοκτήτες ή δικαιούχοι πραγμάτων ή δικαιωμάτων, που μεταφέρονται στο ΤΑΙΠΕΔ, των απαραίτητων για τη λειτουργία τους προσόδων από τυχόν υφιστάμενη εκμετάλλευση τους, δεδομένου ότι άλλωστε φέρουν και το κόστος συντήρησης και διαχείρισης τους, είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί ότι τα έσοδα, μέχρι την αποκρατικοποίηση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, παραμένουν στον προηγούμενο κύριο ή ιδιοκτήτη. Για το λόγο αυτό, προβλέπεται ότι το άρθρο 719 ΑΚ (το οποίο προβλέπει ότι ο εντολοδόχος -εν προκειμένω ο πρώην ιδιοκτήτης ή δικαιούχος πράγματος ή δικαιώματος που μεταβιβάστηκε στο Ταμείο- έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα -εν προκειμένω το Ταμείο- καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της), δεν εφαρμόζεται στη σχέση εντολής που εγκαθιδρύεται εκ του νόμου μεταξύ του Ταμείου και του προηγούμενου κυρίου ή δικαιούχου.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΣΟΔΑ, ΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ 

Υποπαράγραφος Ε.1. Κώδικας Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου Ε.1. περιορίζονται σημαντικά οι ισχύουσες διατάξεις του νομοθετικού πλαισίου που εξασφαλίζει την ομοιόμορφη για κάθε κατηγορία επιτηδευματιών εμφάνιση των συναλλαγών, προκειμένου να προκύπτουν τα δεδομένα και οι απαιτήσεις εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων, στην άμεση και έμμεση φορολογία, με συγκεκριμένο, σαφή και απλό τρόπο.
Ο Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων εισήχθη για πρώτη φορά στη χώρα μας, με την ονομασία Κώδικας Φορολογικών Στοιχείων, με το διάταγμα της 7ης Ιουλίου 1952 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με τον α.ν. 4/1968, το π.δ. 99/1977 και το ισχύον π.δ. 186/1992. Σκοπός του Κώδικα δεν ήταν ο εξαναγκασμός των φορολογουμένων στην εκπλήρωση των φορολογικών τους υποχρεώσεων, αλλά η διευκόλυνσή τους στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών με την καθιέρωση ενιαίων, σαφών και λεπτομερειακών κανόνων σχετικά με την τήρηση των φορολογικών βιβλίων και την έκδοση των φορολογικών στοιχείων, ώστε να γνωρίζουν επακριβώς οι μικρομεσαίες κυρίως επιχειρήσεις τις υποχρεώσεις τους έναντι των φορολογικών αρχών σχετικά με το θέμα αυτό. Σταδιακά όμως, στο πλαίσιο της προσπάθειας για την πάταξη της φοροδιαφυγής, αποδόθηκε πολύ μεγαλύτερο βάρος στο κυρωτικό μέρος του Κώδικα με αποτέλεσμα την πρόβλεψη αυστηρότατων και υπέρογκων διοικητικών προστίμων, μη δυναμένων να εισπραχθούν κατά την λογική εκτίμηση των πραγμάτων, ακόμη και για τυπικές παραβάσεις των διατάξεών του. Επιπλέον, συνδέθηκαν στενά οι παραβάσεις των διατάξεών του με το κύρος των βιβλίων με αποτέλεσμα την εύκολη και χωρίς ουσιαστικό λόγο απόρριψη των βιβλίων και τον εξωλογιστικό προσδιορισμό των αποτελεσμάτων. Έτσι, ο Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων από εργαλείο που θα βοηθούσε τις επιχειρήσεις στην εκπλήρωση των φορολογικών τους υποχρεώσεων μεταβλήθηκε σε ένα σύστημα καταπίεσης ακόμη και των φορολογουμένων που θα ήθελαν να είναι συνεπείς με τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Επομένως το πρόβλημα του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων δεν είναι στην ουσία  οι ουσιαστικές του διατάξεις, αλλά οι διατάξεις που προβλέπουν τις διοικητικές κυρώσεις για τις παραβάσεις των διατάξεών του και καθορίζουν την επίδραση που έχουν οι παραβάσεις αυτές στο κύρος των βιβλίων. Βεβαίως και οι ουσιαστικές διατάξεις χρειάζονται εκσυγχρονισμό και βελτίωση ώστε να μη δημιουργούν στους φορολογουμένους άχρηστες υποχρεώσεις. Δεν μπορεί όμως να υποστηριχθεί σοβαρά ότι είναι δυνατή η πλήρης κατάργησή τους, διότι η έννομη τάξη δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς την ύπαρξη κανόνων ως προς τα τηρητέα βιβλία και τον τρόπο τηρήσεώς των ή ως προς τα στοιχεία που πρέπει να εκδίδονται κατά τις συναλλαγές και το περιεχόμενό τους. Άλλωστε αν δεν υπάρχουν οι κανόνες αυτοί, δεν είναι δυνατόν να αξιωθεί από τους ιδιώτες να ζητούν και να λαμβάνουν αποδείξεις κατά τις συναλλαγές τους. Σε όλες τις χώρες υπάρχουν διατάξεις για την τήρηση βιβλίων και έκδοση στοιχείων από τους φορολογουμένους, είναι δε δευτερεύον το ζήτημα αν αυτές είναι εντεταγμένες σε ιδιαίτερο νομοθέτημα ή αποτελούν μέρος του γενικού φορολογικού κώδικα.
Οι νέες ρυθμίσεις στοχεύουν στην άρση των δυσλειτουργιών που οφείλονταν στην αδυναμία του παλαιού θεσμικού πλαισίου να παρακολουθήσει την εξέλιξη της τεχνολογίας και τις νέες μορφές συναλλαγών και οικονομικών σχέσεων. Με τη φορολογική μεταρρύθμιση που ξεκίνησε το 2010 (ν. 3842/2010) τέθηκαν οι βάσεις για τη γενικευμένη και ασφαλή χρήση τεχνολογιών πληροφορικής και την ηλεκτρονική ανταλλαγή δεδομένων με σκοπό τη διασφάλιση των φορολογικών δεδομένων και την αξιοποίησή τους τόσο από τις φορολογικές αρχές όσο και από τους συναλλασσόμενους.
Ωστόσο, παρόλο που η εν λόγω φορολογική μεταρρύθμιση  εισήγαγε σημαντικές καινοτομίες για τον ηλεκτρονικό έλεγχο και τη διασφάλιση των συναλλαγών (άρθρο 20, ηλεκτρονική διαβίβαση στοιχείων, διασταυρώσεις κλπ) και παρόλο που το ηλεκτρονικό περιβάλλον που διαμορφώνεται αναμένεται  να εκσυγχρονίσει και να διασφαλίσει τις διαδικασίες, παράλληλα χρειάζεται να υπάρχουν βασικές διατάξεις για την απεικόνιση των συναλλαγών.
Οι προτεινόμενες διατάξεις λειτουργούν πλέον για τη φορολογική απεικόνιση των συναλλαγών και τις διασταυρώσεις, με κύρια κατεύθυνση τον περιορισμό των υποχρεώσεων των επιχειρήσεων, τη μείωση του λειτουργικού κόστους εφαρμογής τους και τον εξορθολογισμό τους, χωρίς να αναιρείται η λειτουργία αυτών ως ρυθμιστικού πλαισίου καταγραφής των οικονομικών δεδομένων των επιχειρήσεων και ως εργαλείου ελεγκτικών επαληθεύσεων.
Οι διατάξεις του προτεινόμενου Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών προορίζονται να εξυπηρετούν όλες τις φορολογίες και ουσιαστικά υλοποιείται ο στόχος της κατάργησης του υφιστάμενου Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων. Ειδικότερα με  τις προτεινόμενες διατάξεις:
- επιτυγχάνεται απλοποίηση, εκσυγχρονισμός και περιορισμός των γραφειοκρατικών αγκυλώσεων,
- ενισχύεται η διαφάνεια στις σχέσεις υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών και επιχειρήσεων,
- ενισχύεται το αίσθημα δικαίου των πολιτών και ενθαρρύνεται η  επιχειρηματικότητα με ταυτόχρονη διασφάλιση των συμφερόντων και των εσόδων του Δημοσίου και χωρίς να  επηρεάζονται διατάξεις, που πηγάζουν από ενωσιακές υποχρεώσεις (Οδηγία για την τιμολόγηση).
Με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών ορίζονται τα πρόσωπα που έχουν τις υποχρεώσεις των άρθρων 1 έως 10 του Κώδικα, σχετικά με την τήρηση βιβλίων, την έκδοση στοιχείων και υποβολή δεδομένων για διασταύρωση. 
Με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών ορίζεται ο σκοπός που εξυπηρετεί η απεικόνιση των συναλλαγών στα βιβλία και η έκδοση των στοιχείων.
Με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, τα βιβλία και τα στοιχεία, κατ' αρχήν, τηρούνται στην ελληνική γλώσσα και σε ευρώ. Επίσης ορίζεται σε ποιες περιπτώσεις τα βιβλία και τα στοιχεία μπορεί να τηρούνται σε ξένη γλώσσα.
Με τις παραγράφους 3 και 4 ορίζονται τα δικαιολογητικά εγγραφής στα βιβλία, που αφορούν συναλλαγή ή άλλη πράξη του υπόχρεου.
Με την παράγραφο 5 ορίζεται ο τρόπος αποστολής των τιμολογίων και των αποδείξεων λιανικής, που μπορεί να είναι είτε σε χαρτί είτε σε ηλεκτρονικά μέσα, καθώς και οι προϋποθέσεις αποστολής των τιμολογίων και των αποδείξεων λιανικής με ηλεκτρονικά μέσα.
Με την παράγραφο 6 ορίζεται ότι, ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών μπορεί να συγχωνεύει ή συνενώνει οποιοδήποτε βιβλίο ή βιβλία, στοιχείο ή στοιχεία, βιβλίο και στοιχείο ή βιβλία και στοιχεία σε άλλο, καθώς και οι προϋποθέσεις αυτής της συγχώνευσης ή συνένωσης.
Με την παράγραφο 7 ορίζονται οι διαδικασίες έκδοσης στοιχείων και τήρησης βιβλίων σε περίπτωση βλάβης μηχανήματος ή γενικά μη λειτουργίας του λογισμικού.
Με την παράγραφο 8 ορίζονται οι υποχρεώσεις των υπόχρεων απεικόνισης συναλλαγών που χρησιμοποιούν ηλεκτρονικό υπολογιστή (Η/Υ) για την τήρηση των βιβλίων ή την έκδοση των στοιχείων.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών ορίζονται οι υποχρεώσεις ως προς την τήρηση βιβλίων και έκδοση στοιχείων του Δημοσίου, ημεδαπού ή αλλοδαπού νομικού προσώπου κ.λπ. και η έκταση εφαρμογής των διατάξεων αυτών στα εν λόγω πρόσωπα.
Με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζονται τα πρόσωπα που δεν είναι υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 ορίζονται οι απαλλασσόμενοι από την υποχρέωση τήρησης βιβλίων και έκδοσης αποδείξεων λιανικής.
Με τις διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 ορίζονται αντίστοιχα οι υποχρεώσεις των επιχειρήσεων που προέρχονται από μετασχηματισμό και η καταχώριση των εξόδων πρώτης εγκατάστασης στα βιβλία των προσώπων που αφορούν.
Με τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3, 4, 5 και 6 του άρθρου 4 του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών οι υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών εντάσσονται σε δύο κατηγορίες βιβλίων (απλογραφικά και διπλογραφικά). Κριτήρια για την ένταξη αποτελούν η μορφή της επιχείρησης, το αντικείμενο των εργασιών, το ύψος των ακαθάριστων εσόδων.
Με την παράγραφο 7 ορίζεται η υποχρέωση τήρησης λογιστικών βιβλίων με την διπλογραφική μέθοδο από τον υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών που εντάσσεται σε τήρηση διπλογραφικών βιβλίων. Τα βιβλία αυτά, είτε τηρούνται χειρόγραφα, είτε μηχανογραφικά, είναι αθεώρητα, χωρίς υποχρέωση τήρησης θεωρημένου ισοζυγίου γενικού-αναλυτικών καθολικών, επί μηχανογραφικής τήρησής τους.
Με την παράγραφο 8 ορίζεται υποχρέωση τήρησης των λογιστικών βιβλίων σύμφωνα με τις αρχές και τους κανόνες του Ε.Γ.Λ.Σ. ή των κλαδικών λογιστικών σχεδίων και καθορίζεται το περιεχόμενο των λογαριασμών του γενικού και των αναλυτικών καθολικών.
Με την παράγραφο 9 ορίζεται ο τρόπος καταχώρισης των εσόδων και ορισμένων δαπανών στα ημερολόγια και καθιερώνεται νέα δυνατότητα συγκεντρωτικής καταχώρισης (μία εγγραφή) των ημερήσιων εσόδων, ανεξαρτήτως είδους και σειράς στοιχείων.
Με την παράγραφο 10 ορίζεται η τήρηση από τον πιο πάνω υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών, Μητρώου παγίων περιουσιακών στοιχείων και Βιβλίου Απογραφών και καθορίζεται το περιεχόμενο των βιβλίων αυτών. Τα βιβλία αυτά ανεξάρτητα του τρόπου τήρησής τους (χειρόγραφα ή μηχανογραφικά) είναι αθεώρητα, χωρίς την υποχρέωση καταγραφής της ποσοτικής καταμέτρησης των αποθεμάτων σε θεωρημένα έντυπα ή CD-ROM.
Με την παράγραφο 11 καθιερώνεται η υποχρέωση τήρησης ηλεκτρονικού φακέλου από τον υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών που τηρεί διπλογραφικά βιβλία. Στον φάκελο αυτό αποθηκεύονται, ανά χρήση τα δεδομένα όλων των βιβλίων που τηρούνται μηχανογραφικά και τα δεδομένα του τελευταίου προσωρινού και οριστικού ισοζυγίου. Η ρύθμιση αυτή κρίνεται απαραίτητη για τη διενέργεια του ελέγχου από τη Δ.Ο.Υ.
Με την παράγραφο 12 καθορίζεται ο χρόνος ενημέρωσης των βιβλίων που ορίζονται με τις προηγούμενες παραγράφους και συνδέεται ο χρόνος ενημέρωσης αυτών με την προθεσμία υποβολής της δήλωσης Φ.Π.Α. και φόρου εισοδήματος.
Με τις παραγράφους 13 και 14 ορίζονται οι υποχρεώσεις του υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών που συντάσσει τις ετήσιες οικονομικές του καταστάσεις, σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα.
Με την παράγραφο 15 ορίζονται τα διπλογραφικά βιβλία, που τηρούνται στο υποκατάστημα με αυτοτελή λογιστική, καθώς και τα βιβλία που προαιρετικά τηρούνται στο υποκατάστημα με εξηρτημένη λογιστική, χωρίς να ορίζεται η τήρηση διπλότυπης κατάστασης ποσοτικής καταχώρισης αποθεμάτων στο υποκατάστημα, αφού τα αποθέματά του καταχωρούνται διακεκριμένα στα βιβλία της έδρας και δεδομένα αυτά δίνονται άμεσα στον έλεγχο που γίνεται στο υποκατάστημα.
Με την παράγραφο 16 ορίζονται τα βιβλία που τηρούνται από τον υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών που εντάσσεται σε τήρηση απλογραφικών βιβλίων, είτε αυτά τηρούνται χειρόγραφα, είτε μηχανογραφικά. Τα βιβλία είναι αθεώρητα, χωρίς την υποχρέωση τήρησης επιπλέον μηνιαίας κατάστασης βιβλίου εσόδων – εξόδων επί μηχανογραφικής τήρησής του.
Με τις παραγράφους 17, 18 και 19 ορίζεται το περιεχόμενο του βιβλίου εσόδων-εξόδων και ο χρόνος ενημέρωσής του. Με τις εν λόγω παραγράφους απλοποιείται η τήρηση του βιβλίου εσόδων – εξόδων και συνδέεται ο χρόνος ενημέρωσής του με τον χρόνο υποβολής της δήλωσης Φ.Π.Α.
Με την παράγραφο 20 ορίζεται το περιεχόμενο και η προθεσμία ενημέρωσης του βιβλίου απογραφών που τηρείται από τον υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών που τηρεί απλογραφικά βιβλία και θεσπίζεται η υποχρέωση καταγραφής διακεκριμένα στο βιβλίο απογραφών της έδρας, των αποθεμάτων που βρίσκονται στο υποκατάστημα ή στον αποθηκευτικό χώρο, ανεξάρτητα του τόπου που βρίσκονται.
Με την παράγραφο 21 ορίζεται ο τρόπος καταχώρισης των εσόδων και εξόδων και καθιερώνεται νέα δυνατότητα συγκεντρωτικής καταχώρισης (μια εγγραφή) των ημερήσιων εσόδων ανεξαρτήτως είδους και σειράς στοιχείων.
Με την παράγραφο 22 ορίζεται ότι στο υποκατάστημα τηρείται μόνο βιβλίο εσόδων – εξόδων (όχι κατάσταση απογραφής), με δυνατότητα μη τήρησής του, εφόσον οι συναλλαγές του υποκαταστήματος καταχωρούνται διακεκριμένα στο βιβλίο εσόδων – εξόδων της έδρας.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 23 του άρθρου αυτού ορίζεται η υποχρέωση παροχής ασφαλών πληροφοριών για τις συναλλαγές συγκεκριμένων κατηγοριών υπόχρεων απεικόνισης συναλλαγών, όπως οι εκμεταλλευτές χώρων διαμονής ή φιλοξενίας, τα εκπαιδευτήρια, οι κλινικές ή θεραπευτήρια, τα κέντρα αισθητικής, τα γυμναστήρια, οι χώροι στάθμευσης, οι ιατροί και οι οδοντίατροι.
Με τις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου 5 του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών  ορίζονται οι υπόχρεοι σε έκδοση δελτίου αποστολής, καθώς και οι κατηγορίες των συναλλαγών που δημιουργούν την υποχρέωση έκδοσης αυτού.
Με την παράγραφο 4 ορίζονται οι προϋποθέσεις έκδοσης του συγκεντρωτικού δελτίου αποστολής, ο χρόνος έκδοσης, το περιεχόμενο, η χρονική διάρκεια αυτού, καθώς και τα φορολογικά στοιχεία (δελτίο αποστολής, τιμολόγιο – δελτίο αποστολής, απόδειξη λιανικής) που εκδίδονται από τον πωλητή, κατά την παράδοση των αγαθών που διακινήθηκαν με συγκεντρωτικό δελτίο αποστολής. Παρέχεται επίσης η δυνατότητα τήρησης θεωρημένου βιβλίου κινητής αποθήκης ανά όχημα, αντί της έκδοσης συγκεντρωτικού δελτίου αποστολής, όταν η μεταφορά γίνεται με οχήματα ιδιωτικής χρήσης. Επισημαίνεται ότι οι αποδείξεις λιανικής εκδίδονται σε περίπτωση λιανικής πώλησης αγαθών, τα οποία διακινήθηκαν με συγκεντρωτικό δελτίο αποστολής, εφόσον ο πωλητής υποχρεούται στην τήρηση βιβλίων που ορίζονται από τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών.
Με την παράγραφο 5 ορίζεται το υποχρεωτικό περιεχόμενο του δελτίου αποστολής. Δεν απαιτείται η αναγραφή της τιμής μονάδας, στα δελτία αποστολής που αφορούν τις παραδόσεις ή διακινήσεις νωπών οπωρολαχανικών, από πρόσωπο που παράγει τα προϊόντα αυτά, με σκοπό την αγορά ή την πώληση αυτών ή την πώληση για λογαριασμό του.
Με την παράγραφο 6 ορίζεται το δελτίο αποστολής ως μοναδικό συνοδευτικό φορολογικό στοιχείο αγαθών, αποκλειομένης της έκδοσης συνενωμένου δελτίου αποστολής με φορολογικό στοιχείο αξίας και αντίστροφα για την ίδια συναλλαγή. Επίσης καθορίζονται τα φορολογικά στοιχεία που πρέπει να συνοδεύουν τα αγαθά, κατά τη μεταφορά τους με φορτηγά αυτοκίνητα ιδιωτικής ή δημόσιας χρήσης ή άλλα μεταφορικά μέσα, καθώς και επί αποστολής αγαθών από πρόσωπο μη υπόχρεο σε έκδοση δελτίου αποστολής.
Με την παράγραφο 7 ορίζεται η υποχρέωση άμεσης επίδειξης του δελτίου αποστολής που συνοδεύει τα διακινούμενα αγαθά στο φορολογικό έλεγχο, καθώς και οι παράγοντες από τους οποίους εξαρτάται η χρονική διάρκεια (επικαιρότητα) αυτού.
Με την παράγραφο 8 ορίζονται οι περιπτώσεις εκείνες, οι οποίες ευθέως εξαιρούνται από την καθολικότητα της υποχρέωσης έκδοσης δελτίων αποστολής, που απορρέουν από τις υπόψη διατάξεις, όπως είναι οι διακινήσεις των ειδών που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για το χαρακτηρισμό τους ως αγαθών, οι διακινήσεις ανταλλακτικών παγίων μεταξύ εγκαταστάσεων του ίδιου υπόχρεου σε απεικόνιση συναλλαγών με βάση τις προϋποθέσεις που τίθενται, καθώς και συγκεκριμένες μεταφορές που διενεργούνται με ιδιωτικής χρήσης μεταφορικά μέσα ή μισθωμένα δημόσιας χρήσης. Επίσης εξαιρούνται της έκδοσης δελτίων αποστολής, αγαθά που διατίθενται μέσω δικτύου με συνεχή ροή (φυσικό αέριο, ηλεκτρικό ρεύμα, νερό μη ιαματικό κ.λπ.).
Με την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών ορίζονται οι κατηγορίες των συναλλαγών που δημιουργούν την υποχρέωση έκδοσης τιμολογίου στον υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών. Επίσης παρέχεται δυνατότητα τιμολόγησης, είτε από τον ίδιο τον υπόχρεο, είτε από πελάτη αυτού  (αυτοτιμολόγηση), είτε από τρίτον στον οποίο ανατίθεται η τιμολόγηση.
Με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται η έννοια των επαναλαμβανόμενων πωλήσεων (αγαθών και υπηρεσιών), τα εκδιδόμενα φορολογικά στοιχεία, το περιεχόμενο και ο χρόνος έκδοσης αυτών.
Με την παράγραφο 3 ορίζονται κάποιες ειδικές περιπτώσεις, για τις οποίες δημιουργείται υποχρέωση έκδοσης τιμολογίου από τον υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών.
Με την παράγραφο 4 ορίζονται ως υπόχρεοι έκδοσης τιμολογίου το Δημόσιο, τα ημεδαπά ή αλλοδαπά νομικά πρόσωπα και λοιπά μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα πρόσωπα, σε περίπτωση που πραγματοποιούν πωλήσεις αγαθών ή παρέχουν υπηρεσίες.
Με την παράγραφο 5 ορίζονται οι υπόχρεοι και οι προϋποθέσεις έκδοσης τιμολογίου για την αγορά αγαθών από μη υπόχρεους, ενώ ορίζεται και η υποχρέωση γνωστοποίησης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. από τον αγοραστή αγαθών ή τον λήπτη υπηρεσιών σε περίπτωση λήψης ανακριβούς τιμολογίου ή μη λήψης τιμολογίου λόγω άρνησης του αντισυμβαλλόμενου – υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών. 
Με την παράγραφο 6 επαναφέρεται το καθεστώς που ίσχυε πριν την 1.6.2010 για την έκδοση τιμολογίων στην αγορά αγροτικών προϊόντων, από αγρότες του ειδικού καθεστώτος των άρθρων 41 και 42 του ν. 2859/2000.
Με τις παραγράφους 7 και 8 ορίζονται οι προϋποθέσεις, ο χρόνος έκδοσης και το περιεχόμενο της εκκαθάρισης. Επισημαίνεται ότι παρέχεται δυνατότητα στον υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών – λήπτη υπηρεσιών, να εκδίδει εκκαθάριση έως το τέλος του δευτέρου μήνα από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου των συμβαλλομένων, υπό την προϋπόθεση ότι αφορά το σύνολο των περιπτώσεων στην ίδια διαχειριστική περίοδο.
Με τις παραγράφους 9, 10 και 11 ορίζονται τα στοιχεία που αναγράφονται στο υποχρεωτικό περιεχόμενο του τιμολογίου.
Με την παράγραφο 12 ορίζονται τα στοιχεία που αναγράφονται στο τιμολόγιο που εκδίδει ο αντιπρόσωπος οίκου εξωτερικού, για την χορηγούμενη σε αυτόν προμήθεια.
Με την παράγραφο 13 ορίζονται οι υπόχρεοι στην έκδοση πιστωτικού τιμολογίου, οι προϋποθέσεις έκδοσης και το περιεχόμενο αυτού.
Με τις παραγράφους 14 και 15 ορίζεται ο χρόνος έκδοσης του τιμολογίου (πώλησης αγαθών, παροχής υπηρεσιών, επιστροφής αγαθών, εκτέλεσης τεχνικών έργων ή εγκαταστάσεων κ.λπ.), από υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών προς άλλο υπόχρεο, το Δημόσιο και λοιπά πρόσωπα. Ειδικά για τις οριστικές πωλήσεις συγγραμμάτων αποσαφηνίζεται ότι το τιμολόγιο μπορεί  να εκδοθεί μέχρι το τέλος της διαχειριστικής περιόδου μέσα στην οποία έγινε η οριστικοποίηση, από τις αρμόδιες αρχές, της πώλησης των συγγραμμάτων.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 16 ορίζονται ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών, για τις οποίες λόγω των ιδιαιτεροτήτων τους εκδίδονται, κατά περίπτωση, τα παραστατικά που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή, τα οποία εξομοιώνονται με τιμολόγια.
Με την παράγραφο 17 ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις, βάση των οποίων πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα στην Ελλάδα, σε άλλα κράτη – μέλη της Ε.Ε. ή σε τρίτη χώρα, μπορεί να εκδίδουν τιμολόγιο εξ ονόματος και για λογαριασμό του υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών.
Με την παράγραφο 18 ορίζεται ότι ως στοιχεία που επέχουν θέση τιμολογίου, γίνονται δεκτά όλα τα έγγραφα ή μηνύματα σε χαρτί ή με ηλεκτρονική μορφή, τα οποία πληρούν τους όρους που καθορίζονται από τις κατ' ιδίαν διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών.
Με την παράγραφο 1 του άρθρου 7 του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών ορίζεται ότι ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών εκδίδει απόδειξη λιανικής για κάθε λιανική συναλλαγή, είτε πώληση αγαθών, είτε παροχή υπηρεσίας, είτε αλλαγή λιανικώς πωληθέντος αγαθού.
Με την παράγραφο 2 ορίζονται οι προϋποθέσεις έκδοσης απόδειξης επιστροφής.
Με την παράγραφο 3 ορίζεται το περιεχόμενο της απόδειξης λιανικής ή επιστροφής που εκδίδουν οι υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών, οι ασκούντες ελευθέριο επάγγελμα και οι λοιποί υπόχρεοι. Ρυθμίζεται νομοθετικά η μη αναγραφή του είδους των παρεχόμενων υπηρεσιών, στις αποδείξεις λιανικής, που εκδίδουν οι ελεύθεροι επαγγελματίες που ασκούν ιατρικό επάγγελμα. Στις περιπτώσεις αλλαγής λιανικώς πωληθέντος αγαθού, απαιτείται η αναγραφή του ονοματεπώνυμου και της διεύθυνσης του πελάτη, εφόσον η αξία του αγαθού που επιστρέφεται είναι άνω των τριάντα (30) ευρώ.
Με την παράγραφο 4 ορίζεται ο χρόνος έκδοσης για τις αποδείξεις λιανικής, τόσο για την πώληση αγαθών, όσο και για την παροχή υπηρεσιών. Επίσης, ορίζεται ο χρόνος έκδοσης της απόδειξης λιανικής στις περιπτώσεις εκτέλεσης τεχνικών έργων ή εγκαταστάσεων.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 5 ορίζεται ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού, δεν εφαρμόζονται στις συναλλαγές των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 16 του άρθρου 6, στις οποίες και παραπέμπουν. Για τις περιπτώσεις αυτές δεν εκδίδονται αποδείξεις, εφόσον εκδίδονται, κατά περίπτωση, τα παραστατικά που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 6 παρέχεται η δυνατότητα ανάθεσης της έκδοσης εισιτηρίων θεάτρων, κινηματογράφων, συναυλιών και λοιπών συναφών καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, καθώς και μεταφοράς προσώπων σε τρίτους.
Με τις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου 8 του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών καθιερώνεται η υποχρέωση έκδοσης φορτωτικών από τους μεταφορείς, τα μεταφορικά γραφεία και τους διαμεταφορείς για τη μεταφορά αγαθών και ορίζεται ο τρόπος και χρόνος έκδοσής τους, καθώς και το περιεχόμενό τους. Ειδικά στην περίπτωση που η φόρτωση των αγαθών γίνεται από τις εγκαταστάσεις του μεταφορικού γραφείου ή του διαμεταφορέα, ορίζεται υποχρέωση έκδοσης διπλότυπης κατάστασης αποστολής αγαθών, η οποία παραδίδεται στον μεταφορέα για την έκδοση συγκεντρωτικής φορτωτικής.
Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται η υποχρέωση έκδοσης φορτωτικής στην περίπτωση που ο μεταφορέας μεταφέρει δικά του αγαθά, εκτός και εάν πρόκειται για δημόσια μεταφορική επιχείρηση.
Με την παράγραφο 5 παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης διπλότυπης απόδειξης, αντί φορτωτικής, για τις μεταφορές αποσκευών που συνοδεύονται από τον ταξιδιώτη ή μικροδεμάτων ή για μεταφορές εντός της αστικής περιοχής των πόλεων ή για μεταφορές εμφόρτων ή κενών οχημάτων με πλωτά μέσα και ορίζεται το περιεχόμενό της.
Με την παράγραφο 6 ορίζεται η έκδοση και το περιεχόμενο του διορθωτικού σημειώματος μεταφοράς στις περιπτώσεις επιστροφής κομίστρων, διαπίστωσης ποσοτικών διαφορών κατά την παράδοση των αγαθών, πραγματοποίησης της μεταφοράς κατά τρόπο, τόπο και χρόνο διαφορετικό από αυτόν που αναγράφεται στη φορτωτική και για κάθε άλλη διαφορά.
Με την παράγραφο 7 παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης άλλων ισοδύναμων με τις φορτωτικές στοιχείων, για τις διεθνείς μεταφορές (οδικές, σιδηροδρομικές, θαλάσσιες ή εναέριες), εφόσον αυτά προβλέπονται από διεθνείς συμβάσεις, στις οποίες έχει προσχωρήσει και η χώρα μας.
Με την παράγραφο 8 παρέχεται, ειδικά για τις θαλάσσιες ή εναέριες μεταφορές, η δυνατότητα ανάθεσης έκδοσης των εγγράφων μεταφοράς σε αντιπρόσωπο ή σε πράκτορα, υπό την προϋπόθεση της έγκαιρης έγγραφης γνωστοποίησης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
Με την παράγραφο 9 παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης συγκεντρωτικής φορτωτικής και ορίζεται το περιεχόμενό της, στις περιπτώσεις μεταφοράς αγαθών σε πολλούς παραλήπτες από τον ίδιο φορτωτή, ο οποίος καταβάλλει και το συνολικό κόμιστρο, για διευκόλυνση των συναλλαγών.
Με την παράγραφο 10 ορίζεται η έννοια του μεταφορέα, ως εκείνου που ενεργεί τη μεταφορά αγαθών με κόμιστρο, με μεταφορικά μέσα που ανήκουν σε αυτόν ή εκμεταλλεύεται ο ίδιος και η έννοια του φορτωτή ως εκείνου που αναθέτει στο μεταφορέα το έργο της μεταφοράς.
Με την παράγραφο 11 παρέχεται, για πρώτη φορά, η δυνατότητα εναλλακτικής επιλογής μεταξύ της έκδοσης φορτωτικής και της έκδοσης τιμολογίου ή απόδειξης, υπό την προϋπόθεση της τήρησης ημερολογίου μεταφοράς, για τις μεταφορές αγαθών, με ή χωρίς την παροχή και άλλων υπηρεσιών, για τις συναλλαγές με υπόχρεους απεικόνισης συναλλαγών και πρόσωπα των παραγράφων της παραγράφου 1 του άρθρου 3 (Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και γενικά νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα). Επιπλέον, ειδικά για τα μεταφορικά γραφεία και τους διαμεταφορείς, εφόσον παρέχονται και άλλες υπηρεσίες πέραν της μεταφοράς, παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης τιμολογίου, για τις πραγματοποιούμενες μεταφορές, χωρίς την προϋπόθεση της τήρησης ημερολογίου μεταφοράς.
Με την παράγραφο 12 ρυθμίζονται οι περιπτώσεις αυτοπαράδοσης ή ιδιοχρησιμοποίησης υπηρεσιών, βάσει του ν.2859/2000 (Κώδικας Φ.Π.Α.), με την υποχρέωση έκδοσης απόδειξης αυτοπαράδοσης και τη δυνατότητα υποκατάστασής της με οποιοδήποτε άλλο στοιχείο αξίας, εφόσον αυτό φέρει την ένδειξη «απόδειξη αυτοπαράδοσης».
Με την παράγραφο 13 ρυθμίζονται θέματα σχετικά με την έκδοση των αποδείξεων δαπανών και συγκεκριμένα:
α) Ορίζονται ως υπόχρεοι για την έκδοσή τους, οι υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών και τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 για την πραγματοποίηση επαγγελματικών δαπανών, για τις οποίες ο δικαιούχος δεν υποχρεούται σε έκδοση φορολογικού στοιχείου, καθώς και οι εκμεταλλευτές επιβατηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης, για την καταβολή αμοιβών, που δεν υπάγονται σε Φ.Π.Α., σε οδηγούς.
β)   Ορίζεται το περιεχόμενό τους.
γ) Παρέχεται η δυνατότητα σύνταξης ειδικής κατάστασης, αντί της έκδοσης αποδείξεων δαπανών, για την παράδοση δώρων αξίας έως πενήντα (50) ευρώ από υπόχρεους απεικόνισης συναλλαγών σε διάφορα πρόσωπα για την επαγγελματική τους προβολή ή στα πλαίσια κοινωνικών τους υποχρεώσεων. 
δ) Παρέχεται η δυνατότητα σύνταξης κατάστασης (μισθοδοτικής), αντί της έκδοσης αποδείξεων δαπανών, για την καταβολή αμοιβών σε μισθωτούς (του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα), οι οποίοι δεν είναι υπόχρεοι σε απεικόνιση συναλλαγών από άλλη αιτία και ορίζεται επίσης, απλοποιημένη διαδικασία καταβολής μισθών, ημερομισθίων και συντάξεων μέσω τραπεζών.
Με την παράγραφο 1 του άρθρου 9 του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών ορίζεται, για μεταβατικό διάστημα, η υποχρέωση θεώρησης των στοιχείων διακίνησης και των στοιχείων αξίας λιανικών συναλλαγών. Με τις νέες διατάξεις καταργείται η θεώρηση όλων των βιβλίων καθώς και των τιμολογίων, με συνέπεια τη μείωση του γραφειοκρατικού κόστους, τόσο για τους υπόχρεους απεικόνισης συναλλαγών (επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες), όσο και για τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες.
Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας ηλεκτρονικής διαβίβασης δεδομένων στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων ή άλλες Κεντρικές Υποδομές, που ήδη είναι σε διαδικασία υλοποίησης, καταργείται η θεώρηση των φορολογικών στοιχείων αξίας.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 ορίζεται ο τόπος τήρησης των βιβλίων και των στοιχείων καθώς και η υποχρέωση επίδειξη αυτών άμεσα στον έλεγχο, όταν τηρούνται στην επαγγελματική εγκατάσταση που αφορούν ή στην προθεσμία που τίθεται από τον έλεγχο όταν αυτά τηρούνται σε άλλη επαγγελματική εγκατάσταση. Δεν απαιτείται στην τελευταία περίπτωση σχετική έγκριση από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., αλλά μόνο η υποβολή γνωστοποίησης.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 ορίζεται ο τόπος διαφύλαξης των βιβλίων και των στοιχείων, τα οποία μπορεί να φυλάσσονται και εκτός της ελληνικής επικράτειας μετά τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου που αφορούν, με υποβολή σχετικής γνωστοποίησης.   
Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 ουσιαστικά ενσωματώνονται οι σχετικές με τη διαφύλαξη τιμολογίων, διατάξεις του άρθρου 18α του Κ.Β.Σ. (Π.Δ.186/1992) στις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 5 ορίζεται ο χρόνος διαφύλαξης των βιβλίων, των στοιχείων και των ηλεκτρομαγνητικών μέσων αποθήκευσης δεδομένων βιβλίων.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 6 δίνεται η δυνατότητα σε όλους τους υπόχρεους απεικόνισης συναλλαγών να διαφυλάττουν τα φορολογικά στοιχεία, εκδοθέντα και ληφθέντα, σε μικροφίλμ ή σε ηλεκτρονική μορφή μετά την υποβολή των περιοδικών δηλώσεων του Φ.Π.Α. ή των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, περιορίζοντας έτσι σημαντικά το χρόνο αποθήκευσης.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 7 δίνεται η δυνατότητα της μη εκτύπωσης των αθεώρητων βιβλίων με την προϋπόθεση ότι τα δεδομένα τους δίνονται άμεσα όταν ζητηθούν από τον έλεγχο και η αδυναμία αναπαραγωγής των βιβλίων και των αποθηκευμένων δεδομένων που αφορούν στοιχεία εξομοιώνεται με μη τήρηση των βιβλίων και μη έκδοση των στοιχείων.
Με την παράγραφο 1 του άρθρου 10 του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών ορίζονται οι καταστάσεις που πρέπει να υποβάλλουν τα υπόχρεα πρόσωπα, προκειμένου οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών να προβαίνουν σε διασταυρωτικούς φορολογικούς ελέγχους. Με τις νέες διατάξεις καταργείται η υποβολή των ακόλουθων καταστάσεων και ισοζυγίων, δεδομένου ότι, διαπιστώθηκε ότι δεν εξυπηρετούσαν τον διασταυρωτικό φορολογικό έλεγχο:
α.  Η κατάσταση με τους γιατρούς, που περιέχει το βιβλίο μεριδολογίου γιατρών.
β. Η κατάσταση με τους υπόχρεους απεικόνισης συναλλαγών - αποθέτες, που περιέχει το βιβλίο αποθήκευσης.
γ. Η κατάσταση με τους αντισυμβαλλόμενους υπόχρεους απεικόνισης συναλλαγών του υπόχρεου σε έκδοση δελτίων κίνησης τουριστικού λεωφορείου.
δ. Το ισοζύγιο των λογαριασμών όλων των βαθμίδων της κλειόμενης χρήσης από τον υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών που τηρεί λογιστικά βιβλία.
Με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αναγκαία για διασταύρωση στοιχεία που αφορούν εισαγωγές ή εξαγωγές αγαθών λαμβάνονται από το Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα Τελωνείων.
Με την παράγραφο 3 ορίζεται το περιεχόμενο των καταστάσεων της παραγράφου 1 και απλοποιείται το περιεχόμενο αυτών με την κατάργηση της  υποχρέωση αναγραφής του επαγγέλματος, της διεύθυνσης και της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. των αντισυμβαλλομένων.
Με την παράγραφο 4 ορίζεται ο χρόνος και ο τρόπος υποβολής των καταστάσεων της παραγράφου 1 και ορίζεται ρητά ότι, οι συγκεντρωτικές καταστάσεις δεν υποβάλλονται, όταν τα δεδομένα τους διαβιβάζονται ηλεκτρονικά στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 3842/2010 (Α' 58).
Με την παράγραφο 5 ορίζονται οι εξαιρέσεις από την υποχρέωση υποβολής των καταστάσεων της παραγράφου 1 και ορίζεται, για πρώτη φορά, η μη υποχρέωση υποβολής για τα ασφάλιστρα, τις επιστροφές ασφαλίστρων και τις εκπτώσεις επί των ασφαλίστρων που αναγράφονται στα σχετικά ασφαλιστήρια συμβόλαια ή στις πρόσθετες πράξεις.
Με την παράγραφο 6 ορίζεται ο τρόπος της απόδειξης των συναλλαγών με επιταγή ή μέσω τραπεζικού λογαριασμού, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ύπαρξη των πραγματικών αντισυμβαλλομένων στις συναλλαγές. Με τις νέες διατάξεις αναπροσαρμόζεται το όριο εξόφλησης των φορολογικών στοιχείων αξίας με επιταγή ή μέσω τραπεζικού λογαριασμού για τα αγροτικά προϊόντα, ώστε να υπάρχει κοινό όριο (3.000 ευρώ) με τα λοιπά φορολογικά στοιχεία αξίας και ορίζεται ότι επιτρέπεται ο συμψηφισμός αμοιβαίων ανταπαιτήσεων μεταξύ των αντισυμβαλλομένων, σε κάθε περίπτωση και όχι μόνο μεταξύ μητρικής και θυγατρικής.
Με την παράγραφο 7 ορίζεται η υποχρέωση αναγραφής του Α.Φ.Μ. στα εκδιδόμενα, από τα πιστωτικά ιδρύματα, παραστατικά εισπράξεων και πληρωμών τοις μετρητοίς, ποσού άνω των 12.000ευρώ, καθώς και στην εξόφληση επαγγελματικών συναλλαγών, ανεξαρτήτως ποσού.
Με την παράγραφο 8 ορίζεται το βάρος της απόδειξης των συναλλαγών και ορίζεται, για πρώτη φορά, ότι η επιβεβαίωση των στοιχείων των συναλλασσομένων μπορεί να γίνεται και από βάση δεδομένων ή αρχείο υπόχρεων απεικόνισης συναλλαγών, που είναι διαθέσιμα από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, καμπτομένου στην περίπτωση αυτή του ισχύοντος φορολογικού απορρήτου.
Με τις διατάξεις του άρθρου 11 του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών ορίζονται οι εξουσίες της Φορολογικής Αρχής για την εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών.
Με τις διατάξεις του άρθρου 12 του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών ορίζονται οι εξουσίες του Υπουργού Οικονομικών σχετικά με τη ρύθμιση θεμάτων εφαρμογής των διατάξεων του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών και της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ.
Με το άρθρο 13 του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών ορίζεται ο χρόνος έναρξης ισχύος των διατάξεων του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών.

Με το άρθρο 14 του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών ορίζονται οι μεταβατικές διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών. Επίσης, γίνεται αναφορά στην ανάγκη περαιτέρω απλοποίησης και βελτίωσης των διατάξεων του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών, μέσω της επεξεργασίας των σχετικών διατάξεων από Ομάδα Εργασίας που θα συσταθεί με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και θα ολοκληρώσει το έργο της μέχρι 30.06.2013. Οι ρητά απαριθμούμενες στη διάταξη αυτή, καθώς και σε άλλες διατάξεις του Κώδικα, διατάξεις παύουν να ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2014. 

Με τις διατάξεις της περίπτωσης 2 παρατείνεται ο χρόνος παραγραφής για την πραγματοποίηση ελέγχων και την κοινοποίηση των οικείων πράξεων της φορολογικής αρχής σε πάσης φύσεως εκκρεμείς υποθέσεις, νομικών και φυσικών προσώπων. για όλες τις φορολογίες. Η παράταση αυτή κρίνεται αναγκαία λόγω αντικειμενικής δυσχέρειας ελέγχου των υποθέσεων των παραγραφόμενων χρήσεων μέχρι τις 31.12.2012 η οποία οφείλεται:
1. Στην οργανωτική αναδιάρθρωση των Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών το μεγαλύτερο μέρος της οποίας πραγματοποιήθηκε εντός του έτους 2012, και συνίσταται στην ενοποίηση Τμημάτων Ελέγχου και Δικαστικού, στις συνενώσεις  Δ.Ο.Υ., στην αναστολή λειτουργίας δικαστικών τμημάτων και τμημάτων Ελέγχου και στη μεταφορά αρμοδιοτήτων τους σε άλλες Δ.Ο.Υ.
2. Στην τεράστια έλλειψη προσωπικού που προκάλεσε η εφαρμογή του ν.4024/2011(εφεδρεία κ.λπ.) στη λειτουργία των υπηρεσιών.
3. Στη μη πλήρη μέχρι σήμερα επιχειρησιακή λειτουργία και εφαρμογή του συστήματος ELENXIS.
Με την προτεινόμενη ρύθμιση της υποπερίπτωσης α' της περίπτωσης 2  τροποποιείται η  προβλεπόμενη με τη διάταξη του άρθρου 55 παρ. 21 ν. 4002/2011 (Α' 180) ειδική διαδικασία τοποθέτησης και λήξης της θητείας των προϊσταμένων των αναφερόμενων στη διάταξη αυτή οργανικών μονάδων επιπέδου Τμήματος, Υποδιεύθυνσης και Διεύθυνσης του Υπουργείου Οικονομικών. Η διάταξη αυτή απέβλεπε στην παροχή ευελιξίας στη Διοίκηση κατά την τοποθέτηση και αντικατάσταση των υπευθύνων προϊσταμένων στις ελεγκτικές οργανικές μονάδες που συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ποσοστό οικονομικής δραστηριότητας και ως εκ τούτου φοροαποφυγής και φοροδιαφυγής. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, προβλέφθηκε συγκεκριμένα, κατ'απόκλιση από τις γενικές διατάξεις, η τοποθέτηση και η λήξη θητείας των ανωτέρω προϊσταμένων με μόνη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, για θητεία ενός έτους που μπορεί να ανανεώνεται μια ή περισσότερες φορές ή να διακόπτεται πριν τη λήξη της, με όμοια απόφαση και κύριο κριτήριο την επίτευξη των ποιοτικών και ποσοτικών στόχων που τους έχουν τεθεί. Με την ίδια διάταξη προστέθηκε ότι με την απόφαση τοποθέτησης καθορίζονται ποσοτικοί και ποιοτικοί στόχοι για κάθε οργανική μονάδα, οι οποίοι ελέγχονται ανά τρίμηνο. Όπως αποδεικνύεται όμως στην πράξη, η ανωτέρω διάταξη παρουσιάζει σημαντικές δυσκολίες εφαρμογής, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται δυνατή η επίτευξη του σκοπού της. Ειδικότερα, οι υπουργικές αποφάσεις τοποθέτησης προϊσταμένων οργανικών μονάδων που έχουν ήδη εκδοθεί προβλέπουν ποιοτικούς και ποσοτικούς στόχους σε ετήσια και όχι τριμηνιαία βάση. Δεν καθορίζονται με τον τρόπο αυτό τα κριτήρια στη βάση των οποίων ελέγχεται ανά τρίμηνο (όπως απαιτεί το άρθρο 55 παρ. 21 ν. 4002/2011) η επίτευξη ποσοτικών και ποιοτικών στόχων για κάθε οργανική μονάδα. Περαιτέρω, ενόψει του ότι ως κύριο κριτήριο πρόωρης διακοπής της θητείας ορίζεται από την ίδια διάταξη η επίτευξη των ποιοτικών και ποσοτικών στόχων που έχουν τεθεί, δεν υφίσταται ασφάλεια δικαίου ως προς τις προϋποθέσεις εφαρμογής της νομοθετικά προβλεπόμενης δυνατότητας πρόωρης λήξης της θητείας των προϊσταμένων οργανικών μονάδων. Ωστόσο, η ανάγκη άμεσης εφαρμογής του ανά τρίμηνο ελέγχου της επίτευξης των τεθέντων ποιοτικών και ποσοτικών στόχων και της δυνατότητας αντικατάστασης των προϊσταμένων οργανικών μονάδων που δεν εκπληρώνουν τους στόχους αυτούς είναι επιτακτική ενόψει των εξαιρετικών δημοσιονομικών συνθηκών τις οποίες διέρχεται η χώρα. Στην προτεινόμενη ρύθμιση προβλέπεται πλέον ρητά ότι η απόφαση τοποθέτησης προϊσταμένων καθορίζει τους ποιοτικούς και ποσοτικούς στόχους για κάθε οργανική μονάδα ανά τρίμηνο, ενώ επίσης η επίτευξη των τεθέντων ποιοτικών και ποσοτικών στόχων ελέγχεται ανά τρίμηνο και, κατά συνέπεια, η απόφαση πρόωρης λήξης της θητείας προϊσταμένων λαμβάνεται με κύριο κριτήριο την επίτευξη των τριμηνιαίων ποιοτικών και ποσοτικών στόχων της οργανικής μονάδας. Προβλέπεται δηλαδή το ίδιο χρονικό πλαίσιο (τρίμηνο) ως προς τους τιθέμενους ποιοτικούς και ποσοτικούς στόχους, τον έλεγχο της τήρησής τους και τη δυνατότητα πρόωρης λήξης της θητείας των προϊσταμένων οργανικών μονάδων με κύριο κριτήριο τη μη επίτευξη των τεθέντων τριμηνιαίων στόχων. Προκειμένου να εξασφαλισθεί η εναλλαγή των προσώπων που υπηρετούν σε κρίσιμες θέσεις της φορολογικής διοίκησης σε τακτά χρονικά διαστήματα προβλέπεται ακόμη ότι η ετήσια θητεία των προϊσταμένων οργανικών μονάδων που τοποθετούνται σύμφωνα με την παραγράφου 21 του άρθρου 55 ν. 4002/2011 μπορεί να ανανεώνεται μέχρι δύο φορές – κατά συνέπεια, η θητεία τους δεν μπορεί να υπερβαίνει την τριετία.
Επίσης, προκειμένου να επιτευχθεί ο άμεσος έλεγχος του βαθμού  επίτευξης των τεθέντων στόχων, καθίσταται αναγκαία η προτεινόμενη ρύθμιση της υποπερίπτωσης β', με την οποία, σε περίπτωση που οι αποφάσεις τοποθέτησης, που έχουν ήδη εκδοθεί καθορίζουν ποσοτικούς και ποιοτικούς στόχους σε ετήσια βάση, οι στόχοι αυτοί κατανέμονται αναλογικά σε κάθε τρίμηνο της θητείας.
Εξάλλου, οι εξαιρετικές δημοσιονομικές συνθήκες στις οποίες βρίσκεται η χώρα καθιστούν αναγκαία την διάταξη της υποπερίπτωσης γ', με την οποία προβλέπεται η εφαρμογή της ίδιας διαδικασίας επιλογής προϊσταμένων, εκτός των οργανικών μονάδων που απαριθμούνται στην παρ. 21 του άρθρου 55 ν. 4002/2011 και σε όσες άλλες Δ.Ο.Υ. διατηρούνται σε λειτουργία.   
Με τις προτεινόμενες διατάξεις της υποπερίπτωσης ε' αναδιατυπώνεται το άρθρο 4 παρ. 3 ν. 3943/2011 (Α' 66), προκειμένου να προβλεφθεί ρητά η αξιολόγηση των Ελεγκτών Βεβαίωσης και Αναγκαστικής Είσπραξης των Εσόδων του Κράτους σε τριμηνιαία βάση στη βάση του αριθμού και του είδους των ελέγχων, καθώς και των επιτευχθέντων εσόδων. Προβλέπεται, επίσης, η σύναψη συμβολαίου αποδοτικότητας αμέσως μετά την επιλογή των ελεγκτών, στο οποίο εξειδικεύονται περαιτέρω οι συγκεκριμένοι στόχοι που οφείλουν να εκπληρώσουν.
Τέλος, με τις προτεινόμενες διατάξεις της υποπερίπτωσης στ' προβλέπεται κατ'εξαίρεση, για χρονικό διάστημα έξι μηνών, ενόψει της ανάγκης για άμεση ενίσχυση του ελεγκτικού μηχανισμού,  η επιτάχυνση της διαδικασίας επιλογής των Ελεγκτών από την προβλεπόμενη στο άρθρο 16 ν. 3943/2011 Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης και Επιλογής Προσωπικού κατόπιν συνέντευξης και ιδίως απλουστεύεται η διαδικασία για την επιλογή υπαλλήλων με τουλάχιστον διετή προηγούμενη εμπειρία σε ελεγκτικά καθήκοντα.
Κατά τα λοιπά, ως προς τα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα που απαιτούνται για την κάλυψη των θέσεων Ελεγκτών Βεβαίωσης και Αναγκα¬στικής Είσπραξης των Εσόδων του Κράτους, την ενδεχόμενη πρόβλεψη ποιοτικών και ποσοτικών κριτηρίων, καθώς και συντελεστών βαρύτητας των κριτηρίων αυτών για την επιλογή, τις προϋποθέσεις, τον τρόπο και τη διαδικασία επιλογής, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικά με την αξιολόγηση και την επιλογή των υποψήφιων Ελεγκτών εξακολουθεί να ισχύει η εξουσιοδότηση του άρθρου 4 παρ. 6 ν. 3943/2011 για τη ρύθμιση των σχετικών ζητημάτων με κοινή υπουργική απόφαση.

Υποπαράγραφος Ε. 2. Σύσταση θέσης Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων

Η συνέχεια και αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης στον κρίσιμο τομέα των δημοσίων εσόδων και η απαλλαγή της από κάθε είδους πολιτικές παρεμβάσεις, με ταυτόχρονη διασφάλιση μηχανισμών λογοδοσίας και διαφάνειας, είναι θεμελιώδους σημασίας προκειμένου να εξασφαλιστεί η πραγμάτωση των αρχών της φορολογικής δικαιοσύνης και φορολογικής ισότητας. Προκειμένου να καταστεί δυνατή η επίτευξη αυτών των στόχων και ο περιορισμός του Υπουργού Οικονομικών στην άσκηση της φορολογικής πολιτικής, σύμφωνα με τους ορισμούς του Συντάγματος, η προτεινόμενη ρύθμιση της παρούσας υποπαραγράφου προβλέπει τη σύσταση στο Υπουργείο Οικονομικών Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, της οποίας θα προΐσταται ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων και στην οποία θα υπάγονται όλες οι υπηρεσίες που υπάγονταν ως τώρα στη Γενική Γραμματεία Φορολογικών και Τελωνειακών Θεμάτων και θα μεταβιβασθούν σταδιακά οι αρμοδιότητες του Υπουργού Οικονομικών, ή του καθ'ύλην αρμόδιου Υφυπουργού Οικονομικών, που συνδέονται με την άσκηση της φορολογικής διοίκησης. Οι προτεινόμενες επιμέρους ρυθμίσεις ως προς τις αρμοδιότητες, τον τρόπο επιλογής, τη διάρκεια και τις προϋποθέσεις πρόωρης λήξης της θητείας του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων διαφοροποιούνται από τις γενικές ρυθμίσεις για τους Γενικούς Γραμματείς και τους προϊσταμένους Γενικών Γραμματειών των άρθρων 50-52 του π.δ. 63/2005 (Α'98), προκειμένου να διασφαλίσουν τον αναγκαίο βαθμό αυτονομίας στην άσκηση των καθηκόντων του.
Η περίπτωση 1 της προτεινόμενης ρύθμισης προβλέπει τη σύσταση στο Υπουργείο Οικονομικών Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, καθώς και θέσης Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ως θέσης Γενικού Γραμμα¬τέα με βαθμό 1ο της κατηγορίας Ειδικών Θέσεων, ο οποίος προΐσταται της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, καταργούμενης συγχρόνως της Γενικής Γραμματείας Φορολογικών και Τελωνειακών Θεμάτων και της θέσης του Γενικού Γραμματέα Φορολογικών και Τελωνειακών Θεμάτων.
Η περίπτωση 2 απαριθμεί τις Γενικές Διευθύνσεις και Υπηρεσίες που υπάγονται στη νεοϊδρυόμενη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων.
Η περίπτωση 3 προβλέπει ενδεικτικά (στην υποπερίπτωση 3α') μια σειρά αρμοδιοτήτων του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, που είναι απαραίτητες για να λειτουργήσει ευέλικτα και αποτελεσματικά το νέο σύστημα φορολογικής διοίκησης. Στις αρμοδιότητες αυτές συγκαταλέγονται η εισήγηση στον Υπουργό Οικονομικών του στρατηγικού σχεδιασμού της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, όπως επίσης ποιοτικών και ποσοτικών στόχων και κριτηρίων αξιολόγησης  των οργανικών μονάδων του Υπουργείου Οικονομικών που υπάγονται στην αρμοδιότητά του και του προσωπικού τους, η επιλογή των προϊσταμένων των οργανικών μονάδων και υπηρεσιών που υπάγονται στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, ο έλεγχος και η εποπτεία των εργασιών της Γενικής Γραμματείας, η υποβολή προτάσεων νομοθετικών ρυθμίσεων ή εισηγήσεων μεταβολών στην οργάνωση και τη διάρθρωση των οργανικών μονάδων και υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας, καθώς και στην κατανομή του ανθρώπινου δυναμικού, η μεταφορά διαθέσιμων πόρων μεταξύ των οργανικών μονάδων της Γενικής Γραμματείας, η λήψη μέτρων για τη διασφάλιση της διαφάνειας και την καταπολέμηση της διαφθοράς στις υπηρεσίες που υπάγονται στις αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας, συμπεριλαμβανομένης και της  κίνησης της διαδικασίας πειθαρχικής δίωξης, όπου και όπως προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία, καθώς και η οργάνωση προγραμμάτων μετεκπαίδευσης και εξειδίκευσης του προσωπικού που υπάγεται στις υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας. Μεταβατική διάταξη προβλέπει, μέχρι το διορισμό του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, την άσκηση των ανωτέρω αρμοδιοτήτων από τον Υπουργό ή τον καθ'ύλην αρμόδιο Υφυπουργό Οικονομικών.
Περαιτέρω προβλέπεται (στην υποπερίπτωση 3β) η περιέλευση στον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων περαιτέρω αρμοδιοτήτων που κατά την κείμενη νομοθεσία ασκούνται από τον Υπουργό Οικονομικών, τον αρμόδιο Υφυπουργό ή τους προϊσταμένους των οργανικών μονάδων του Υπουργείου Οικονομικών, εντός του πεδίου των αρμοδιοτήτων τους, σχετικά με την οργάνωση και άσκηση της φορολογικής διοίκησης, την εφαρμογή της φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας που άπτεται της είσπραξης εσόδων, καθώς και την παρακολούθηση και αξιολόγηση του έργου των υπαγόμενων στην αρμοδιότητά του οργανικών μονάδων του Υπουργείου Οικονομικών. Η μεταβίβαση των εν λόγω αρμοδιοτήτων γίνεται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, ή του καθ'ύλην αρμόδιου Υφυπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Προβλέπεται ρητά ότι οι αρμοδιότητες που μεταβιβάζονται στον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων δεν μπορούν να αναμεταβιβασθούν στον Υπουργό Οικονομικών με μεταγενέστερη κανονιστική διοικητική πράξη. Επιδιώκεται με τον τρόπο αυτό η ταυτόχρονη επιδίωξη δύο στόχων: Αφενός μεν η ομαλή μετάβαση στο νέο σύστημα φορολογικής διοίκησης, χωρίς τη δημιουργία κενών στο μηχανισμό είσπραξης των δημοσίων εσόδων, αφετέρου δε η διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής του νέου συστήματος, καθώς η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων δεν επιτρέπεται να ανακληθεί με μεταγενέστερη κανονιστική διοικητική πράξη. Για τη διευκόλυνση της αποτελεσματικής λειτουργίας της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, προβλέπεται περαιτέρω η δυνατότητα εκχώρησης των αναγκαίων αρμοδιοτήτων στους προϊσταμένους των οργανικών μονάδων και ειδικών αποκεντρωμένων υπηρεσιών που υπάγονται στη Γενική Γραμματεία, όπως επίσης ο ορισμός Γενικού Διευθυντή, που υπηρετεί στη Γενική Γραμματεία, ο οποίος αναπληρώνει τον Γενικό Γραμματέα σε περίπτωση προσωρινής αδυναμίας εκπλήρωσης των καθηκόντων του, καθώς και για το χρονικό διάστημα από τη λήξη της θητείας του Γενικού Γραμματέα μέχρι τον διορισμό του διαδόχου του.
Προβλέπεται επίσης (στην υποπερίπτωση 3γ) ως εγγύηση λογοδοσίας και διαφάνειας η υποχρέωση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων να υποβάλλει στον Υπουργό Οικονομικών σε ετήσια βάση αναλυτική έκθεση απολογισμού και προγραμματισμού των δραστηριοτήτων του που συζητείται στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής και αναρτάται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών.
Η περίπτωση 4 ρυθμίζει τον τρόπο επιλογής του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.  Τα απαιτούμενα ουσιαστικά προσόντα αποδεικνύουν τόσο τη θεωρητική, όσο και την πρακτική ενασχόληση με φορολογικά θέματα. Απαιτείται ειδικότερα αφενός μεν πτυχίο Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος και, κατά προτίμηση, μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών από όπου προκύπτει ιδιαίτερη ειδίκευση στη φορολογική διοίκηση ή/και το φορολογικό σύστημα, αφετέρου δε σημαντική επαγγελματική εμπειρία, κατά προτίμηση στον ιδιωτικό τομέα, σε φορολογικά θέματα, καθώς και σημαντική διοικητική εμπειρία, σε θέσεις ευθύνης, σε διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού, κατάρτιση στρατηγικών σχεδίων, διαχείριση έργων και δραστηριοτήτων, στοχοθεσία, συντονισμό ομάδων και παρακολούθηση επίτευξης στόχων. Προβλέπεται επίσης ως υποχρεωτικό προσόν για την επιλογή σε θέση Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ισχυρό ιστορικό φορολογικής συμμόρφωσης, καθώς και η γνώση ξένων γλωσσών, ιδίως δε της Αγγλικής, που αποδεικνύεται από σπουδές, δημοσιεύσεις και άλλα πρόσφορα μέσα, έτσι ώστε να καθίσταται δυνατή η άμεση πρόσβαση και αξιοποίηση καλών πρακτικών φορολογικής διοίκησης ξένων κρατών. Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων επιλέγεται και διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από εισήγηση του Υπουργού Οικονομικών, και έχει πενταετή θητεία. Η θητεία του Γενικού Γραμματέα αποσυνδέεται με τον τρόπο αυτό από τη θητεία του Υπουργού Οικονομικών, καθώς και της νομοθετικής περιόδου, προκειμένου να διασφαλισθεί η συνέχεια της δημόσιας διοίκησης στον κρίσιμο αυτό τομέα ανεξάρτητα από τις πολιτικές μεταβολές. Προβλέπεται επίσης η υπογραφή συμβολαίου αποδοτικότητας μεταξύ του Υπουργού Οικονομικών και του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, όπου περιλαμβάνονται οι υποχρεώσεις του και καθορίζονται οι ποιοτικοί και ποσοτικοί στόχοι, οι οποίοι θα πρέπει να επιτευχθούν από τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων κατά τη διάρκεια της θητείας του, όπως επίσης σε ετήσια βάση. Ως επιπρόσθετη διασφάλιση της απεξάρτησης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων από πολιτικές επιρροές προβλέπεται ότι η θητεία του μπορεί να ανανεώνεται για μία μόνο φορά με την ίδια διαδικασία. Εξάλλου, προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική υποστήριξη του Γενικού Γραμματέα στην άσκηση των καθηκόντων του, συνιστώνται μια επιπλέον θέση διοικητικού υπαλλήλου, δύο επιπλέον θέσεις ειδικού συμβούλου και δύο επιπλέον θέσεις ειδικού συνεργάτη σε σχέση με τα γενικώς ισχύοντα για τους γενικούς γραμματείς κατά τις διατάξεις του π.δ. 63/2005.
Η περίπτωση 5 προβλέπει περιοριστικά τις προϋποθέσεις πρόωρης λήξης της θητείας του Γενικού Γραμματέα Δημοδίων Εσόδων, πριν δηλαδή από την παρέλευση της προβλεπόμενης στην υποπερίπτωση 4β πενταετούς θητείας του. Εκτός από τις περιπτώσεις παραίτησης του Γενικού Γραμματέα, η θητεία του λήγει επίσης υποχρεωτικά, χωρίς να απαιτείται η τήρηση άλλης διαδικασίας, σε περίπτωση  αυτοδίκαιης θέσης σε αργία κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 103 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, Α' 26), όπως εκάστοτε ισχύει. Η θητεία του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων λήγει επίσης σε περίπτωση ανικανότητας εκτέλεσης των καθηκόντων του λόγω νόσου ή αναπηρίας, σωματικής ή πνευματικής, συνδρομής των προϋποθέσεων δυνητικής θέσης σε αργία κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 104 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007), όπως εκάστοτε ισχύει, όπως επίσης προφανούς απόκλισης από την επίτευξη των τεθέντων σύμφωνα με την υποπερίπτωση 4 β ποιοτικών και ποσοτικών στόχων. Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, η πρόωρη λήξη της θητείας του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων είναι υποχρεωτική. Για τη διαπίστωση της συνδρομής τους, όμως, προβλέπεται διαδικασία αντίστοιχη προς την επιλογή του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων και ειδικότερα εισήγηση του Υπουργού Οικονομικών και απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Οι αυστηρές προϋποθέσεις λήξης της θητείας του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων εισάγουν σημαντικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με τη γενική ρύθμιση του π.δ. 63/2005 για τους γενικούς γραμματείς των υπουργείων, προκειμένου να κατοχυρωθεί από κάθε άποψη η απεμπλοκή του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων από πολιτικές επιρροές. Κατοχυρώνονται από την άλλη πλευρά, ιδίως μέσω της δυνατότητας πρόωρης λήξης της θητείας του Γενικού Γραμματέα σε περιπτώσεις προφανούς απόκλισης ως προς την επίτευξη των τεθέντων στόχων, εγγυήσεις διασφάλισης της αποτελεσματικότητας του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
Η περίπτωση 6 προβλέπει (στην υποπερίπτωση 6α) την αναστολή της άσκησης οποιουδήποτε δημόσιου λειτουργήματος, και της άσκησης καθηκόντων σε οποιαδήποτε θέση στο Δημόσιο, Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ., νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως επίσης οποιουδήποτε επαγγέλματος κατά τη διάρκεια της θητείας του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, προκειμένου να καταστεί δυνατή η αφοσίωσή του στην άσκηση των καθηκόντων του. Ως εγγύηση διαφάνειας προβλέπεται, επίσης, ότι ο επιλεγείς σε θέση Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων οφείλει, πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του, να παύσει κάθε έννομη σχέση με εταιρία, από την οποία μπορεί να προκληθεί σύγκρουση συμφερόντων.
Στην υποπερίπτωση β της περίπτωσης 6 παρέχεται τέλος η δυνατότητα πρόβλεψης με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ετήσιας ειδικής ανταμοιβής (bonus) του Γενικού Γραμματέα ως ποσοστό επί των εισπράξεων της Γενικής Γραμματείας που υπερβαίνουν τον ετήσιο στόχο. Η διάταξη αυτή παρέχει κίνητρα για την επίτευξη των στόχων της Γενικής Γραμματείας και λαμβάνει υπόψη την ανάγκη προσέλκυσης στη θέση αυτή των καταλληλότερων προσώπων που διαθέτουν ιδιαίτερα προσόντα και σημαντική επαγγελματική εμπειρία στον ιδιωτικό τομέα.

Υποπαράγραφος Ε. 3. Τροποποίηση διατάξεων του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα

Με την προτεινόμενη διάταξη της υποπαραγράφου Ε.3. αναπροσαρμόζεται ο συντελεστής ΕΦΚ, του πετρελαίου εσωτερικής καύσης (DIESEL) κινητήρων που χρησιμοποιείται αποκλειστικά στη γεωργία από εικοσιένα (21) ευρώ ανά χιλιόλιτρο σε εξήντα έξι (66) ευρώ ανά χιλιόλιτρο για την ενίσχυση των δημοσίων εσόδων. Άλλωστε με την ως άνω αύξηση του συντελεστή για το πετρέλαιο κινητήρων που χρησιμοποιείται αποκλειστικά στη γεωργία, ο συντελεστής ΕΦΚ προσεγγίζει το μέσο κοινοτικό συντελεστή που εφαρμόζεται για την εν λόγω χρήση.  
Με την περίπτωση 2 επιχειρείται ο εξορθολογισμός της φορολογίας των βιομηχανοποιημένων καπνών και η απλοποίηση της κείμενης νομοθεσίας, όπως και η διασφάλιση των δημοσίων εσόδων, ενόψει των έκτακτων συνθηκών που επικρατούν στην οικονομία της χώρας και η δημιουργία αντικινήτρων, προκειμένου να μειωθεί η κατανάλωση σε προϊόντα επιβλαβή για τη Δημόσια Υγεία.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τη δομή και τους συντελεστές των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στα τσιγάρα και άλλα προϊόντα βιομηχανοποιημένου καπνού [COM(2008)460]:
«Οι πάγιοι φόροι μειώνουν τις σχετικές διαφορές τιμών και ελαχιστοποιούν την ποικιλότητα τιμών. Κατά συνέπεια, οι πάγιοι φόροι προσφέρονται περισσότερο από την πλευρά του παράγοντα υγεία. […] Επιπλέον, δεδομένου ότι οι φόροι αυτοί βασίζονται στις ποσότητες κατανάλωσης και όχι στις τιμές, οι πάγιοι φόροι είναι σταθερότεροι, η πρόβλεψη και η διαχείρισή τους είναι ευκολότερες, ενώ συμβάλλουν και σε μεγαλύτερη σταθερότητα των φορολογικών εσόδων.»
Στο πλαίσιο αυτό, το Υπουργείο Οικονομικών προχωρά σε μια φορολογική δομή η οποία θα διακρίνεται πλέον για την απλότητα και τη λειτουργικότητά της, θα συνίσταται στον καθορισμό αμιγώς φορολογικών συντελεστών και δεν θα συσχετίζεται με τη μέση σταθμισμένη τιμή, η οποία προκύπτει από τις τιμές των προϊόντων που διαμορφώνονται ελεύθερα στην εγχώρια αγορά. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζονται τα δημόσια έσοδα, διότι αφ' ενός η ενδυνάμωση του πάγιου στοιχείου του φόρου με αντίστοιχη μείωση του αναλογικού στοιχείου και αφ' ετέρου η σε μεγάλο μέρος αποδέσμευση του καθορισμού της φορολογίας από τις λιανικές τιμές προστατεύουν τα δημόσια έσοδα από τη μεταβλητότητα των τιμών, ενώ έτσι ενδυναμώνεται και η προβλεψιμότητά τους για τους σκοπούς της κατάρτισης και υλοποίησης του προϋπολογισμού.
Ειδικότερα: 
Με την υποπερίπτωση α της περίπτωσης 2 αντικαθίσταται η παράγραφος 1 του άρθρου 96 του ν. 2960/01 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας», κατά τρόπο ώστε να μην γίνεται  πλέον μνεία,  για τον προσδιορισμό του ειδικού φόρου κατανάλωσης των τσιγάρων, στη σταθμισμένη μέση τιμή λιανικής πώλησης αυτών, αλλά να αναφέρονται τα στοιχεία που αποτελούν το φόρο (πάγιο και αναλογικό) και ο τρόπος προσδιορισμού τους. Επίσης, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης του λεπτοκομμένου καπνού για την κατασκευή χειροποίητων (στριφτών) τσιγάρων και των άλλων καπνών για κάπνισμα προσδιορίζεται πλέον ως ποσό εκφρασμένο σε ευρώ ανά χιλιόγραμμο καθαρού βάρους (φορολογία επί της ποσότητας) και όχι ως ποσοστό επί της κατά χιλιόγραμμο τιμής λιανικής πώλησης αυτών (φορολογία κατ' αξία), σε αντιστοιχία και με το άρθρο 97 του ίδιου νόμου, το οποίο αντικαθίσταται επίσης με την επόμενη υποπαράγραφο β της ίδιας παραγράφου. Ο τρόπος προσδιορισμού του φόρου για τα λοιπά προϊόντα καπνού δεν μεταβάλλεται σε σχέση με σήμερα.
Με την υποπερίπτωση β της ίδιας περίπτωσης αντικαθίσταται το άρθρο 97 του ν. 2960/01, σχετικά με τη βάση υπολογισμού και τους συντελεστές του φόρου των διαφόρων ειδών βιομηχανοποιημένων καπνών και καθορίζονται νέοι συντελεστές φόρου για τα προϊόντα αυτά. Συγκεκριμένα:
Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του υπό αντικατάσταση άρθρου καθορίζονται οι συντελεστές φορολόγησης των τσιγάρων και προβλέπεται πάγιος φόρος ίσος με 80 ευρώ ανά φορολογική μονάδα (1.000 τεμάχια) τσιγάρων και αναλογικός φόρος ο οποίος ορίζεται στο 20% επί της λιανικής τιμής πώλησης των τσιγάρων. Επίσης ορίζεται ότι το ελάχιστο ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης  ανέρχεται στα 115 ευρώ ανά φορολογική μονάδα.
Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του υπό αντικατάσταση άρθρου παραμένουν ως έχουν.
Με τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του υπό αντικατάσταση άρθρου καθορίζεται ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης που επιβάλλεται  στο λεπτοκομμένο καπνό για την κατασκευή χειροποίητων (στριφτών) τσιγάρων και στα άλλα καπνά για κάπνισμα, ο οποίος ανέρχεται στα 153 ευρώ ανά χιλιόγραμμο καθαρού βάρους και για τα δύο είδη προϊόντων.
Αναδιατυπώνονται οι διατάξεις της παραγράφου 5 του υπό αντικατάσταση άρθρου, με τις οποίες καθορίζεται η βάση υπολογισμού του φόρου των βιομηχανοποιημένων καπνών που παράγονται κατόπιν ειδικής παραγγελίας και δεν προορίζονται για εμπορία, και συμπεριλαμβάνονται πλέον και τα προϊόντα που διατίθενται δωρεάν για σκοπούς έρευνας αγοράς, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους, συσκευασμένα σε λευκά πακέτα  χωρίς ενδείξεις και τιμή λιανικής πώλησης, για λόγους ομοιόμορφης εφαρμογής και διαφάνειας ως προς τη βάση υπολογισμού του φόρου. Η αντικατάσταση της παραγράφου αυτής καθίσταται αναγκαία, μετά την τροποποίηση των διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ν. 3730/2008 (Α' 262) από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 80 του ν. 3918/2011 (Α' 31) «Διορθωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις», με τις οποίες εξαιρείται η διανομή προϊόντων καπνού για σκοπούς έρευνας αγοράς, από τη γενική απαγόρευση δωρεάν διανομής των προϊόντων αυτών.
Επιπλέον, αναδιατυπώνονται οι διατάξεις των παραγράφων 6 και 7 του υπό αντικατάσταση άρθρου, σχετικά με τη βάση υπολογισμού του φόρου των βιομηχανοποιημένων καπνών που αποτελούν αντικείμενο λαθρεμπορίας, καθώς και εκείνων που διακινούνται υπό καθεστώς αναστολής, στις περιπτώσεις που δεν έχει καθοριστεί η τιμή λιανικής πώλησής τους, δηλαδή δεν διατίθενται στην εγχώρια κατανάλωση. Η αναδιατύπωση αυτή καθίσταται αναγκαία, ώστε οι διατάξεις αυτές να  αφορούν μόνο τα τσιγάρα και τα πούρα και πουράκια, στα οποία ο ειδικός φόρος κατανάλωσης υπολογίζεται σε σχέση με την τιμή λιανικής πώλησης και απαιτείται ο καθορισμός συγκεκριμένης τιμής επί της οποίας επιβάλλεται ο φόρος για λόγους ομοιόμορφης εφαρμογής και διαφάνειας ως προς τη βάση υπολογισμού του φόρου.
Επίσης, προστίθεται νέα παράγραφος 8, αναφορικά με τον καθορισμό της σταθμισμένης μέσης τιμής λιανικής πώλησης των τσιγάρων για σκοπούς εφαρμογής των παραγράφων 6 και 7 του υπό αντικατάσταση άρθρου.
Με την υποπερίπτωση γ της ίδιας παραγράφου αντικαθίσταται το άρθρο 98 του ν. 2960/01 προκειμένου οι πλασματικές τιμές λιανικής πώλησης για τα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του να χρησιμοποιούνται μόνο στα προϊόντα που η τιμή λιανικής πώλησης χρησιμοποιείται ως βάση επιβολής του φόρου. Εκτός αυτού, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 98 τα βιομηχανοποιημένα καπνά που προέρχονται από τα άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. και κατέχονται από ιδιώτες για ατομική τους χρήση, καθόσον η φορολογική αντιμετώπιση αυτών προβλέπεται από άλλες διατάξεις του Ε.Τ.Κ. (άρθρο 59 κ.λπ.).
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 3  προβλέπεται η θέση σε ισχύ των διατάξεων του άρθρου από την κατάθεση του παρόντος σχεδίου νόμου.

Υποπαράγραφος Ε.4. Τροποποίηση διατάξεων Κώδικα Φ.Π.Α.

Με τις διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου επέρχεται αντικατάσταση των δύο πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του άρθρου 41 του Κώδικα ΦΠΑ (ν. 2859/2000), με την οποία μειώνεται από 11% σε 6% ο κατ' αποκοπή συντελεστής επιστροφής φόρου. Σκοπός της προτεινόμενης ρύθμισης είναι αφενός ο περιορισμός της έκδοσης και λήψης πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων τα οποία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την επιστροφή ΦΠΑ από την πλευρά των αγροτών, με συνέπεια τον περιορισμό κινδύνου αδικαιολόγητης επιστροφής ΦΠΑ και αφετέρου η πλήρωση της δέσμευσης υιοθέτησης προαπαιτούμενων δράσεων στα πλαίσια της δημοσιονομικής εξυγίανσης. Συνεπεία της ανωτέρω μείωσης προτείνεται η μείωση και του συντελεστή επιστροφής που προβλέπεται για τις πωλήσεις αγροτικών προϊόντων που πραγματοποιούνται από τους ίδιους τους αγρότες και οι οποίες υπάγονται στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ, από 5% στο 3% (πωλήσεις από δικό τους κατάστημα, στις λαϊκές αγορές, εξαγωγές).

Υποπαράγραφος Ε. 5. Τροποποίηση διατάξεων του ν. 718/1977

Με τις προτεινόμενες διατάξεις τροποποίησης του ν.718/77, αναθεωρείται εξ ολοκλήρου το πλαίσιο της άσκησης της τελωνειακής αντιπροσώπευσης καθώς προβλέπεται ότι οι εκτελωνιστικές εργασίες δύναται να διενεργούνται για λογαριασμό του κυρίου του εμπορεύματος, με άμεση ή έμμεση αντιπροσώπευση, όχι μόνο από τα πρόσωπα που ασκούν κατ' επάγγελμα την τελωνειακή αντιπροσώπευση (εκτελωνιστές) αλλά και από κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, τα οποία δεν απαιτείται να πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια.
Επιπλέον, καταργούνται πλήρως οι αδικαιολόγητοι περιορισμοί στην πρόσβαση και την άσκηση του επαγγέλματος του εκτελωνιστή κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2 και 3 του ν.3919/2011 και καταργείται η υποχρέωση της πρακτικής άσκησης σε εκτελωνιστικό γραφείο προκειμένου  να ασκηθεί το επάγγελμα. 
Ειδικότερα,  οι ουσιαστικές τροποποιήσεις έχουν ως ακολούθως:
Τροποποιούνται τα άρθρα 1, 2 και 3 και ορίζεται ότι οι εκτελωνιστικές εργασίες για λογαριασμό του κυρίου του εμπορεύματος μπορούν να διενεργούνται, σε κάθε περίπτωση (εισαγωγή, εξαγωγή) και από άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, πλην των εκτελωνιστών, για τα οποία δεν προβλέπεται η πλήρωση συγκεκριμένων κριτηρίων.
Ουσιαστικά, τελωνειακή αντιπροσώπευση δύναται να ασκηθεί από κάθε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό και συγκεκριμένα από τον υπάλληλο του κυρίου του εμπορεύματος, τον εκτελωνιστή/ εκτελωνιστική εταιρεία και από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εφόσον αυτό, έχει εξουσιοδοτηθεί σχετικά, διαθέτει ενεργό ελληνικό Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ), αριθμό καταχώρησης και αναγνώρισης EORI και είναι εγκατεστημένο σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  
Επιπλέον ορίζεται ότι η αντιπροσώπευση μπορεί να είναι άμεση ή έμμεση και καθορίζεται η έννοια του εκτελωνιστή και της εκτελωνιστικής εταιρείας.
Καταργείται το άρθρο 4 το οποίο αναφέρεται στην προστασία του επαγγέλματος του εκτελωνιστή, καθόσον με την ριζική αλλαγή του πλαισίου της αντιπροσώπευσης και συγκεκριμένα με την παροχή δυνατότητας άσκησης της τελωνειακής αντιπροσώπευσης και από κάθε άλλο πρόσωπο πλην των εκτελωνιστών, οι διατάξεις αυτές παρέλκουν. 
Τροποποιείται το άρθρο 5 προκειμένου να καταργηθεί ο περιορισμός της άσκησης του επαγγέλματος του εκτελωνιστή σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιφέρειες της χώρας.
Τροποποιείται το άρθρο 7 προκειμένου να καταργηθεί ο περιορισμός της ιθαγένειας για την συμμετοχή στις εξετάσεις για την απόκτηση του πτυχίου του εκτελωνιστή (δίνεται η δυνατότητα συμμετοχής στις εξετάσεις πλέον των Ελλήνων πολιτών και των πολιτών άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.
Επιπλέον, καταργούνται οι ηλικιακοί περιορισμοί για τη συμμετοχή στις εξετάσεις για την απόκτηση πτυχίου εκτελωνιστή και συγκεκριμένα το κατώτατο όριο του 21ο έτους της ηλικίας και το ανώτατο όριο του 55ου έτους αυτής.
Τέλος, καταργείται και η υποχρέωση εκπλήρωσης των στρατιωτικών υποχρεώσεων των υποψηφίων για συμμετοχή στις εξετάσεις
Τροποποιείται το άρθρο 8 προκειμένου ο διαγωνισμός για την απόκτηση πτυχίου εκτελωνιστή να διενεργείται πιο συχνά σε σύγκριση με την προβλεπόμενη από τις τροποποιούμενες διατάξεις διεξαγωγή τους ανά τρία έτη.
Τροποποιείται το άρθρο 9 και ορίζεται ότι ο εκτελωνιστής μετά την επιτυχία του στις εξετάσεις λαμβάνει πιστοποίηση επάρκειας για την κατ' επάγγελμα διενέργεια εκτελωνιστικών εργασιών, χωρίς να προβλέπεται πλέον ως προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος, η προβλεπόμενη από τις τροποποιούμενες διατάξεις πρακτική άσκηση σε εκτελωνιστικό γραφείο.
Τροποποιείται το άρθρο 10 και προβλέπεται ότι και οι εκτελωνιστές, όπως και όλα τα λοιπά πρόσωπα, τα οποία δύναται να ασκούν τελωνειακή αντιπροσώπευση, μπορούν να ασκούν είτε άμεση, είτε έμμεση αντιπροσώπευση, ενώ ταυτόχρονα καταργείται ο περιορισμός της άσκησης του επαγγέλματος του εκτελωνιστή μόνο ως ελεύθερου επαγγέλματος.
Τροποποιείται το άρθρο 11 απλοποιώντας ορισμένες διαδικασίες που προβλέπονται για τις εξουσιοδοτήσεις και συγκεκριμένα την πρόβλεψη για την κατάθεσή των γενικών και αόριστων εξουσιοδοτήσεων καθώς και την έκδοση από τις επιτροπές του άρθρου 18 ειδικού δελτίου εξουσιοδοτήσεων για τους υπαλλήλους των εξαγωγικών επιχειρήσεων.
Τροποποιείται το άρθρο 12 προκειμένου, για λόγους διασφάλισης του Δημοσίου συμφέροντος, να προβλεφθεί η ευθύνη έναντι του Δημοσίου και για τα λοιπά πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, τα οποία ασκούν τελωνειακή αντιπροσώπευση, πλην των εκτελωνιστών. 
Τροποποιείται το άρθρο 13 προκειμένου να καταργηθούν ορισμένα καθήκοντα και  υποχρεώσεις των εκτελωνιστών, οι οποίες κρίνεται ότι δεν υπάρχει λόγος να ορίζονται στον νόμο, όπως είναι π.χ. «να διάγουν ευπρεπώς», «να διεκπεραιώνουν την εκτελωνιστική εργασία άνευ καθυστερήσεων.
Μεταξύ των ανωτέρω υποχρεώσεων που καταργούνται συμπεριλαμβάνονται και η υποχρέωσή τους να μην συστήνουν  οποιασδήποτε κερδοσκοπικού χαρακτήρα εταιρεία και η άσκηση του επαγγέλματος μόνο ατομικά ή μέσω της εκτελωνιστικής Ομόρρυθμης εταιρείας.
Καταργείται το άρθρο 15 προκειμένου απαλειφθεί η προβλεπόμενη στο άρθρο αυτό αρμοδιότητα της πειθαρχικής Επιτροπής του άρθρου 18 να επιλαμβάνεται για την επίλυση χρηματικών διαφορών μεταξύ των εκτελωνιστών και των εντολέων τους.
Το άρθρο 16 τροποποιείται και αναμορφώνεται η άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας στους εκτελωνιστές όσον αφορά τις πειθαρχικές ποινές και πρόστιμα.
Τροποποιείται το άρθρο 20, ορίζοντας ότι για τη συμμετοχή των μελών στο Πειθαρχικό Συμβούλιο δεν προβλέπεται καμμία πρόσθετη αμοιβή
Τροποποιείται το άρθρο 21 και καταργείται η υποχρέωση των εκτελωνιστών να υποβάλλουν στις αρμόδιες για την άσκηση του πειθαρχικού ελέγχου επιτροπές του άρθρου 18 του ν.718/77, πιστοποιητικό ποινικού μητρώου κάθε τρία χρόνια.
Καταργείται το άρθρο 22  προκειμένου να μην προβλέπεται η ανάκληση του πτυχίου και της άδειας ασκήσεως του εκτελωνιστή στις περιπτώσεις των εκτελωνιστών που απέχουν από την άσκηση του επαγγέλματός πάνω από ένα έτος.
Καταργείται το άρθρο 23 και συγκεκριμένα η υποχρέωση τους να φέρουν ειδικό σήμα εντός των τελωνειακών χώρων κατά την εκτέλεση των εργασιών τους.
Καταργείται το άρθρο 24 με το οποίο ρυθμίζονταν θέματα που αφορούν το όριο ηλικίας εξόδου από το επάγγελμα του εκτελωνιστή.
Καταργείται το άρθρο 25 με το οποίο προβλέπονταν η δυνατότητα θέσπισης με Υπουργικές Αποφάσεις  ανώτατων ή κατώτατων ορίων αμοιβής των εκτελωνιστών.
Τροποποιείται το άρθρο 26 και ορίζεται ότι όπου στο ν.718/1977 αναφέρεται ο όρος «Άδεια Ασκήσεως επαγγέλματος εκτελωνιστή» αυτός αντικαθίσταται με τον όρο «Αναγγελία άσκησης του επαγγέλματος του εκτελωνιστή», καθώς μετά την εφαρμογή του άρθρου 3 του ν.3919/2011 προβλέπεται ότι για την άσκηση του επαγγέλματος προβλέπεται η αναγγελία της άσκησης αυτού.
Καταργούνται τα άρθρα 27, 28, 29 και 30 ως μεταβατικές διατάξεις του ν.718/77 με τις οποίες ρυθμίζονταν θέματα κατά το παρελθόν.
Καταργείται το άρθρο 31 με το οποίο προβλέπονταν το δικαίωμα στους ομογενείς που ασκούσαν το επάγγελμα στην αλλοδαπή να αποκτούν άνευ διαγωνισμού το πτυχίο του εκτελωνιστή. 

Υποπαράγραφος Ε.6. Ρυθμίσεις για το επάγγελμα του Ορκωτού Εκτιμητή

Στο πλαίσιο εναρμόνισης των νομοθετικών διατάξεων που διέπουν την σύσταση, διοίκηση και λειτουργία του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, με το ν. 3919/2011 (Α' 32), που προβλέπει την κατάργηση όλων των αδικαιολόγητων περιορισμών στην πρόσβαση και άσκηση των επαγγελμάτων, κρίνεται απαραίτητη η τροποποίηση ή η κατάργηση ορισμένων διατάξεων που περιλαμβάνονται στα σχετικά νομοθετικά κείμενα και οι οποίες επιβάλλουν περιορισμούς στην πρόσβαση και στην άσκηση του επαγγέλματος του ορκωτού εκτιμητή. Με την άρση των περιορισμών αυτών εκτιμάται ότι θα επέλθουν άμεσα σημαντικά οφέλη στην εθνική οικονομία και στο κοινωνικό σύνολο, καθώς θα αρθούν οι υφιστάμενες στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό και θα υπάρξει αποκλιμάκωση των αμοιβών των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Υποπαράγραφος Ε. 7. Ρυθμίσεις σχετικά με την καταβολή τελών κυκλοφορίας, τον έλεγχο οφειλών από τέλη κυκλοφορίας κατά την μεταβίβαση αυτοκινήτων οχημάτων

Με τις προτεινόμενες με την περίπτωση 1 διατάξεις καταργείται η προμήθεια του «ειδικού σήματος τελών κυκλοφορίας» κατά την καταβολή  των τελών κυκλοφορίας έτους 2013 και επομένων.
Η προμήθεια του ειδικού σήματος είχε καθιερωθεί σταδιακά από το έτος 1993 μέχρι το έτος 2002 με τις διατάξεις του άρθρου 36 του ν. 2093/1992 (Α'181), όπως αντικαταστάθηκαν από την έναρξη ισχύος τους με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν.2120/1993 (Α'24), και τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 20 του ν. 2948/2001 (Α'242).
Με τις προτεινόμενες διατάξεις ορίζεται ότι η είσπραξη των τελών κυκλοφορίας γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του ν.2362/1995 (Α'247) «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» και διατηρείται ως χρόνος καταβολής των ανωτέρω τελών το χρονικό διάστημα από 1ης Νοεμβρίου έως την 31η  Δεκεμβρίου του προηγουμένου έτους εκείνου στο οποίο αφορούν, με εξαίρεση το πρώτο έτος εφαρμογής του παρόντος που ορίζεται ως ημερομηνία έναρξης καταβολής η 15η Νοεμβρίου 2012.
Περαιτέρω, με τις εν λόγω διατάξεις ορίζονται τα πρόστιμα που οφείλονται σε περίπτωση εκπρόθεσμης καταβολής, μη καταβολής ή καταβολής μειωμένων τελών κυκλοφορίας. Επίσης, ορίζεται ότι για τα ποσά των τελών κυκλοφορίας που δεν έχουν καταβληθεί εμπρόθεσμα, καθώς και για τα τυχόν οφειλόμενα πρόστιμα, θα δημιουργούνται χρηματικοί κατάλογοι από την Γ.Γ.Π.Σ. για λογαριασμό των αρμοδίων Δ.Ο.Υ ή από τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ., κατά περίπτωση.
Εξάλλου με τις διατάξεις της ως άνω προτεινόμενης ρύθμισης ορίζεται ότι, σε περίπτωση κυκλοφορίας αυτοκινήτου οχήματος για το οποίο δεν έχουν καταβληθεί τα οφειλόμενα τέλη κυκλοφορίας αφαιρούνται οι πινακίδες και η άδεια κυκλοφορίας του με πράξη οργάνων της Αστυνομικής Αρχής, από την οποία δεν επιστρέφονται, εάν ο ενδιαφερόμενος δεν προσκομίσει το αποδεικτικό καταβολής των τελών κυκλοφορίας, καθώς και του οφειλομένου ενδεχομένως προστίμου ή αποδεικτικό στοιχείο περί μη οφειλής τελών κυκλοφορίας λόγω απαλλαγής του.  
Η ρύθμιση αυτή κρίνεται σκόπιμη καθόσον έχει ως αποτέλεσμα την εξοικονόμηση των χρηματικών ποσών που δαπανώνται ετησίως για την εκτύπωση και διάθεση των ειδικών σημάτων τελών κυκλοφορίας.
Περαιτέρω, λαμβανομένης υπόψη της νέας διαδικασίας καταβολής των τελών κυκλοφορίας, μέσω κωδικού πληρωμής στα πιστωτικά ιδρύματα κ.λπ., που σχεδιάστηκε και θα περιγραφεί στην προβλεπόμενη να εκδοθεί κατά τις προτεινόμενες διατάξεις Υπουργική Απόφαση:
α) Απλουστεύεται η διαδικασία καταβολής των τελών κυκλοφορίας με απώτερο σκοπό την ελαχιστοποίηση της ταλαιπωρίας των υπόχρεων σε καταβολή τελών κυκλοφορίας πολιτών κατά την άσκηση της φορολογικής τους υποχρέωσης,
β) Εξαλείφονται οι περιπτώσεις ύποπτων πολλαπλών πληρωμών για την αγορά ειδικού σήματος τελών κυκλοφορίας καθώς και οι σημειούμενες απώλειες «ειδικών σημάτων τελών κυκλοφορίας» ,
γ) Επιτυγχάνεται η αποσυμφόρηση των Δ.Ο.Υ.,
δ) Ελαχιστοποιούνται τα οχήματα που μπορούν να κινούνται χωρίς να έχουν καταβάλει τα οφειλόμενα τέλη κυκλοφορίας με την ενίσχυση του ελέγχου μέσω των οργάνων των Αστυνομικών Αρχών. Τα Αστυνομικά όργανα θα προβαίνουν σε ελέγχους καταβολής τελών κυκλοφορίας κάνοντας χρήση εφαρμογής μέσω διαδικτύου η οποία δημιουργείται.
Με τις προτεινόμενες με την περίπτωση 2 διατάξεις ορίζεται ότι δεν επέρχεται μεταβίβαση της κυριότητας αυτοκινήτου οχήματος, εάν δεν καταβληθούν προηγουμένως τα τέλη κυκλοφορίας του έτους εντός του οποίου λαμβάνει χώρα η μεταβίβαση και τα τέλη κυκλοφορίας προηγουμένων ετών, τα οποία τυχόν οφείλονται για το χρόνο που το όχημα βρισκόταν στην κατοχή του μεταβιβάζοντος, συμπεριλαμβανομένων των προβλεπομένων από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις προστίμων.
Η ρύθμιση αυτή αποσκοπεί στο να υποχρεώνει τους οφειλέτες τελών κυκλοφορίας να καταβάλλουν αυτά, εφόσον θα τους στερείται η δυνατότητα μεταβίβασης των αυτοκινήτων οχημάτων τους, εάν δεν ανταποκριθούν στην υποχρέωσή τους αυτή.
Με τις προτεινόμενες διατάξεις της περίπτωσης 3 καταργούνται το εδάφιο (ε) της περ. Α. και το εδάφιο ε της περ. Β της παρ. 1 του άρθρου 20 του ν.2948/2001 (242 Α'), όπως ισχύει,  με τα οποία καθοριζόταν το ύψος των ετήσιων τελών κυκλοφορίας για τα αυτοκίνητα που δεν ανήκουν σε συγκεκριμένες κατηγορίες οχημάτων, ιδιωτικής ή δημόσιας χρήσης αντίστοιχα, όπως προσδιορίζονται στις ισχύουσες διατάξεις. Σημειώνεται ότι η πρόβλεψη για τα αυτοκίνητα αυτά είχε γίνει με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν.2367/1953 (82 Α').
Η κατάργηση των ανωτέρω εδαφίων κρίνεται επιβεβλημένη, δεδομένου ότι δεν υφίσταται πλέον περίπτωση έκδοσης άδειας κυκλοφορίας οχήματος, στην οποία δεν θα αναγράφεται σαφώς η κατηγορία αυτού.
Εξάλλου με το νέο εδάφιο ε) που προστίθεται στην περ. Α. της παρ. 1 του άρθρου 20 του ν.2948/2001, προβλέπεται πάγιο ποσό τελών κυκλοφορίας για τις νεκροφόρες και τα ασθενοφόρα, προκειμένου αυτά να καταβάλουν το ίδιο ποσό ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό τους ως επιβατικά ή φορτηγά, με σκοπό την ομοιόμορφη φορολογική αντιμετώπισή τους.
Τέλος, με την περίπτωση 9 ρυθμίζεται το θέμα του εισιτηρίου εισόδου στα καζίνο και η αύξηση του δημοσίου εσόδου. Με τις προτεινόμενες διατάξεις η αξία του εισιτηρίου για την είσοδο στον χώρο των επιχειρήσεων καζίνο της χώρας, ορίζεται ενιαία στο ποσό των έξι (6) ευρώ. Η ρύθμιση αυτή κρίνεται αναγκαία για τη συμμόρφωση της Ελλάδας με την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην υπόθεση C-16/2010, σύμφωνα με την οποία η μειωμένη τιμή του εισιτηρίου εισόδου, για ορισμένες επιχειρήσεις καζίνο έναντι άλλων ομοειδών, που τελούν σε συγκρίσιμη κατάσταση, συνιστά επιλεκτικό πλεονέκτημα, και πρέπει να αρθεί. Περαιτέρω διατηρείται, όπως είχε οριστεί στο παρελθόν με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, το ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) της συνολικής αξίας του εισιτηρίου, που παρακρατείται από την επιχείρηση - καζίνο, ως δικαίωμα διάθεσης και κάλυψης δαπανών στο οποίο εμπεριέχεται και ο αναλογών Φ.Π.Α., ενώ, το υπόλοιπο ποσό αποτελεί δικαίωμα του Δημοσίου.
Με την υποπερίπτωση β' καταργούνται οι διατάξεις με τις οποίες έως τώρα οριζόταν η τιμή του εισιτηρίου, ώστε να υπάρχει ενιαίος προσδιορισμός αυτής.
Για να αποφευχθεί μη μείωση των εσόδων του Δημοσίου από τη ρύθμιση αυτή, αυξάνεται, με την υποπερίπτωση γ', η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στα μικτά κέρδη παιχνιδιών, που καθορίζεται στην παράγραφο 8 του άρθρου 2 του ν. 2206/1994 (Α' 62), στις περιπτώσεις ε' της παραγράφου 1 και β' της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 3139/2003 (Α' 100), όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί και ισχύουν για κάθε μία από τις λειτουργούσες επιχειρήσεις καζίνο, κατά δύο (2) ποσοστιαίες μονάδες.


ΣΤ. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

Υποπαράγραφος  ΣΤ.1. Μείωση Συμβούλων, Συνεργατών Αιρετών ΟΤΑ - Μείωση αντιμισθίας Προέδρων Δημοτικών και Περιφερειακών Συμβουλίων και κατάργηση αποζημίωσης συμμετεχόντων σε Δημοτικά Συμβούλια και λοιπές επιτροπές.
   
    Με τις περιπτώσεις 1 και 2 προτείνεται η μείωση του αριθμού των ειδικών συνεργατών, επιστημονικών συνεργατών ,ειδικών συμβούλων των αιρετών ΟΤΑ Α' και Β' βαθμού  ενώ καταργούνται και οι θέσεις Ιδιαιτέρων Γραμματέων Δημάρχων και Δημοσιογράφων στις Περιφέρειες.  Η κατάργηση κρίνεται αναγκαία προκειμένου να εξοικονομηθούν πόροι και να μειωθεί το μισθολογικό κόστος των ΟΤΑ.  Για τους Δήμους η προτεινόμενη μείωση ακολουθεί τη λογική της παραγράφου 3 του άρθρου 3 (περιπτώσεις ε) και στ) ) του ν.4051/2012 (A' 40) σύμφωνα με το οποίο μειώνεται ο αριθμός των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο αντιδημάρχων. Κατ' αναλογία μειώνεται και ο αριθμός των θέσεων ειδικών συνεργατών, επιστημονικών συνεργατών και ειδικών συμβούλων.

Υποπαράγραφος ΣΤ. 2. Αναστολή προσλήψεων και διορισμών

    Στο πλαίσιο της δυσμενούς δημοσιονομικής συγκυρίας και δεδομένου ότι στους ΟΤΑ α' και β' βαθμού και στα ν.π.ι.δ. αυτών υπηρετεί μεγάλος αριθμός προσωπικού των κατηγοριών Υποχρεωτικής και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Υ.Ε. και Δ.Ε. αντίστοιχα), συγκριτικά με το εξειδικευμένο προσωπικό των κατηγοριών Τεχνολογικής και Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (Τ.Ε. ΚΑΙ Π.Ε. αντίστοιχα), κρίνεται αναγκαία η αναστολή προσλήψεων  προσωπικού των κατηγοριών Υ.Ε. και Δ.Ε., προκειμένου να εξοικονομηθούν πόροι και να μειωθεί το μισθολογικό κόστος των ΟΤΑ.
    Αντιθέτως, κρίνεται επιβεβλημένο να πραγματοποιούνται προσλήψεις υπαλλήλων κατηγοριών Π.Ε. και Τ.Ε. προκειμένου να στελεχωθούν οι ΟΤΑ με εξειδικευμένο προσωπικό υψηλών τυπικών προσόντων, ιδίως στην παρούσα φάση, λόγω της άσκησης νέων αρμοδιοτήτων που εκχωρήθηκαν στους ΟΤΑ με το Πρόγραμμα Καλλικράτης. Εξυπακούεται ότι οι εν λόγω προσλήψεις θα πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των περιορισμών που τίθενται από τις διατάξεις του  άρθρου 11 του ν. 3833/2010, όπως ισχύει, σύμφωνα με τις οποίες απαιτείται η έκδοση απόφασης κατανομής από τον Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης για την τήρηση του λόγου 1 προς 5.
    Όσον αφορά στους νησιωτικούς δήμους, κρίνεται απαραίτητη η εξαίρεση των προσλήψεων και διορισμών όλων των κατηγοριών προσωπικού από τους περιορισμούς των διατάξεων του άρθρου 11 του ν. 3833/2010, όπως ισχύει, καθώς με το υπηρετούν προσωπικό η άσκηση του συνόλου των αρμοδιοτήτων που τους έχουν κατανεμηθεί με το «Πρόγραμμα Καλλικράτης» δεν είναι δυνατή, ενώ κάποιοι εξ αυτών στερούνται παντελώς τακτικού προσωπικού, γεγονός που καθιστά αδύνατη τη στοιχειώδη έστω λειτουργία τους. Επισημαίνεται ότι το πρόβλημα της στελέχωσής τους δεν δύναται να επιλυθεί ούτε με τις υπηρεσιακές μεταβολές (αποσπάσεις-μετατάξεις) προσωπικού, δεδομένου ότι η γεωγραφική ιδιομορφία των κρίσιμων περιοχών αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα. Η λήψη υπόψη, άλλωστε, των ιδιαιτέρων συνθηκών των νησιωτικών περιοχών και η μέριμνα για την ανάπτυξή τους προβλέπονται ρητώς στο άρθρο 101 του Συντάγματος, καθώς και στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Υποπαράγραφος  ΣΤ.3. Ρυθμίσεις για την παραχώρηση δικαιώματος χρήσης των κοινόχρηστων χώρων και κτηρίων των ΟΤΑ και των ν.π.δ.δ. αυτών έναντι ανταλλάγματος

    Με τις προτεινόμενες διατάξεις ρυθμίζονται ζητήματα που αφορούν στην παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης των κοινοχρήστων χώρων και κτηρίων του δημοσίου, των ΟΤΑ και των ν.π.δ.δ. έναντι ανταλλάγματος. Ειδικότερα και προκειμένου να εναρμονιστεί η κείμενη νομοθεσία με την αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας, κρίνεται σκόπιμη η αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου που αφορά στις προϋποθέσεις αδειοδότησης για τη λειτουργία περιπτέρων, κυλικείων, καφενείων και κουρείων σε κοινόχρηστους χώρους και κτήρια των ΟΤΑ, κατά τρόπο ώστε να αρθούν τυχόν αδικαιολόγητοι περιορισμοί στην πρόσβαση και άσκηση των ανωτέρω επαγγελμάτων.
    Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος, περιορισμοί ή φραγμοί στην οικονομική ελευθερία είναι επιτρεπτοί μόνον για σαφείς και συγκεκριμένους λόγους, σε σχέση με τους οποίους εκτιμάται ότι το κοινωνικό όφελος από την τυχόν θέσπιση περιορισμού, υπερβαίνει την κοινωνική ζημία από τον συνακόλουθο περιορισμό του ανταγωνισμού.
    Στο ανωτέρω πλαίσιο, σκοπείται αφενός η εναρμόνιση της σχετικής νομοθεσίας με τις συνταγματικές επιταγές περί επαγγελματικής ελευθερίας, αφετέρου η θέσπιση κανόνων άσκησης του συγκεκριμένου δικαιώματος, εναρμονισμένους με την προστασία των κοινοχρήστων χώρων και το δικαίωμα ακώλυτης πρόσβασης σε αυτούς, τη δημόσια ασφάλεια και άλλα έννομα αγαθά, καθόσον υφίστανται και ως εγγενείς περιορισμοί του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας.
    Ρυθμίζεται η διαδικασία παραχώρησης δικαιώματος χρήσης κοινοχρήστων χώρων με αντάλλαγμα για την τοποθέτηση και λειτουργία περιπτέρων. Ειδικότερα και προκειμένου να εκδοθεί η σχετική απόφαση του δημοτικού συμβουλίου για τον καθορισμό και τη χωροθέτηση των περιπτέρων, απαιτούνται σωρευτικά παροχή γνώμης της οικείας τοπικής ή δημοτικής κοινότητας, εισήγηση της Επιτροπής Ποιότητας Ζωής, όπου υφίσταται, καθώς και γνώμη της αρμόδιας αστυνομικής αρχής για την καταλληλότητα του χώρου από πλευράς ασφάλειας πεζών και οχημάτων. Τυχόν αρνητική εισήγηση της αστυνομικής αρχής δεσμεύει τη δημοτική αρχή. Πέραν των θέσεων των περιπτέρων, στα σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα αποτυπώνεται υποχρεωτικά και ο κοινόχρηστος περιβάλλων αυτά χώρος, προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση, εκτός των άλλων, των διατάξεων που αφορούν στη δημόσια κυκλοφορία και την όδευση πεζών. Ποσοστό των καθορισθέντων θέσεων παραχωρείται απευθείας και χωρίς δημοπρασία σε ΑΜΕΑ και πολύτεκνους, βάσει εισοδηματικών κριτηρίων και με υποχρέωση καταβολής τέλους που καθορίζεται από το δημοτικό συμβούλιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν.1080/80. Κατά πάγια νομολογία δε, το ύψος του τέλους, σε κάθε περίπτωση χρήσης κοινόχρηστου χώρου, δεν καθορίζεται ελεύθερα αλλά βάσει του ύψους της αξίας του δικαιώματος της αυξημένης χρήσης των κοινόχρηστων χώρων, ενόψει των ειδικότερων συνθηκών της κάθε περιοχής και των θεσπιζόμενων συναφών υπό των ανωτέρω συμβουλίων αντικειμενικών κριτηρίων.
    Το δικαίωμα χρήσης των λοιπών θέσεων παραχωρείται αποκλειστικά κατόπιν δημοπρασίας, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί δημοπρασιών των δήμων. Δεδομένης της φύσης του δικαιώματος, ορίζεται ρητά η υποχρέωση κατάθεσης εγγύησης αποκλειστικά για την τήρηση των διατάξεων περί χωροθέτησης του περιπτέρου, η απαγόρευση περαιτέρω παραχώρησης του δικαιώματος σε τρίτους, καθώς και η εφαρμογή των διατάξεων του αρ. 3 του ν.1080/80, σε περίπτωση παραχώρησης χώρου, πέραν αυτού που καταλαμβάνει η θέση του περιπτέρου.
    Ο χρόνος παραχώρησης του δικαιώματος δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δέκα έτη, ενώ, σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου, το δικαίωμα μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στη σύζυγο ή στα ενήλικα τέκνα του.
    Περαιτέρω, ρυθμίζεται η διαδικασία παραχώρησης του δικαιώματος χρήσης κυλικείων, καφενείων και κουρείων εντός χώρων αρμοδιότητας των ΟΤΑ, άλλων φορέων δημοσίου δικαίου και των ν.π.δ.δ αυτών
    Τέλος ρυθμίζεται το καθεστώς των ήδη υφισταμένων αδειών κατά την έναρξη ισχύος του νόμου.

Υποπαράγραφος  ΣΤ.4. Παρατηρητήριο Οικονομικής Αυτοτέλειας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης

    Το Υπουργείο Εσωτερικών προκειμένου να ενισχύσει τα υφιστάμενα θεσμικά εργαλεία για την επίτευξη της οικονομικής εξυγίανσης των ΟΤΑ, προχωρά στη δημιουργία «Παρατηρητηρίου Οικονομικής Αυτοτέλειας των ΟΤΑ». 
    Με την περίπτωση 2 προβλέπεται ότι το Παρατηρητήριο αποτελείται από πέντε μέλη, ήτοι έναν Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος θα προεδρεύει, το Γενικό Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών, το Διευθυντή Οικονομικών ΟΤΑ, έναν εκπρόσωπο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας προκειμένου για δήμους ή έναν εκπρόσωπο της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδας προκειμένου για περιφέρειες, καθώς και το Γενικό Διευθυντή Θησαυροφυλακίου του Προϋπολογισμού του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με δικαίωμα αρνησικυρίας.  Επιπλέον, στη σύνθεση της Επιτροπής δύνανται να συμμετέχουν, άνευ δικαιώματος ψήφου, μέχρι και δύο εμπειρογνώμονες.
    Κατά την περίπτωση 3, η διοικητική υποστήριξη του Παρατηρητηρίου  γίνεται από τη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών, η οποία προς τούτο δύναται να ενισχύεται ως προς το προσωπικό της με αποσπάσεις και μετατάξεις από το δημόσιο, τους ΟΤΑ, ν.π.δ.δ. και φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης.
    Η προτεινόμενη ρύθμιση δίνει τη δυνατότητα στο Παρατηρητήριο να παρακολουθεί σε μηνιαία βάση την πιστή εφαρμογή του προϋπολογισμού των ΟΤΑ της χώρας, λαμβανομένου υπόψη του ετήσιου προγράμματος δράσης και του πενταετούς επιχειρησιακού προγράμματος κάθε Δήμου και Περιφέρειας, παρέχοντας τα απαραίτητα εργαλεία για την οικονομική εξυγίανση και τον εξορθολογισμό των δαπανών τους.  Στην περίπτωση που διαπιστώνει αποκλίσεις θα εισηγείται, σε συνεργασία με τον ΟΤΑ, τις αναγκαίες κατά περίπτωση δημοσιονομικές  και διαθρωτικές παρεμβάσεις προκειμένου να διασφαλίζεται η χρηστή οικονομική διαχείριση.
    Ειδικότερα, στην περίπτωση 5 περιγράφεται η διαδικασία μέσω της οποίας θα επιτυγχάνεται η παρακολούθηση των προϋπολογισμών των ΟΤΑ και τα στάδια υλοποίησης των σχετικών παρεμβάσεων.
    Συγκεκριμένα, όσον αφορά στις παρεμβάσεις που συνεπάγεται η ένταξη στο Πρόγραμμα Εξυγίανσης, αναφέρονται στην περίπτωση 6 και προσαρμόζονται κατά περίπτωση ανάλογα με το μέγεθος της απόκλισης και τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής.
    Η περίπτωση 8 παρατείνει την προθεσμία της παρ.5 του πρώτου άρθρου της από 30/4/2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Ρυθμίσεις θεμάτων εφαρμογής των νόμων 3864/2010, 4021/2011, 4046/2012, 4051/2012 και 4071/2012 που κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν.4079/2012, προκειμένου να μπορέσει η ολοκληρωθεί η εν λόγω διαδικασία.
   

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ  Ζ'
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Με τις ρυθμίσεις της παραγράφου Ζ' επιχειρείται ευρεία αναμόρφωση θεσμών του υπαλληλικού μας δικαίου, η οποία μέσω ενός νέου πλαισίου κινητικότητας του προσωπικού του δημόσιου τομέα αποσκοπεί πρωτίστως στη μεγιστοποίηση των δυνατοτήτων  αξιοποίησής του προς το συμφέρον της δημόσιας υπηρεσίας και με στόχο την ισόρροπη κάλυψη των πολύ διαφορετικών κατά φορέα ή υπηρεσία αναγκών σε προσωπικό και την εξάλειψη ανορθολογικών καταστάσεων, όσον αφορά τις πραγματικές ανάγκες και τη διαφορετική εργασιακή επιβάρυνση των υπαλλήλων σε σχέση με τις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε φορέα. Με τις ίδιες διατάξεις επιχειρείται επίσης να αντιμετωπισθεί το φαινόμενο, μεγάλος αριθμός υπαλλήλων που έχουν καταδικασθεί ή διώκονται για σοβαρά ποινικά ή πειθαρχικά αδικήματα να παραμένουν στη θέση τους για μεγάλα χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία διαρκεί η ποινική ή πειθαρχική εκκρεμότητα των υποθέσεών τους, με δυσμενέστατες συνέπειες για το κύρος και τη λειτουργία των  υπηρεσιών.

Υποπαράγραφος  Ζ.1. Μετάταξη- Μεταφορά προσωπικού

Με την παρούσα υποπαράγραφο εισάγεται στη μεγαλύτερη δυνατή έκτασή του ο θεσμός της υποχρεωτικής μετάταξης ή μεταφοράς προσωπικού, ώστε να ενισχυθεί, με γνώμονα το συμφέρον της δημόσιας υπηρεσίας, η κινητικότητα του προσωπικού σε όλο το εύρος του δημόσιου τομέα και σε κάθε κατεύθυνση μέσα σε αυτόν. Το θεσπιζόμενο μέτρο, που αναφέρεται σε υποχρεωτικές μετακινήσεις προσωπικού με μόνιμο χαρακτήρα, χωρίς να θίγει τους υφιστάμενους θεσμούς εκούσιας μετάταξης υπαλλήλων με αίτησή τους, αποτελεί από θεσμική άποψη την ολοκλήρωση του περιορισμένου εύρους θεσμού της κινητικότητας των κρατικών υπαλλήλων, που εισήχθη με το άρθρο 5 του ν. 4024/2011. Ο νόμος λαμβάνει ειδική πρόνοια, ώστε οι υπηρεσιακές μεταβολές που θα επιχειρούνται με το νέο θεσμό της υποχρεωτικής μετάταξης ή μεταφοράς προσωπικού, να μην αντίκεινται σε δεσμεύσεις που απορρέουν από ισχύουσες κάθε φορά νομοθετικές ρυθμίσεις, σχετικές με τον περιορισμό των προσλήψεων.

Υποπαράγραφος  Ζ.2. Διαθεσιμότητα

Με τις ρυθμίσεις της προτεινόμενης υποπαραγράφου επιχειρείται η διεύρυνση των δυνατοτήτων αξιοποίησης του μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οργανικές θέσεις των οποίων καταργούνται. Η κατάργηση των θέσεων έχει ως άμεση συνέπεια την αυτοδίκαιη θέση σε διαθεσιμότητα των υπαλλήλων, για την οποία εκδίδονται διαπιστωτικές πράξεις. Είναι αυτονόητο ότι όταν καταργούνται ορισμένες μόνο οργανικές θέσεις συγκεκριμένου κλάδου, σε διαθεσιμότητα τίθενται οι υπάλληλοι που προσδιορίζονται σύμφωνα με τις κατά περίπτωση εφαρμοστέες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 2 Υ.Κ. και 158 παρ. 2 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων-ΚΚΔΚΥ) ως αντιστοιχούντες στις θέσεις που καταργούνται. Η διαθεσιμότητα διαρκεί ένα έτος, μετά την πάροδο του οποίου ο υπάλληλος απολύεται, σύμφωνα με το άρθρο 101 του Υπαλληλικού Κώδικα και το άρθρο 105 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών Υπάλληλων, εφόσον δεν μεταταχθεί ή μεταφερθεί σε άλλη θέση. Ο θεσμός της διαθεσιμότητας λόγω κατάργησης οργανικών θέσεων αναμορφώνεται και διευρύνεται όσον αφορά τις παρεχόμενες δυνατότητες, δεδομένου ότι το προσωπικό που έχει τεθεί σε διαθεσιμότητα, εκτός από τις προβλεπόμενες ήδη από το ισχύον δίκαιο περιπτώσεις εκούσιας μετάταξης (άρθρα 154 παρ. 4 Υ.Κ., 158 παρ. 4 ΚΚΔΚΥ), μπορεί επιπλέον να μετατάσσεται υποχρεωτικά ή να μεταφέρεται με ταυτόχρονη μεταβολή της υπηρεσιακής του σχέσης σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή να μετακινείται πρόσκαιρα (άρ. 5 ν. 4024/11) ή να υπάγεται σε προγράμματα επανεκπαίδευσης ή επανακατάρτισης. Η τελευταία δυνατότητα μπορεί να συντρέχει με την εκούσια ή υποχρεωτική μετάταξη ή την πρόσκαιρη τοποθέτηση του υπαλλήλου. Η πρόσκαιρη μετακίνηση του αρ. 5 του ν. 4024/2011 διευρύνει τη δυνατότητα κινητικότητας και στους ΟΤΑ και τα ν.π.ι.δ του δημόσιου τομέα. Επισημαίνεται ότι από τη νέα ρύθμιση του καθεστώτος της διαθεσιμότητας λόγω κατάργησης οργανικών θέσεων επωφελείται πλέον και το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που κατείχε καταργούμενες θέσεις. Η τυχόν μη συμμόρφωση του υπαλλήλου με την πράξη υποχρεωτικής μετάταξης ή υποχρεωτικής τοποθέτησής του για ορισμένο χρόνο ή υπαγωγής του σε πρόγραμμα επανεκπαίδευσης ή επανακατάρτισης οδηγεί σε άμεση απόλυσή του.

Υποπαράγραφος  Ζ.3. Αργία στο πλαίσιο της πειθαρχικής και ποινικής διαδικασίας

Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις αντικαθίστανται και τροποποιούνται διατάξεις των κωδίκων των δημοσίων υπαλλήλων, των υπαλλήλων των Ο.Τ.Α. και των δικαστικών υπαλλήλων, οι οποίες αφορούν τις περιπτώσεις θέσεως προσωπικού σε αυτοδίκαιη και δυνητική αργία. Ταυτόχρονα οι ρυθμίσεις αυτές επεκτείνονται και εφαρμόζονται αναλογικά, ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις και συνέπειές τους, σε ολόκληρο το δημόσιο τομέα και σε όλες τις κατά περίπτωση πειθαρχικές διαδικασίες που ισχύουν και εφαρμόζονται στους φορείς του. Με τις ρυθμίσεις αυτές διευρύνονται οι περιπτώσεις που οι υπάλληλοι τίθενται σε αυτοδίκαιη αργία, ώστε να επιτυγχάνεται η άμεση απομάκρυνση όσων διώκονται ή τιμωρούνται για σοβαρά ποινικά αδικήματα και πειθαρχικά παραπτώματα. Ταυτόχρονα όμως ο θεσμός της αυτοδίκαιης αργίας εξοπλίζεται με ευελιξία, που προσφέρει τη δυνατότητα στα αρμόδια όργανα, εκτιμώντας το συμφέρον της υπηρεσίας, να επαναφέρουν στα καθήκοντά τους ή να μετακινούν εσωτερικά τους υπαλλήλους που επανέρχονται (εξαιρούνται οι ποινικώς διωκόμενοι και οι τιμωρηθέντες με την ποινή της οριστικής παύσης), ακόμη και πριν αρθούν οι τυπικοί λόγοι που οδήγησαν στην επιβολή της αυτοδίκαιης αργίας, όταν κριθεί αιτιολογημένα ότι, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, δεν είναι εξ αντικειμένου αναγκαία η συνέχιση της παραμονής του υπαλλήλου εκτός υπηρεσίας. Οι διατάξεις για την αργία ορίζεται ρητά ότι εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς πειθαρχικές διαδικασίες. Ακόμη παρέχεται στο δικαστή της αιτήσεως αναστολής η ευχέρεια, σε κάθε περίπτωση θέσεως υπαλλήλου σε αργία (αυτοδίκαιη ή δυνητική), να διατάσσει ως προσωρινό μέτρο την αύξηση των αποδοχών της αργίας έως το 75% των νομίμων αποδοχών, εφόσον πιθανολογείται σοβαρά με βάση τα προσαγόμενα στοιχεία και την εν γένει εισοδηματική και περιουσιακή κατάσταση του υπαλλήλου (π.χ. έλλειψη ιδιόκτητης στέγης, έλλειψη τραπεζικών καταθέσεων ή άλλων πόρων) και της οικογένειάς του (σύζυγος, τέκνα) ότι θα κινδυνεύσει σοβαρά και άμεσα ο βιοπορισμός τους. Το 75% των αποδοχών καταβάλλεται απ' ευθείας εκ του νόμου στις περιπτώσεις αυτοδίκαιης αργίας που προβλέπονται όταν ασκείται πειθαρχική δίωξη για συγκεκριμένα πειθαρχικά παραπτώματα.

Υποπαράγραφος  Ζ.4. Κατάργηση ειδικοτήτων και οργανικών θέσεων

Με τις διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου καταργούνται οι οργανικές θέσεις σε ορισμένες κατηγορίες, κλάδους και ειδικότητες, για τις οποίες κρίνεται ήδη, ενόψει των σύγχρονων εξελίξεων και αναγκών της Διοίκησης, ότι δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες των φορέων στους οποίους ανήκουν οργανικά, την ίδια στιγμή μάλιστα που το προσωπικό αυτό θα μπορούσε να αξιοποιηθεί προς το συμφέρον της δημόσιας υπηρεσίας σε φορείς, στους οποίους υπάρχουν μεγάλες ανάγκες σε προσωπικό. Επισημαίνεται ότι οι υπό κατάργηση ειδικότητες δεν συνδέονται με την άμεση παροχή υπηρεσιών προς το διοικούμενο και η κατάργησή τους δεν αναμένεται να προκαλέσει δυσχέρειες στην εξυπηρέτηση του πολίτη. Αντιθέτως, θα δώσει τη δυνατότητα στη Διοίκηση αξιοποιώντας τις διατάξεις για την κινητικότητα και τη διαθεσιμότητα να λειτουργήσει με περισσότερο αποτελεσματικό και ορθολογικό τρόπο.
Ειδικότερα, η περίπτωση αφορά θέσεις των κατηγοριών ΔΕ και ΥΕ των ειδικοτήτων Διοικητικού, Διοικητικού – Λογιστικού, Διοικητικού – Οικονομικού και Διοικητικών Γραμματέων υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίοι δεν έχουν προσληφθεί με διαγωνισμό ή με διαδικασία επιλογής σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής ή με ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας, δηλαδή υπαλλήλους, των οποίων η εργασιακή σχέση με το δημόσιο, συμπεριλαμβανομένων των προσλήψεων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δημιουργήθηκε με άλλες διαδικασίες.
Εξάλλου, έχει ληφθεί πρόνοια διασφάλισης της ομαλής λειτουργίας των φορέων με την εισαγωγή περιορισμών αναγόμενων στο συμφέρον της υπηρεσίας όπως η καθιέρωση ελάχιστου αριθμού αυτών των υπαλλήλων ανά φορέα και η ορισμένη ποσοστιαία αναλογία τους με το σύνολο των υπαλλήλων του φορέα.
Με τις παραπάνω διατάξεις τίθεται σε εφαρμογή το συνολικό σχέδιο κινητικότητας το οποίο έχει στόχο την αναδιοργάνωση και αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Με την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων   αναμένεται τουλάχιστον 2000 υπάλληλοι να ενταχθούν στο πρόγραμμα, σύμφωνα με το οποίο είτε θα μετακινηθούν σε άλλες υπηρεσίες, είτε θα αποχωρήσουν κατά το άρθρο 101 του Υπαλληλικού Κώδικα.
Με τον τρόπο αυτό η χώρα ταυτόχρονα ανταποκρίνεται και στη σχετική δέσμευσή της, η οποία προβλέφθηκε σε αντικατάσταση της ήδη νομοθετημένης υποχρέωσης αποχώρησης 15.000 υπαλλήλων το 2012.   
 
Υποπαράγραφος  Ζ.5. Περιορισμοί προσλήψεων στο Δημόσιο τομέα – Περιορισμός θέσεων μετακλητών υπαλλήλων

Με παρούσα υποπαράγραφο, λόγω των δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών, παρατείνεται κατά ένα έτος, δηλαδή από 31.12.2015 σε 31.12.2016, η προβλεπόμενη περίοδος ισχύος του κανόνα  μία πρόσληψη για κάθε πέντε αποχωρήσεις. Επίσης, προβλέπεται περαιτέρω μείωση στις εγκρίσεις των προσλήψεων του έκτακτου προσωπικού για τα έτη 2013 και 2014 καθώς και περιορισμός του αριθμού των θέσεων όλων των κατηγοριών μετακλητών υπαλλήλων σε υπηρεσίες που καταλαμβάνονται από το π.δ. 63/2005 και σε αποκεντρωμένες διοικήσεις κατά 20%.

Υποπαράγραφος  Ζ.6. Διάρκεια ισχύος πινάκων διοριστέων ΑΣΕΠ

Τέλος, με τις προτεινόμενες διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου επιδιώκεται να μη μεσολαβούν μεγάλα χρονικά διαστήματα ανάμεσα στη δημοσίευση των πινάκων διοριστέων και την έκδοση των ατομικών πράξεων διορισμού προκειμένου οι διαγωνιστικές διαδικασίες να ανταποκρίνονται στις επίκαιρες ανάγκες της υπηρεσίας.


ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Η'
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, ΥΠΟΔΟΜΩΝ, ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΝ

Υποπαράγραφος  Η.1. Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.)

Με τις περιπτώσεις 1 έως 9, απλοποιείται η διαδικασία της σύστασης των εταιρειών μέσω των Υπηρεσιών Μιας Στάσης, καθώς καταργείται η υποχρέωση αναζήτησης ασφαλιστικών ενημεροτήτων των εταίρων και διαχειριστών των εταιρειών, ενώ οι ασφαλιστικοί φορείς πρόκειται να ενημερώνονται από τις Υπηρεσίες Μιας Στάσης για τη σύσταση της εταιρείας και για τα στοιχεία των εταίρων και διαχειριστών αυτής.
Με την προτεινόμενη διάταξη της περίπτωσης 10, απλοποιείται το ζήτημα της σύνταξης των προτυποποιημένων καταστατικών, με την υιοθέτηση πιο ευέλικτου σχήματος, σύμφωνα με το οποίο δεν απαιτείται πλέον η πρόταση του περιεχομένου τους από τη Συντονιστική Επιτροπή των Συμβολαιογραφικών Συλλόγων Ελλάδος και της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος. Με τον τρόπο αυτό, και τη συγκρότηση μεικτών επιτροπών από τα συναρμόδια Υπουργεία Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, θα καταστεί δυνατή η αποτύπωση της βασικής δομής και περιεχομένου των καταστατικών διατάξεων ανά τύπο εταιρείας, με αποτέλεσμα να μειώνεται ακόμη περισσότερο το κόστος σύστασης των εταιρειών. 
Με τις περιπτώσεις 11 ως 13 καταργείται ο θεσμός του δόκιμου μεσίτη που εισήχθη στον πρόσφατο ν. 4072/2012, καθώς δε φάνηκε να εξυπηρετεί κάποια ιδιαίτερη ανάγκη της αγοράς και των ίδιων των υποψηφίων μεσιτών.

Υποπαράγραφος  Η.2. Εκμίσθωση Επιβατηγών Ιδιωτικής Χρήσης αυτοκινήτων, μοτοσικλετών και τετράκυκλων οχημάτων με οδηγό

Με την παρούσα υποπαράγραφο εισάγονται νέες ρυθμίσεις σχετικά με την ενοικίαση επιβατηγών αυτοκινήτων και τις προσφερόμενες από τα ξενοδοχεία υπηρεσίες. Στόχο αποτελεί η αναβάθμιση του προσφερόμενου τουριστικού προϊόντος, η κάλυψη νέων αναγκών που έχουν δημιουργηθεί στην τουριστική αγορά καθώς και η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξαιρουμένης της Ελλάδος  επιτρέπεται χωρίς χρονικούς ή άλλους περιορισμούς η μίσθωση αυτοκινήτων με οδηγό από γραφεία ενοικίασης αυτοκινήτων. Αυτή η υπηρεσία παρέχεται επίσης και σε χώρες μη μέλη της ΕΕ, όπως Τουρκία και Σερβία, οι οποίες ανταγωνίζονται τη χώρα μας από πλευράς προσέλκυσης τουριστών. Συγκεκριμένα:
Με την προτεινόμενη ρύθμιση της περίπτωσης 1 επιδιώκεται η θέσπιση ρυθμίσεων που θα επιτρέπουν τη μίσθωση Επιβατηγών Ιδιωτικής Χρήσης (ΕΙΧ) αυτοκινήτων, με οδηγό, από τουριστικά γραφεία και γραφεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 2 του ν.2160/1993 (Α' 118), καθώς και από εταιρείες και συνεταιρισμούς Επιβατηγών Δημόσιας Χρήσης αυτοκινήτων (ταξί), που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 3109/2003 (Α' 38) και το άρθρο 87 του ν. 4070/2012 (Α' 82), κατ' αναλογία με τις ισχύουσες ρυθμίσεις για την μίσθωση ΕΙΧ χωρίς οδηγό.
Τονίζεται ότι κατά την εκτέλεση των μεταφορών αυτών επιβάλλεται ρητά η προ-κράτηση με αντίστοιχη σύμβαση η οποία θα είναι διάρκειας κατ' ελάχιστο δώδεκα ωρών, ενώ απαγορεύεται η είσπραξη κομίστρου για τις μεταφορές αυτές. Οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις εισάγονται για να υπάρξει σαφής διάκριση μεταξύ των υπηρεσιών αυτών που αφορούν στον τουρισμό και των υπηρεσιών που παρέχουν τα ταξί.
Στην περίπτωση 2 προσδιορίζονται τα προσόντα των οδηγών επιβατηγών ιδιωτικής χρήσης που απασχολούνται σε γραφεία ενοικιάσεως επιχειρήσεως και τουριστικά γραφεία, καθώς και σε συνεταιρισμούς και εταιρείες ταξί. Έτσι, οι οδηγοί πρέπει υποχρεωτικά να έχουν λευκό ποινικό μητρώο το οποίο βεβαιώνεται με πιστοποιητικό ποινικού μητρώου γενικής χρήσης. Πρέπει επίσης, να διαθέτουν άδεια οδήγησης αυτοκινήτου κατηγορίας Β', το οποίο να είναι σε ισχύ και να έχει αποκτηθεί τουλάχιστον δύο χρόνια πριν την έναρξη απασχόλησής τους σε αυτή την εργασία. Τέλος, να έχουν ιατρικό πιστοποιητικό που τους έχει χορηγηθεί με βάση ιατρικές εξετάσεις όπως περιγράφονται στο εδάφιο ζ' της παραγράφου 2 του άρθρου 95 του ν. 4070/2012 (Α' 82).
Στην περίπτωση 3 καθορίζονται τα ελάχιστα χαρακτηριστικά των επιβατηγών ιδιωτικής χρήσης οχημάτων που δύνανται να εκμισθώνονται με οδηγό. Συγκεκριμένα, τα οχήματα πρέπει να είναι άνω των 1.500 κυβικών εκατοστών, να εμπίπτουν στην κατηγορία EURO V ή και πιο πρόσφατης, καθώς και να έχουν μέγιστο χρόνο κυκλοφορίας τα επτά χρόνια από την ημέρα πρώτης κυκλοφορίας τους εφόσον αυτή δε διαφέρει από την ημερομηνία κατασκευής τους πάνω από ένα χρόνο, ή τα εννιά χρόνια αν πρόκειται για αυτοκίνητα ανοικτού τύπου.
Στην περίπτωση 4 παρέχεται εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Τουρισμού για έκδοση κοινής αποφάσεως με την οποία θα καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη σύσταση και λειτουργία των επιχειρήσεων που εκμισθώνουν επιβατηγά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης με οδηγό, τυχόν άλλα προσόντα των οδηγών, οι προϋποθέσεις για την απόκτηση του Ε.Σ.Λ., καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια για την εφαρμογή των ρυθμίσεων του παρόντος.
Με τη διάταξη της περίπτωσης 5 αποσαφηνίζεται ότι επιτρέπεται μεταφορά χωρίς κόμιστρο πελατών κύριων ξενοδοχειακών καταλυμάτων, όπως ορίζονται στην περίπτωση Α της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.2160/1993 (Α'118), με επιβατηγά ιδιωτικής χρήσης οχήματα είτε ιδιοκτησίας των επιχειρήσεων αυτών είτε μισθωμένων, κατόπιν χρηματοδοτικής μίσθωσης σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από τα σημεία αφίξεως ή αναχωρήσεως του πελάτη μέχρι τις εγκαταστάσεις των καταλυμάτων και αντίστροφα, χωρίς δυνατότητα καταβολής οποιουδήποτε ποσού δίκην κομίστρου απευθείας από τον πελάτη στον οδηγό του ΕΙΧ. Επίσης, επιτρέπεται στις εταιρείες και τους συνεταιρισμούς Επιβατηγών Δημόσιας Χρήσης αυτοκινήτων, που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν.3109/2003 (Α'38) και το άρθρο 87 του ν.4070/2012 (Α'82) να συνάπτουν συμβάσεις με ολική ή μερική εκμίσθωση των ΕΔΧ αυτοκινήτων, με οδηγό, με κύρια ξενοδοχειακά καταλύματα, με κόμιστρο που διαμορφώνεται με συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών για να μεταφέρονται οι πελάτες των κύριων ξενοδοχειακών καταλυμάτων από τα σημεία αφίξεως ή αναχωρήσεως μέχρι τις εγκαταστάσεις των καταλυμάτων αυτών και αντίστροφα. Εξουσιοδοτείται δε ο αρμόδιος Υπουργός να καθορίσει ενδείξεις, όπως διακριτικά γνωρίσματα και άλλα αποδεικτικά στοιχεία ή έγγραφα που πρέπει να φέρει το όχημα όπου αποδεικνύεται η σχέση του με το κύριο ξενοδοχειακό κατάλυμα.
Τέλος, με την περίπτωση 6, ορίζονται κυρώσεις και ποινές για παραβάσεις των ανωτέρω παραγράφων. Τα πρόστιμα είναι κατ' αντιστοιχία με τα ήδη ισχύοντα για παραβάσεις που ισχύουν ως προς τη σύσταση και λειτουργία επιχειρήσεων εκμίσθωσης επιβατηγών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης χωρίς οδηγό. Προστίθεται, ωστόσο, διάταξη με την οποία αποσαφηνίζεται ότι για κάθε αυτοκίνητο μισθωμένο κατά τις διατάξεις της περίπτωσης 1 που διενεργεί επιβατικές μεταφορές με κόμιστρο, επιβάλλονται στο νόμιμο εκπρόσωπο της επιχείρησης και στον οδηγό οι ποινές της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του ν. 1903/1990 (Α' 167), δηλαδή έξι μήνες φυλάκισης και τρεις χιλιάδες ευρώ χρηματική ποινή. Επιπλέον, ανακαλείται η άδεια κυκλοφορίας του οχήματος για δύο (2) χρόνια. Διευκρινίζεται δε ότι για τις παραβάσεις της παρούσης περίπτωσης εφαρμόζεται η συνοπτική διαδικασία των άρθρων 417 και επόμενα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δηλαδή η διαδικασία σε περίπτωση που ο δράστης συλληφθεί επ' αυτοφώρω.

Υποπαράγραφος  Η. 3. Διάθεση παρασκευασμάτων πρώτης βρεφικής ηλικίας

Τα παρασκευάσματα για βρέφη καθώς και τα παρασκευάσματα δεύτερης βρεφικής ηλικίας ρυθμίζονται σε ενωσιακό επίπεδο από την Οδηγία 2006/141/ΕΚ της Επιτροπής. Η οδηγία αυτή αποτελεί «ειδική οδηγία» κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 της οδηγίας 89/398/ΕΟΚ και καθορίζει όρους επισήμανσης, σύνθεσης και κυκλοφορίας των παρασκευασμάτων για βρέφη και των παρασκευασμάτων δεύτερης βρεφικής ηλικίας. Η εν λόγω Οδηγία ενσωματώθηκε στην Ελληνική έννομη τάξη με την υπ' αριθμ. Υ1/Γ.Π.47815 (Β' 1478/28.07.2008) Κοινή Απόφαση των Υπουργών Υγείας και Ανάπτυξης με θέμα «Εναρμόνιση της Εθνικής Νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2006/141/ΕΚ «για παρασκευάσματα για βρέφη και παρασκευάσματα δεύτερης βρεφικής ηλικίας».
Στην χώρα μας, τα παρασκευάσματα για βρέφη (πρώτης βρεφικής ηλικίας – έως 6 μηνών) πωλούνται αποκλειστικά από τα φαρμακεία και αντιμετωπίζονται με τρόπο διαφορετικό από τα υπόλοιπα παρασκευάσματα για βρέφη (δεύτερης βρεφικής ηλικίας) τα οποία διατίθενται ελεύθερα. Ο περιορισμός αυτός δεν απορρέει από καμία ενωσιακή νομοθεσία παρά αποτελεί εσωτερική ρύθμιση. Επειδή όλα τα παρασκευάσματα για βρέφη, πλην της πρώτης βρεφικής ηλικίας, διακινούνται ελεύθερα, κρίνεται απαραίτητο για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και την άρση των ρυθμιστικών εμποδίων στον ανταγωνισμό, να απελευθερωθεί και το σύστημα διάθεσης των παρασκευασμάτων της πρώτης βρεφικής ηλικίας.
Για το σκοπό αυτό, η προτεινόμενη ρύθμιση ορίζει ότι η διάθεση των παρασκευασμάτων αυτών, όπως ορίζονται την Οδηγία 2006/141/ΕΚ, γίνεται από τα φαρμακεία και τα καταστήματα λιανικής πώλησης τροφίμων, ειδών παντοπωλείου και ειδών μαζικής κατανάλωσης και δίνει, ταυτόχρονα, στους Υπουργούς Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Υγείας τη δυνατότητα να ρυθμίζουν τον τρόπο διάθεσης των παρασκευασμάτων αυτών στον τελικό καταναλωτή. Η προτεινόμενη ρύθμιση αναμένεται να οδηγήσει σε πτώση των τιμών των παρασκευασμάτων πρώτης βρεφικής ηλικίας προς όφελος του τελικού καταναλωτή, ενώ σε καμία περίπτωση δεν θίγονται οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου ως προς τους λοιπούς όρους και προϋποθέσεις διάθεσης των παρασκευασμάτων για βρέφη (σύνθεση, επισήμανση κλπ.).

Υποπαράγραφος  Η.4. Άρση περιορισμών στη διάθεση προϊόντων καπνού

Σε συνέχεια του ν. 3919/2011, ήρθησαν οι περιορισμοί στην πώληση προϊόντων καπνού, η οποία με το προϊσχύον καθεστώς ήταν δραστηριότητα προνομιακά ασκούμενη από συγκεκριμένες κατηγορίες του πληθυσμού. Με την δε πρόσφατη Υπουργική Απόφαση υπ' αριθμ. Υ1γ/Γ.Π./οικ.96967 (Β' 2718) προβλέφθηκε ρητά ότι επιχειρήσεις τροφίμων και ποτών μπορούν να λειτουργούν παράλληλα με άλλες δραστηριότητες εμπορικές ή μη, σε χώρο σαφώς διαχωρισμένο ή ανάλογα με την επικινδυνότητα της δραστηριότητας, με την προϋπόθεση ότι διασφαλίζεται η υγιεινή και ασφάλεια των τροφίμων.
Ενόψει των ανωτέρω και σε συμφωνία με τα παραδείγματα άλλων ευρωπαϊκών χωρών, με την περίπτωση 1 εισάγεται ειδικότερος περιορισμός ως προς την πώληση προϊόντων καπνού από υπεραγορές τροφίμων, λαμβάνοντας υπόψη το σκοπό προστασίας της δημόσιας υγείας. Συγκεκριμένα, ορίζεται ότι τα προϊόντα καπνού δύνανται να τοποθετούνται σε κλειστές προθήκες μετά τα ταμεία, προσβάσιμες για τον τελικό καταναλωτή με τη μεσολάβηση υπαλλήλου.
Με την περίπτωση 2 καταργείται η δυνατότητα διαφήμισης προϊόντων καπνού στους εσωτερικούς χώρους των σημείων πώλησης, σε εναρμόνιση με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 13 του Συμφώνου Πλαισίου για τον Έλεγχο του Καπνού του ΠΟΥ (FCTC – W.H.O. for tobacco control), που έχει κυρωθεί με το ν. 3420/05 (Α' 298).

Υποπαράγραφος  Η.5. Τροποποιήσεις στο π.δ. 340/1989 «Περί του επαγγέλματος Λογιστή-Φοροτεχνικού-άδειας ασκήσεως»

Με τις διατάξεις της υποπαραγράφου Η.5. επιδιώκεται η τροποποίηση και συμπλήρωση του Π.Δ. 340/98 «Περί του επαγγέλματος Λογιστή- Φοροτεχνικού και της αδείας ασκήσεώς του» (Α'228), ώστε αυτό να εναρμονιστεί με τις διατάξεις του Ν.3919/2011 «Αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας, κατάργηση αδικαιολόγητων περιορισμών στην πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων» (Α'32). Ειδικότερα:
Με την περίπτωση 1 αντικαθίσταται η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού με την επαγγελματική ταυτότητα, μετά την κατάργηση της εν λόγω διοικητικής άδειας με το άρθρο 3 του Ν.3919/2011.
Με την περίπτωση 2 προβλέπονται  η διαδικασία χορήγησης επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή φοροτεχνικού μετά την υποβολή αναγγελίας έναρξης άσκησης του επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την χορήγηση της επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή φοροτεχνικού, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την χορήγηση επαγγελματικής ταυτότητας ανώτερης τάξης, η έκδοση υπουργικής απόφασης για την χορήγηση αποζημίωσης των επιτροπών που εισηγούνται την χορήγηση της επαγγελματικής ταυτότητας και την καταβολή δικαιωμάτων του ΟΕΕ για την έκδοση της επαγγελματικής ταυτότητας.
Επίσης προβλέπεται προθεσμία τριών μηνών από την ημερομηνία της αναγγελίας και της υποβολής των δικαιολογητικών για την χορήγηση επαγγελματικής ταυτότητας ή την απαγόρευση άσκησης του επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού από το ΟΕΕ.
Για την προστασία των φορολογουμένων από παράνομες δραστηριότητες, τη μείωση της φοροδιαφυγής, τον περιορισμό του αριθμού των ανακριβών φορολογικών δηλώσεων, την ενίσχυση της διαφάνειας και της αξιοπιστίας των οικονομικών καταστάσεων/ φορολογικών στοιχείων, προβλέπεται η υποβολή κατ' έτος Υπεύθυνης Δήλωσης στην οποία οι λογιστές φοροτεχνικοί θα δηλώνουν ότι ασκούν το επάγγελμα, δεν έχουν καταδικαστεί συνεπεία ποινικών ή πειθαρχικών παραπτωμάτων  και ότι έχουν παρακολουθήσει όλη την απαιτούμενη για το επίπεδο της επαγγελματικής τους κατάταξης εκπαίδευση. Το περιεχόμενο της εν λόγω δήλωσης ελέγχεται από το ΟΕΕ και ενημερώνεται σχετικά το αρχείο  λογιστών φοροτεχνικών που τηρεί το ΟΕΕ και το οποίο προβλέπεται να διασυνδεθεί με το αρχείο λογιστών του Υπουργείου Οικονομικών. Τέλος προβλέπεται ότι η εν λόγω Υπεύθυνη Δήλωση θα συνοδεύεται με την καταβολή δικαιωμάτων υπέρ του ΟΕΕ, το ύψος των οποίων θα καθοριστεί με υπουργική απόφαση. Τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2  δικαιώματα υπέρ του ΟΕΕ θα καλύπτουν τις πάσης φύσεως δαπάνες για την συνεχιζόμενη επιμόρφωση και κατάρτιση των λογιστών φοροτεχνικών καθώς και τις δαπάνες ελέγχου της ακρίβειας του περιεχομένου των Υπεύθυνων Δηλώσεων που θα υποβάλλονται κατ' έτος στο ΟΕΕ.
Με την περίπτωση 3 προβλέπονται η διαδικασία χορήγησης βεβαίωσης παροχής λογιστικών και φοροτεχνικών υπηρεσιών στις εταιρείες, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά που συνοδεύουν την Αναγγελία έναρξης λειτουργίας γραφείων παροχής λογιστικών και φοροτεχνικών υπηρεσιών καθώς και η υποχρέωση αυτών να γνωστοποιούν στο ΟΕΕ οποιαδήποτε μεταβολή στη εταιρική τους σύνθεση ή την εκπροσώπησή τους.
Με την περίπτωση 4 προβλέπεται η τήρηση στο ΟΕΕ μητρώου λογιστών φοροτεχνικών κατά τάξεις καθώς και μητρώο νομικών προσώπων παροχής λογιστικών και φοροτεχνικών υπηρεσιών, τα οποία διασυνδέονται με τα  αρχεία του Υπουργείου Οικονομικών.
Με την περίπτωση 5 προστίθενται στα αδικήματα που αποτελούν λόγο αφαίρεσης της επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή φοροτεχνικού, τα αδικήματα υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και της χρήσης υφαρπασθείσας ψευδούς βεβαίωσης.
Με την περίπτωση 6  προβλέπεται η κατάργηση του άρθρου 16 του π.δ. 340/98 μετά την παρέλευση ενός  έτους από τη δημοσίευση του παρόντος, δεδομένου ότι πρόκειται περί μεταβατικών διατάξεων και ήδη έχουν παρέλθει δέκα πέντε έτη από την ισχύ τους.

Υποπαράγραφος Η.6. Συμπλήρωση διατάξεων ν. 1906/1990, ν.3614/2007 και 4070/2012

Με την περίπτωση 1 διατηρούνται σε ισχύ οι υπάρχουσες τακτικές διεθνείς λεωφορειακές γραμμές μεταξύ Ελλάδος και τρίτων χωρών έως τις 30.6.2013, ώστε να μην δημιουργηθεί κενό στην εξυπηρέτηση των επιβατών που κινούνται στις γραμμές μεταξύ Ελλάδας και γειτονικών χωρών που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέχρι να οριστικοποιηθεί το πλαίσιο λειτουργίας των διεθνών λεωφορειακών γραμμών. Πράγματι, η ισχύουσα διάταξη της παραγράφου 15 του άρθρου 185 του ν.4070/2012 έχει ως στόχο να ρυθμίσει θέματα διεθνών τακτικών επιβατικών γραμμών, ιδίως μεταξύ Ελλάδος και Αλβανίας, έτσι ώστε να εξαλειφθούν φαινόμενα μη τήρησης της αρχής της αμοιβαιότητας, αλλά και τυχόν παράνομες πρακτικές. Ταυτόχρονα, όμως, θέτει περιορισμούς που επηρεάζουν και άλλο μεταφορικό έργο. Συγκεκριμένα, η κάλυψη τακτικών διεθνών λεωφορειακών γραμμών μεταξύ Ελλάδος και τρίτων χωρών βάσει της παρ. 15 του αρ. 185 του ν. 4070/2012 επιτρέπεται μόνο μεταξύ της πρωτεύουσας της τρίτης χώρας και την Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη ή μεταξύ πρωτευουσών όμορων νομών ή περιφερειών των δύο χωρών. Με την εφαρμογή της διάταξης αυτής θα καταργηθούν λεωφορειακές γραμμές π.χ. προς Ρωσία, Ουκρανία, Αλβανία, Τουρκία, που όχι μόνο εξυπηρετούν σοβαρή επιβατική κίνηση, αλλά που έχουν συμφωνηθεί στο πλαίσιο διμερών Συμφωνιών και συζητήσεων μεταξύ των κρατών.
Για το λόγο αυτό, αλλά και για να μην υπάρξει αποσπασματική ρύθμιση του ζητήματος, με την προτεινόμενη ρύθμιση εισάγεται παράταση για την έναρξη εφαρμογής του πλαισίου του ν. 4070/2012, με στόχο στο διάστημα αυτό να υπάρξει ολοκληρωμένος σχεδιασμός της λειτουργίας των διεθνών τακτικών λεωφορειακών γραμμών, έτσι ώστε  αφενός να είμαστε συνεπείς ως προς τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας, και αφετέρου να εξασφαλιστεί ότι το νέο πλαίσιο θα στηρίζεται στην αρχή της αμοιβαιότητας, θωρακίζοντας και τους έλληνες μεταφορείς απέναντι σε τυχόν αθέμιτο ανταγωνισμό από τρίτες χώρες. Φυσικά, η όποια ρύθμιση προκύψει θα είναι σύμφωνη με το γενικότερο πλαίσιο εναρμόνισης των διαδικασιών ανάθεσης συγκοινωνιακού έργου οδικών μεταφορών προς την κοινοτική νομοθεσία και των υποχρεώσεων της Ελλάδας. Σημειώνεται ότι στο διάστημα αυτό τηρούνται πλήρως οι υποχρεώσεις του ελληνικού κράτους να διεξάγει ελέγχους ως προς την λειτουργία των υφιστάμενων γραμμών, αλλά και προς αντιμετώπιση φαινομένων όπως είναι η λαθρεμπορία, η λαθρεπιβίβαση και άλλα αδικήματα, όπως πχ φορολογικά, για τα οποία έχουν υπάρξει κατά καιρούς καταγγελίες. Ειδική πρόβλεψη γίνεται για τη χρονική ισχύ των διεθνών τακτικών λεωφορειακών γραμμών μεταξύ Ελλάδας-Αλβανίας για τις οποίες διενεργούνται διμερείς διαπραγματεύσεις με τη γείτονα χώρα.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 2 επιδιώκεται η αντιμετώπιση των δυσκολιών που έχουν ανακύψει στη διαδικασία υλοποίησης των χρηματοδοτούμενων  συμβάσεων δημοσίων έργων και οι οποίες έχουν επισημανθεί από όλες τις εργοληπτικές οργανώσεις της χώρας.  Τελικός στόχος είναι να προχωρήσει απρόσκοπτα η εκτέλεσή τους που θα έχει ως ορατό και άμεσο αποτέλεσμα την επιτάχυνση της ανάκαμψης και τον εκσυγχρονισμό των υποδομών. Η κυριότερη δυσκολία αφορά την έλλειψη ρευστότητας που αντιμετωπίζουν οι τεχνικές εταιρείες και οφείλεται σε πολλούς λόγους (κυρίως προβλήματα χρηματοδότησης από το τραπεζικό σύστημα, έκτακτες φορολογικές επιβαρύνσεις κλπ).
Στην κατεύθυνση της αύξησης της ρευστότητας συντελούν και οι προστεθείσες με το άρθρο 242 του ν. 4072/2012 στο άρθρο 25 του ν. 3614/2007 διατάξεις των παραγράφων 10, 11 και 12. Ειδικότερα με την παράγραφο 10 εδάφιο β' προβλέφθηκε ότι στις συγχρηματοδοτούμενες συμβάσεις δημοσίων έργων που έχουν προκηρυχθεί μέχρι τις 15.3.2012, χωρίς πρόβλεψη προκαταβολής στη διακήρυξη, «…. δύναται να χορηγείται στον ανάδοχο προκαταβολή κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 51 του ν. 3669/2008, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) του ολικού ποσού της σύμβασης (χωρίς αναθεωρήσεις και Φ.Π.Α.), έναντι ισόποσης εγγυητικής επιστολής.» Με την διάταξη αυτή όμως, δεν ρυθμίζονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες υπήρχε πρόβλεψη χορήγησης προκαταβολής στη διακήρυξη, αλλά σε μικρότερα ποσοστά ενώ την περιόριζε στα συγχρηματοδοτούμενα δημόσια έργα που είχαν προκηρυχθεί  μέχρι τις 15.3.2012. Με την προτεινόμενη διάταξη επιδιώκεται η διευκόλυνση της ομαλής χρηματοδότησης των υπό εκτέλεση ή μελλοντικών συγχρηματοδοτούμενων δημόσιων έργων και στις περιπτώσεις που υπήρχε μεν πρόβλεψη στην διακήρυξη για τη χορήγηση προκαταβολής αλλά μικρότερου του άνω ποσοστού, με την δυνατότητα χορήγησης πρόσθετης προκαταβολής και στις περιπτώσεις αυτές, μέχρι τη συμπλήρωση του ως άνω ποσοστού (10%). Επιδιώκεται περαιτέρω η επέκταση της ρύθμισης και στα μεταγενέστερα της 15ης Μαρτίου 2012 προκηρυχθέντα έργα, γεγονός που ικανοποιεί και την ίση μεταχείριση των αναδόχων των εκτελουμένων δημοσίων έργων.  Επίσης, για τους ανωτέρω λόγους, υπάγονται στο ίδιο καθεστώς και οι ΟΤΑ Α' βαθμού και τα νομικά τους πρόσωπα, διασφαλιζομένων των χρημάτων της προκαταβολής με την κατάθεση ισόποσης εγγυητικής επιστολής από τον ανάδοχο.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 3 δεδομένης της τρέχουσας οικονομικής κατάστασης πού καθιστά εξαιρετικά δυσχερή την όποια προσπάθεια οικονομικής αναδιάρθρωσης των τεχνικών εταιρειών (αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, αναβάθμιση πιστοληπτικής τους ικανότητας), χορηγείται παράταση στις εταιρείες 3ης έως 7ης τάξης μέχρι την 30η Ιουνίου 2013, ώστε να συνεχίσει απρόσκοπτα η υλοποίηση των έργων και προκειμένου να αντιμετωπιστεί συνολικά το θέμα των κριτηρίων αξιολόγησης των οικονομικών δεδομένων των εργοληπτικών επιχειρήσεων των τάξεων αυτών.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 4 καταργείται η υποχρέωση των μηχανικών περί καταβολής εισφοράς ποσοστού 2% υπέρ του ΤΕΕ για τις πάσης φύσεως λειτουργικές του δαπάνες, που υπολογιζόταν επί της συμβατικώς συνομολογούμενης ή της νομίμου αμοιβής τους. Η καταβολή της εισφοράς αυτής υπέρ Τ.Ε.Ε., η οποία δεν δικαιολογείται καθώς τα μέλη του καταβάλλουν συνδρομή, τα επιβαρύνει δίχως άμεση ανταποδοτικότητα ως προς αυτά ενώ συναρτάται περισσότερο με την άνθηση του επαγγέλματος που σχετίζεται με την γενικότερη οικονομική κατάσταση της χώρας. Το ίδιο ισχύει και για την είσπραξη ποσοστού δύο επί τοις χιλίοις (2‰) εκ των καταβαλλομένων ποσών στους αναδόχους για την εκτέλεση δημοσίων έργων, που  σχετίζεται με την εργολαβική δραστηριότητα της χώρας.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Θ'
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ

Υποπαράγραφος  Θ. 1. Θέματα Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 1 της παρούσας υποπαραγράφου ρυθμίζονται θέματα για την ανάδειξη των μελών του Συμβουλίου, του Πρύτανη και του εκπροσώπου των φοιτητών σε κάθε Α.Ε.Ι. Συγκεκριμένα, θεσπίζεται η υποχρεωτική χρήση τόσο της ηλεκτρονικής, όσο και της επιστολικής ψήφου στις ανωτέρω εκλογικές διαδικασίες.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 2 ορίζεται ότι τα φορολογικά έσοδα της παρ. 1 του Ν.Δ. 3883/1958 (Α' 181) που αποδίδονταν σε πανεπιστημιακά ιδρύματα και φορείς εφεξής θα αποδίδονται στον κρατικό προϋπολογισμό.

Υποπαράγραφος  Θ.2. Προκήρυξη διαγωνισμού για τους εκπαιδευτικούς, μεταθέσεις εκπαιδευτικών και επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών
Με την παρούσα υποπαράγραφο προβλέπεται η προκήρυξη κάθε τρία έτη διαγωνισμού για την κατάρτιση πίνακα κατάταξης εκπαιδευτικών κατά κλάδο και ειδικότητα με σκοπό το διορισμό ή την πρόσληψή τους.

Αδειοδότηση δομών ιδιωτικής εκπαίδευσης και κατάρτισης

Με τις προτεινόμενες διατάξεις των υποπαραγράφων Θ.4. έως Θ.18. επιχειρείται η επικαιροποίηση, η απλούστευση και η ομογενοποίηση των συστημάτων αδειοδότησης των επαγγελμάτων αρμοδιότητας του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού καθώς και η εναρμόνισή τους με το ν.3919/2011(Α'32) «Αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας, κατάργηση αδικαιολόγητων περιορισμών στην πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων» όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 4 παρ. 16 του Ν. 4038/2012 (Α' 14) «Επείγουσες ρυθμίσεις που αφορούν την εφαρμογή του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012?2015» και την υπ' αριθμ. 20/VI/2012 Γνωμοδότηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού.
Τα εν λόγω επαγγέλματα είναι τα ακόλουθα:
1.    Άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ιδιωτικού σχολείου πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης
2.    Άδεια ίδρυσης και λειτουργίας Κέντρων Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης
3.    Άδεια ίδρυσης και λειτουργίας Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών
4.    Άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης
5.    Άδεια λειτουργίας Εργαστηρίου Ελευθέρων Σπουδών
6.    Πιστοποίηση - αδειοδότηση Κέντρων Επαγγελματικής Κατάρτισης
7.    Άδεια διδασκαλίας σε Φροντιστήρια και Κέντρα Ξένων Γλωσσών
8.    Άδεια κατ' οίκον διδασκαλίας

Αναλυτικότερα:

Υποπαράγραφος  Θ.3. Άδεια Ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο

Με την παρούσα υποπαράγραφο επιχειρείται η ομογενοποίηση και επικαιροποίηση των νομοθετικών πλαισίων  που  διέπουν τη χορήγηση αδειών ίδρυσης και λειτουργίας των ιδιωτικών σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, των Κολλεγίων, των Φροντιστηρίων και Κέντρων Ξένων Γλωσσών, των ιδιωτικών Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης, των Κέντρων Δια Βίου  Μάθησης Επιπέδου Ένα τα οποία θα έχουν αριθμό καταρτιζομένων έως 50 άτομα ημερησίως και Κέντρα Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο με αριθμό καταρτιζομένων άνω των 50 ατόμων ημερησίως. Η άδεια ίδρυσης ενοποιείται με την άδεια λειτουργίας και η διαδικασία απλουστεύεται με την έκδοση μιας μόνο άδειας. Καθορίζονται όμοιες προϋποθέσεις και ενοποιημένα δικαιολογητικά τόσο για τα πρόσωπα τα οποία αιτούνται άδεια για τους ανωτέρω φορείς. Τα κτίρια των ιδιωτικών σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, των Κολλεγίων, των ιδιωτικών Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης και των Κέντρων Δια  Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο έχουν άδεια κτιρίου εκπαίδευσης με βάση τον ισχύοντα Οικοδομικό και Κτιριοδομικό Κανονισμό και τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα, τα Φροντιστήρια και τα Κέντρα Ξένων Γλωσσών έχουν ισχύουσα οικοδομική άδεια με βάση συγκεκριμένες προδιαγραφές. Για την ανανέωση της άδειας και στο πλαίσιο εποπτείας που ασκεί το Κράτος, επιβάλλεται η γνωστοποίηση στην αρμόδια αρχή οποιοσδήποτε μεταβολής επέλθει στους ανωτέρω φορείς σε σχέση με τα αρχικά στοιχεία, βάσει των οποίων χορηγήθηκε η άδεια. Κρίνεται σκόπιμο, η ανανέωση να μην γίνεται στο ίδιο πλαίσιο έκδοσης αρχικής διοικητικής άδειας, δεδομένου ότι για την έκδοση της αρχικής άδειας έχουν γίνει όλοι οι απαραίτητοι έλεγχοι και εξυπηρετούνται οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος. Κατά συνέπεια, η ανανέωση της άδειας περιορίζεται στην ετήσια αναγγελία του άρθρου 3 του ν. 3919/2011.

Υποπαράγραφος Θ.4. Ανάκληση Άδειας

Με την προτεινόμενη διάταξη  επιχειρείται η ομογενοποίηση και επικαιροποίηση του  καθεστώτος που διέπει  την  ανάκληση της άδειας που χορηγείται σε όλους τους ανωτέρω φορείς εκπαίδευσης. Με το άρθρο αυτό θεσπίζονται ενιαία κριτήρια και προϋποθέσεις για την ανάκληση της άδειας. Θεσμοθετούνται τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα , όπως μετονομάζονται τα Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών και τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο, όπως μετονομάζονται τα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης.

Υποπαράγραφος Θ.5. Μεταβίβαση αδειών διωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου,

Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο
Με την παρούσα υποπαράγραφο τροποποιείται  και ομογενοποιείται το καθεστώς της μεταβίβασης αδειών ιδιωτικού σχολείου πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, ιδιωτικού  Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), και των Κέντρων Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Επιπέδου Δύο. Καταργείται το αμεταβίβαστο των αδειών ίδρυσης Φροντιστηρίων και Κέντρων Ξένων Γλωσσών και προβλέπεται καθεστώς μεταβίβασης για τα Κέντρα Δια βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και τα Κολλέγια. Το αμεταβίβαστο της άδειας φροντιστηρίου σημειώνεται ότι συνιστά περιορισμό στην οικονομική ελευθερία, ο οποίος δεν δικαιολογείται από κάποιο σκοπό δημοσίου συμφέροντος και σε κάθε περίπτωση δεν τελεί σε συνάφεια, ούτε είναι αναγκαίος και πρόσφορος προς τον σκοπό της διασφάλισης υψηλού επιπέδου παροχής υπηρεσιών και προστασίας των αποδεκτών των υπηρεσιών - καταναλωτών. Κατά συνέπεια, προτείνεται η κατάργηση του προαναφερόμενου περιορισμού.

Υποπαράγραφος  Θ.6. Συστέγαση μονάδων Εκπαίδευσης και Κατάρτισης

Με την παρούσα υποπαράγραφο τροποποιείται και ομογενοποιείται το καθεστώς της συστέγασης των μονάδων εκπαίδευσης και κατάρτισης. Με τη ρύθμιση αυτή επιχειρείται η προστασία των σπουδαστών και των γονέων τους, δηλαδή του καταναλωτικού κοινού των παρεχόμενων εκπαιδευτικών υπηρεσιών, από τη σύγχυση που δύναται να προκληθεί ως προς το είδος, το επίπεδο και τον απονεμόμενο τίτλο σπουδών λόγω της από κοινού προβολής και συστέγασης διαφορετικών εκπαιδευτικών φορέων.

Υποπαράγραφος  Θ.7. Κολλέγια

Με την παρούσα υποπαράγραφο τροποποιείται ο ν. 3696/2008 και ορίζονται ως Κολλέγια οι φορείς που παρέχουν υπηρεσίες μη τυπικής μεταλυκειακής εκπαίδευσης και κατάρτισης με σπουδές κατ' αποκλειστικότητα βάσει συμφωνιών πιστοποίησης (validation), δικαιόχρησης (franchising) και κάθε άλλου είδους σύμβασης και μόνο με ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της αλλοδαπής, αναγνωρισμένα από τις αρμόδιες αρχές στη χώρα που εδρεύουν, οι οποίες  οδηγούν σε πρώτο πτυχίο (bachelor), τουλάχιστον τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης, ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών. Οι βεβαιώσεις, τα πιστοποιητικά σπουδών και οποιασδήποτε άλλης ονομασία βεβαίωση που χορηγούν τα Κολλέγια δεν είναι ισότιμες με τους τίτλους που χορηγούνται στο πλαίσιο του ελληνικού συστήματος τυπικής εκπαίδευσης. Με το άρθρο αυτό τροποποιούνται επίσης η παράγραφος 3 του άρθρου 1 του ν. 3696/2008 για τη μετονομασία του Τμήματος ΚΕΜΕ σε Τμήμα Κολλεγίων. Τροποποιείται επίσης η παράγραφος 1 του άρθρου 10 του ν. 3696/2008 προκειμένου να προσαρμοστεί στον ανωτέρω ορισμό των Κολλεγίων του άρθρου 1 του ν. 3696/2008.

Υποπαράγραφος  Θ.8. Διδάσκοντες σε Κολλέγια

Με την παρούσα υποπαράγραφο τροποποιείται το άρθρο 15 του ν. 3696/2008 προκειμένου να επικαιροποιηθεί και να απλουστευθεί το περιεχόμενό του ως προς τις προϋποθέσεις εγγραφής στο Μητρώο Διδασκόντων Κολλεγίων.

Υποπαράγραφος  Θ.9. Διδάσκοντες στα Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών

    Με την παρούσα υποπαράγραφο προσαρμόζονται οι απαιτήσεις όσον αφορά στο χορηγούμενο πιστοποιητικό εκπαιδευτή για διδάσκοντα σε Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών στις απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας. Η απαίτηση ελάχιστων τυπικών προσόντων, η οποία μπορεί εναλλακτικά να αντικαθίσταται από επαγγελματική εμπειρία συναφή προς το αντικείμενο διδασκαλίας ή με πιστοποιητικό εκπαιδευτή συναφούς ειδικότητας θεωρείται περιορισμός του επαγγέλματος συναφής προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Ωστόσο, η χορήγηση του εν λόγω πιστοποιητικού μόνο από φορέα πιστοποίησης αναγνωρισμένο από το ελληνικό Κράτος συνιστά περιορισμό ως προς τους εκπαιδευτικούς με πιστοποιητικά άλλων κρατών μελών και περιορίζει την πρόσβασή τους στο επάγγελμα. Η διάταξη αυτή έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 13 παρ. 1 του π.δ. 38/2010 «περί αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων και προσαρμογή στην Οδηγία 2005/3 6/ΕΚ», σύμφωνα με την οποία η αρμόδια αρχή παρέχει τη δυνατότητα ανάληψης του οικείου επαγγέλματος και της άσκησής του στους αιτούντες, οι οποίοι είναι κάτοχοι βεβαίωσης επάρκειας ή τίτλου εκπαίδευσης που απαιτείται από άλλο κράτος μέλος για την άσκηση του ίδιου επαγγέλματος στο άλλο κράτος μέλος, κατά τους ίδιους όρους που ισχύουν για τους Έλληνες. Για το λόγο αυτό προτείνεται να προστεθεί η φράση «ή από φορέα πιστοποίησης άλλον κράτους μέλους».

Υποπαράγραφος  Θ.10. Διαφήμιση ΙΕΚ

    Με την παρούσα υποπαράγραφο καταργείται η υποχρέωση έγκρισης των διαφημίσεων των Ινστιτούτων επαγγελματικής κατάρτισης. Η προηγούμενη έγκριση της διαφήμισης συνιστά περιορισμό στην εν λόγω δραστηριότητα ο οποίος θα πρέπει να αρθεί, καθώς κρίνεται ότι η ασυμμετρία στην πληροφόρηση που πιθανόν υπάρχει στον τομέα αυτό θεραπεύεται από το γεγονός ότι οι αρχές που διέπουν την προβολή και διαφήμιση των ιδιωτικών Ι.Ε.Κ προστατεύονται από τη νομοθεσία περί αθέμιτου ανταγωνισμού. Εξάλλου, η διατήρηση του περιορισμού δεν δικαιολογείται από το επιχείρημα της αντιστοιχίας της ποιότητας των παρερχόμενων υπηρεσιών με τον καθορισμού υψηλής ή χαμηλής τιμής. Όπως επισημαίνεται σε σχετική έκθεσή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η διαφήμιση μπορεί να διευκολύνει τον ανταγωνισμό με την ενημέρωση των καταναλωτών. Αναγνωρίζεται, επίσης, ότι η διαφήμιση μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο για νέες επιχειρήσεις που εισέρχονται στην αγορά και για υφιστάμενες, οι οποίες μπορεί να προτείνουν νέα προϊόντα, εν προκειμένω π.χ. νέες ειδικότητες, νέες μεθόδους διδασκαλίας, εξειδικευμένο προσωπικό κλπ. Επιπλέον, περιορισμοί στη διαφήμιση ενδέχεται ,σε ορισμένες περιπτώσεις , να αυξάνουν τις αμοιβές των επαγγελματικών υπηρεσιών, χωρίς να έχουν θετικά αποτελέσματα στην ποιότητα των υπηρεσιών αυτών. Σε κάθε περίπτωση, ο έλεγχος επί της προβολής και διαφήμισης των ιδιωτικών Ι.Ε.Κ μπορεί να γίνεται από τη διοίκηση κατασταλτικά, εφόσον διαπιστωθεί παραπλανητική διαφήμιση από Ι.Ε.Κ, το οποίο έχει ήδη λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας.

Υποπαράγραφος  Θ.11. Σύστημα Πιστοποίησης Κέντρων Επαγγελματικής Κατάρτισης

    Με την παρούσα υποπαράγραφο καταργείται η υπ' αριθ. 9.16031/Οικ..3.2815/10-9-2009 (Β'1999) «Σύστημα Πιστοποίησης Κέντρων Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΚΕΚ)» κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας με στόχο την ομογενοποίηση του νομοθετικού πλαισίου των Κέντρων Επαγγελματικής Κατάρτισης με αυτό των υπολοίπων φορέων εκπαίδευσης και κατάρτισης, δηλαδή των ιδιωτικών σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, των Κολλεγίων, Φροντιστηρίων και Κέντρων Ξένων Γλωσσών, ιδιωτικών Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης και Εργαστηρίων Ελευθέρων Σπουδών. Με το παρόν σχέδιο νόμου τα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης μετονομάζονται σε  Κέντρα  Δια  Βίου  Μάθησης  Επιπέδου  Δύο.

Υποπαράγραφος  Θ.12. Άδεια διδασκαλίας σε Φροντιστήρια, Κέντρα Ξένων Γλωσσών και άδεια κατ' οίκον διδασκαλίας
Με την παρούσα υποπαράγραφο εφαρμόζεται η ρύθμιση της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 3919/2011 και το καθεστώς της προηγούμενης διοικητικής άδειας για την άδεια διδασκαλίας σε Φροντιστήρια και  Κέντρα Ξένων Γλωσσών καθώς και της άδειας κατ' οίκον διδασκαλίας αντικαθίσταται με την αναγγελία ενάρξεως ασκήσεως των επαγγελμάτων αυτών. Συνεπώς, ασκούνται ελευθέρως μετά πάροδο τριμήνου από την αναγγελία ενάρξεως ασκήσεώς τους, συνοδευόμενη από τα νόμιμα δικαιολογητικά για την πιστοποίηση της συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων, στην κατά τις ισχύουσες στο χρονικό εκείνο σημείο διατάξεις αρμόδια προς αδειοδότηση διοικητική αρχή. Η αρχή αυτή δύναται, εντός τριών (3) μηνών από τη λήψη της αναγγελίας, να απαγορεύσει την άσκηση του επαγγέλματος στην περίπτωση που δεν συγκεντρώνονται οι νόμιμες προϋποθέσεις προς τούτο ή δεν προκύπτει η συνδρομή τους από τα υποβληθέντα στοιχεία. Η ρύθμιση αυτή αιτιολογείται από το γεγονός ότι η διδασκαλία σε Φροντιστήρια Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και Ξένων Γλωσσών καθώς και η κατ' οίκον διδασκαλία, έχει ως σκοπό την επικουρική και συμπληρωματική μετάδοση, συμπλήρωση ή εμπέδωση γνώσεων που παρέχονται στις τρείς βαθμίδες εκπαίδευσης και συνεπώς δεν ανάγεται στην παιδεία ως βασική αποστολή του Κράτους σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 2 του  Συντάγματος. Επομένως, ενόψει του ότι η διασφάλιση του υψηλού επιπέδου των παρεχομένων από τα φροντιστήρια υπηρεσιών επιτυγχάνεται με τη θέσπιση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που αναφέρονται στα ουσιαστικά προσόντα των διδασκόντων, η χορήγηση προηγούμενης διοικητικής άδειας για τη διδασκαλία σε αυτά δεν συνάπτεται προς τον ως άνω σκοπό, ούτε είναι πρόσφορη για την επίτευξή του, ούτε άλλωστε εξυπηρετεί άλλο σκοπό δημοσίου συμφέροντος.
Υποπαράγραφος  Θ.13. Ανανέωση της άδειας διδασκαλίας σε Φροντιστήρια και Κέντρα Ξένων Γλωσσών
Με τις προτεινόμενες διατάξεις καταργείται η υποχρέωση ανανέωσης της άδειας διδασκαλίας σε Φροντιστήρια Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και Ξένων Γλωσσών. Η επικαιροποίηση του φακέλου του εκπαιδευτικού σε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων και των απαιτούμενων εκ του νόμου δικαιολογητικών με βάση τα οποία ο εκπαιδευτικός έκανε την αναγγελία έναρξης άσκησης του επαγγέλματος, περιλαμβάνει ετήσια αυτεπάγγελτη αναζήτηση ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσης εκ μέρους της αρμόδιας υπηρεσίας. Ορίζεται περαιτέρω ότι σε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων και δικαιολογητικών που έχουν κατατεθεί κατά την αναγγελία, ο ενδιαφερόμενος οφείλει να ενημερώνει αμελλητί την αρμόδια υπηρεσία, επί πονή απαγόρευσης της άσκησης του επαγγέλματος της διδασκαλίας σε Φροντιστήρια και Κέντρα Ξένων Γλωσσών.

Υποπαράγραφος  Θ.14. Ανανέωση της άδειας κατ' οίκον διδασκαλίας

Με την παρούσα υποπαράγραφο καταργείται η υποχρεώση  ανανέωσης της άδειας κατ' οίκον διδασκαλίας και θεσπίζεται διαδικασία όμοια με αυτήν του προηγούμενου άρθρου όσον αφορά την επικαιροποίηση των στοιχείων του ενδιαφερομένου.

Υποπαράγραφος  Θ.15. Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης

Με την παρούσα υποπαράγραφο τροποποιείται η παράγραφος 1 του άρθρου 12 του ν. 3879/2010 ως προς το σκοπό των ΙΕΚ τα οποία παρέχουν υπηρεσίες αρχικής ή συμπληρωματικής κατάρτισης.

Υποπαράγραφος  Θ.16.

Με την παρούσα υποπαράγραφο ορίζεται ότι όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρεται Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών νοούνται Κέντρα Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρονται Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΚΕΚ) νοούνται Κέντρα Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο.

Υποπαράγραφος  Θ.17. Τροποποίηση του π.δ. 38/2010

Ο σκοπός της παρούσας ρύθμισης είναι η σύσταση ενιαίας αρμόδιας εθνικής αρχής και ο καθορισμός διαδικασίας για την,  κατ'εφαρμογή της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) (π.χ. υπόθεση Βλασσοπούλου), των σχετικών συστάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και σε συμμόρφωση με τις συναφείς υποχρεώσεις που απορρέουν από το Μνημόνιο, εξέταση της επαγγελματικής ισοδυναμίας μεταξύ των γνώσεων και των προσόντων που πιστοποιούνται από τίτλους τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εκείνων που πιστοποιούνται από τίτλους του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος, όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ περί αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων, προκειμένου για την ανάληψη και άσκηση οικονομικής δραστηριότητας στην Ελλάδα από τους κατόχους των εν λόγω τίτλων. Η οικονομική αυτή δραστηριότητα δύναται να αφορά μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους.
Σημειώνεται ότι για την διευθέτηση του εν θέματι ζητήματος έχει κινηθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαδικασία Παράβασης κατά της χώρας μας, κατόπιν της αποστολής της υπ'αριθ. 7598/2012 Προειδοποιητικής Επιστολής.
Με την προτεινόμενη ρύθμιση επιχειρείται να καλυφθεί το θεσμικό κενό που παρουσιάζεται στις περιπτώσεις όπου, σύμφωνα και με τη νομολογία του ΔΕΕ, θα πρέπει να εξασφαλίζεται η απρόσκοπτη εφαρμογή των άρθρων των Ευρωπαϊκών Συνθηκών που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Ε.Ε. για την ανάληψη και άσκηση στην Ελλάδα οικονομικής δραστηριότητας νομοθετικά ρυθμιζόμενης ή μη, όταν δεν υφίσταται συναφές παράγωγο κοινοτικό δίκαιο  ή όταν δεν πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις που τίθενται από το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο .
Ειδικότερα, στις διατάξεις της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, και του π.δ. 38/2010 που την ενσωματώνει στο εθνικό δίκαιο, όπως ισχύει, υπάγεται η αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων όταν αυτά αφορούν συγκεκριμένο «νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα» (ν.ρ.ε.) στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τους ορισμούς του ως άνω θεσμικού πλαισίου (άρθρο 3 παρ. 1, εδ. α' σε συνδυασμό με εδ. β' και γ') ένα επάγγελμα θεωρείται «νομοθετικά ρυθμιζόμενο» όταν για τη νόμιμη ανάληψη και άσκησή του σε κάποιο κράτος μέλος απαιτείται βάσει εθνικής νομοθεσίας η κατοχή συγκεκριμένων επαγγελματικών προσόντων, ήτοι τίτλων (διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων) που βεβαιώνουν επιτυχώς περατωθείσα επαγγελματική εκπαίδευση.
Βάσει της ως άνω Οδηγίας η αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων από άλλο κράτος μέλος της ΕΕ προκειμένου για την ανάληψη και άσκηση ν.ρ.ε. στην ημεδαπή δύναται να αφορά: α) είτε επαγγέλματα που είναι νομοθετικά ρυθμιζόμενα και στο εκάστοτε κράτος μέλος προέλευσης, β) είτε επαγγέλματα που δεν ρυθμίζονται νομοθετικά στο κράτος μέλος προέλευσης καθ'εαυτά, αλλά για τα οποία το εν λόγω κράτος βεβαιώνει ότι η εκπαίδευση που οδηγεί σε αυτά είναι νομοθετικά ρυθμιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. ε' της ως άνω Οδηγίας (νομοθετικά ρυθμιζόμενη εκπαίδευση), είτε γ) επαγγέλματα που δεν ρυθμίζονται νομοθετικά τα ίδια αλλά ούτε και η εκπαίδευση που οδηγεί σε αυτά και ως εκ τούτου ασκούνται ελεύθερα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, για να είναι εφικτή η αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων στην ημεδαπή, εάν και εφόσον η Ελλάδα ρυθμίζει νομοθετικά το συγκεκριμένο επάγγελμα, απαιτείται ο ενδιαφερόμενος να το έχει ασκήσει στο κράτος μέλος προέλευσης με πλήρη απασχόληση τουλάχιστον για δύο χρόνια την τελευταία δεκαετία.
Διευκρινίζεται ότι, βάσει του άρθρου 50 παρ. 3 του ως άνω π.δ. 38/2010, η αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων σε κατόχους των ως άνω τίτλων εκπαίδευσης, προκειμένου για περαιτέρω πρόσβαση τόσο στο δημόσιο (μέσω ΑΣΕΠ) όσο και στον ιδιωτικό τομέα, χωρεί ακωλύτως στις περιπτώσεις που πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις που απαιτούνται από την εν λόγω κοινοτική Οδηγία (εν ολίγοις, όταν αποδεικνύεται και η θεμελίωση πλήρους επαγγελματικού δικαιώματος στο κράτος μέλος προέλευσης του τίτλου).
Η εν λόγω υποπαράγραφος Θ.19 περιλαμβάνει σε 27 περιπτώσεις τις προτεινόμενες μεταβολές των διατάξεων του ισχύοντος π.δ. 38/2010 ως εξής:
Περίπτωση 1: Περιλαμβάνει τη νέα διατύπωση του πρώτου άρθρου του π.δ. 38/2010 όπου περιγράφεται εκ νέου ο σκοπός του εν λόγω διατάγματος, ο οποίος πλέον διευρύνεται με τη συμπερίληψη των περιπτώσεων στις οποίες δεν πληρούνται οι όροι της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ.
Περίπτωση 2: Σε αντιστοιχία με την ως άνω διεύρυνση του σκοπού του π.δ. αναδιατυπώνεται το πεδίο εφαρμογής, με σαφή διάκριση μεταξύ των περιπτώσεων που εμπίπτουν στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ και εκείνων που εκφεύγουν αυτής. Κρίνεται σκόπιμη η ρητή πρόβλεψη εξαίρεσης από τη διαδικασία αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας των επαγγελμάτων για τα οποία η Οδηγία 2005/36/ΕΚ προβλέπει κατ'αρχήν την «αυτόματη» αναγνώριση βάσει του συντονισμού των ελάχιστων προϋποθέσεων εκπαίδευσης (ιατροί, νοσηλευτές, μαίες, φαρμακοποιοί, οδοντίατροι, κτηνίατροι, αρχιτέκτονες, τα οποία ρυθμίζονταν παλαιότερα με χωριστές για το καθένα «τομεακές» οδηγίες),  ενώ όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της αυτόματης αναγνώρισης η ίδια Οδηγία 2005/36/ΕΚ δίνει την εναλλακτική δυνατότητα εξέτασης τους με βάση τις διατάξεις της περί «Γενικού Συστήματος» αναγνώρισης. Ως εκ τούτου, δεν κρίνεται απαραίτητη η υπαγωγή των εν λόγω επαγγελμάτων και σε περαιτέρω εναλλακτική διαδικασία αναγνώρισης ενόψει και της ιδιαιτερότητάς τους για τη δημόσια υγεία και ασφάλεια.
Περίπτωση 3: Η εν λόγω διευκρίνιση κρίνεται απαραίτητη προς σαφέστερη οριοθέτηση μεταξύ των περιπτώσεων που υπάγονται στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ και αυτών που θα υπαχθούν στην διαδικασία αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας.
Περίπτωση 4: Προστίθεται ο ορισμός του τίτλου τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης βάσει των αντίστοιχων ορισμών του ενωσιακού δικαίου.
Περίπτωση 5: Η εν λόγω προσθήκη διευκρινίζει το αποτέλεσμα της διαδικασίας αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας και το κριτήριο συγκρισιμότητας της οικονομικής δραστηριότητας στην οποία αποσκοπεί ο ενδιαφερόμενος.
Περιπτώσεις 6-12: Οι διευκρινίσεις που παρέχονται στις εν λόγω παραγράφους κρίνονται απαραίτητες προς σαφέστερη οριοθέτηση μεταξύ των περιπτώσεων που υπάγονται στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ και αυτών που θα υπαχθούν στην διαδικασία αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας.
Περίπτωση 13: Επικαιροποιείται ο τίτλος του αρμόδιου οργάνου με βάση τις ρυθμίσεις και την ορολογία του ν. 3852/2010 - Πρόγραμμα «Καλλικράτης».
Περίπτωση 14: Η εν λόγω διάταξη αποσκοπεί στην ρητή επέκταση των ρυθμίσεων περί εγγράφων και διαδικασιών της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ και στην διαδικασία αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας.
Περίπτωση 15:  Η εν λόγω διάταξη αποσκοπεί στην ρητή επέκταση των ρυθμίσεων περί γλωσσικών γνώσεων της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ και στην διαδικασία αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας.
Περίπτωση 16: Η εν λόγω διάταξη αποσκοπεί στην ρητή επέκταση των ρυθμίσεων περί χρήσης του τίτλου εκπαίδευσης της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ και στην διαδικασία αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας.
Περίπτωση 17: Γίνεται αναδιατύπωση της διάταξης έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνει και το σκέλος της αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας.
Περίπτωση 18: Επικαιροποιείται ο τίτλος του αρμόδιου οργάνου με βάση τις ρυθμίσεις και την ορολογία του ν. 3852/2010 - Πρόγραμμα «Καλλικράτης».
Περίπτωση 19: Κρίνεται σκόπιμη η κατάργηση της πρόβλεψης περί μεταβίβασης της αρμοδιότητας αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων βάσει της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ στις οικείες επαγγελματικές οργανώσεις που είναι οργανωμένες ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, λόγω ενιαίας αντιμετώπισης πλέον όλων των περιπτώσεων που θα αντιμετωπίζει η δημόσια διοίκηση στο πλαίσιο της αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων ή επαγγελματικής ισοδυναμίας.
Περίπτωση 20: Γίνεται αναδιατύπωση της διάταξης έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνει και το σκέλος της αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας.
Περίπτωση 21: Γίνεται αναδιατύπωση της διάταξης περί της συγκρότησης και λειτουργίας του Συμβουλίου Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων με σκοπό τη συμπερίληψη της αρμοδιότητας αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας.
Περίπτωση 22: Γίνεται νομοτεχνική βελτίωση της διατύπωσης των εν λόγω διατάξεων χάριν μεγαλύτερης σαφήνειας.
Περίπτωση 23: Γίνεται διευκρίνιση προς σαφέστερη οριοθέτηση μεταξύ των περιπτώσεων που υπάγονται στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ και αυτών που θα υπαχθούν στην διαδικασία αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας και ρυθμίζεται λεπτομερώς η διαδικασία της διοικητικής προσφυγής των ενδιαφερομένων.
Περίπτωση 24: Αντιμετωπίζεται αυτοτελώς το θέμα της υποβολής σε γραπτή δοκιμασία του ενδιαφερομένου που υπάγεται στη διαδικασία αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας και παρέχεται εξουσιοδότηση για τη ρύθμιση των λεπτομερειών με σχετική υπουργική απόφαση.
Περίπτωση 25: Η εν λόγω διάταξη αποσκοπεί στην ρητή επέκταση των ρυθμίσεων περί χρήσης του τίτλου εκπαίδευσης της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ και στην διαδικασία αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας.
Περίπτωση 26: Γίνεται αναδιατύπωση των διατάξεων έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνεται και το σκέλος της αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας. και προστίθεται ρητή πρόβλεψη στην δυνατότητα έκδοσης βεβαίωσης περί υπαγωγής στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ από την υπηρεσία αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων.
Περίπτωση 27: Κατόπιν της προτεινόμενης με την παράγραφο 21 αλλαγής της συγκρότησης του Συμβουλίου Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων, καθίσταται αναγκαία η κατάργησή του υπό την τρέχουσα σύνθεση και η επανασύσταση του υπό τις νέες διατάξεις.

Υποπαράγραφος  Θ. 18. Μεταβατικές διατάξεις

Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις τίθενται μεταβατικές διατάξεις του Κεφαλαίο Η' με στόχο την ομαλή εξέλιξη από το ισχύον στο επόμενο νομοθετικό καθεστώς για όλους τους φορείς εκπαίδευσης και ορίζεται το χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου απαιτείται συμμόρφωση.
Υποπαράγραφος  Θ.19. Καταργούμενες διατάξεις
Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις  καταργούνται οι προγενέστερες διατάξεις που θέσπιζαν τα επιμέρους καθεστώτα χορήγησης άδειας ίδρυσης και άδειας λειτουργίας χωριστά για κάθε φορέα εκπαίδευσης.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ι'
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΤΙΚΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ

Υποπαράγραφος  Ι.1. Κατάργηση ελάχιστων νόμιμων αμοιβών
Mε την προτεινόμενη διάταξη ορίζεται ότι η αμοιβή για τη διενέργεια ενεργειακής επιθεώρησης κτιρίων, λεβήτων και εγκαταστάσεων θέρμανσης και εγκαταστάσεων κλιματισμού καθορίζεται με έγγραφη συμφωνία των μερών. Οι ελάχιστες νόμιμες αμοιβές όπως προβλέπονται στο π.δ.100/2012 καταργούνται. Πλέον οι εισφορές και τα δικαιώματα που ορίζονται στις ισχύουσες διατάξεις υπολογίζονται με βάση τη συμβατική αμοιβή.  

Υποπαράγραφος  Ι.2. Ρυθμίσεις ΑΠΕ

Με το παρόν άρθρο εισάγονται ρυθμίσεις για τον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), ο οποίος αντιμετωπίζει, και αυτός, με ιδιαίτερη σφοδρότητα από το τέλος του 2011, τις συνέπειες της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης της πρόσφατης ιστορίας της χώρας μας. Ειδικά στον τομέα των ΑΠΕ και της Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης (ΣΗΘΥΑ) η κατάσταση επιδεινώνεται με ραγδαίους ρυθμούς. Συγκεκριμένα, στο τέλος Ιουνίου 2012 το έλλειμμα του Ειδικού Λογαριασμού, που διαχειρίζεται ο Λειτουργός της Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΛΑΓΗΕ ΑΕ) και μέσω του οποίου αποζημιώνονται οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ, ήταν 280 εκ. ευρώ και βαίνει αυξανόμενο. Η δεινή αυτή κατάσταση πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα, με σημαντικές τομές και πρωτοβουλίες.
Η Κυβέρνηση, στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της πρωτοφανούς οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης της χώρας, έχει ήδη λάβει και εισηγείται τη λήψη κατεπειγόντων μέτρων που αφορούν στους διάφορους τομείς της ελληνικής οικονομίας. Με δεδομένη την εξόχως δύσκολη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο τομέας της ενέργειας, το διαρκώς διογκούμενο έλλειμμα του ανωτέρω Ειδικού Λογαριασμού αλλά και του γεγονότος ότι οι επενδύσεις φωτοβολταϊκών σταθμών απολάμβαναν, πριν τον Αύγουστο του 2012, ιδιαίτερα ευνοϊκή αντιμετώπιση μέσω των υψηλών εγγυημένων τιμών πώλησης – οι οποίες εξασφαλίζονταν σε χρόνο σημαντικά προγενέστερο της σύνδεσης του σταθμού με αποτέλεσμα να μην αντανακλούν, κατά την υλοποίηση του έργου, τη μείωση του κόστους του εξοπλισμού – αλλά και των επιχορηγήσεων με κρατικούς πόρους εξασφαλίζοντας έτσι ικανοποιητικές αποδόσεις σε βάθος εικοσαετίας, κρίνεται απαραίτητη η επιβολή της έκτακτης ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, της παραγράφου 1, ώστε να εξισορροπηθεί ο εν λόγω Ειδικός Λογαριασμός χωρίς περαιτέρω επιβάρυνση των καταναλωτών μέσω του κατωτέρω αναφερόμενου ειδικού τέλους.
Η επιβαλλόμενη με την παρούσα διάταξη έκτακτη ειδική εισφορά, υπολογίστηκε σε ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) για τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς που τέθηκαν σε δοκιμαστική λειτουργία ή ενεργοποιήθηκε η σύνδεση τους προ της 01/01/2011, σε ποσοστό τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) για τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς που τέθηκαν σε δοκιμαστική λειτουργία ή ενεργοποιήθηκε η σύνδεσή τους μετά την 01/01/2012 και η αποζημίωση γίνεται με τις υψηλές τιμές που ίσχυαν μέχρι τον Ιανουάριο του 2012 ενώ για τους υπόλοιπους σε ποσοστό είκοσι εννέα τοις εκατό (29%) λόγω της μείωσης των τιμών που έγινε τον Φεβρουάριο του 2012 επί του, προ ΦΠΑ, τιμήματος πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας. Η έκτακτη ειδική εισφορά επιβάλλεται επί ενός μεγέθους που κρίνεται αντιπροσωπευτικό της αξίας του σταθμού καθώς είναι ευθέως ανάλογο του μεγέθους και των τεχνικών χαρακτηριστικών του εξοπλισμού και ελάχιστα διαφοροποιείται βάσει της θέσης εγκατάστασης αυτού λόγω της μικρής διαφοροποίησης του επιπέδου ηλιοφάνειας στην ελληνική επικράτεια. Επιπλέον η διαφοροποίηση του ύψους του ανωτέρω ποσοστού κρίνεται σκόπιμη λόγω της ραγδαίας μείωσης της αξίας του εξοπλισμού που σημειώθηκε από το δεύτερο εξάμηνο του 2011.
Από την επιβολή της ανωτέρω έκτακτης ειδικής εισφοράς εξαιρούνται οι φωτοβολταϊκοί σταθμοί για τους οποίους η αποζημίωση της παραγόμενης ενέργειας γίνεται βάσει των νέων μειωμένων τιμών που θεσπίστηκαν και ισχύουν από τις 10 Αυγούστου 2012 καθώς και των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων έως 10 kW που εντάσσονται στο Ειδικό Πρόγραμμα εγκατάστασης φωτοβολταϊκών σε κτίρια, λόγω του μικρού μεγέθους τους και του γεγονότος ότι το εν λόγω πρόγραμμα απευθύνεται κυρίως σε φυσικά πρόσωπα και η εγκατάσταση δεν αντιμετωπίζεται από την κείμενη νομοθεσία ως επιχειρηματική δραστηριότητα.
Η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ αμείβεται με εγγυημένη τιμή μέσω ειδικού διαχειριστικού λογαριασμού (Ειδικός Λογαριασμός ΑΠΕ), που θεσπίστηκε με το άρθρο 40 του ν. 2773/1999, τον οποίο διαχειρίζεται ο Λειτουργός της Αγοράς (ΛΑΓΗΕ Α.Ε.). Βασικά έσοδα του Λογαριασμού αυτού αποτελούν: α) οι πληρωμές που καταβάλλουν οι προμηθευτές για την ενέργεια που παράγεται από ΑΠΕ. στο Σύστημα, με βάση την τιμή της χονδρεμπορικής αγοράς (ΟΤΣ) κατά την ωριαία εκκαθάριση της αγοράς, και β) οι πληρωμές που καταβάλλουν οι προμηθευτές των μη διασυνδεδεμένων νησιών (ΜΔΝ) για την ενέργεια που παράγεται από ΑΠΕ στα ΜΔΝ, με βάση το μέσο μεταβλητό κόστος παραγωγής στα ΜΔΝ.
Το έσοδο του Λογαριασμού που υπολείπεται για την αποζημίωση των παραγωγών από ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ, κατανέμεται απευθείας στους καταναλωτές και εισπράττεται μέσω ενός Ειδικού Τέλους (Ειδικό Τέλος Μείωσης Εκπομπών Αερίων του Θερμοκηπίου – ΕΤΜΕΑΡ) που είναι ενιαίο για όλη την επικράτεια.
Προκειμένου να αποφευχθεί η υπέρμετρη επιβάρυνση των καταναλωτών, αλλά και για να εξαλειφθεί το έλλειμμα του ΛΑΓΗΕ έως το τέλος του 2013 δρομολογήθηκε, ήδη από τα μέσα του 2011, η αξιοποίηση πρόσθετων πόρων που θα προέλθουν από τη δημοπράτηση δικαιωμάτων εκπομπών, από την παρακράτηση μέρους του τέλους που καταβάλουν οι καταναλωτές ρεύματος υπέρ της ΕΡΤ και από την επιβολή ειδικού τέλους στην λιγνίτη ηλεκτροπαραγωγή (2 ευρώ/ΜWh). Ήδη έως τον Ιούλιο του 2012 τα έσοδα από τη δημοπράτηση των αδιάθετων δικαιωμάτων εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου ανήλθαν στα 120 εκατ. ευρώ ενώ τα έσοδα από την επιβολή του ειδικού τέλους στην λιγνίτη ηλεκτροπαραγωγή έφτασαν τα 25 εκατ. ευρώ. Επιπλέον, στις αρχές Αυγούστου 2012, με την ΥΑΠΕ/Φ1/2303/οίκ.16953/09.08.2012 καθορίστηκε ότι το 25% του τέλους υπέρ της ΕΡΤ θα παρακρατείται και θα αποτελεί έσοδο του ειδικού Λογαριασμού, αποφέροντας ετησίως περίπου 75 εκατ. ευρώ. Ταυτόχρονα με την υπ' αριθμ. 698/2012 απόφαση της ΡΑΕ αυξήθηκε, κατά 40% περίπου, το ΕΤΜΕΑΡ από 5,43 ευρώ/MWh σε 7,50 ευρώ/MWh. Παρά τις ανωτέρω ρυθμίσεις, σύμφωνα με στοιχεία του ΛΑΓΗΕ ο Ειδικός Λογαριασμός ΑΠΕ παρουσίαζε στο τέλος του 2011 έλλειμμα 190 εκατ. ευρώ, στο τέλος Ιουνίου 2012 το εν λόγω έλλειμμα διογκώθηκε στα 282,5 εκατ. ευρώ και τον Αύγουστο 2012 έφτασε τα 330 εκ. ευρώ.
Υπό το φως των ανωτέρω, η ειδική εισφορά αλληλεγγύης επιβάλλεται για επιτακτικούς λόγους εθνικού συμφέροντος που συνίστανται στην άμεση αντιμετώπιση του συνεχώς διογκούμενου ταμειακού ελλείμματος του ανωτέρω ειδικού Λογαριασμού που τηρείται για την αποζημίωση των παραγωγών ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ. Τούτο είναι απολύτως απαραίτητο για τη διασφάλιση της συνέχισης της καταβολής της σχετικής αποζημίωσης στους παραγωγούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ. Η ειδική εισφορά έχει έκτακτο και προσωρινό χαρακτήρα και επιβάλλεται για χρονικό διάστημα δύο ετών ήτοι από 01.07.2012 έως 30.06.2014, ενώ παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση για παράταση της υποχρέωσης καταβολής της ειδικής εισφοράς για ένα ακόμη έτος, εφόσον τούτο κριθεί απαραίτητο μετά την παρέλευση της διετίας. Ταυτόχρονα η επιβολή της εν λόγω εισφοράς κρίνεται αναγκαία διότι πρέπει, υπό τις παρούσες πρωτόγνωρες ιστορικά δυσμενείς συνθήκες της οικονομίας, και στο πλαίσιο της αναλογικότητας της επιβάρυνσης για την επίτευξη των στόχων διείσδυσης των ΑΠΕ στο ενεργειακό ισοζύγιο, να προστατευθεί ο τελικός καταναλωτής ενέργειας (οικιακός, βιοτεχνικός, βιομηχανικός) από υπέρογκη αύξηση του ΕΤΜΕΑΡ, το οποίο αποτελεί τον κύριο και σταθερό τροφοδότη του ανωτέρω ελλειμματικού ειδικού λογαριασμού και έχει αυξηθεί πρόσφατα κατά τα ανωτέρω, η οποία θα δυναμίτιζε περαιτέρω το διαρκώς συρρικνούμενο εισόδημά του και θα είχε σημαντικές επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία.
Το κόστος εγκατάστασης φωτοβολταϊκών σταθμών μειώνεται συνεχώς με υψηλούς ρυθμούς. Ο ρυθμός μείωσης της τιμής αποζημίωσης της παραγόμενης ενέργειας πρέπει να ακολουθεί τη μείωση αυτή ώστε να μην υφίσταται υπερβολική αποζημίωση των παραγωγών και να επιβαρύνεται δυσανάλογα ο καταναλωτής. Η διασφάλιση τιμής αποζημίωσης με την υποβολή αιτήματος για σύναψη σύμβασης πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας και η διατήρησή της για 18 ή 36 μήνες από την υπογραφή της σύμβασης, αναλόγως της ισχύος του σταθμού, αντίκειται στην ανωτέρω λογική καθώς ενώ διασφαλίζεται αναλογικά υψηλή τιμή αποζημίωσης, το κόστος κατασκευής του σταθμού εντός του διαστήματος των 18 ή 36 μηνών θα είναι τελικά πολύ χαμηλό. Με τις ρυθμίσεις των παραγράφων 2 και 3 αποκαθίσταται η ανωτέρω στρέβλωση και δίνεται η δυνατότητα διατήρησης της τιμής για τις περιπτώσεις για τις οποίες έχει ήδη υποβληθεί αίτημα για σύναψη σύμβασης πώλησης ή έχει συναφθεί η σύμβαση πώλησης εάν ο σταθμός τεθεί σε λειτουργία εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος από την ισχύ του παρόντος νόμου. Επιπλέον θεσπίζονται μέτρα προστασίας των ενδιαφερομένων από καθυστερήσεις στην ανταπόκριση του αρμόδιου διαχειριστή με διασφάλιση της τιμής αποζημίωσης που ισχύει κατά την ημερομηνία υποβολής του σχετικού αιτήματος και αποζημίωση των ενδιαφερομένων από τον αρμόδιο Διαχειριστή εάν ο τελευταίος δεν ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του εντός διαστήματος 4 μηνών από το αρχικό αίτημα. Επιπλέον θεσπίζεται ποινή και για τον ενδιαφερόμενο εάν η δήλωση ετοιμότητας για σύνδεση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Με την παράγραφο 4 καθορίζονται οι χρονικές υποχρεώσεις ανταπόκρισης των διαχειριστών του Συστήματος και του Δικτύου στη βάση της συνομολογούμενης σύμβασης σύνδεσης σταθμών ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ σε αυτά.     

Υποπαράγραφος  Ι.3. Τροποποίηση διατάξεων του ν.3054/2002

Με την προτεινόμενη ρύθμιση τροποποιείται ο ν. 3054/2002 ώστε να εναρμονισθεί με τις νέες μνημονιακές υποχρεώσεις σχετικά με την πλήρη απελευθέρωση της μεταφοράς πετρελαιοειδών προϊόντων με βυτιοφόρα και συγκεκριμένα να επιτρέπεται στα ανεξάρτητα πρατήρια να χρησιμοποιούν για τη διακίνηση των εν λόγω προϊόντων ιδιόκτητα ή μισθωμένα βυτιοφόρα ανεξαρτήτως χωρητικότητας, υπό τον όρο ότι τηρούνται οι κανόνες αστυνόμευσης και ασφαλείας για την μεταφορά καυσίμων, καθώς και να μισθώνουν ΦΔΧ βυτιοφόρα χωρίς ανάγκη περιορισμού των ιδιόκτητων βυτιοφόρων, ενώ τέλος να επιτρέπεται σε κάθε βυτιοφόρο ανεξαρτήτως μεγέθους, που πραγματοποιεί για λογαριασμό τους μεταφορά, να εισέρχεται σε διυλιστήρια και φορολογικές αποθήκες για να μεταφέρει καύσιμα με το δικό του εμπορικό σήμα, υπό τον όρο ότι τηρούνται οι κανόνες αστυνόμευσης και ασφαλείας για την μεταφορά καυσίμων.
Επίσης, γίνονται απαραίτητες τροποποιήσεις στον ίδιο νόμο, ώστε αφενός να εξασφαλισθούν τα ανωτέρω, αφετέρου να διασφαλισθεί περαιτέρω η πάταξη της λαθρεμπορίας καυσίμων σε όλα τα στάδια της διακίνησης αυτών. Ειδικότερα, εξομοιώνεται το καθεστώς μεταφοράς καυσίμων των κατόχων άδειας Εμπορίας, Λιανικής Εμπορίας (συμπεριλαμβανομένων των Ανεξάρτητων Πρατηρίων) και Διάθεσης Βιοκαυσίμων, προβλέπεται η χρήση τρίτων (μεταφορέων) για τη διακίνηση καυσίμων για λογαριασμό των ανωτέρω κατόχων άδειας, ρυθμίζονται, μεταξύ άλλων, ειδικά θέματα σήμανσης των μεταφορικών μέσων και χρήσης ηλεκτρονικών συστημάτων ελέγχου (GPS, διασφάλισης της ποσοτικής και ποιοτικής ακεραιότητας), διευκρινίζονται θέματα επιμερισμού της ευθύνης κατά τη διακίνηση καυσίμων, ενώ μειώνεται και ο αριθμός των συνυπογραφόντων Υπουργών προκειμένου να επισπευσθεί η έκδοση των απαιτούμενων κανονιστικών πράξεων.

Υποπαράγραφος Ι.4. Τροποποίηση και συμπλήρωση διατάξεων του ν. 4001/2011

Σκοπός των προτεινόμενων ρυθμίσεων είναι η συμπλήρωση των διατάξεων του ν. 4001/2011 (Α' 179), με την ενσωμάτωση και των διατάξεων του Κεφαλαίου IV της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ (EEL 211/94, 14.08.2009) που αφορούν στον Ανεξάρτητο Διαχειριστή Μεταφοράς.
Με τις εισαγόμενες διατάξεις των παραγράφων 1 έως 5 ρυθμίζεται η δομή και λειτουργία των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς φυσικού αερίου κατά τρόπο συμβατό με την κοινοτική νομοθεσία. Ειδικά όσον αφορά στον ΔΕΣΦΑ ΑΕ, υιοθετείται άμεσα εκ του νόμου το πρότυπο του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς, κατά τρόπον ώστε να διευκολυνθεί η ταχεία έναρξη και ολοκλήρωση της διαδικασίας πιστοποίησής του ως Διαχειριστή του Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου, ενώ παράλληλα παρέχεται η δυνατότητα επιλογής του προτύπου του ιδιοκτησιακού διαχωρισμού, εφ' όσον τούτο κριθεί σκόπιμο. Με τις νέες διατάξεις ρυθμίζεται πληρέστερα και λεπτομερέστερα η δομή και λειτουργία του ΔΕΣΦΑ ΑΕ ως Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς, ιδίως όσον αφορά σε ζητήματα που αποκλίνουν από τις αντίστοιχες ρυθμίσεις της νομοθεσίας για τις ανώνυμες εταιρείες, οι σχέσεις του με την ΔΕΠΑ ΑΕ, τα μέτρα ανεξαρτησίας της εταιρείας, της διοίκησής της και του προσωπικού της, ζητήματα σχετικά με την ανάπτυξη του Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου και οι εξουσίες της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας για διορισμό Ανεξάρτητου Διαχειριστή Συστήματος. Οι εισαγόμενες διατάξεις είναι αντίστοιχες με αυτές του Κεφαλαίου Β' του Τέταρτου Μέρους του ν. 4001/2011, οι οποίες αφορούν στον ΑΔΜΗΕ ΑΕ, ο οποίος είναι ο διαχειριστής του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΣΜΗΕ). Περαιτέρω, τροποποιούνται υφιστάμενες διατάξεις του ν. 4001/2011 προκειμένου να εναρμονισθούν με τις νέες ρυθμίσεις.

Υποπαράγραφος  Ι.5.

Με τις διατάξεις των περιπτώσεων 1 έως 4 ρυθμίζονται ζητήματα προθεσμιών για την ολοκλήρωση των ενεργειών που πρέπει να γίνουν από τον ΔΕΣΦΑ ΑΕ, προκειμένου να προσαρμοσθεί στις νέες ρυθμίσεις και να υποβάλει την αίτηση για την πιστοποίησή του ως διαχειριστή του Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Εθνικού και του Ευρωπαϊκού Δικαίου.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 5 παρατείνεται έως την 31.07.2013 η προβλεπόμενη στο άρθρο 53 του ν. 4001/2012 προθεσμία για την έκδοση των αποφάσεων του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, καθώς και των κοινών αποφάσεων του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και των καθ' ύλην αρμόδιων Υπουργών, με τις οποίες καθορίζονται τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση της Ενεργειακής Πενίας, ιδίως τα εθνικά Σχέδια Δράσης.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΑ'
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΑΕΔ- ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ

Υποπαράγραφος  ΙΑ.1. Ρυθμίσεις θεμάτων ΟΑΕΔ

Α) Καταργούμενες διατάξεις που αφορούν σε ειδικές επιδοτήσεις ανεργίας και ειδικές εισοδηματικές ενισχύσεις ανεργίας.
Σε ένα περιβάλλον βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης δημοσιονομικών προβλημάτων είναι επιβεβλημένη η υλοποίηση διαρθρωτικών παρεμβάσεων που έχουν ως σκοπό την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών και τη μείωση των ελλειμμάτων της Γενικής Κυβέρνησης.
Η κατάργηση ειδικών επιδοτήσεων ανεργίας, ειδικών εισοδηματικών ενισχύσεων ανεργίας, καθώς και των επιδοτήσεων λόγω ανεργίας απολυομένων μισθωτών λόγω συγχώνευσης-μεταφοράς-συνένωσης επιχειρήσεων καθίσταται αναγκαία προκειμένου να περιορισθούν τα ελλείμματα των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, εξυπηρετείται έτσι το γενικότερο εθνικό συμφέρον και έχει ως αποτέλεσμα την επιβίωση της Ελληνικής Οικονομίας και την παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη.
Η αντιμετώπιση  της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης της χώρας και, περαιτέρω, η δημοσιονομική εξυγίανση αυτής δεν στηρίζεται μόνο στη μείωση των δαπανών μισθοδοσίας, συντάξεων αλλά και των δαπανών των Κοινωνικοασφαλιστικών Οργανισμών που συμμετέχουν στο έλλειμμα ή πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης, αλλά και στη λήψη και άλλων μέτρων Οικονομικών, δημοσιονομικών, διαρθρωτικών, η συνολική και συντονισμένη εφαρμογή των οποίων εκτιμάται ότι θα συμβάλλει στην έξοδο της χώρας από τη κρίση και στη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών.
Στην περίπτωση της χώρας μας,  σε παρατεταμένη οικονομική κρίση, το Κράτος δύναται να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα περιστολής των δαπανών.  Με τις προτεινόμενες διατάξεις δεν θίγονται τα υφιστάμενα επιδόματα ανεργίας των κοινών ανέργων, αλλά επιδοματούχων ανέργων που δόθηκαν κάτω από άλλες κοινωοικονομικές συνθήκες. 'Ετσι οι καταργούμενες διατάξεις δεν θίγουν τους συγκεκριμένους ανέργους που θα συνεχισθεί η επιδότησή τους με τέλος την 31-12-2013 επιδοτούμενοι ασφαλώς με τις προϋποθέσεις των  κοινών ανέργων (αρ. 21 του ν.δ. 2961/54 ΦΕΚ 197Α').
Οι προτεινόμενες διατάξεις αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της Ελληνικής Οικονομίας, το οποίο συνολικώς εφαρμοζόμενο, αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση άμεσης ανάγκης κάλυψης οικονομικών αναγκών της χώρας, όσο και στην βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν κατ' αρχήν  σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος .
Με την παρούσα υποπαράγραφο (που αντιστοιχεί στην υπ'αριθ,92 προαπαιτούμενη ενέργεια) καταργούνται από 1-1-2013 διατάξεις που αφορούν σε ειδικές κατηγορίες επιδοτήσεις ανεργίας και ειδικές εισοδηματικές ενισχύσεις ανεργίας, καθώς και οι κανονιστικές διοικητικές πράξεις, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση  αυτών. Ειδικότερα:
Καταργείται το άρθρο 43 του ν. 2778/1999 (Α'295), με εξαίρεση την παράγραφο5 που αφορά την θέσπιση της ειδικής επιδότησης ανεργίας των μισθωτών της επιχείρησης « Συνεταιριστικά Ελληνικά Λιπάσματα ΑΕ», όσων από τους μισθωτούς επέλεξαν αυτό το μέτρο.
Καταργείται το άρθρο 7 του ν. 2941/2001 (Α'201) με εξαίρεση την παράγραφο 8 που αφορά τη θέσπιση της ειδικής επιδότησης ανεργίας των μισθωτών της εταιρείας (Μ.Α.Β.Ε.) «ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΑΜΙΑΝΤΟΥ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ», όσων από τους μισθωτούς επέλεξαν αυτό το μέτρο.
Καταργούνται οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 15 τουν.3144/2003 (Α' 111) που αφορούν την παράταση κατά δύο 2 έτη της Ειδικής επιδότησης ανεργίας που προβλέφθηκε στην ΚΥΑ 30161/2000 (Β' 272),  που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 43 του ν. 2778/1999 και αφορά τους μισθωτούς της επιχείρησης: « Συνεταιριστικά Ελληνικά Λιπάσματα ΑΕ», καθώς και την κατάργηση της θέσπισης της ειδικής επιδότησης ανεργίας των μισθωτών της επιχείρησης «ΠΙΝΔΟΣ ΑΕ» όσων από τους μισθωτούς επέλεξαν αυτό το μέτρο.
Καταργείται η παράγραφος 4 του άρθρου 14 του ν.3385/05 (Α' 210) σύμφωνα με την οποία παρατάθηκε για άλλα δύο (2) έτη η ειδική επιδότηση ανεργίας των μισθωτών της εταιρείας «Συνεταιριστικά Ελληνικά Λιπάσματα ΑΕ».
Καταργούνται τα άρθρα 10 και 11 του ν.3408/2005 (Α'272) με εξαίρεση την παράγραφο4 του άρθρου11 που αφορούν: α) την υπαγωγή των μισθωτών της εταιρείας «ΕΛΛΕΝΙΤ ΑΕ» στις ρυθμίσεις του άρθρου 7 του ν. 2941/2001 (Α'201) δηλαδή σε καθεστώς ειδικής επιδότησης ανεργίας και β) την θέσπιση ειδικής επιδότησης ανεργίας των Μεταλλωρύχων της TVX Hellas AE .
Καταργείται το άρθρο 13 του ν.3460/2006 (Α' 105), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 του ν. 3660/2008 (Α' 78) που αφορά τη θέσπιση μέχρι τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδότησης, Ειδική  εισοδηματική ενίσχυση ανεργίας για τους εργαζόμενους στις Κλωστοϋφαντουργικές Επιχειρήσεις της Νάουσας, καθώς και στους εργαζόμενους στο υποκατάστημα ΟΤΤΟ-ΕΒΡΟΣ και στο Εργοστάσιο Νομού Πέλλας της επιχείρησης «Ενωμένη Κλωστοϋφαντουργία ΑΕ», πρώην « Κλωστήρια Ναούσης ΑΕ» .
Καταργούνται τα άρθρα 4 και 5 του άρθρου 69 του ν. 3518/06 (Α' 272) που αφορούν: α) την θέσπιση προγράμματος επιδότησης ανεργίας των ανέργων προερχομένων από την εταιρεία ΝΑΥΣΙ και β) την αντικατάσταση του άρθρου 10 του ν. 3408/2005, σύμφωνα με το οποίο μισθωτοί της εταιρείας ΕΛΛΕΝΙΤ ΑΕ υπάγονται στις ρυθμίσεις του άρθρου7 του ν.2941/2001 με εξαίρεση τις παραγράφους 1,2,3,11 και 12 περίπτωση α' αυτού.
Καταργείται το άρθρο 23 του ν. 3526/2007 (Α' 24) με εξαίρεση την παράγραφο 10 και 11 αυτού που αφορά τη θέσπιση ειδικής επιδότησης ανεργίας των μισθωτών της «ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΦΩΣΦΟΡΙΚΩΝ ΛΙΠΑΣΜΑΤΩΝ ΑΕ», όσων από αυτούς επέλεξαν αυτό το μέτρο.
Καταργούνται οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 1 καθώς και το άρθρο 2 του ν. 3667/2008 (Α' 114), σύμφωνα με τις οποίες: α) η ειδική επιδότηση ανεργίας που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 15 του ν. 3144/2003 (ΠΙΝΔΟΣ ΑΕ) παρατείνεται για δύο (2) έτη από τη λήψη της β) η ειδική επιδότηση ανεργίας που παρατάθηκε με τη παράγραφο 4 του άρθρου 14 του ν. 3385/2005 (Συνεταιριστικά Ελληνικά Λιπάσματα ΑΕ) παρατείνεται για τρία (3) έτη  από τη λήξη της και γ) το άρθρο 10 του ν. 3408/2005 (Α' 272) , όπως τροποποιήθηκε αντικαθίσταται ( αφορά μισθωτούς της εταιρείας  ΕΛΛΕΝΙΤ ΑΕ).
Καταργείται το άρθρο 3 του ν. 3717/2008 (Α' 239) που αφορά το πρόγραμμα ειδικής επιδότησης ανεργίας τακτικού προσωπικού για τους εργαζόμενους στις Εταιρείες «Ολυμπιακές Αερογραμμές ΑΕ» , «Ολυμπιακή Αεροπορία –Υπηρεσίες ΑΕ» και «Ολυμπιακή Αεροπλοΐα ΑΕ».
Καταργείται το άρθρο 75 του ν. 3746/2009 (Α' 27), σύμφωνα με το οποίο οι εργαζόμενοι της Επιχείρησης «ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΠΡΕΒΕΖΗΣ ΑΕ» δικαιούνται μέχρι τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδότησης ειδική εισοδηματική ενίσχυση ανεργίας.
Καταργείται το άρθρο 32 του ν. 3762/2009 (Α'75), που αφορά τη θέσπιση ειδικής επιδότησης ανέργων για τους εργαζόμενους της εταιρείας με την επωνυμία «Συνεταιριστικά Λιπάσματα ΑΕ».
Καταργούνται οι παράγραφοι 4,5 και 6 του άρθρου 74 του ν. 3996/2011 (Α' 170) που αφορούν: α) τη δυνατότητα να επιδοτούνται από το ΟΑΕΔ επιχειρήσεις ναυπήγησης, μετατροπής, επισκευής και συντήρησης πλοίων για τη κάλυψη μέρους ή του συνόλου των εισφορών κύριας και επικουρικής ασφάλισης β) η προσθήκη στο τέλος της παρ. 2Α του άρθρου 32 του ν. 3762/2009.
Οι επιδοτούμενοι την 31.12.2012, με βάση τις παραπάνω καταργούμενες διατάξεις, συνεχίζουν  από 1.1.2013 να επιδοτούνται με βάση τις κοινές περί ανεργίας διατάξεις και να λαμβάνουν το βασικό μηνιαίο επίδομα ανεργίας για χρονικό διάστημα 12 μηνών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 21 του ν.δ.2961/54 (ΦΕΚ 197/Α), όπως ισχύουν.
Επιδοτούμενοι την 31.12.2012, των οποίων η επιδότηση με βάση τις παραπάνω καταργούμενες διατάξεις λήγει πριν την 31.12.2013, συνεχίζουν από 1.1.2013 να επιδοτούνται με βάση τις κοινές περί ανεργίας διατάξεις και να λαμβάνουν το βασικό μηνιαίο επίδομα ανεργίας, σύμφωνα  με τις διατάξεις του άρθρ. 21 του ν.δ.2961/54 (Α'197) όπως ισχύουν, μέχρι την ημερομηνία λήξης της επιδότησης, όπως αυτή έχει προσδιοριστεί με βάση τις καταργούμενες διατάξεις.
Σε κάθε περίπτωση ουδείς άνεργος επιδοτούμενος, με βάση τις παραπάνω καταργούμενες διατάξεις,  μπορεί να συνεχίσει να επιδοτείται μετά την 31.12.2012.

Β) Καταργούμενες διατάξεις που αφορούν στην επιδότηση λόγω ανεργίας απολυμένων μισθωτών λόγω συγχώνευσης – μεταφοράς – συνένωσης επιχειρήσεων.

Καταργούνται από 1-1-2013 οι διατάξεις που αφορούν στην επιδότηση λόγω ανεργίας απολυομένων μισθωτών λόγω συγχώνευσης-μεταφοράς-συνένωσης επιχειρήσεων.
Ειδικότερα καταργούνται: το άρθρο 6 του ν. 435/1976 (Α' 251) και το άρθρο 4 του ν. 3302/2004 (Α' 267), που  αφορά την παράταση επιδότησης εκ μέρους του ΟΑΕΔ, μισθωτών  επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων συγχωνευομένων, συνενωμένων εν όλω ή εν μέρει ή μεταφερομένων με εξαίρεση τις μεταφερόμενες προς εγκατάσταση στη περιοχή της τέως Διοίκησης Πρωτεύουσας, καθώς και τον υπολογισμό του ύψους του παραπάνω επιδόματος.
Επιδοτούμενοι την 31.12.2012, των οποίων η επιδότηση με βάση τις παραπάνω καταργούμενες διατάξεις λήγει πριν την 31.12.2013, συνεχίζουν από 1.1.2013 να επιδοτούνται με βάση τις κοινές περί ανεργίας διατάξεις και να λαμβάνουν το βασικό μηνιαίο επίδομα ανεργίας, σύμφωνα  με τις διατάξεις του άρθρ. 21 του ν.δ. 2961/54 (Α' 197) όπως ισχύουν, μέχρι την ημερομηνία λήξης της επιδότησης, όπως αυτή έχει προσδιοριστεί με βάση τις καταργούμενες διατάξεις.

Γ) Μέτρα Κοινωνικής Πολιτικής Μακροχρονίων Ανέργων

Με τις προτεινόμενες διατάξεις θεσπίζεται από 01-01-2014 επίδομα μακροχρονίως ανέργου, για τους ανέργους οι οποίοι έχουν εξαντλήσει το δικαίωμα τακτικής επιδότησης εφόσον το εισόδημά τους δεν ξεπερνά τις δέκα χιλιάδες ευρώ, προσαυξανόμενο κατά πεντακόσια ογδόντα έξι ευρώ και οκτώ λεπτά  για κάθε ανήλικο τέκνο  της οικογένειας.
Το ύψος του μηνιαίου επιδόματος μακροχρονίως ανέργου δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 200 ευρώ  και καταβάλλεται για όσο χρονικό διάστημα οι δικαιούχοι παραμένουν άνεργοι και όχι πέραν των δώδεκα μηνών.
Τα όρια ηλικίας των δικαιούχων ορίζονται από 20 ετών μέχρι 66.

Υποπαράγραφος  ΙΑ.2. Διατάξεις που αφορούν τη Γενική Γραμματεία Πρόνοιας

Α. Ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων:

Με την παρούσα ρύθμιση αναμορφώνεται το καθεστώς που διέπει τα υφιστάμενα πολυάριθμα οικογενειακά επιδόματα με σκοπό τον εξορθολογισμό τους και την αντικατάστασή τους από ένα ενιαίο οικογενειακό επίδομα που καταβάλλεται από το πρώτο παιδί.
Το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων  θα καταβάλλεται στοχευμένα στα παιδιά που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερη ανάγκη και για το λόγο αυτό θα υπολογίζεται βάσει κλιμακούμενου εισοδηματικού κριτηρίου στο πλαίσιο αφενός της ενίσχυσης των ασθενέστερων οικονομικά δικαιούχων και αφετέρου της προσαρμογής στην υφιστάμενη δημοσιονομική συγκυρία.
Ως κλίμακα ισοδυναμίας ορίζεται το σταθμισμένο άθροισμα των μελών της οικογένειας. Ο πρώτος γονέας έχει στάθμιση 1, ο δεύτερος γονέας έχει στάθμιση 1/3 και κάθε εξαρτώμενο τέκνο έχει στάθμιση 1/6. Ως ισοδύναμο εισόδημα ορίζεται το καθαρό, ετήσιο, οικογενειακό εισόδημα (φορολογητέο εισόδημα) διαιρεμένο με την κλίμακα ισοδυναμίας.
Οι οικογένειες που δικαιούνται το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων διαιρούνται αναλόγως του ισοδυνάμου εισοδήματος σε τέσσερις εισοδηματικές κατηγορίες, ως εξής: (Α) έως έξι χιλιάδες ευρώ (6.000ευρώ) που λαμβάνουν το πλήρες επίδομα, (Β) από έξι χιλιάδες και ένα ευρώ (6.001ευρώ) έως δώδεκα χιλιάδες ευρώ (12.000) που λαμβάνουν τα 2/3 του επιδόματος, (Γ) από δώδεκα χιλιάδες και ένα ευρώ (12.001) έως δεκαοκτώ χιλιάδες ευρώ (18.000) που λαμβάνουν το 1/3 του επιδόματος. 
Το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων υπολογίζεται ανάλογα με τον αριθμό των εξαρτώμενων τέκνων ως εξής: σαράντα ευρώ (40ευρώ) ανά μήνα για ένα εξαρτώμενο τέκνο, ογδόντα ευρώ (80ευρώ) ανά μήνα για δύο εξαρτώμενα τέκνα, εκατόν τριάντα ευρώ (130ευρώ) ανά μήνα για τρία εξαρτώμενα τέκνα και εκατόν ογδόντα ευρώ (180ευρώ) ανά μήνα για τέσσερα εξαρτώμενα τέκνα. Για κάθε εξαρτώμενο τέκνο πέραν του τετάρτου, καταβάλλεται, πέραν των ανωτέρω, μηνιαίο επίδομα εξήντα ευρώ (60ευρώ). 
Για τον υπολογισμό της εισοδηματικής κατηγορίας θα λαμβάνεται υπόψη το εκκαθαριστικό του προηγούμενου της χορήγησης έτους.
Περαιτέρω και  επειδή το εισοδηματικό όριο της παραγράφου 22 του άρθρου 27 του ν.4052/2012 δεν είχε προσδιοριστεί με σαφή τρόπο, η διάταξη κατέστη ουσιαστικά ανεφάρμοστη. Συγκεκριμένα ήταν αδύνατη η εφαρμογή της καθώς δεν προσδιοριζόταν ούτε το οικονομικό έτος  ούτε το ετήσιο εισόδημα αναφοράς. Για το λόγο αυτό αφενός καθορίζονται ρητά οι εφαρμοζόμενοι όροι για την καταβολή του συγκεκριμένου επιδόματος το τελευταίο δίμηνο του 2012, αφετέρου προβλέπεται ότι δεν δύναται να αναζητηθούν  τυχόν  καταβολές που έγιναν μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού σε υπερβαίνοντες τα όρια της παραγράφου 22 του άρθρου 27 του ν.4052/2012. Η τυχόν απώλεια εσόδων από τη μη εφαρμογή υπερκαλύπτεται από την κατάργηση από 1/11/2012 των προβλεπόμενων στις παραγράφους 1 και 4 του ν.1892/1990 και στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν.3454/2006.
Γίνεται αντιληπτό ότι με τις προτεινόμενες διατάξεις επιτυγχάνεται ο εξορθολογισμός της πολιτικής χορήγησης οικογενειακών επιδομάτων με την εφαρμογή αντικειμενικών κριτηρίων που διασφαλίζουν την υλοποίηση σαφώς πιο στοχευμένης πολιτικής σε εκείνες τις κοινωνικές ομάδες, που βρίσκονται σε πραγματική αδυναμία ενισχύοντας την ελληνική οικογένεια πλέον από το πρώτο παιδί.
 
Β. Πιλοτικό πρόγραμμα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος

Το πιλοτικό πρόγραμμα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος αποτελεί ένα πρόγραμμα αντιμετώπισης των ακραίων συνθηκών φτώχειας. Τα μέτρα πολιτικής για τη στήριξη του εισοδήματος των ευπαθών ομάδων που εφαρμόζονται σήμερα είναι αποσπασματικά, ασύνδετα μεταξύ τους, χαρακτηρίζονται από πληθώρα επιμέρους παρεμβάσεων υπό την ευθύνη πολλών διαφορετικών φορέων. Οι προϋποθέσεις επιλεξιμότητας συχνά απαιτούν οι δικαιούχοι να ανήκουν σε μια ορισμένη κατηγορία και το ύψος των εισοδηματικών ενισχύσεων είναι σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβολικά χαμηλό με αποτέλεσμα να μην βοηθούν αυτούς που πραγματικά έχουν ανάγκη.
Το πρόγραμμα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος αποτελεί μία πιλοτική προσπάθεια βελτιστοποίησης των μεθόδων αντιμετώπισης των ζητημάτων του κοινωνικού αποκλεισμού. Το πρόγραμμα θα ενισχύσει και θα συμπληρώσει τις άλλες κοινωνικές παροχές, αποτελώντας ένα ύστατο δίχτυ ασφαλείας σε άτομα και νοικοκυριά που βρίσκονται αντιμέτωπα με τον κίνδυνο ακραίας φτώχειας ακριβώς επειδή δεν δικαιούνται κάποια από τις υφιστάμενες παροχές. Επιπλέον, δεν θα περιοριστεί στην οικονομική ενίσχυση των δικαιούχων, αλλά θα την συνοδεύσει με την κατάρτιση ατομικών σχεδίων επανένταξης στην κοινωνία και στην αγορά εργασίας.

Υποπαράγραφος  ΙΑ.3. Διατάξεις που αφορούν τη Γενική Γραμματεία Κοινωνικής Ασφάλισης

Α) Αύξηση ορίων ηλικίας  συνταξιοδότησης

Με την προτεινόμενη ρύθμιση επέρχονται μεταβολές ως προς τον απαιτούμενο χρόνο ασφάλισης και το όριο ηλικίας για τη λήψη σύνταξης από τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, συμπεριλαμβανομένου του ΟΓΑ, με εξαίρεση το ΝΑΤ.
Ειδικότερα, προβλέπεται ότι για τη συνταξιοδότηση από 1.1.2013 εφαρμόζονται οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης που προβλέπονται από 1.1.2015 και εφεξής, όπως διαμορφώνονται με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.3863/2010. Ταυτόχρονα προστίθενται στα διαμορφούμενα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης δύο επιπλέον έτη.
Για παράδειγμα ασφαλισμένη μητέρα του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ που συμπληρώνει 5.500 ημέρες ασφάλισης από την 1.1.2013 και εφεξής , προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί εντός του έτους αυτού θα πρέπει να συμπληρώνει το 67ο έτος της ηλικίας της για πλήρη σύνταξη και το 62ο για μειωμένη σύνταξη.
Η ανωτέρω προβλεπόμενη αύξηση του ορίου ηλικίας κατά δύο έτη, αφορά και όσους πρόκειται να συνταξιοδοτηθούν μετά την 1.1.2013 με προϋποθέσεις που δεν είχαν μεταβληθεί με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.3863/2010.
Για παράδειγμα, προκειμένου οι ασφαλισμένοι να συνταξιοδοτηθούν με τη συμπλήρωση 4.500 ημερών ή 15 ετών ασφάλισης, από 1.1.2013 και εφεξής θα απαιτείται η συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας.
Από την ως άνω κατά περίπτωση αύξηση του απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης ή/και του ορίου ηλικίας εξαιρούνται οι ασφαλισμένες που θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα ως μητέρες όπως και οι χήροι πατέρες παιδιών ανίκανων για κάθε βιοποριστική εργασία  και οι ασφαλισμένοι που έχουν υπαχθεί σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας σύμφωνα με τις διατάξεις του  ν.4024/2011.
Οι ασφαλισμένοι που έχουν θεμελιώσει ή κατοχυρώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέχρι 31.12.2012, διατηρούν το δικαίωμα να συνταξιοδοτηθούν οποτεδήποτε με τη συμπλήρωση του κατά περίπτωση απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης και ορίου ηλικίας, χωρίς να θίγονται από τις μεταβολές που επέρχονται στις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης με την παρούσα ρύθμιση από 1.1.2013 και εφεξής.
Για παράδειγμα ασφαλισμένος του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ που συμπληρώνει 10.500 ημέρες ασφάλισης εντός του 2012, θεωρείται ότι έχει κατοχυρωμένο συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέχρι 31.12.2012, και θα συνταξιοδοτηθεί και μετά την 1.1.2013 με τη συμπλήρωση 11.100 ημερών ασφάλισης και ηλικία 59 ετών. Δηλαδή στην περίπτωση αυτή δεν απαιτούνται για τη συνταξιοδότηση του ανωτέρω μετά την 1.1.2013 η συμπλήρωση 12.000 ημερών ασφάλισης.
Επιπλέον, με την παρούσα διάταξη τροποποιείται η περίπτωση α), της παραγράφου 1, του άρθρου 20, του ν. 2434/1996 (Α' 188), όπως αυτή είχε τελικώς αντικατασταθεί με την παράγραφο 1, του άρθρου 34, του ν. 3996/2011 (Α' 170) και ορίζεται ότι από 1.1.2014, για τη χορήγηση του Ε.Κ.Α.Σ. σε συνταξιούχους γήρατος και θανάτου, απαιτείται η συμπλήρωση του 64ου έτους της ηλικίας. Με την προτεινόμενη  διάταξη, το απαιτούμενο όριο ηλικίας για τη χορήγηση του Ε.Κ.Α.Σ. σε συνταξιούχους γήρατος ή θανάτου ορίζεται το 64ο. Ο επαναπροσδιορισμός αυτός κρίνεται απαραίτητος, λόγω της θεσπιζόμενης αύξησης των απαιτούμενων ορίων ηλικίας για συνταξιοδότηση.        

Β) Μείωση συντάξεων

Με την προτεινόμενη ρύθμιση επιβάλλονται από 1.1.2013, στο πλαίσιο του νέου μνημονίου, μειώσεις στις ήδη χορηγούμενες συντάξεις καθώς και σε όσες θα χορηγηθούν από την ημερομηνία αυτή από οποιοδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης και το Δημόσιο. Οι μειώσεις αφορούν όλες ανεξαίρετα τις συντάξεις (κύρια και επικουρική σύνταξη ή μέρισμα, ειδική προσαύξηση ΤΣΜΕΔΕ) από οποιαδήποτε αιτία (γήρατος - αναπηρίας - θανάτου) και από οποιαδήποτε πηγή, δηλαδή από οποιονδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης, το Δημόσιο καθώς και το ΜΤΠΥ και από κάθε άλλη πηγή.
Η μείωση, προκειμένου να είναι σε δικαιότερη βάση γίνεται στο σύνολο της καταβαλλόμενης κύριας σύνταξης  ή κύριων συντάξεων  ή κύριας και επικουρικής σύνταξης ή μερίσματος   που υπερβαίνουν τα 1000,00 ευρώ κατά μήνα.
Η μείωση  βαίνει αυξανόμενη, ανάλογα με το ύψος της σύνταξης ή των συντάξεων, προκειμένου τα βάρη να κατανέμονται ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα των συνταξιούχων ως εξής:
α. Για ποσά σύνταξης/συντάξεων από 1000,01  έως 1500,00 ευρώ  η μείωση ανέρχεται σε 5%.
β. Για ποσά σύνταξης/συντάξεων από 1.500,01 έως 2000,00 ευρώ η μείωση ανέρχεται σε 10%.
γ. Για ποσά σύνταξης/συντάξεων από 2000,01 έως 3000,00 ευρώ η μείωση ανέρχεται σε 15%.
δ. Για ποσά σύνταξης/συντάξεων από 3000,01 έως 4000,00 η μείωση ανέρχεται σε 20%.
ε. Για ποσά σύνταξης/συντάξεων από 4000,01 και άνω η μείωση ανέρχεται σε 25%.
Διασφαλίζεται ταυτόχρονα και στις πέντε ανωτέρω περιπτώσεις το κατά περίπτωση κατώτατο ποσό μετά τις μειώσεις, το οποίο στην περίπτωση α' δεν μπορεί να είναι κατώτερο των 1.000,01 ευρώ, στην περίπτωση β' των 1.425,01 ευρώ, στην  περίπτωση γ' των 1.800,01 ευρώ, στην περίπτωση δ' των 2.550,01 ευρώ και στην περίπτωση ε' των 3.200,01 ευρώ.
Σε όλες τις ανωτέρω α' έως ε' περιπτώσεις και σε περίπτωση συρροής συντάξεων το ποσόν της μείωσης επιμερίζεται σε κάθε σύνταξη αναλογικά, λαμβάνοντας υπόψη το ποσό της κάθε σύνταξης όπως είχε διαμορφωθεί πριν από τη μείωση.
Το ποσοστό μείωσης θα υπολογίζεται στο ποσό της σύνταξης ή των συντάξεων που εναπομένει μετά τις τυχόν άλλες μειώσεις που έχουν επιβληθεί: α) στις κύριες συντάξεις με το άρθρο 38 του ν. 3863/2010 (Α'115), με τις παρ. 10 και 11 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011(Α' 152), με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 2 του ν. 4024/2011 (Α'226) και με την παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 4051/2012 (Α'40) και β) στις επικουρικές συντάξεις με την παρ. 13α του άρθρου 44 του ν. 3986/2011, τις παρ. 3 και 4 του άρθρου  2 του ν. 4024/2011 και της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 4051/2012.
Τα ποσά των μειώσεων των συντάξεων αποτελούν έσοδα του κάθε ασφαλιστικού φορέα – τομέα  από τον οποίο καταβάλλεται η σύνταξη    

Γ) Mειώσεις εφάπαξ βοηθημάτων

Με τις προτεινόμενες διατάξεις ρυθμίζονται θέματα που αφορούν τα εφάπαξ βοηθήματα. Συγκεκριμένα, η Πολιτεία μετά την ψήφιση των ν. 3845/2010 (Α' 65) και του Μνημονίου Συνεννόησης του ν. 4046/2012 (Α' 28), έχει αναλάβει την υποχρέωση της λήψης συγκεκριμένων μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής για τη διασφάλιση της  βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας. Βασικός στόχος είναι η διαφύλαξη του υπάρχοντος ασφαλιστικού κεφαλαίου και η καταβολή όσο το δυνατόν εξορθολογισμένων παροχών, προκειμένου να διασφαλισθεί η βιωσιμότητα των φορέων  κοινωνικής ασφάλισης και η  εξασφάλιση της μελλοντικής συνέχισης της καταβολής των παροχών τους στους δικαιούχους.
Ειδικότερα, στο Μνημόνιο Συνεννόησης του ν. 4046/2012 προβλέπεται η ρητή δέσμευση - υποχρέωση της Ελληνικής Κυβέρνησης να προβεί σε άμεσες ενέργειες,  προκειμένου να εντοπίσει  τα ταμεία πρόνοιας για τα οποία τα εφάπαξ ποσά που καταβάλλονται κατά την συνταξιοδότηση δεν είναι εναρμονισμένα με τις εισφορές που καταβλήθηκαν και να αναπροσαρμόσει αναλόγως το ύψος των βοηθημάτων αυτών.  Επιπλέον έως 30-6-2012 έπρεπε να γίνουν μεταρρυθμίσεις για να εξαλειφθούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές και τα ελλείμματα στα ταμεία προνοίας.
Βάσει του ανωτέρω πλαισίου εκπονήθηκε Aναλογιστική Mελέτη Ελέγχου Περιπτώσεων (Case study) από την οποία προέκυψαν οι αναλογιστικές εκτιμήσεις, ανά τομέα πρόνοιας, περιπτώσεων μέσων όρων για την ανταποδοτικότητα εισφορών - παροχών των μέχρι 31-12-1992 ασφαλισμένων που δικαιώθηκαν εφάπαξ βοηθήματα τα έτη 2010 και 2011, προκειμένου να αναπροσαρμοστεί στη συνέχεια το ύψος των χορηγούμενων εφάπαξ βοηθημάτων.
Με την προτεινόμενη διάταξη μειώνονται ποσοστιαία τα εφάπαξ βοηθήματα που χορηγούν οι φορείς- τομείς πρόνοιας σύμφωνα με τα αποτελέσματα της Aναλογιστικής Mελέτης Ελέγχου Περιπτώσεων (Case study), από την οποία προέκυψαν οι αναλογιστικές εκτιμήσεις αναφορικά με την ανταποδοτικότητα εισφορών-παροχών των εφάπαξ βοηθημάτων των ασφαλισμένων μέχρι 31-12-1992.
Επειδή οι φορείς-τομείς πρόνοιας στην πλειονότητά τους  έχουν συσσωρευμένα ελλείμματα και αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα είναι επιτακτική η ανάγκη εισαγωγής μεταρρυθμίσεων για να εξαλειφθούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές και τα συσσωρευμένα ελλείμματα τους, ώστε να υπάρξει  αποτελεσματική και βιώσιμη λύση για την αντιμετώπιση του οικονομικού προβλήματος που παρουσιάζουν, σε αντίθετη περίπτωση σε σύντομο χρόνο δεν θα είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους  προς τους ασφαλισμένους τους. Για το σκοπό αυτό προτείνεται ποσοστιαία μείωση στα εφάπαξ βοηθήματα που χορηγούν οι φορείς- τομείς πρόνοιας στους ασφαλισμένους τους  μέχρι 31-12-1992, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της  Aναλογιστικής Mελέτης Ελέγχου Περιπτώσεων (Case study), από την οποία προέκυψαν οι αναλογιστικές εκτιμήσεις αναφορικά με την ανταποδοτικότητα εισφορών-παροχών.
Καθορίζεται, επίσης, ότι οι μειώσεις στα εφάπαξ βοηθήματα στους ασφαλισμένους του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ και του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ  διενεργούνται  μετά την εφαρμογή των μειώσεων που έχουν επιβληθεί στα εφάπαξ βοηθήματα από το έτος 2010 και εφεξής. Mε τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 4024/2011 (Α' 226)  αντικαταστάθηκε η παρ. 5α του άρθρου 44 του  ν. 3986/2011 (Α' 152) και προβλέφθηκε ότι στους ασφαλισμένους του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ και του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ, που αποχώρησαν από την υπηρεσία τους από τις 1-1-2010 μέχρι και την 31-12-2010 και δεν έχει εκδοθεί ακόμη η σχετική απόφαση χορήγησης εφάπαξ, το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος καταβάλλεται μειωμένο σε ποσοστό 15% και 25% αντίστοιχα, ενώ στους ασφαλισμένους του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ και του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ, που αποχώρησαν από την υπηρεσία τους από 1-1-2011 και μετά και δεν έχει εκδοθεί ακόμη η σχετική απόφαση χορήγησης εφάπαξ, το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος καταβάλλεται μειωμένο σε ποσοστό 20% και 30% αντίστοιχα. Οι μειώσεις στα εφάπαξ βοηθήματα στους ασφαλισμένους του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ και του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ  διενεργούνται  μετά την εφαρμογή των μειώσεων που έχουν επιβληθεί με βάση την προαναφερόμενη νομοθεσία.
Επιπλέον, καθορίζεται ότι η ποσοστιαία μείωση 42,29% στο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγεί ο Τομέας ΝΠΔΔ του ΤΠΔΥ  έχει εφαρμογή και στο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που καταβάλλεται  από το νομικό πρόσωπο στο οποίο ετηρείτο ο λογαριασμός του ν. 103/1975 (Α' 167). Σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν.3232/2004 (Α' 48) το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που δικαιούνται οι αποχωρούντες υπάλληλοι ΝΠΔΔ υπολογίζεται για όλο το χρόνο υπηρεσίας τους που έχει διανυθεί από 1.10.1975 και εφεξής και καταβάλλεται κατ' αναλογίαν από τον Τομέα ΝΠΔΔ του ΤΠΔΥ για χρόνο ασφάλισης που πραγματοποιήθηκε σ' αυτό και για το οποίο καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές από 1-1-2006 και εφεξής και το υπόλοιπο ποσό από το νομικό πρόσωπο στο οποίο ετηρείτο ο λογαριασμός του ν. 103/1975 για  χρόνο υπηρεσίας  που διανύθηκε μέχρι 31.12.2005. Επειδή το ποσό του εφάπαξ που χορηγείται από τον Τομέα ΝΠΔΔ του ΤΠΔΥ μειώνεται κατά ποσοστό 42,29% κατά το ίδιο ποσοστό θα πρέπει  να μειωθεί και το υπόλοιπο ποσό που χορηγεί το νομικό πρόσωπο στους ασφαλισμένους στο καθεστώς του ν. 103/1975.
Με την προτεινόμενη ρύθμιση ορίζεται ότι, στα πρόσωπα που δεν έχουν καταβάλλει ασφαλιστικές εισφορές για τη χορήγηση εφάπαξ παροχής ή οποιασδήποτε άλλης αποζημίωσης καταβάλλεται η αποζημίωση, λόγω αποχώρησης από την υπηρεσία για οποιοδήποτε λόγο και καθορίζεται ως ανώτατο όριο αυτής το ποσό των 15.000,00 ευρώ. Σε όσα πρόσωπα δεν έχουν καταβάλλει ασφαλιστικές εισφορές σε φορείς-τομείς πρόνοιας ή για οποιαδήποτε άλλη αποζημίωση προτείνεται να καταβάλλεται η αποζημίωση, λόγω αποχώρησης από την υπηρεσία για οποιοδήποτε λόγο, του ν. 3198/1955 (Α' 98) σε συνδυασμό με το ν. 2112/1920 (Α' 67) όπως ισχύουν. Ειδικότερα, για τους υπαλλήλους του ΟΓΑ, είχε προβλεφθεί με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 21 του  ν. 3232/2004 (Α' 48) για το χρόνο υπηρεσίας τους που διανύθηκε στον ΟΓΑ μέχρι 31.12.2005, να καταβάλλεται αποζημίωση από τον ΟΓΑ κατά τις διατάξεις του ν. 2112/1920, όπως ορίζεται στην παρ. 8 του άρθρου 42 του κανονισμού κατάστασης προσωπικού ΟΓΑ και στην παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 799/1978 (Α' 117). Με την προτεινόμενη διάταξη το ποσό της καταβαλλόμενης αποζημίωσης προβλέπεται να είναι ανάλογο με το χρόνο υπηρεσίας που έχει πραγματοποιηθεί εκτός της ασφάλισης σε φορέα-τομέα πρόνοιας προς το συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους και σε καμία περίπτωση να μην υπερβαίνει το ποσό των 15.000,00 ευρώ. Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που ρυθμίζει με διαφορετικό τρόπο τα θέματα που προσδιορίζουν όλες οι προτεινόμενες διατάξεις για τις εφάπαξ παροχές, καταργούνται.
Επίσης, μετά τη ρητή μνημονιακή δέσμευση του ν. 4046/2012 για να γίνουν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, ώστε  να εξαλειφθούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές και τα ελλείμματα στα ταμεία προνοίας είναι επιτακτική η ανάγκη για τον εξορθολογισμό των εφάπαξ παροχών της θέσπισης νέου τρόπου υπολογισμού των εφάπαξ παροχών σε όλους τους φορείς – τομείς πρόνοιας, από 1.1.2014. Προς τούτο, μέχρι 31.12.2012, θα εκδοθεί υπουργική απόφαση, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής,  με την οποία θα καθοριστεί   η νέα τεχνική βάση για τις εφάπαξ παροχές των φορέων αυτών.

Δ) Ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών

Με τις προτεινόμενες διατάξεις ρυθμίζεται το θέμα της εναρμόνισης του ανώτατου ορίου ασφαλιστέων αποδοχών για παλαιούς και νέους ασφαλισμένους μισθωτούς.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 2α του ν. 2084/1992, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 3232/2004, η εισφορά για την ασφάλιση αναπηρίας, γήρατος, θανάτου στους φορείς κύριας ασφάλισης που ασφαλίζουν μισθωτούς υπολογίζεται επί των αποδοχών των ασφαλισμένων, οι οποίες κατά μήνα δεν μπορούν να υπερβαίνουν το οκταπλάσιο του κατά το έτος 1991 μέσου μηνιαίου κατά κεφαλή Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (Α.Ε.Π.) αναπροσαρμοζόμενου με το εκάστοτε ποσοστό αύξησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων. Η ανωτέρω διάταξη ισχύει για τους από 1.1.1993 και εφεξής ασφαλισμένους των φορέων κύριας ασφάλισης μισθωτών, ενώ κατ' εφαρμογή του  άρθρου 32 παρ. 1 του ν. 2084/1992 ισχύει και στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών. 
Με βάση το ανωτέρω νομοθετικό πλαίσιο, το ανώτατο όριο των ασφαλιστέων αποδοχών των παλαιών ασφαλισμένων των φορέων κύριας και επικουρικής ασφάλισης μισθωτών διαφέρει από αυτό των νέων ασφαλισμένων και μάλιστα είναι αρκετά χαμηλότερο, με εξαίρεση ορισμένα ειδικά ταμεία που προβλέπουν μεγαλύτερο πλαφόν για τους παλαιούς ασφαλισμένους.
Κρίνεται, λοιπόν, αναγκαία για λόγους ίσης μεταχείρισης παλαιών και νέων ασφαλισμένων η θέσπιση της προτεινόμενης διάταξης, προκειμένου να εναρμονιστούν τα ανώτατα όρια ασφαλιστέων αποδοχών μεταξύ παλαιών και νέων ασφαλισμένων. Τυχόν μεγαλύτερα προβλεπόμενα ανώτατα όρια διατηρούνται.
Με την προτεινόμενη διάταξη καθορίζεται ότι το δικαίωμα των ασφαλιστικών οργανισμών αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας , Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας  να αναζητήσει αχρεωστήτως καταβληθείσες παροχές, ανεξαρτήτως της υπαιτιότητας του λαβόντος, υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή.  
Σε όλα σχεδόν τα ασφαλιστικά ταμεία, σε αρκετές περιπτώσεις, έχουν χορηγηθεί χρηματικές παροχές αχρεωστήτως, - είτε με υπαιτιότητα των προσώπων που έλαβαν τις παροχές, είτε καλόπιστα, για μεγάλο χρονικό διάστημα που υπερβαίνει σε αρκετές περιπτώσεις τη δεκαετία (ενδεικτικά μπορούν να αναφερθούν παράνομης είσπραξης συντάξεων θανόντων συνταξιούχων που διαπιστώθηκαν με αφορμή την απογραφή δια της  φυσικής παρουσίας των συνταξιούχων που διενεργήθηκε από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ το 2011). Για την διαφύλαξη των συμφερόντων των ασφαλιστικών φορέων, κρίνεται απαραίτητο να μπορούν να αναζητήσουν σε χρονικό διάστημα έως 20 έτη (αντί 10 ετών που μέχρι τώρα ίσχυε π.χ. στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) τις  αχρεωστήτως καταβληθείσες παροχές .

Ε) Κατάργηση δώρων Χριστουγέννων - Πάσχα και επιδόματος αδείας

Με την προτεινόμενη ρύθμιση, τα προβλεπόμενα στην παρ.10 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 (Α'65) επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας που καταβάλλεται σε όλους τους συνταξιούχους, από το δημόσιο ή τα ασφαλιστικά ταμεία κύριας ασφάλισης,  καθώς και τα δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή κανονιστική πράξη ή καταστατική διάταξη για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους όλων των φορέων - τομέων επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, καθώς και του ΟΓΑ και του ΝΑΤ, καταργούνται από 1.1.2013.      
Η ανάγκη προσφυγής στο μηχανισμό στήριξης οδήγησε στην ανάγκη να ληφθούν πρόσθετα μέτρα με τις διατάξεις του ν. 3845/2010 (Α'65) . Ένα από αυτά ήταν η κατάργηση των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας και η αντικατάστασή τους με το  επίδομα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας που καταβάλλεται σε όλους τους συνταξιούχους, από το δημόσιο ή τα ασφαλιστικά ταμεία κύριας ασφάλισης, που ανέρχεται στο ύψος των 400 ευρώ για το επίδομα Χριστουγέννων και 200 ευρώ για το δώρο Πάσχα και το επίδομα αδείας αντίστοιχα. Στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης ενέπιπταν αρχικά οι ασφαλισμένοι στον ΟΓΑ. Για τη χορήγηση των επιδομάτων αυτών τέθηκαν δύο περιορισμοί: α) ο δικαιούχος να μην έχει υπερβεί το 60ο έτος της ηλικίας του. Από τον περιορισμό αυτό εξαιρούνταν όσοι ελάμβαναν πολεμική σύνταξη, ή σύνταξη λόγω ανικανότητας ή αναπηρίας ή είχαν συνταξιοδοτηθεί αναγκαστικά δυνάμει ειδικών διατάξεων, καθώς και οι δικαιούχοι εκ μεταβιβάσεως εφόσον είτε δεν είχαν υπερβεί το 18ο έτος της ηλικίας τους και εάν σπούδαζαν το 24ο της ηλικίας τους, είτε ήταν ανίκανοι για άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματός σε ποσοστό μεγαλύτερο του 67% και β) να μην υπερέβαινε η σύνταξή τους το ποσό των 2.500,00 ευρώ κατά μήνα. Αν υπερέβαινε το ύψος αυτό περικόπτονταν αναλόγως και τα επιδόματα δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επίδομα αδείας.
Με τις διατάξεις του άρθρου 65 του ν.2084/92 (Α'165) προβλέπεται  από τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και οι φορείς επικουρικής ασφάλισης, με την ευκαιρία των εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα κάθε έτους η χορήγηση  δώρου στους συνταξιούχους και βοηθηματούχους ποσού ίσου με μια μηνιαία σύνταξη κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και μισή σύνταξη κατά τις εορτές του Πάσχα.
Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 28 του ν. 4476/65 (Α'103), στους συνταξιούχους και βοηθηματούχους μισθωτούς Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας παρέχεται κατά το μήνα Αύγουστο κάθε έτους πρόσθετο βοήθημα ίσο προς το ήμισυ της μηνιαίας σύνταξης ή βοηθήματος μετά των αναλογούντων πάσης φύσεως επιδομάτων.
Πέραν των ανωτέρω μειώσεων των εν λόγω δώρων και επιδόματος αδείας, οι νέες δημοσιονομικές ανάγκες απαιτούν την περαιτέρω μείωση των κρατικών δαπανών. Μεταξύ των άλλων μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών κρίθηκε σκόπιμη και αναγκαία η περικοπή όλων των δώρων και του επιδόματος αδείας για όλους τους ασφαλιστικούς οργανισμούς και όλους τους συνταξιούχους, προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα όλων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και η εξασφάλιση της μελλοντικής συνέχισης της καταβολής των παροχών στους δικαιούχους.

ΣΤ)  Κατάργηση συνδικαλιστικών συντάξεων και νομοθεσίας τ. ΤΕΑΕΥΕΕΟ

Με την προτεινόμενη ρύθμιση διακόπτεται από 1.1.2013 η καταβολή των ειδικών συνδικαλιστικών συντάξεων και η εφαρμογή των καταστατικών διατάξεων του τ. ΤΕΑΕΥΕΕΟ. Ειδικότερα, το Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Εκπροσώπων και Υπαλλήλων Εργατικών Επαγγελματικών Οργανώσεων (ΤΕΑΕΥΕΕΟ) συστάθηκε με τις διατάξεις του α.ν. 971/1937 (Α' 482).  Με το άρθρο 26 του ν. 2676/1999 (Α' 1), το ΤΕΑΕΥΕΕΟ συγχωνεύτηκε από 1.5.1999 στο ΙΚΑ – TEAM (στη συνέχεια ΕΤΕΑΜ και σήμερα ΕΤΕΑ). Με την παρ. 4 του άρθρου 26 του ιδίου νόμου έχει προβλεφθεί ότι οι ασφαλισμένοι του Ταμείου καθίστανται ασφαλισμένοι του ΕΤΕΑΜ και η ασφαλιστική τους σχέση μετά από τη συγχώνευση διέπεται από τις διατάξεις του Καταστατικού του τ. Ταμείου. Επίσης, σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου και νόμου, στη περίπτωση καταβολής συντάξεων από το ΤΕΑΕΥΕΕΟ και το ΕΤΕΑΜ ή άλλο φορέα επικουρικής ασφάλισης, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί διπλοσυνταξιούχων.
Σημειώνεται ότι στο τ. Ταμείο ασφαλίζονταν δύο κατηγορίες προσώπων: α) οι εκπρόσωποι εργατικών επαγγελματικών οργανώσεων και β) οι υπάλληλοι των ανωτέρω οργανώσεων και του Ταμείου (μέχρι 27.4.1978). Μετά τη συγχώνευση, εξακολούθησαν να ασφαλίζονται στο ΕΤΕΑΜ όσα συνδικαλιστικά στελέχη ήταν ήδη ασφαλισμένα στο τ. ΤΕΑΕΥΕΕΟ για την ιδιότητά τους αυτή, ενώ εξαιρέθηκαν όσοι αποκτούν την συνδικαλιστική ιδιότητα από 1.5.1999 και μετά. Συνεπεία των ανωτέρω, εξακολουθούν μέχρι σήμερα να καταβάλλονται από το  τ. ΕΤΕΑΜ (νυν ΕΤΕΑ) συντάξεις σε συνδικαλιστές για την ιδιότητά τους αυτή, εκτός της επικουρικής σύνταξης για την παροχή εργασίας. Οι συντάξεις αυτές υπολογίζονται σε μη ανταποδοτική βάση ασφαλιστικών εισφορών και παροχών.
Στο γενικότερο πλαίσιο εξορθολογισμού του ασφαλιστικού συστήματος και εξοικονόμησης πόρων, προβλέπεται η διακοπή από 1.1.2013 των συντάξεων που καταβάλλονται από το  Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης (τ. ΕΤΕΑΜ) σε εκπροσώπους συνδικαλιστικών οργανώσεων που ασφαλίζονταν για την ιδιότητά τους αυτή στο τέως ΤΕΑΕΥΕΕΟ, καθώς και στα δικαιοδόχα μέλη τους. Για λόγους κοινωνικής μέριμνας προς τις πλέον ευπαθείς ομάδες προβλέπεται η συνέχιση καταβολής σύνταξης στα πρόσωπα της ανωτέρω κατηγορίας και τα μέλη της οικογενείας τους, εφόσον δεν εργάζονται και δεν λαμβάνουν σύνταξη από οποιονδήποτε άλλο φορέα κύριας ή επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, ή το Δημόσιο.
Προβλέπεται, επίσης,  ότι από 1.1.2013 διακόπτεται η ασφάλιση στο ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ) των συνδικαλιστών  που ήταν ήδη ασφαλισμένοι, για την ιδιότητά τους αυτή,  στο τ. ΤΕΑΕΥΕΕΟ. Προτείνεται, τέλος, για τη δεύτερη κατηγορία ασφαλισμένων του τ. ΤΕΑΕΥΕΕΟ (υπάλληλοι επαγγελματικών οργανώσεων και του τ. Ταμείου ) η κατάργηση των ευνοϊκών καταστατικών διατάξεων του τέως Ταμείου, οι οποίες εξακολούθησαν να ισχύουν μετά τη συγχώνευσή του στο τ. ΕΤΕΑΜ, καθώς δημιουργούν άνιση μεταχείριση σε βάρος των λοιπών ασφαλισμένων του τ. ΕΤΕΑΜ και προβλήματα στις Υπηρεσίες του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ από τις οποίες εξυπηρετείται το εν λόγω Ταμείο. 

Ζ) Ανασχεδιασμός συνταξιοδότησης ανασφάλιστων υπερηλίκων

Με την προτεινόμενη ρύθμιση τίθεται ως απαραίτητη προϋπόθεση, μεταξύ των άλλων, για τη χορήγηση της παροχής στους ανασφάλιστους υπερήλικες, να μη λαμβάνουν ή να μη δικαιούνται  οι  ενδιαφερόμενοι σύνταξη  από οποιοδήποτε  φορέα κοινωνικής ασφάλισης, στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, ανεξάρτητα από το ύψος αυτής.
Επίσης, τίθεται ως προϋπόθεση η συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας, η δε προϋπόθεση της μόνιμης διαμονής στην Ελλάδα, που είχε τεθεί με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2β του ν.3863/2010 (Α' 115 ) και επρόκειτο να ισχύσει από 1.1.2015, θα ισχύει πλέον από 1.1.2013, με την προσθήκη όμως πέντε επιπλέον ετών διαμονής, ήτοι συνολικά είκοσι ετών μόνιμης και νόμιμης διαμονής στην Ελλάδα. Επίσης, διαμορφώνονται τα εισοδηματικά κριτήρια του ετήσιου ατομικού και οικογενειακού εισοδήματος με βάση το σύνολο της καταβαλλόμενης ετήσιας παροχής προς τους ανασφάλιστους υπερήλικες, όπως αυτή διαμορφώνεται από 1-1-2013 και εφεξής. Τα εισοδηματικά κριτήρια θα αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και Οικονομικών.
Προβλέπεται, επίσης, η έκδοση απόφασης του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, με την οποία θα καθορίζεται αναλυτικά ο τρόπος ελέγχου των εισοδηματικών κριτηρίων, ο οποίος θα γίνεται με βάση τα εισοδήματα που δηλώνονται στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους, που προηγείται αυτού εντός του οποίου υποβάλλεται η αίτηση συνταξιοδότησης. Στην εν λόγω απόφαση θα προβλέπεται επίσης για πρώτη φορά ο συνυπολογισμός στο ατομικό καθώς και στο οικογενειακό εισόδημα και των εισοδημάτων από κάθε άλλη πηγή, όπως είναι τα εισοδήματα από οικονομικές ενισχύσεις, ισόβια σύνταξη πολύτεκνης μητέρας, άλλες συντάξεις και επιδόματα στην Ελλάδα και το εξωτερικό, τόκους καταθέσεων και κάθε άλλο εισόδημα που δεν έχει δηλωθεί, ακόμα και εάν απαλλάσσεται από το φόρο.
Μέριμνα λαμβάνεται για όσους έχουν κύρια ιδιοκατοικούμενη κατοικία μέχρι 80 τετραγωνικών μέτρων, αφού η αντικειμενική δαπάνη που προκύπτει από αυτήν δεν υπολογίζεται στο εισόδημα.
Τέλος, με την ίδια απόφαση θα ορίζονται η διαδικασία, τα δικαιολογητικά, ο τρόπος απόδειξης της μόνιμης κατοικίας καθώς και η έναρξη, συνέχιση, αναστολή, διακοπή και επαναχορήγηση της σύνταξης καθώς και οι συνέπειες από την υποβολή ανακριβών ή ψευδών στοιχείων.
Η προτεινόμενη ρύθμιση αποσκοπεί στο να λαμβάνουν την παροχή οι πραγματικά ανασφάλιστοι που δε λαμβάνουν σύνταξη από οποιοδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης και κατά συνέπεια δεν δικαιούνται υγειονομική περίθαλψη και έχουν πολύ μικρά εισοδήματα.
Επιπλέον, ρυθμίζεται το θέμα υπολογισμού των ληξιπρόθεσμων εισφορών των ασφαλισμένων του ΟΓΑ που δεν έχουν καταβληθεί ή δεν  θα καταβληθούν μέχρι 31-12-2012 ώστε να υπολογίζονται με ασφάλιστρο 2,50%  και επί του ποσού  της ασφαλιστικής κατηγορίας του άρθρου 4 του ν.2458/1997  που έχει καταταγεί  ο ασφαλισμένος στο ύψος όμως  του ποσού, που ισχύει  κατά το χρόνο  καταβολής-εξόφλησης  αυτών.

Η) Ενιαίο Σύστημα Ελέγχου και Πληρωμών Συντάξεων

Με την προτεινόμενη ρύθμιση δημιουργείται Ενιαίο Σύστημα Ελέγχου και Πληρωμών Συντάξεων τω δικαιούχων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, του Δημοσίου καθώς και του ΜΤΠΥ. Κεντρική προτεραιότητα της Πολιτείας αποτελεί η δημιουργία για το χώρο της Κοινωνικής Ασφάλισης  ενός ενιαίου συστήματος για τον έλεγχο και την καταβολή των συντάξεων στους δικαιούχους. Η καθιέρωση ενιαίας διαδικασίας και η υλοποίηση του σχετικού ηλεκτρονικού συστήματος αποσκοπεί στην απλοποίηση των διαδικασιών ελέγχου και πληρωμών, ώστε ο υπολογισμός, ο έλεγχος και η κατανομή των συντάξεων να γίνεται πλέον από έναν ενιαίο φορέα, δεδομένης της πολυπλοκότητας και πολυδιάσπασης του Ελληνικού ασφαλιστικού συστήματος. Υποχρέωση της Πολιτείας αποτελεί η παροχή υπηρεσιών προστιθέμενης αξίας στους πολίτες στη βάση των αρχών του δημοσίου συμφέροντος, του λειτουργικού Κράτους και του ενιαίου χαρακτήρα των δημοσίων λειτουργιών. Με τον τρόπο αυτό εναρμονίζεται το θεσμικό πλαίσιο με τις διεθνείς δεσμεύσεις  της Χώρας μας. 
Σκοπός της προτεινόμενης ρύθμισης είναι η οργάνωση των επιμέρους διαδικασιών των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης σε ενιαία διαδικασία, η οποία θα εξασφαλίζει την ορθολογική και αποτελεσματική καταβολή των συντάξεων στους δικαιούχους, περιορίζοντας ταυτόχρονα τα φαινόμενα παραβατικότητας και πολυμελούς ελέγχου, τα οποία παρουσιάζονται στο ασφαλιστικό μας σύστημα επί σειρά ετών.
Με τη ρύθμιση αυτή ορίζεται ως Ενιαίος Φορέας Ελέγχου και Πληρωμών Συντάξεων η Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Κοινωνικής Ασφάλισης Α.Ε. (Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε.), στα πρότυπα της Ενιαίας Αρχής Πληρωμών του Υπουργείου Οικονομικών. Παράλληλα, καθορίζεται ενιαία διαδικασία και χρόνος ενεργειών για όλο το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, όπως οι έλεγχοι, οι διασταυρώσεις και οι πληρωμές των συντάξεων. Ορίζονται, επίσης, οι εμπλεκόμενοι φορείς, η διοικητική τους αρμοδιότητα, οι βασικές ημερομηνίες έναρξης του νέου συστήματος και οι σχετικές διαδικασίες. Επιπλέον παρέχεται η εξουσιοδότηση για έκδοση Υπουργικής Απόφασης που θα ρυθμίζει θέματα σχετικά με τις υποχρεώσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης. τις υποχρεώσεις της Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε., θέματα διασταυρώσεων και ταυτοποίησης στοιχείων προσώπων και αλληλοενημερώσεων μεταξύ Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε. και Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων  καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

Θ) Κατάργηση Εργοδοτικών Εισφορών 1,1

Σύμφωνα με το ν.4046/2012 και σε εκτέλεση των ρυθμίσεων του Κεφαλαίου Ε' «Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις », παράγραφος 29 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και του Κεφαλαίου 4 «Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της ανάπτυξης » παράγραφος 4.1 «Διασφάλιση της ταχείας προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυση των θεσμών εργασίας » του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, τα σχέδια των οποίων εγκρίθηκαν κατά την παρ.2 του άρθρου 1 του ν.4046/2012 και προσαρτήθηκαν , ως παράρτημα V, στον ως άνω νόμο, προβλέπεται για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, της επιχειρηματικότητας και της  μείωσης  του μη μισθολογικού κόστους εργασίας , η μείωση των κοινωνικών εισφορών στο ΙΚΑ κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες.
Σε πρώτη φάση, για την επίτευξη του σκοπού αυτού, με την παρούσα διάταξη καταργούνται οι διατάξεις με τις οποίες προβλεπόταν εργοδοτική εισφορά σε συνολικό ποσοστό 1,10% υπέρ των καταργηθέντων πλέον,  Οργανισμών Εργατικής Κατοικίας και Εργατικής Εστίας.

Υποπαράγραφος  ΙΑ.4. Ρυθμίσεις για το επάγγελμα του φορτοεκφορτωτή, τις εταιρίες προσωρινής απασχόλησης, τα ιδιωτικά γραφεία ευρέσεως εργασίας στο πλαίσιο εξειδίκευσης σύμφωνα με τους ν.3919/2011 και ν. 4038/2012

Α) Ρυθμίσεις για το επάγγελμα του φορτοεκφορτωτή ξηράς και  λιμένων (εκτός των εργαζομένων-φορτοεκφορτωτών στον ΟΛΠ και ΟΛΘ) στο πλαίσιο εξειδίκευσης των ν. 3919/2011 και 4038/2012.
Στα πλαίσια προσαρμογής του ν.3919/2011 και ν.4038/2012, που αφορά την απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων και τη κατάργηση αδικαιολόγητων περιορισμών στην πρόσβαση του επαγγέλματος του Φορτοεκφορτωτού Ξηράς και Λιμένος με τη προτεινόμενη ρύθμιση απελευθερώνεται το επάγγελμα του Φορτοεκφορτωτή Λιμένος και Ξηράς.
Η παραπάνω απελευθέρωση όσον αφορά τους Φορτοεκφορτωτές  Ξηράς προβλέπεται και στο ν. 4046/012. Με την προτεινόμενη ρύθμιση καταργείται όλη η υφιστάμενη φορτοεκφορτωτική νομοθεσία Λιμένος και Ξηράς, διασφαλίζεται ο καθορισμός της αμοιβής των φορτοεκφορτωτών γι' αυτούς που δεν απασχολούνται με εξαρτημένη εργασία, με ελεύθερη διαπραγμάτευση, δεν υπάρχει κρατική παρέμβαση σε ζητήματα κατωτάτων αμοιβών, καταργούνται τα υφιστάμενα τιμολόγια αμοιβής των φορτοεκφορτωτών, έχουν ελεύθερη πρόσβαση στο επάγγελμα του φορτοεκφορτωτή όλοι, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που τίθενται.
Καταργούνται οι γεωγραφικοί περιορισμοί, τίθενται ελάχιστες προϋποθέσεις άσκησης του επαγγέλματος, καταργούνται οι περιορισμοί ότι οι φορτοεκφορτωτικές εργασίες διενεργούνται  στους χώρους κοινής χρήσης αποκλειστικά από φορτοεκφορτωτές εφοδιασμένους με επαγγελματικά βιβλιάρια.
Οι φορτοεκφορτώσεις γίνονται πλέον από οποιονδήποτε που έχει ενταχθεί στο Μητρώο σε οποιονδήποτε.  Συστήνεται Εθνικό Μητρώο Φορτοεκφορτωτών, το οποίο χορηγεί τη σχετική Βεβαίωση για την άσκηση του επαγγέλματος του φορτοεκφορτωτή. Διασφαλίζεται η  ασφάλεια των φορτοεκφορτώσεων και η προστασία της δημόσιας υγείας.
Ειδικότερα, οι φορτοεκφορτωτικές εργασίες πλέον διενεργούνται από τους εφοδιασμένους με Βεβαίωση φορτοεκφορτωτή.  Δεν απαιτείται από εργαζομένους που διαθέτουν Βεβαίωση φορτοεκφορτωτή  να εκτελούνται οι φορτοεκφορτωτικές εργασίες:
α) Φορτώσεις γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, λιπασμάτων, εφοδίων που ανήκουν στους παραγωγούς από τους τόπους παραγωγής προς τόπους αποθήκευσης για λογαριασμό των παραγωγών και
β) Φορτώσεις ή εκφορτώσεις ειδών σε βιομηχανικούς χώρους παραγωγής.
Οι Φορτοεκφορτωτές που δεν απασχολούνται  με σχέση εξαρτημένης εργασίας, η αμοιβή τους συμφωνείται ελευθέρως με τον φορτοπαραλήπτη και για την ασφάλιση των φορτοεκφορτωτών  εφαρμόζονται οι διατάξεις περί  Ι.Κ.Α.
Τίθενται ελάχιστες προϋποθέσεις για την άσκηση του επαγγέλματος του φορτοεκφορτωτή. Όσοι πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις υποβάλλουν αναγγελία έναρξης του επαγγέλματος με τα δικαιολογητικά στο Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας , το οποίο καταχωρεί τον ενδιαφερόμενο στο Εθνικό Μητρώο Φορτοεκφορτωτών  και εκδίδει τη σχετική Βεβαίωση. 
Το Εθνικό Μητρώο Φορτοεκφορτωτών λειτουργεί ως δημόσιος κόμβος πιστοποίησης των προϋποθέσεων για τη νόμιμη άσκηση του επαγγέλματος του φορτοεκφορτωτή και περιλαμβάνει δύο επίπεδα: το Μητρώο Α (Εισαγωγικό) εντάσσονται τα πρόσωπα που εκτελούν φορτοεκφορτωτικές εργασίες με εξαίρεση το χειρισμό μηχανημάτων και οχημάτων φορτοεκφόρτωσης , του χειρισμού ειδικών ή επικίνδυνων φορτίων και εξειδικευμένων φορτ/τικών εργασιών και τα οποία θα παρακολουθήσουν υποχρεωτικά ειδικό πρόγραμμα κατάρτισης σε θέματα υγιεινής και ασφάλειας της φορτοεκφορτωτικής εργασίας.
Στο Μητρώο Β εντάσσονται τα πρόσωπα που εκτελούν φορτοεκφορτωτικές εργασίες ανάλογα με την πιστοποιημένη εξειδίκευσή τους που θα λάβουν από τον ΕΟΠΠΕΠ, με βάση προδιαγραφών  που προβλέπει το επαγγελματικό τους περίγραμμα.
Οι εφοδιασμένοι μέχρι την έναρξη  του παρόντος νόμου με βιβλιάρια επαγγελματικής ταυτότητος φορτοεκφορτωτή εγγράφονται αυτοδίκαια στο Μητρώο Β, καθώς και αυτοί που έχουν μέχρι ισχύος του Νόμου και όσοι έχουν αναγγελθεί και καταθέσει τα δικαιολογητικά στις Επιτροπές Ρύθμισης Φορτοεκφορτώσεων Ξηράς ή Λιμένος. 
Το Σ.ΕΠ.Ε. και η Γενική Δ/νση Υγιεινής και Ασφάλειας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας διενεργούν ελέγχους σε επιχειρήσεις και χώρους εργασίας, όπου απασχολούνται φορτοεκφορτωτές σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας και για τα μέτρα πρόληψης, ασφάλειας και προστασίας της υγείας των φορτοεκφορτωτών και δημόσιας υγείας.  Με Υπουργικές Αποφάσεις καθορίζονται πλέον οι λεπτομέρειες εφαρμογής του νέου πλαισίου.  Οι κανονισμοί διεξαγωγής των φορτοεκφορτωτικών εργασιών καταρτίζονται στα πλαίσια Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και όπου δεν υπάρχουν για να καλυφθεί το κενό με Υπουργικές Αποφάσεις.
Επίσης τα πάσης φύσεως δικαιώματα, αμοιβές και αποζημιώσεις Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και Οργανισμών (Λιμενικά Ταμεία) και φυσικών προσώπων (ναυτικοί πράκτορες), τα οποία επιβαρύνουν τα φορτία και πλοία κατά τις φορτοεκφορτώσεις στα λιμάνια καθορίζονται  με Υπουργικές Αποφάσεις.
Καταργούνται από την έναρξη ισχύος του νόμου  οι αναφερόμενες στην παράγραφο 9 διατάξεις νόμων, π.δ, α.ν., ν.δ. όπως ισχύουν σήμερα, καθώς και κάθε κανονιστική διοικητική πράξη που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση αυτών.

Β) ΤΡΟΠΟΠΟΙΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ και Γ) ΤΡΟΠΟΠΟΙΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΓΡΑΦΕΙΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Σκοπός της παρούσας είναι η κατάργηση ορισμένων διατάξεων της υφιστάμενης νομοθεσίας, οι οποίες έχουν κριθεί ως έμμεσοι περιορισμοί κατά την άσκηση του επαγγέλματος των Ιδιωτικών Γραφείων Ευρέσεως Εργασίας και των Επιχειρήσεων Προσωρινής Απασχόλησης, και ως εκ τούτου αντίθετες στις διατάξεις του ν.3919/2011. Επίσης, σκοπός των προτεινόμενων διατάξεων είναι η απλούστευση  των διαδικασιών και η μείωση του διοικητικού βάρους κατά την άσκηση της δραστηριότητας του Ιδιωτικού Γραφείου Ευρέσεως Εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 2006/123/ΕΚ σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά τις διατάξεις του ν. 3844/2010 Ειδικότερα:

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ (ΕΠΑ)

Επεκτείνεται το αντικείμενο  δραστηριότητας των  Επιχειρήσεων Προσωρινής Απασχόλησης, δια της υπαγωγής στις κατ' εξαίρεση δραστηριότητες που μπορούν να ασκούν οι ΕΠΑ, της κατάρτισης και της παροχής συμβουλευτικής και επαγγελματικού προσανατολισμού, ως δραστηριότητες  συναφείς με  το αντικείμενο τους. Επισημαίνεται ότι οι εν λόγω κατ' εξαίρεση δραστηριότητες (δηλ. συμβουλευτική και επαγγελματικός προσανατολισμός) ασκούνται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
Το κεφάλαιο των 176.000 ευρώ που απαιτούντο για τη σύσταση και λειτουργία ΕΠΑ κρίθηκε ως έμμεσος περιορισμός κατά  την πρόσβαση και την άσκηση του επαγγέλματος, σε αντίθεση με τις διατάξεις του ν. 3919/2011 «Αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας, κατάργηση αδικαιολόγητων περιορισμών στην πρόσβαση και στην άσκηση επαγγελμάτων» και ως εκ τούτου καταργείται .
Με την  ανωτέρω διάταξη  καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 της υπ' αριθμ. 30342/2002 απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Συγκεκριμένα καταργούνται οι απαιτήσεις περί ελάχιστου αριθμού 5 εργαζομένων στις επιχειρήσεις προσωρινής απασχόλησης καθώς και ελάχιστου χώρου 150 τ.μ. (άρθρο 2 της ανωτέρω υπουργικής απόφασης)  καθώς έχουν κριθεί ως έμμεσοι περιορισμοί  κατά την άσκηση  της δραστηριότητας προσωρινής απασχόλησης, αντίθετοι στις διατάξεις του ν.3919/2011.Επίσης καταργείται το άρθρο 3 της ανωτέρω υπουργικής απόφασης καθώς αφορά επίσης σε απαιτήσεις κτιριακής υποδομής και προσωπικού στις περιπτώσεις που επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης ασκεί και τη δραστηριότητα της διαμεσολάβησης, ασκώντας τη δραστηριότητα του Ιδιωτικού Γραφείο Ευρέσεως Εργασίας.
Με τη νέα ρύθμιση  προβλέπεται ότι, σε περίπτωση συνέχισης της απασχόλησης του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη μετά τη λήξη της διάρκειας της αρχικής τοποθέτησης και των τυχόν νόμιμων ανανεώσεών της ακόμα και με νέα τοποθέτηση χωρίς να μεσολαβεί διάστημα είκοσι τριών (23) ημερολογιακών ημερών, θεωρείται ότι πρόκειται για σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη.

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΓΡΑΦΕΙΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (ΙΓΕΕ)

Με την προτεινόμενη διάταξη παρέχεται η δυνατότητα στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που ασκούν την δραστηριότητα του ΙΓΕΕ, δηλαδή της διενέργειας μεσολαβήσεων για τη σύναψη συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας, να ασκούν και τις παρεμφερείς με το ως άνω αντικείμενο δραστηριότητες της συμβουλευτικής και του επαγγελματικού προσανατολισμού. Επισημαίνεται ότι οι εν λόγω δραστηριότητες (δηλ. συμβουλευτική και επαγγελματικός προσανατολισμός) ασκούνται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
Καταργείται η προηγούμενη απαγόρευση άσκησης και άλλων δραστηριοτήτων  από τα Ιδιωτικά Γραφεία Ευρέσεως Εργασίας στο χώρο που λειτουργούν. Η δυνατότητα αυτή ωστόσο θα ασκείται σύμφωνα με την υποχρέωση που προβλέπεται στην περ. β , της παρ. 2 του άρθρου 101 του ν. 4052/12 σύμφωνα με την οποία το ΙΓΕΕ πρέπει να διαθέτει έναν επαγγελματικό χώρο αυτόνομο, δηλαδή διακεκριμένο, για τους σκοπούς του ώστε ο χειρισμός των προσωπικών δεδομένων των  αναζητούντων εργασία και των εργοδοτών να πραγματοποιείται υπό συνθήκες που θα προστατεύουν τα δεδομένα αυτά και θα σέβονται την ιδιωτική ζωή.
Μειώνεται ο χρόνος της απαιτούμενης επαγγελματικής εμπειρίας για τον διευθυντή του ΙΓΕΕ από τα τέσσερα στα δύο χρόνια.
Διευκολύνεται η άσκηση της δραστηριότητας των διαμεσολαβήσεων ούτως ώστε σε περίπτωση που και άλλοι εργαζόμενοι πέρα από τον διευθυντή του ΙΓΕΕ έχουν τα προσόντα που προβλέπονται  για το διευθυντή (είτε το απαιτούμενο πτυχίο είτε εμπειρία σε θέματα ανθρώπινου δυναμικού), να μπορούν και αυτοί να ασκούν διαμεσολαβήσεις ενώ ταυτόχρονα διασφαλίζεται το επίπεδο των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Καταργείται ο ελάχιστος χώρος των 75 τμ. που απαιτείτο για τα Ιδιωτικά Γραφεία Ευρέσεως Εργασίας,  καθώς είχε κριθεί ως έμμεσος περιορισμός κατά  την πρόσβαση και την άσκηση του επαγγέλματος, σε αντίθεση με τις διατάξεις του ν. 3919/2011 «Αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας, κατάργηση αδικαιολόγητων περιορισμών στην πρόσβαση και στην άσκηση επαγγελμάτων» αλλά ορίζεται ρητά ότι ο χώρος που ασκείται η δραστηριότητα του ΙΓΕΕ πρέπει να είναι αυτόνομος ώστε να προστατεύονται τα προσωπικά δεδομένα των αναζητούντων εργασία και των εργοδοτών στους οποίους παρέχονται οι υπηρεσίες του.
Τα αποδεικτικά της απαιτούμενης επαγγελματικής εμπειρίας, τα οποία συνοδεύουν τη σχετική υπεύθυνη δήλωση του διευθυντή του ΙΓΕΕ δεν απαιτείται να είναι επικυρωμένα εφόσον τηρούνται οι προϋποθέσεις του ν. 2690/1999 (45 Α), όπως ισχύει, σε συνδυασμό με τον ν. 3844/2010 (63 Α).
Με την προωθούμενη διάταξη απλουστεύεται η διαδικασία έναρξης της δραστηριότητας καθώς η αρμόδια υπηρεσία αναζητά υπηρεσιακά τον Πίνακα Προσωπικού από την οικεία Επιθεώρηση Εργασίας διευκολύνοντας έτσι τον πολίτη που ενδιαφέρεται να ασκήσει τη συγκεκριμένη δραστηριότητα.
 Στο πλαίσιο της  επιχειρηματικής ελευθερίας καταργείται η απαίτηση ύπαρξης τεχνικού εξοπλισμού για την άσκηση της δραστηριότητας του ΙΓΕΕ. Σημειώνεται ότι η υποχρέωση παροχής προς τις αρμόδιες αρχές των στοιχείων σχετικά με τις μεσολαβήσεις που προβλέπονται στις σχετικές διατάξεις παραμένει ως έχει.
Διευκολύνεται η διαδικασία άσκησης της δραστηριότητας του ΙΓΕΕ σε υποκατάστημα, καθώς ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει στη Δ/νση Απασχόλησης, από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, μόνο αυτά που αναφέρονται αποκλειστικά στο υποκατάστημα και αυτά που έχει καταθέσει ήδη στην ανωτέρω αρχή για την κύρια εγκατάσταση ή για άλλο υποκατάστημα αλλά έχει παρέλθει η ημερομηνία ισχύος τους.
Απλοποιείται η διαδικασία μεταβολής της έδρας του ΙΓΕΕ ή του υποκαταστήματος  καθώς στην περίπτωση αυτή πλέον απαιτείται μόνο η υποβολή των δικαιολογητικών που αφορούν τη μεταβολή και από τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά αυτά τα οποία είναι κατατεθειμένα αλλά έχει παρέλθει η ημερομηνία ισχύος τους.

Υποπαράγραφος  ΙΑ.5. Ρυθμίσεις για την ενδυνάμωση της αγοράς εργασίας και προώθηση της απασχόλησης

Α) Χρονικά όρια λειτουργίας των καταστημάτων και εργασίας του προσωπικού αυτών.
Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις διαφοροποιείται με ορθολογικό τρόπο το ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων από τα χρονικά όρια εργασίας των απασχολουμένων στα καταστήματα αυτά. Οι ώρες λειτουργίας των καταστημάτων έτσι όπως ορίζονται με ενιαίο τρόπο από τις σχετικές ρυθμίσεις της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου (Υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων) αποσκοπούν στην προστασία από τον αθέμιτο ανταγωνισμό. Ως εκ τούτου δεν αφορούν τις σχετικές διατάξεις για τις ώρες απασχόλησης των εργαζομένων, οι οποίες αποβλέπουν στην προστασία τους και υπάγονται στις αρμοδιότητες του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, οι εργαζόμενοι στα καταστήματα δύνανται να απασχολούνται εντός του πλαισίου των καθηκόντων που προβλέπονται από τις ατομικές τους συμβάσεις και τηρουμένων των σχετικών διατάξεων για τα χρονικά όρια εργασίας.

Β) Κατώτατος νόμιμος μισθός  και ημερομίσθιο  για τους εργαζομένους ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας – Νέο σύστημα διαμόρφωσης νόμιμου κατώτατου μισθού και κατώτατου ημερομισθίου για τους εργαζομένους ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας. (Διάταξη Πλαίσιο) .
Ο θεσμός του κατώτατου μισθού συνιστά μια κρίσιμη και αναγκαίο παράμετρο για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς εργασίας. Αφενός διασφαλίζει ένα αξιοπρεπές όριο διαβίωσης για τους εργαζόμενους που αμείβονται με αυτόν, αφετέρου αποτελεί δικλείδα ασφαλείας έτσι ώστε να αποφεύγεται ο αθέμιτος ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων. Κυριότερα, συνιστά την αφετηρία επί της οποίας οικοδομούνται συμφωνημένα μεταξύ των κοινωνικών εταίρων επίπεδα αμοιβών σε κλαδικό, ομοιοεπαγγελματικό και επιχειρησιακό επίπεδο.
Δεδομένου ότι το ύψος του κατώτατου μισθού έχει αλυσιδωτές και σύνθετες επιπτώσεις στο επίπεδο της συνολικής απασχόλησης και στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, αλλά και στο δυναμισμό των εξωστρεφών κλάδων της οικονομίας, επηρεάζει άμεσα και έμμεσα τα δημοσιονομικά μεγέθη. Συνεπώς σε μία περίοδο συντεταγμένης προσπάθειας εξυγίανσης των δημοσιονομικών μεγεθών και αποκατάστασης της μακροοικονομικής ισορροπίας ο ρόλος του κράτους πρέπει να είναι περισσότερο αποφασιστικός. Αυτό άλλωστε υποδηλώνει και η εμπειρία των τελευταίων τριάντα ετών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αφού πολλές ευρωπαϊκές χώρες που αντιμετώπιζαν παρόμοια προβλήματα δημοσιονομικής στενότητας και ανισορροπίας των μακροοικονομικών μεγεθών τους, ενίσχυσαν το ρόλο του κράτους στη διαδικασία διαμόρφωσης αμοιβών στην οικονομία.
Σήμερα, η παρέμβαση της Πολιτείας γίνεται επικουρικά και με σεβασμό στον ρόλο των κοινωνικών εταίρων, σε ένα πλαίσιο εξαιρετικών περιστάσεων. Με σεβασμό στην αρχή της αναλογικότητας, η υιοθέτηση του νέου μηχανισμού διασφαλίζει το Ευρωπαϊκό κεκτημένο, καθώς και τον ρόλο των κοινωνικών εταίρων τόσο στη διαμόρφωση των προτάσεων για την υιοθέτηση του κατώτατου μισθού όσο και στη δυνατότητά τους, μέσα από τις μεταξύ τους διαβουλεύσεις και τις ελεύθερες διαπραγματεύσεις, να καθορίζουν καλύτερους όρους για τους εργαζόμενους. Οι κοινωνικοί εταίροι, με γνώμονα την δυναμικότητα των διαφόρων κλάδων μπορούν να συμφωνούν και να ορίζουν υψηλότερους ως προς τον καθορισμένο κατώτατο μισθό, μισθολογικούς και μη, κανονιστικούς όρους.
Επιπρόσθετα, με την παρούσα διάταξη ορίζεται ότι ο κατώτατος μισθός θα παραμείνει σταθερός στα επίπεδα που διαμορφώθηκε με το ν.4046/2012 (σε συνδυασμό με το άρθρ.1 της ΠΥΣ 6/2012), ενώ θα συνεχίσουν να προσαρτώνται σε αυτό τα επιδόματα προϋπηρεσίας (τριετίες) υπολογιζόμενα με τους υφιστάμενους ανασταλμένους συντελεστές ωριμότητας (οι οποίοι έχουν ανασταλλεί μέχρι η ανεργία να διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10%, σύμφωνα με τον ν.4046/2012, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 της υπ' αριθμόν 6 ΠΥΣ/2012), όπως αυτοί οι συντελεστές ωριμότητας έχουν διαμορφωθεί από την 15-7-2010 ΕΓΣΣΕ κατά την 1-1-2012 πρόβλεψή της. 

Γ) Αποζημίωσης απόλυσης ιδιωτικών υπαλλήλων με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δίκαιου αορίστου χρόνου
Με τις προτεινόμενες διατάξεις, που αφορούν θέματα καταγγελίας της σύμβασης ή σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικών υπαλλήλων, προβλέπονται ρυθμίσεις με τις οποίες επιδιώκεται η προώθηση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας με στόχο τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων. Με τις εν λόγω ρυθμίσεις επιχειρείται μεταξύ άλλων η άμβλυνση των εμποδίων στην κινητικότητα των εργαζομένων, ούτως ώστε η ενδεχόμενη αύξησή της να οδηγήσει σε μείωση της ανεργίας δίνοντας στην οικονομία την ώθηση που χρειάζεται.
Υπολογισμός αποζημίωσης Προειδοποιημένης Απόλυσης Ιδιωτικού Υπαλλήλου με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου.
Πιο συγκεκριμένα, προβλέπεται η μείωση του χρόνου προειδοποίησης σε περίπτωση τακτικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπαλλήλου με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου άνω των 12 μηνών, θέτοντας ως μέγιστο χρόνο προειδοποίησης τους 4 μήνες πριν τη λύση της σύμβασης προκειμένου ο εργοδότης να καταβάλλει το ήμισυ της προβλεπόμενης κατά το επόμενο εδάφιο αποζημίωσης απόλυσης. Κατ' αυτόν τον τρόπο επιχειρείται η άρση των προσκομμάτων  σε ότι αφορά την δυνατότητα των επιχειρήσεων να προβαίνουν σε απολύσεις σε περιπτώσεις μείωσης του κύκλου εργασιών τους. Οι χρόνοι προειδοποίησης διαμορφώνονται ως εξής:
α) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δώδεκα (12) «συμπληρωμένους» μήνες έως δύο (2) χρόνια, απαιτείται προειδοποίηση ενός (1) μηνός πριν την απόλυση.
β) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δύο (2) έτη συμπληρωμένα έως πέντε (5) έτη, απαιτείται προειδοποίηση δύο (2) μηνών πριν την απόλυση.
γ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από πέντε (5) έτη συμπληρωμένα έως δέκα (10) έτη απαιτείται προειδοποίηση τριών (3) μηνών πριν την απόλυση.
δ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δέκα (10) έτη συμπληρωμένα και άνω απαιτείται προειδοποίηση τεσσάρων (4) μηνών πριν την απόλυση.
Υπολογισμός Αποζημίωσης Απροειδοποίητης Απόλυσης Ιδιωτικού Υπαλλήλου με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου.
Το ύψος της αποζημίωσης ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας, στις περιπτώσεις που ο εργοδότης δεν κάνει χρήση της δυνατότητας έγγραφης προειδοποίησης διαμορφώνεται ως εξής:
α) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από 1 έτος συμπληρωμένο έως 4 έτη, η αποζημίωση προσδιορίζεται στους 2 μηνιαίους μισθούς.
β) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από 4 έτη συμπληρωμένη έως 6 έτη, η αποζημίωση προσδιορίζεται στους 3 μηνιαίους μισθούς.
γ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από 6 έτη συμπληρωμένα έως 8 έτη, η αποζημίωση προσδιορίζεται στους 4 μηνιαίους μισθούς.
δ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από 8έτη συμπληρωμένα έως 10 έτη, η αποζημίωση προσδιορίζεται στους 5 μηνιαίους μισθούς.
ε) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει 10 έτη συμπληρωμένα, η αποζημίωση προσδιορίζεται στους 6 μηνιαίους μισθούς.
στ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει 11 έτη συμπληρωμένα, η αποζημίωση προσδιορίζεται στους 7 μηνιαίους μισθούς.
ζ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει 12 έτη συμπληρωμένα, η αποζημίωση προσδιορίζεται στους 8 μηνιαίους μισθούς.
η) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει 13 έτη συμπληρωμένα, η αποζημίωση προσδιορίζεται στους 9 μηνιαίους μισθούς.
θ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει 14 έτη συμπληρωμένα, η αποζημίωση προσδιορίζεται στους 10 μηνιαίους μισθούς.
ι) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει 15 έτη συμπληρωμένα, η αποζημίωση προσδιορίζεται στους 11 μηνιαίους μισθούς.
κ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει 16 έτη συμπληρωμένα και άνω, η αποζημίωση προσδιορίζεται στους  12 μηνιαίους μισθούς.
Ο υπολογισμός της ως άνω αποζημίωσης γίνεται βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης.
Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955 εξακολουθεί να ισχύει.
Επιπρόσθετα, με στόχο τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων με αυξημένη προϋπηρεσία, περιλαμβάνεται μεταβατική διάταξη η οποία προβλέπει για τους εργαζόμενους που κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχουν υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη 17 έτη συμπληρωμένα και άνω, σύμφωνα με την οποία, εκτός της προβλεπόμενης στο προηγούμενο εδάφιο αποζημίωσης, δικαιούνται επιπλέον αποζημίωσης η οποία αυξάνεται κατά ένα μηνιαίο μισθό για κάθε επιπλέον έτος υπηρεσίας μέχρι και τους 12 μηνιαίους μισθούς. Ωστόσο αυτή η ειδικά προβλεπόμενη επιπλέον αποζημίωση υπόκειται στο πλαφόν των 2.000 ευρώ ανά μήνα καθώς ο υπολογισμός της γίνεται βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης με την προϋπόθεση όμως ότι δεν υπερβαίνουν το ως άνω ποσό. Ως χρόνος υπηρεσίας για τον υπολογισμό αυτής της επιπλέον αποζημίωσης απόλυσης είναι εκείνος που συμπληρώνει ο εργαζόμενος κατά τη δημοσίευση του παρόντος και ισχύει  οποτεδήποτε και αν απολυθεί ο εργαζόμενος.
Για τον υπολογισμό της επιπλέον αυτής αποζημίωσης εργαζόμενων που πληρούν τις  προϋποθέσεις του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, όπως ισχύει, εφαρμογή έχει η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955.

Δ) Απλοποίηση διαδικασιών και μείωση διοικητικών βαρών που αφορούν το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας ( ΣΕΠΕ)

Στο πλαίσιο μείωσης του διοικητικού βάρους, δίνεται η δυνατότητα στις επιχειρήσεις να γνωστοποιούν στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας εντός 2 ημερών, κάθε αλλαγή ή τροποποίηση του ωραρίου ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας εν γένει. Η προηγούμενη ρύθμιση του ν.3996/2011 (άρθρο 30, παρ.4) προέβλεπε την αυθημερόν, γνωστοποίηση τέτοιων αλλαγών, συνήθως έκτακτου χαρακτήρα, δημιουργώντας «ασφυκτικά» χρονικά πλαίσια για τις επιχειρήσεις. 
Στο ίδιο πλαίσιο, δηλαδή της μείωσης του διοικητικού βάρους των επιχειρήσεων, καταργείται η υποχρέωση θεώρησης του Βιβλίου Ημερησίων Δελτίων Απασχολούμενου Προσωπικού στην εκτέλεση οικοδομικών και τεχνικών έργων καθώς και του Βιβλίου Δρομολογίων για τους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων, τουριστικών λεωφορείων και λεωφορείων ΚΤΕΛ. Αυτό έχει ως συνέπεια να δίνεται η δυνατότητα στις Επιθεωρήσεις Εργασίας να μειώσουν τις γραφειοκρατικές διαδικασίες, εντείνοντας και μεγιστοποιώντας ταυτόχρονα το ελεγκτικό τους έργο για την καταπολέμηση της παράνομης και αδήλωτης εργασίας. Εξάλλου, με την υιοθέτηση του συστήματος  αναγγελίας των υπερωριών προς τις Επιθεωρήσεις Εργασίας, για όλες τις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, παύει η διαφοροποίηση που υπήρχε σε διάφορους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας σε ότι αφορά τη διαδικασία έγκρισης της υπερωριακής απασχόλησης και ακολουθείται πλέον ενιαίος και ευέλικτος τρόπος.

Ε) Χρονικά Όρια Εργασίας
Διαδικασία καθορισμού της εβδομαδιαίας 40ώρης απασχόλησης εργαζομένων στα καταστήματα.
Με τη ρύθμιση αυτή παρέχεται η δυνατότητα στους κοινωνικούς εταίρους στον κλάδο των καταστημάτων να καθορίζουν μέσω Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας τις ημέρες εβδομαδιαίας απασχόλησης για τους εργαζομένους στα καταστήματα. Για τον καθορισμό των ημερών αυτών θα πρέπει να τηρείται η 40ωρη εβδομαδιαία απασχόληση που προβλέπεται ήδη από την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας της 14-2-1984 και αποτελεί το ανώτατο συμβατικό ωράριο των εργαζομένων της χώρας. Θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη οι προστατευτικές διατάξεις των Οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εβδομαδιαία και ημερήσια ανάπαυση και τα ανώτατα όρια απασχόλησης
Ημερήσια ανάπαυση.
Με τη ρύθμιση αυτή δίνεται η δυνατότητα για αύξηση της ευελιξίας στην παραγωγική διαδικασία των επιχειρήσεων και ιδιαιτέρως αυτών που έχουν ανάγκη από ορθολογική εναλλαγή των βαρδιών των εργαζομένων. Η διάταξη αυτή εναρμονίζεται πλήρως με τις επιταγές της Οδηγίας 93/104/ΕΚ η οποία έθεσε τα ελάχιστα όρια προστασίας των εργαζομένων σε θέματα υγείας και ασφάλειας και έχει ενσωματωθεί στο Εθνικό Δίκαιο με το Π.Δ. 88/1999. 
Κατάτμηση αδείας.
Με τη ρύθμιση αυτή προσαρμόζεται η διαδικασία χορήγησης και κατάτμησης της ετήσιας κανονικής άδειας των εργαζομένων στις ιδιαίτερες ανάγκες εποχικού χαρακτήρα που ανακύπτουν στις επιχειρήσεις. Πιο συγκεκριμένα, η ιδιαίτερη συσσώρευση εργασίας που προκύπτει εντός του έτους σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, επιτάσσει τη χορήγηση του τμήματος αδείας των δύο εργάσιμων εβδομάδων, που προκύπτει από πιθανή κατάτμηση, σε χρονικό σημείο εντός του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο έχει μειωθεί η ιδιαίτερη ένταση εργασίας. Με τη διαδικασία αυτή δεν κάμπτεται η παραγωγικότητα των επιχειρήσεων με συνέπεια τη διατήρηση των θέσεων απασχόλησης, ιδιαιτέρως του τακτικού προσωπικού με συμβάσεις αορίστου χρόνου. 

Υποπαράγραφος  ΙΑ.6. Κατάργηση εισφοράς υπέρ ΤΕΑΠΥΚ

Mε την προτεινόμενη ρύθμιση ορίζεται η κατάργηση της εισφοράς ασφαλισμένου υπέρ Τομέα «ΤΕΑΠΥΚ» του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του Ο.Α.Ε.Ε. Στο Μνημόνιο Συνεννόησης του ν.4046/2012 - Κεφ. 4 «Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της ανάπτυξης» και συγκεκριμένα στη δράση «4.2- Βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και ενίσχυση στις ανοικτές αγορές» προβλέπεται η ρητή δέσμευση - υποχρέωση της Ελληνικής Κυβέρνησης να προβεί σε άμεσες ενέργειες (2ο τρίμηνο 2012),  προκειμένου να υιοθετήσει πακέτο μέτρων για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, μεταξύ των οποίων να παύσει τη διάθεση του μη ανταποδοτικού τέλους επί της τιμής των καυσίμων υπέρ του Ταμείου Αμοιβαίας Κατανομής Χειριστών Αντλιών Πετρελαίου Υγρών Καυσίμων. Μετά από έρευνα διαπιστώθηκε ότι δεν υφίσταται  το ανωτέρω ταμείο με την επωνυμία αυτή και η ανωτέρω δέσμευση αφορά το πρώην Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Κοινής Διανομής Πρατηριούχων Υγρών Καυσίμων, το οποίο από 1.8.2008 εντάχθηκε στο Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του Ο.Α.Ε.Ε. ως «Τομέας Επικουρικής Ασφάλισης Πρατηριούχων Υγρών Καυσίμων».
Επειδή κρίνεται ότι, η εισφορά του ασφαλισμένου της παρ. 2 του άρθρου 9 της υπουργικής απόφασης 20210/4231/152/26-2-2004 (Β'427), που συνίσταται σε ποσοστό 4,950 τοις χιλίοις επί των ανά λίτρο προ ΦΠΑ τιμών των βενζινών, των πετρελαίων και του υγραερίου, τις οποίες καταβάλλει ο πρατηριούχος στον εν γένει έμπορο βενζίνης, πετρελαίου και υγραερίου για την αγορά των προϊόντων αυτών υπέρ του Τομέα «ΤΕΑΠΥΚ» του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του Ο.Α.Ε.Ε., μετακυλίεται και επηρεάζει τη διαμόρφωση της τιμής των εν λόγω προϊόντων καυσίμων, με συνέπεια την επιβάρυνση τρίτων δηλαδή του κοινωνικού συνόλου, θεωρήθηκε αναγκαία η κατάργησή της και η  αντικατάστασή της από ατομική εισφορά ασφαλισμένου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ'
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΥΓΕΙΑΣ

Υποπαράγραφος  ΙΒ.1. Ρυθμίσεις θεμάτων Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

Σχετικά με την προτεινόμενη ρύθμιση της περίπτωσης 1 επισημαίνεται ότι με τις διατάξεις του ν.3918/2011 (Α' 31) συστήθηκε Εθνικός Οργανισμός Παροχών Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ) με σκοπό την παροχή υπηρεσιών υγείας σε είδος ενιαία σε όλους τους εν ενεργεία  ασφαλισμένους, συνταξιούχους  και τα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών τους, με τη θέσπιση ενιαίου κανονισμού παροχών. Με την έναρξη λειτουργίας του εντάχθηκαν οι  κλάδοι υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, του ΟΑΕΕ, του ΟΓΑ και του ΟΠΑΔ και ΟΠΑΔ/ΤΥΔΚΥ. Στη συνέχεια από 1.4.2012 εντάχθηκε ο Οίκος Ναύτου  και από 1.5.2012 ο Κλάδος Υγείας του ΤΑΥΤΕΚΩ εκτός των Τομέων των Κλάδων Ασθένειας Προσωπικού Τραπεζών ΕΤΒΑ, Εμπορικής και Πίστεως, Γενικής και Αμέρικαν Εξπρές. Όμως με δεδομένο ότι όλοι οι φορείς θα πρέπει να ενταχθούν στον ενιαίο φορέα για την καλύτερη εξυπηρέτηση των ασφαλισμένων τους κρίνεται σκόπιμη η θέσπιση της διάταξης αυτής ώστε και οι εν λόγω φορείς να ενταχθούν από 1.11.2012 στον ΕΟΠΥΥ.
Σημειώνεται ότι η προτεινόμενη ρύθμιση δεν καταλαμβάνει τους κλάδους υγείας των ασφαλιστικών Ταμείων που λειτουργούν με τη μορφή ν.π.ι.δ. και είναι πιθανό να στηρίζονται οικονομικά με τη θέσπιση υπέρ αυτών κοινωνικών πόρων (π.χ. ΕΔΟΕΑΠ). Τα εν λόγω Ταμεία θα τύχουν αντικείμενο ξεχωριστής ρύθμισης στο άμεσο μέλλον προκειμένου να εξορθολογιστεί ο τρόπος χρηματοδότησής τους, ιδίως μέσω της κατάργησης τυχόν προβλεπόμενων κοινωνικών πόρων. 
Σχετικά με την προτεινόμενη περίπτωση 2 επισημαίνεται ότι με τις ισχύουσες διατάξεις η εισφορά των ασφαλισμένων του ΟΓΑ για παροχές υγείας  σε είδος και σε χρήμα, ανέρχεται σε ποσοστό 2,50% επί του ποσού της Ασφαλιστικής Κατηγορίας στην οποία έχει καταταγεί ο ασφαλισμένος. Οι ασφαλιστικές κατηγορίες του άρθρου 4 του ν.2458/1997 (Α,15)  είναι επτά (7) και η συντριπτική πλειονότητα  των ασφαλισμένων έχει ενταχθεί στην 1η –κατώτερη και από 1.1.2012 μετατάχθηκαν υποχρεωτικά στη 2η . Με βάση αυτή την κατάταξη η εισφορά για υγειονομική περίθαλψη ανέρχεται σε 14,65ευρώ το μήνα ήτοι σε 175,80ευρώ το χρόνο, εισφορά πολύ μικρή σε σχέση  αφενός με τις παρεχόμενες από τον ΕΟΠΥΥ υπηρεσίες υγείας  αφετέρου με την εισφορά που καταβάλλουν οι ασφαλισμένοι  όλων των ασφαλιστικών οργανισμών. Για το λόγο αυτό προτείνεται η  εισφορά των ασφαλισμένων του ΟΓΑ από 1.1.2013 να υπολογίζεται στην Ασφαλιστική Κατηγορία στην οποία έχει καταταγεί  ο ασφαλισμένος και όχι σε ποσό μικρότερο από αυτό που αντιστοιχεί στην 5η ασφαλιστική κατηγορία, όπως ισχύει κάθε φορά. Με τη ρύθμιση αυτή η εισφορά ανέρχεται σε 25,87ευρώ το μήνα έναντι 14,65ευρώ που  είναι σήμερα ήτοι  310,44ευρώ και θα επιφέρει ετήσια αύξηση  της τάξης των 86.000.000 ευρώ, ταμειακή δε απόδοση της τάξης των 56.000.000  περίπου ευρώ.

Υποπαράγραφος ΙΒ.2. Ρυθμίσεις θεμάτων φαρμακευτικών δαπανών, συμψηφισμού απαιτήσεων και εκκαθαρισμένων οφειλών νοσοκομείων

Με την προτεινόμενη διάταξη της περίπτωσης 1 επέρχονται τροποποιήσεις στο άρθρο 11 του ν.4052/2012 με τις οποίες απλοποιείται η διαδικασία υπολογισμού του υπερβάλλοντος μηναίου ποσού φαρμακευτικής δαπάνης από τους ασφαλιστικούς φορείς, Πλέον ο υπολογισμός διενεργείται από έκαστο φορέα κοινωνικής ασφάλισης, με δυνατότητα χρήσης ως βάσης υπολογισμού του συνόλου της πράγματι διατεθείσας ποσότητας φαρμάκων και προβλέπεται ρητά η δυνατότητα διενέργειας συμψηφισμού. Τέλος, καταργείται η προθεσμία δεκαπέντε ημερών εντός της οποίας έπρεπε, κατ' εξουσιοδότηση, να δημοσιευθεί η προβλεπόμενη υπουργική απόφαση.
Με τη διάταξη των περιπτώσεων 2-10 θεσπίζεται η εκχώρηση προς τον ΕΟΠΥΥ των απαιτήσεων των ασφαλιστικών φορέων που απορρέουν από τα ποσά επιστροφής των φαρμακευτικών εταιριών προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ) για τις πωλήσεις προϊόντων που ανήκουν στον κατάλογο συνταγογραφούμενων σκευασμάτων. Η εκχώρηση αυτή γίνεται προς το σκοπό της ενίσχυσης του προϋπολογισμού του ΕΟΠΥΥ για τη φαρμακευτική δαπάνη, ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία ληξιπρόθεσμων οφειλών σε προμηθευτές του Οργανισμού, η οποία θα οδηγούσε στη μη επιχορήγηση του ΕΟΠΥΥ σύμφωνα με την υπ' αριθμ Οικ.2/21967/0094/13-3-2012 εγκύκλιο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Παράλληλα δίνεται η δυνατότητα στον Οργανισμό αφού συμψηφίσει τα ως άνω ποσά με τα χρέη που δημιουργούν τα Φαρμακεία ΕΟΠΥΥ, να διαχειριστεί τα υπόλοιπα ποσά επιστροφής των εταιρειών εκχωρώντας τις απαιτήσεις του Οργανισμού από τις εταιρείες προς τα νοσοκομεία, τα οποία επίσης οφείλουν στις φαρμακευτικές εταιρίες. Μέσω της εκχώρησης αυτής θα καλυφθεί μέρος των νοσηλίων που οφείλει να καταβάλει ο ΕΟΠΥΥ στα αντίστοιχα νοσοκομεία για την περίθαλψη ασφαλισμένων του σε αυτά.  
Με τη διάταξη της περίπτωσης 3 εναρμονίζεται η προθεσμία αποπληρωμής των φαρμακοποιών από τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης προς τα διεθνώς ισχύοντα, ενώ συνυπολογίζεται και η υφιστάμενη εξαιρετικά δυσμενής δημοσιονομική συγκυρία, η οποία καθιστούσε πρακτικά αδύνατη την τήρηση της ισχύουσας σύντομης προθεσμίας των σαράντα πέντε ημερών. Έτσι, η προθεσμία αποπληρωμής των φαρμακοποιών από τους φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης παρατείνεται εφεξής από τις σαράντα πέντε ημέρες που ίσχυε μέχρι σήμερα, στις εξήντα ημέρες από την υποβολή του λογαριασμού. Σημειώνεται ότι το όριο των εξήντα ημερών είναι σύμφωνο με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 3 και 4 της κοινοτικής οδηγίας 2011/7/ΕΕ για την  καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές, σύμφωνα με τις οποίες είναι δυνατή η παράταση της προθεσμίας των τριάντα ημερών, σε εξήντα το πολύ ημέρες, σε περιπτώσεις δημοσίων φορέων που έχουν ως σκοπό την παροχή υπηρεσιών υγείας.
Με τις περιπτώσεις 4 έως 6, αποσυνδέεται η θεσπισθείσα με το άρθρο 34 του ν.3918/2011 υποχρέωση των φαρμακοποιών να επιστρέφουν μηνιαίως προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, εφεξής Φ.Κ.Α., ποσό (rebate), ως κλιμακούμενο ποσοστό επί των οφειλών των Φ.Κ.Α. προς το αντίστοιχο φαρμακείο, από την εμπρόθεσμη εξόφληση-καταβολή του ποσού που οφείλουν οι Φ.Κ.Α. προς το φαρμακείο αυτό. Η προθεσμία αποπληρωμής των φαρμακοποιών από τους Φ.Κ.Α. ήταν σαράντα πέντε ημέρες από την υποβολή του λογαριασμού. Στην πράξη, λόγω της υφιστάμενης δυσμενούς δημοσιονομικής συγκυρίας και της ελλιπούς και καθυστερημένης χρηματοδότησης οι Φ.Κ.Α. αδυνατούσαν να εξοφλήσουν εμπρόθεσμα τις οφειλές τους προς τους φαρμακοποιούς, κάτι που παρατηρήθηκε όλους τους μήνες από τον Μάρτιο το 2012 και εφεξής. Όμως, η έστω και ολιγοήμερη καθυστέρηση των Φ.Κ.Α. να εξοφλήσουν τους φαρμακοποιούς συνεπαγόταν αυτόματα την απαλλαγή των φαρμακοποιών από την υποχρέωση καταβολής του ποσού της επιστροφής (rebate)με αποτέλεσμα οι Φ.Κ.Α. και το Δημόσιο να χάνουν τη δυνατότητα είσπραξης πολύ μεγάλων χρηματικών ποσών. Επιπροσθέτως επισημαίνεται ότι σε κάθε περίπτωση η τυχόν εκπρόθεσμη καταβολή συναρτάται μεν με την υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας, πλην όμως δεν δύναται να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση του δικαιώματος εισπράξεως εσόδων του Δημοσίου. Με την παρούσα ρύθμιση, επιτυγχάνεται η αποσύνδεση της υποχρέωσης των φαρμακοποιών για επιστροφή κλιμακούμενου ποσού (rebate)από την εμπρόθεσμη εξόφλησή τους από τους Φ.Κ.Α.
Με την περίπτωση 6 εισάγεται εφεξής η υποχρέωση των φαρμακοποιών για καταβολή ποσού επιστροφής (rebate) υπέρ των Φ.Κ.Α. και για τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα για τη θεραπεία σοβαρών ασθενειών, τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρο 12 του ν.3816/2010, και τα οποία μέχρι σήμερα εξαιρούνται της υποχρέωσης αυτής, ενώ με την παράγραφο 7 εισάγεται η υποχρέωση των φαρμακευτικών εταιρειών για καταβολή ποσού επιστροφής (rebate) και στα φαρμακεία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ, το οποίο υπολογίζεται στο 5% επί της νοσοκομειακής τιμής, όπως αυτή ορίζεται από τις αγορανομικές διατάξεις υπέρ των Φ.Κ.Α., σύμφωνα με την παρ. 2 αρ. 35 του ν.3918/2011, τα οποία (φαρμακεία) εξαιρούνταν της ανωτέρω ρυθμίσεως. Με τον τρόπο αυτό, επιτυγχάνεται αφενός μεν ενιαία εφαρμογή του rebate για όλα τα φαρμακευτικά σκευάσματα, κάτι που θα αποφέρει και επιπλέον έσοδα για τον προϋπολογισμό των Φ.Κ.Α., αφετέρου δε μείωση τιμής για την προμήθεια φαρμακευτικών σκευασμάτων από τα Φαρμακεία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. 
Με την περίπτωση  9 παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Υγείας να εξειδικεύει με απόφασή του τον τρόπο κατάρτισης των θεραπευτικών κατηγοριών και προσδιορισμού των τιμών αναφοράς ανά θεραπευτική κατηγορία και οι διαδικασίες αναθεώρησης και συμπλήρωσης του καταλόγου, καθώς και τις αποζημιούμενες ενδείξεις, περιεκτικότητες και συσκευασίες ανά φαρμακευτικό προϊόν και κάθε άλλο σχετικό θέμα.
Στις ανωτέρω υπό 4 έως και 9 περιπτώσεις προσδίδεται με την περίπτωση 10 αναδρομική ισχύς από την 1η Ιανουαρίου 2012, ώστε οι Φ.Κ.Α. και τα Φαρμακεία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. να μπορέσουν να εισπράξουν τα ποσά που αντιστοιχούν στο rebate των μηνών αυτών. 
Με την διάταξη της περίπτωσης 12 προβλέπεται μέγιστο ποσοστό εξαιρέσεων από την καθολική συνταγογράφηση με βάση τη δραστική ουσία για λόγους προστασίας συγκεκριμένων ομάδων ασθενών και συνέπειας στη θεραπευτική αγωγή ειδικών και χρόνιων παθήσεων.
Προς εξορθολογισμό της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης και δαπάνης νοσοκομειακής περίθαλψης, καθώς και για την επίτευξη του στόχου της εξοικονόμησης του ποσού των 1.112.900.000,00 ευρώ που αποτελεί τη συμμετοχή του Υπουργείου Υγείας στη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος του ελληνικού κράτους, έχουν ήδη σχεδιασθεί οι απαραίτητες πολιτικές και ληφθεί σχετικά νομοθετικά μέτρα. Προς εξασφάλιση των ανωτέρω στόχων καθίσταται αναγκαία η λήψη επικουρικών πρόσθετων μέτρων ύψους 114.000.000,00 ευρώ, τα οποία θα εφαρμοσθούν από 1.1.2014 προκειμένου να υπάρξει ικανός χρόνος ευόδωσης των ήδη ληφθέντων μέτρων μείωσης του ελλείμματος (περίπτωση 13).

Υποπαράγραφος  ΙΒ.3. Τροποποιήσεις που αφορούν την κατάργηση περιορισμών του ν.3919/2011

Τροποποιούνται οι διατάξεις του νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου που διέπει την άσκηση επαγγελμάτων και την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας στον τομέα της παροχής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και συγκεκριμένα στη λειτουργία ιατρείων, οδοντιατρείων, πολυϊατρείων, πολυοδοντιατρείων, ιδιωτικών διαγνωστικών εργαστηρίων, ιδιωτικών εργαστηρίων φυσικής ιατρικής και αποκατάστασης, Ιδιωτικών Μονάδων Χρόνιας Αιμοκάθαρσης, εργαστηρίων φυσικοθεραπείας, εργαστηρίων αισθητικής, οδοντοτεχνικών εργαστηρίων, μονάδες αδυνατίσματος και διαιτολογικών μονάδων, καταστημάτων οπτικών ειδών και τμήματος φακών επαφής. Οι τροποποιήσεις αυτές συντελούν στην ομοιόμορφη και ενιαία προσαρμογή  του θεσμικού πλαισίου στις διατάξεις του ν.3919/2011. Ειδικότερα, επιχειρείται η αναγραφή των διοικητικών περιορισμών που καταργήθηκαν με το ν. 3919/2011 καθώς και με την παράγραφο 16 του άρθρου 4 του ν. 4038/2012 (Α'14) που αναφέρονται στην άσκηση και στην πρόσβαση επαγγελμάτων. Με το παρόν Σχέδιο προτείνονται τροποποιήσεις που αφορούν αποκλειστικά στην άρση των περιορισμών που ορίζονται στο άρθρο 2 του Ν.3919/2011 και δεν συμπεριλαμβάνονται ρυθμίσεις που αίρουν ή καταργούν περιορισμούς που έχουν υποκειμενικό χαρακτήρα αναγόμενοι στο πρόσωπο του ενδιαφερόμενου να ασκήσει το επάγγελμα ή την επαγγελματική δραστηριότητα, όπως αξιούμενα προσόντα, αποκτηθείσα εμπειρία, ικανότητες και δεξιότητες που διαπιστώνονται με δοκιμασία και προς την ηλικία, για την είσοδο στο επάγγελμα ή την υποχρεωτική έξοδο από αυτό.
Επίσης, δεν καταργούνται περιορισμοί που έχουν σχέση με τη διαφύλαξη υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος και δη τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας και της υγείας των πολιτών. Κατά συνέπεια, με το παρόν σχέδιο νόμου, δεν θίγονται ρυθμίσεις που σχετίζονται με τους όρους και τις προϋποθέσεις λειτουργίας Μονάδων Π.Φ.Υ. ήτοι ιατρείων κλπ., όπως κτιριακές προδιαγραφές, εξοπλισμός, στελέχωση, δυναμικότητα κλπ.

Υποπαράγραφος  ΙΒ.4. Τροποποίηση διατάξεων του π.δ. 84/2001
Με τις διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου τροποποιείται το π.δ. 84/2011.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΓ'
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

Υποπαράγραφος  ΙΓ.1. Τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα

Με τις περιπτώσεις 1 έως 4 προβλέπεται η αύξηση του ορίου μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών. Η εν λόγω αύξηση κρίνεται αναγκαία, καθώς συμβάλλει στη μείωση του ολοένα αυξανόμενου αριθμού του σωφρονιστικού πληθυσμού, ενώ παράλληλα υπηρετεί μια πιο σύγχρονη σωφρονιστική αντίληψη.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 5 προβλέπεται μικρή αύξηση του ποσοστού προσαύξησης των επιβαλλόμενων σε χρήμα ποινών η οποία κρίνεται αναγκαία για λόγους δημοσιονομικών αναγκών.
Με την περίπτωση 6 και για λόγους συστημικής ενότητας των διατάξεων περί δικαστικού ενσήμου, κρίνεται επιβεβλημένος ο λεπτομερής καθορισμός του τέλους δικαστικού ενσήμου, που προβλέπεται από το νόμο ΓΠΟΗ/1912. Παράλληλα, η προτεινόμενη αύξηση αυτού κρίνεται επιβεβλημένη, προκειμένου να αποτραπεί η προπετής άσκηση αγωγών.
Για την επίσπευση και απλούστευση των διαδικασιών που αφορούν κυρίως τις ιδιωτικές επενδύσεις, κρίνεται αναγκαία, με την περίπτωση 7, η κατάργηση της υποχρεωτικής παράστασης δικηγόρου για τη υπογραφή συμβολαιογραφικών εγγράφων σύστασης ανωνύμων εταιρειών ή εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, η οποία οδηγεί στη μείωση του συνολικού κόστους ίδρυσης τους.
Με τη διάταξη της περίπτωση 8 προβλέπεται: (α) η κατάργηση της υποχρεωτικής παράστασης δικηγόρου για λογαριασμό του πωλητή, (β) η κατάργηση της υποχρεωτικής παράστασης δικηγόρου για όλες τις συμβάσεις πλην των επαχθών, δηλαδή, των αγοραπωλητηρίων συμβολαίων που αφορούν μεταβίβαση ακινήτων και πλοίων, (γ) η για τον αγοραστή σύμπραξη δικηγόρου μόνον όταν το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο υπερβαίνει τα 60.000 ευρώ για την περιφέρεια των Δικηγορικών Συλλόγων Αθηνών και Πειραιώς και 20.000 ευρώ για τους λοιπούς Δικηγορικούς Συλλόγους (λόγω της διαφοράς της αξίας των ακινήτων ανάμεσα στην πρωτεύουσα και στην περιφέρεια). Έτσι, εξασφαλίζεται: (α) η εγκυρότητα της μεταβίβασης της κυριότητας ή άλλων εμπράγματων δικαιωμάτων στα ακίνητα, ενόψει και της έλλειψης κτηματογράφησης, της μη ύπαρξης περιουσιολογίου του Δημοσίου και Δασολογίου, (β) η προστασία του αγοραστή από όρους που θα συμφωνήσει με τον πωλητή καθώς και από τις εγγυήσεις που θα παράσχει σ' αυτόν ή σε τρίτους, ιδία δε όταν εμπλέκονται και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Σημειώνεται ότι προβλέπεται η επισύναψη στο συμβόλαιο δήλωσης του δικηγόρου του πωλητή, σχετικά με το νομικό καθεστώς της ιδιοκτησίας και των τίτλων ιδιοκτησίας. Τέλος δεν καταργείται μόνο η παράσταση δικηγόρου για τον πωλητή αλλά και η παράσταση δικηγόρων στα συμβόλαια μεταβίβασης κινητών, στη διανομή κινητών και ακινήτων, στις ανταλλαγές ακινήτων και στις συμβάσεις εκ χαριστικής αιτίας, εκτός, εάν κατά την κρίση του Συμβολαιογράφου προκύπτουν σοβαρά νομικά ζητήματα ή υπάρχουν αντιτιθέμενα συμφέροντα μεταξύ των συμβαλλομένων.
Με την περίπτωση 9 ορίζεται ότι οι ελάχιστες αμοιβές των δικηγόρων, οι οποίοι παρέχουν τις υπηρεσίες τους με έμμισθη εντολή πρέπει να προβλέπονται νομοθετικά και να είναι ανάλογες με εκείνες των συναδέλφων τους που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως έχει ήδη προσδιορισθεί, γεγονός που επιβάλλεται από την θεμελιώδη αρχή της ισότητας, δεδομένου ότι οι παρεχόμενες υπηρεσίες είναι ίδιες.

Υποπαράγραφος  ΙΓ.2. Τροποποιήσεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας

Με τις διατάξεις της παρούσας επέρχονται οι αναγκαίες τροποποιήσεις στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προκειμένου να εναρμονιστεί με τις ρυθμίσεις του ν.4079/2012.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΔ'
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΩΝ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Υποπαράγραφος ΙΔ.1. Ρυθμίσεις θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Τουρισμού

Με τις προτεινόμενες διατάξεις επέρχονται οι αναγκαίες τροποποιήσεις στο θεσμικό πλαίσιο που διέπει την άσκηση του επαγγέλματος του ξεναγού, κυρίως σε συμμόρφωση προς τις επιταγές του ν.3919/2011. Ειδικότερα, με την περίπτωση 1 καταργούνται οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 710/1977, όπως ισχύει, οι οποίες προέβλεπαν τη δυνατότητα νόμιμης άσκησης του επαγγέλματος του ξεναγού μόνο κατόπιν άδειας εκδιδόμενης από τον Γενικό Γραμματέα του ΕΟΤ (ήδη Υπουργού Τουρισμού), κατ' εφαρμογή της ρύθμισης του άρθρου 3 του ν. 3919/2011, που περιέχει γενική καταργητική ρήτρα των προβλεπόμενων στο νόμο απαιτήσεων προηγούμενης διοικητικής άδειας για την άσκηση επαγγέλματος μετά την πάροδο 4 μηνών από τη δημοσίευση του νόμου. Επίσης καταργούνται οι παράγραφοι 4 και 5 του ίδιου άρθρου δεδομένου ότι το θέμα της παροχής υπηρεσιών ξεναγού στην Ελλάδα από υπηκόους κρατών - μελών της Ε.Ε. για ορισμένη χρονική διάρκεια ρυθμίζεται πλέον από τις διατάξεις του τίτλου ΙΙ του Π.Δ 38/2010 (Α' 78), με το οποίο ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο η Οδηγία 2005/36 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων και από τη με αρ. 165255/ΙΑ/29-12-2010 (Β'2157) Κ.Υ.Α. Υπουργών Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων και Πολιτισμού και Τουρισμού.
Με την περίπτωση 2, με την οποία τροποποιείται το άρθρο 2 του ν. 710/1977 που αφορά τις προϋποθέσεις χορήγησης της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος και προσαρμόζεται η κείμενη νομοθεσία στις διατάξεις της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ για την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, η οποία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το Π.Δ. 38/2010, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα πρόσβασης και άσκησης του επαγγέλματος του ξεναγού – εκτός από τους κατόχους του διπλώματος της Σχολής Ξεναγών του ΟΤΕΚ – και σε υπηκόους κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατόχους σχετικών τίτλων εκπαίδευσης, οι οποίοι έχουν αποκτηθεί σε άλλο κράτος - μέλος της Ε.Ε. και έχουν αναγνωριστεί από το Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων σύμφωνα με τις διαδικασίες του Τίτλου ΙΙΙ του Π.Δ. 38/2010. Επίσης, αναγνωρίζεται ισότιμο δικαίωμα πρόσβασης και άσκησης του επαγγέλματος του ξεναγού σε αλλοδαπούς ελληνικής καταγωγής αποφοίτους της Σχολής Ξεναγών του ΟΤΕΚ, καθώς και σε αποφοίτους των ταχύρυθμων προγραμμάτων κατάρτισης ξεναγών του άρθρου 14, όπως θα αναλυθεί παρακάτω.
Με την περίπτωση 3 τροποποιείται το άρθρο 3 του ν. 710/1977 ορίζοντας την εφεξής εφαρμοστέα διαδικασία για την πρόσβαση στο επάγγελμα του ξεναγού. Συγκεκριμένα, το επάγγελμα του ξεναγού ασκείται ελεύθερα μετά την πάροδο δέκα (10) ημερών από την υποβολή από τους ενδιαφερομένους στο Υπουργείο Τουρισμού αίτησης για αναγγελία έναρξης άσκησης επαγγέλματος ξεναγού, συνοδευόμενης από τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Τα δικαιολογητικά αυτά καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Τουρισμού. Το Υπουργείο Τουρισμού εξετάζει εντός δέκα (10) ημερών τα υποβληθέντα σε αυτό δικαιολογητικά, προκειμένου να διαπιστώσει τη συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων για την άσκηση του επαγγέλματος του ξεναγού.  Αν διαπιστωθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων, χορηγείται στον ξεναγό εντός δέκα (10 ημερών) από την υποβολή της αναγγελίας βεβαίωση συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την άσκηση του επαγγέλματος του ξεναγού και εγγραφής του στο οικείο μητρώο, που συστήνεται στο Υπουργείο Τουρισμού σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 9, συνοδευόμενη από δελτίο ταυτότητας, το οποίο ο ξεναγός φέρει κατά την άσκηση του επαγγέλματός του, προκειμένου να επιδεικνύεται σε κάθε διενεργούμενο έλεγχο. Πρέπει να τονισθεί ότι η διατήρηση της απαίτησης ύπαρξης δελτίου ταυτότητας ξεναγού αποσκοπεί στη διασφάλιση των συμφερόντων των καταναλωτών, που με τον τρόπο αυτό γνωρίζουν μετά βεβαιότητας ότι απευθύνονται σε νόμιμα αδειοδοτημένους ξεναγούς. Ταυτόχρονα, αποτελεί εύλογο και αναλογικό μέτρο ελέγχου των ασκούντων το επάγγελμα του ξεναγού, το οποίο στοχεύει την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδας, η οποία αποτελεί επιτακτικό λόγο δημόσιου συμφέροντος. Ωστόσο, είναι απαραίτητο το εν λόγω δελτίο ταυτότητας να αποστέλλεται πάντοτε από την αρμόδια υπηρεσία εντός της παραπάνω προθεσμίας, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα στερεί τον ξεναγό από τη δυνατότητα να ασκήσει στην πράξη το επάγγελμά του, διατρέχοντας τον κίνδυνο να αποτελέσει συγκεκαλυμμένη απαίτηση προηγούμενης διοικητικής άδειας.. Προστίθεται μάλιστα εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της εν λόγω προθεσμίας χωρίς η αρμόδια υπηρεσία να έχει γνωστοποιήσει στον υποβάλλοντα τους λόγους για τους οποίους δεν δύναται να ασκήσει το επάγγελμα του ξεναγού, η βεβαίωση συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την άσκηση του επαγγέλματος του ξεναγού τεκμαίρεται χορηγηθείσα.
Με την περίπτωση 4, με την οποία τροποποιείται το άρθρο 9 του ν. 710/1977 θεσμοθετείται η τήρηση Μητρώου Ξεναγών, στο οποίο καταχωρίζονται όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις άσκησης του επαγγέλματος του ξεναγού. Η υποχρέωση εγγραφής των ξεναγών στο οικείο Μητρώο αποτελεί απλά μια αυτόματη καταγραφή των διοικούμενων που έχουν προβεί σε αναγγελία έναρξης, με παράλληλη υποβολή των απαραίτητων δικαιολογητικών, η οποία διευκολύνει την άντληση στοιχείων και την επικαιροποίησή τους από την αρμόδια υπηρεσία. Στο άρθρο περιλαμβάνεται και εξουσιοδότηση προς τον Υπουργό Τουρισμού να ρυθμίσει με απόφασή του τα ειδικότερα ζητήματα του εν λόγω Μητρώου.
Με την περίπτωση 5 καταργούνται οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 10 «Προστασία Επαγγέλματος», που αναφέρονται στις ποινικές κυρώσεις που επιβάλλονται σε όσους παρέχουν υπηρεσίες ξεναγού χωρίς να έχουν σχετικό δικαίωμα, καθώς οι διοικητικές κυρώσεις του άρθρου 12 που διατηρούνται, αναπροσαρμοζόμενες επί το αυστηρότερο, κρίνονται απολύτως επαρκείς και σύμφωνες με την αρχή της αναλογικότητας. 
Με την περίπτωση 6 τροποποιείται το άρθρο 11 του ν. 710/1977 Αναλυτικά, η παράγραφος 1 του άρθρου 11 αντικαθίσταται από νέα διάταξη που προβλέπει σε ποιες περιπτώσεις και με ποιους όρους  δικαιούνται άτομα που δεν πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την άσκηση του επαγγέλματος του ξεναγού να πραγματοποιούν κατ' εξαίρεση ξεναγήσεις στην ελληνική επικράτεια άνευ αμοιβής. Επίσης η νέα παράγραφος 2 του άρθρου 11 προβλέπει τη διαδικασία που ακολουθείται σε περίπτωση έλλειψης ξεναγού δυνάμενου να ξεναγήσει σε ορισμένη γλώσσα. Τέλος, η παράγραφος 3 αναφέρεται στην προσωρινή και περιστασιακή παροχή υπηρεσιών ξεναγού στην Ελλάδα από υπηκόους κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιλαμβανομένων και των Ελλήνων υπηκόων, οι οποίοι είναι νόμιμα εγκατεστημένοι στα κράτη αυτά και διαθέτουν τα νόμιμα προσόντα για την εκεί άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας του ξεναγού, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο Π.Δ 38/2010 και με τις διατάξεις της με αρ. 165255/ΙΑ/29-12-2010 (Β' 2157) κοινής απόφασης των Υπουργών Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων και Πολιτισμού και Τουρισμού.
Με την περίπτωση 7 τροποποιείται το άρθρο 12 του ν. 710/1977 το οποίο αναφέρεται στην εποπτεία των ξεναγών από το Υπουργείο Τουρισμού και καθιερώνει ένα νέο πλέγμα διοικητικών κυρώσεων που επιβάλλονται τόσο σε ξεναγούς που δεν ασκούν σύννομα τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες, όσο και σε τουριστικές επιχειρήσεις, οι οποίες, στο πλαίσιο άσκησης του έργου τους, συνεργάζονται για την παροχή υπηρεσιών ξεναγού κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 11 του ν. 710/1977.
Με την περίπτωση 8, η οποία τροποποιεί το άρθρο 14 του ν. 710/1977, θεσμοθετούνται ταχύρυθμα προγράμματα κατάρτισης ξεναγών, τα οποία απευθύνονται σε αποφοίτους τμημάτων Αρχαιολογίας, Ιστορίας και Ιστορίας και Αρχαιολογίας. Αναλυτικότερα, το επάγγελμα του ξεναγού μπορούσαν να ασκήσουν μέχρι σήμερα μόνο Έλληνες πολίτες και υπήκοοι των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάτοχοι διπλώματος Σχολή Ξεναγών του Οργανισμού Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (ΟΤΕΚ) σύμφωνα με το άρθρο 2. Η διάταξη αυτή  φαίνεται να στρεβλώνει τις συνθήκες λειτουργίας του υγιούς ανταγωνισμού και να έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της αναλογικότητας, καθώς δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το δίπλωμα της Σχολής Ξεναγών του ΟΤΕΚ αποτελεί τη μοναδική επαρκή απόδειξη επιστημονικής κατάρτισης και ποιότητας του ξεναγού. Αντιθέτως, υφίστανται πτυχία τμημάτων σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με συναφές προς το επάγγελμα του ξεναγού αντικείμενο (όπως π.χ.  Αρχαιολογίας, Ιστορίας και Ιστορίας και Αρχαιολογίας), που σε συνδυασμό με την παρακολούθηση ολιγόμηνων ταχύρυθμων εκπαιδευτικών σεμιναρίων επικεντρωμένων στην τεχνική της ξενάγησης, θα μπορούσαν να αποτελέσουν επαρκή διασφάλιση της επιζητούμενης επαγγελματικής κατάρτισης και ποιότητας.
Ειδικότερα, τα δύο εδάφια του άρθρου 14 παραμένουν ως έχουν και αριθμούνται ως παράγραφος 1, ενώ προστίθενται νέες παράγραφοι 2, 3, 4 και 5, οπού προβλέπεται η θεσμοθέτηση ταχύρυθμων προγραμμάτων κατάρτισης ξεναγών. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 2 του άρθρου 14 του ν. 710/1977 προβλέπεται η θεσμοθέτηση ταχύρυθμων προγραμμάτων διάρκειας έως δυο (2) μηνών για την κατάρτιση αποφοίτων τμημάτων Αρχαιολογίας, Ιστορίας και Ιστορίας και Αρχαιολογίας πανεπιστημίων της ημεδαπής και αναγνωρισμένων της αλλοδαπής στην ειδικότητα του ξεναγού, κατόπιν έκδοσης κοινής απόφασης των Υπουργών Τουρισμού και Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού για τον καθορισμό του ακριβούς αναλυτικού προγράμματός τους.
Με την προτεινόμενη αυτή διάταξη, που αντανακλά και τις απόψεις της Επιτροπής Ανταγωνισμού, όπως αυτές αποτυπώνονται στην υπ.' αριθ. 18/VI/2012 Γνωμοδότησή της (Β' 752), σε συνδυασμό την παράγραφο 5 του άρθρου 14 του ν. 710/1977, παρέχεται η δυνατότητα εξειδίκευσης και πρόσβασης στο επάγγελμα του ξεναγού, και μάλιστα με όρους ισότιμους προς τους απόφοιτους της δημόσιας σχολής ξεναγών του ΟΤΕΚ, που μέχρι σήμερα ήταν η μοναδική που δραστηριοποιούνταν στον εν λόγω κλάδο. Με τον τρόπο αυτό το Υπουργείο Τουρισμού αίρει μία προϋπόθεση που αποτελούσε αδικαιολόγητο εμπόδιο εισόδου στο επάγγελμα του ξεναγού, επιδιώκοντας την κατ' ουσίαν απελευθέρωση του επαγγέλματος στην πράξη.
Στην παράγραφο 3 προβλέπεται ότι τα σεμινάρια θα πραγματοποιούνται τουλάχιστον τρεις φορές το χρόνο και παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Τουρισμού για την έκδοση απόφασης που θα ρυθμίζει ειδικότερα τον τόπο και χρόνο υλοποίησης των ταχύρυθμων προγραμμάτων, τη διαδικασία,  τα κριτήρια εισαγωγής των υποψηφίων, τον αριθμό των καταρτιζομένων και την οικονομική επιβάρυνση για την συμμετοχή στα εν λόγω ταχύρυθμα σεμινάρια, ενώ αναφέρεται η άριστη γνώση ξένης γλώσσας ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη συμμετοχή στα προγράμματα αυτά. Στην παράγραφο 4 τέλος διαλαμβάνεται ρύθμιση για τη διαδικασία πρόσληψης του ωρομίσθιου εκπαιδευτικού προσωπικού των εν λόγω προγραμμάτων, προκειμένου να εξασφαλιστεί τόσο η αποτελεσματική πλήρωση των απαιτούμενων θέσεων εκπαιδευτικών, όσο και η αποφυγή υπερβολικών και δυσανάλογων δαπανών για την εν λόγω διαδικασία.

Υποπαράγραφος  ΙΔ.2. Ρυθμίσεις θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Ναυτιλίας

Με την περίπτωση 1 προβλέπεται η υπογραφή συνυποσχετικού μεταξύ της Ελληνικής Κυβέρνησης και της ελληνικής ναυτιλιακής κοινότητας για οικοιοθελή συνεισφορά της τελευταίας για τη στήριξη της ελληνικής οικονομίας.

Με την περίπτωση 2 αντικαθίσταται η διάταξη του άρθρου 10 «Μεταβατικές διατάξεις» του π.δ. 103/11 «Σχετικά με τους κοινούς κανόνες και πρότυπα για τους οργανισμούς επιθεώρησης και ελέγχου πλοίων και για τις συναφείς δραστηριότητες των ναυτικών αρχών σύμφωνα με την Οδηγία 2009/15/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2009» (Α'236) με την οποία είχε προβλεφθεί ότι: «Οι συναφθείσες διμερείς συμφωνίες με τους ήδη εξουσιοδοτημένους αναγνωρισμένους οργανισμούς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι να συναφθούν νέες το αργότερο εντός έτους από τη δημοσίευση του παρόντος.». Επισημαίνεται ότι η προτεινόμενη διάταξη δεν ενσωματώνει απαίτηση της προαναφερθείσας ή άλλων διατάξεων. Στην Υπουργική απόφαση 4113.190/01/2004/25.02.2004 (Β' 379), όπως τροποποιήθηκε με την Υπουργική απόφαση . 4113.200/01/2005/ 01.04.2005 (Β' 419) και ισχύει, έχει συμπεριληφθεί το κείμενο της πρότυπης συμφωνίας δυνάμει της οποίας η χώρα μας εξουσιοδοτεί με διμερείς συμφωνίες τους παρακάτω αναγνωρισμένους οργανισμούς:
American Bureau of Shipping (ABS)
Bureau Veritas (BV) 
China Classification Society (CCS) 
Det Norske Veritas (DNV) 
Germanischer Lloyd (GL)
Korean Register (KR)
Lloyd's Register (LR)
Nippon Kaiji Kyokai (NK)
Registro Italiano Navale (RINA)
Russian Maritime Register of Shipping (RS).
Στην πρότυπη συμφωνία συμπεριλαμβάνονται και εξουσιοδοτήσεις προς τους ως άνω αναγνωρισμένους οργανισμούς για υπηρεσίες που προβλέπονται από ειδικές απαιτήσεις της Αρχής (νομοθετικές διατάξεις) πολλές εκ των οποίων καταργήθηκαν ή τροποποιήθηκαν. Επιπροσθέτως με το ν. 4078/2012 (Α'179) κυρώθηκε από τη χώρα μας η Διεθνής Σύμβαση Εργασίας (MLC 2006), και με διατάξεις της εν λόγω Σύμβασης προβλέπεται δυνατότητα παροχής εξουσιοδότησης της Αρχής σε Οργανισμούς για εξέταση πιστοποίηση υπόχρεων πλοίων. Συνεπεία των ανωτέρω αλλά και για να μην προκληθεί αυτοδίκαιη λήξη των συμφωνιών με την Αρχή χωρίς να έχει προηγηθεί η συνυπογραφή λόγω προθεσμίας (7.11.2012) νέων συμβάσεων, όπως προβλέπεται στην υπό τροποποίηση διάταξη του άρθρου 10 «Μεταβατικές διατάξεις» του π.δ. 103/11 «Σχετικά με τους κοινούς κανόνες και πρότυπα για τους οργανισμούς επιθεώρησης και ελέγχου πλοίων και για τις συναφείς δραστηριότητες των ναυτικών αρχών σύμφωνα με την Οδηγία 2009/15/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2009» (Α'236) δημιουργείται η επείγουσα ανάγκη, όπως αυτή τροποποιηθεί, ώστε οι συναφθείσες διμερείς συμφωνίες με τους ήδη εξουσιοδοτημένους αναγνωρισμένους οργανισμούς να εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι να συναφθούν νέες (που θα περιλαμβάνουν τις προαναφερθείσες διατάξεις της MLC 2006) το αργότερο εντός δύο ετών από την αρχική δημοσίευση του εν λόγω π.δ., δηλαδή μέχρι τις 7.11.2013. Η προσθήκη νομοθετικής ρύθμισης προτείνεται, ώστε να δοθεί ο απαραίτητος χρόνος για να καταστεί δυνατή η ρύθμιση των αναγκαίων λεπτομερειών σε επίπεδο νομοθετικής διάταξης, οι οποίες επιβάλλονται από τις τρέχουσες και επείγουσες συνθήκες και τις εν γένει υποχρεώσεις της χώρας σχετικά με την παροχή εξουσιοδότησης στους προαναφερθέντες οργανισμούς.

Υποπαράγραφος  ΙΔ.3. Πρακτορεία Εφημερίδων και Περιοδικών

Με τις διατάξεις της περίπτωσης 1 προβλέπεται ρητά το δικαίωμα κάθε φυσικού και προσώπου να προβεί στην ίδρυση και λειτουργία Πρακτορείου Εφημερίδων και Περιοδικών με μόνη την υποβολή Αναγγελίας έναρξης άσκησης της εν λόγω δραστηριότητας, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 3919/2011 (Α' 32).
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 2 προβλέπεται ο καθορισμός με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού των δικαιολογητικών, που πρέπει να συνοδεύουν την αναγγελία έναρξης της δραστηριότητας ίδρυσης και λειτουργίας Πρακτορείου Εφημερίδων και Περιοδικών, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 3919/2011 (Α' 32).
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 3 καταργείται η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του ν. 1436/1984 (Α' 54), διότι επιβάλλει την υποχρέωση στα Πρακτορεία Εφημερίδων και Περιοδικών να διακινούν τα εκδιδόμενα εκτός της έδρας τους έντυπα μόνο μέσω των υποπρακτορείων του τόπου έκδοσής τους.

Υποπαράγραφος  ΙΔ.4. Εφημεριδοπώλες- Πώληση και διακίνηση εφημερίδων, περιοδικών και εν γένει εντύπων

Με τις διατάξεις της περίπτωσης 1:
α) Προβλέπεται ρητά το δικαίωμα κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου να πωλεί και να διακινεί εφημερίδες, περιοδικά και εν γένει έντυπα, στο πλαίσιο της κατάργησης των περιορισμών στην πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων.
β) Προβλέπεται ρητά, στο πλαίσιο της κατάργησης των περιορισμών στην πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων, ότι οι εφημερίδες, τα περιοδικά και τα έντυπα εν γένει μπορούν να πωλούνται χωρίς περιορισμούς από κάθε εγκατάσταση, υπαίθρια ή στεγασμένη, χωρίς να απαιτείται η δραστηριότητα αυτή να αποτελεί τη μοναδική ή την κύρια δραστηριότητα που ασκείται στην εν λόγω εγκατάσταση.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης  2 καταργούνται διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που προβλέπουν περιορισμούς στην πρόσβαση και άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων συναφών με την πώληση και διακίνηση εφημερίδων, περιοδικών και εντύπων εν γένει.
Ειδικότερα:
α. Καταργείται το άρθρο μόνον του αναγκαστικού νόμου της 28/28 Μαϊου 1935 (Α' 219), όπως είχε συμπληρωθεί με τη διάταξη του άρθρου 16 του ν.δ. 4231/1962 (Α' 105), διότι προβλέπει περιορισμένο αριθμό προσώπων, τα οποία δικαιούνται να κυκλοφορούν και να μεταφέρουν εφημερίδες και περιοδικά στο εσωτερικό και στο εξωτερικό,
β. Καταργείται το άρθρο 4 του ν. 73/1944 (Α' 37), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 3 του ν. 117/1945 (Α' 29) και την επαναφορά του σε ισχύ με το άρθρο 2 του ν. 10/1975 (Α' 34), διότι πρόκειται για μία αναχρονιστική διάταξη, η οποία επιτρέπει την εισαγωγή περιορισμών ως προς την άσκηση των δραστηριοτήτων των συναφών με την πώληση, την κυκλοφορία και εν γένει τη διακίνηση των εφημερίδων. Πιο συγκεκριμένα, προβλέπει τη δυνατότητα καθορισμού με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού της τιμής πώλησης των εφημερίδων, του σχήματος αυτών, τον τρόπο κυκλοφορίας τους, την οργάνωση της πρακτόρευσής τους κ.α.
γ. Καταργείται το ν.δ. 2943/1954 (Α' 181), διότι προβλέπει: α) περιορισμούς ως προς τα πρόσωπα, που δικαιούνται να πωλούν και να διανέμουν εφημερίδες, περιοδικά και εν γένει έντυπα, β) περιορισμούς ως προς τις εγκαταστάσεις από τις οποίες μπορούν να πωλούνται εφημερίδες, περιοδικά και εν γένει έντυπα, γ) τον καθορισμό με αποφάσεις κρατικών οργάνων της αμοιβής των εφημεριδοπωλών και των περιπτέρων.
δ. Καταργείται η παράγραφος 2 και το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 54 του α.ν. 1093/1938 (Α' 68), διότι προβλέπουν περιορισμούς ως προς τα πρόσωπα, τα οποία δικαιούνται να πωλούν εφημερίδες, περιοδικά και εν γένει έντυπα.
ε. Καταργούνται οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 13 του ν. 2328/1995 (Α' 159), διότι προβλέπει αποκλειστικό δικαίωμα των εφημεριδοπωλών να εφοδιάζουν τα τοπικά σημεία πώλησης με εφημερίδες, περιοδικά και εν γένει έντυπα.
στ. Καταργούνται οι παράγραφοι 1 και 3 του άρθρου 6 του ν. 1436/1984, διότι προβλέπουν περιορισμούς ως προς την κατώτατη τιμή ορισμένων κατηγοριών εφημερίδων.
Σημειώνεται ότι η ισχύς των εν λόγω διατάξεων έχει ήδη λήξει, καθώς με την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου είχε οριστεί ότι αυτές ισχύουν μέχρι την 31.12.1985. Η ισχύς τους παρατάθηκε διαδοχικά με υπουργικές αποφάσεις μέχρι 31.12.1987. Ωστόσο, για λόγους ασφάλειας δικαίου είναι σκόπιμη και η ρητή κατάργησή τους.
Με τις διατάξεις της περίπτωσης 3 καταργείται κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη η οποία αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ'
Προσαρμογή στην οδηγία 2006/1/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Ιανουαρίου 2006 «για τη χρησιμοποίηση μισθωμένων οχημάτων χωρίς οδηγό στις οδικές εμπορευματικές μεταφορές»  και άλλες διατάξεις

Σκοπός των διατάξεων της παρούσας παραγράφου είναι η εξειδίκευση και ο εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας που καλύπτει τη μίσθωση οχημάτων χωρίς οδηγό στις οδικές εμπορευματικές μεταφορές. Επιλέγεται δε αυτό να γίνει με την προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της οδηγίας 2006/1/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Ιανουαρίου 2006 "για τη χρησιμοποίηση μισθωμένων οχημάτων χωρίς οδηγό στις οδικές εμπορευματικές μεταφορές και άλλες διατάξεις" [Επίσημη Εφημερίδα Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) L 33 της 4.2.2006, σελ. 82 επ.]. Η οδηγία 2006/1/ΕΚ κωδικοποίησε την προηγούμενη οδηγία 84/647/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1984 (ΕΕ L 335 της 22.12.1984, σ. 72), η οποία είχε τροποποιηθεί ουσιαστικά με την οδηγία 90/398/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 31.7.1990 (ΕΕ L 202 της 31.7.1990, σ. 46). Η οδηγία 84/647/ΕΟΚ είχε ενσωματωθεί στην εθνική μας νομοθεσία με το π.δ. 91/1988 (Α' 42) και η οδηγία 90/398/ΕΟΚ είχε ενσωματωθεί με το π.δ. 209/1991 (Α' 79). Αντί λοιπόν της μερικής τροποποίησης προηγούμενων νομοθετημάτων, επελέγη η προσαρμογή στην κωδικοποιούμενη κοινοτική νομοθεσία με νέα πλήρη νομοθετική διάταξη.
Με τις παρούσες διατάξεις επιχειρείται η ορθή ενσωμάτωση της οδηγίας 2006/1/ΕΚ στο ελληνικό δίκαιο, μέσω της κατάργησης των περιορισμών που είχαν τεθεί στα προεδρικά διατάγματα, τα οποία δεν προβλέπονταν από την οδηγία. Κύριος λόγος κατάργησης των εν λόγω περιορισμών είναι ότι η εφαρμογή τους συντελούσε στην απομάκρυνση από τους στόχους της οδηγίας, που είναι η βέλτιστη κατανομή των πόρων και η δυνατότητα χρήσης μισθωμένων οχημάτων. Επίσης η οδηγία στοχεύει στην βελτίωση της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων μέσω της ευελιξίας που παρέχει η δυνατότητα χρησιμοποίησης μισθωμένων οχημάτων για την πραγματοποίηση οδικών εμπορευματικών μεταφορών. Οι ανωτέρω στόχοι εξυπηρετούνται καλύτερα μέσω της κατάργησης των εθνικών περιορισμών που αφορούν την μέγιστη διάρκεια της μίσθωσης, τον ελάχιστο αριθμό ιδιόκτητων οχημάτων που πρέπει να διαθέτει ένας οδικός μεταφορέας προκειμένου να μισθώσει φορτηγό όχημα, καθώς και τον περιορισμό στο ανώτατο μεικτό βάρος του φορτηγού οχήματος που μπορεί να μισθώσει μια μη μεταφορική επιχείρηση. Με την εξάλειψη των περιορισμών αυτών και τη βελτίωση των όρων χρήσης μισθωμένων οχημάτων αναμένεται να επιτευχθεί η πληρέστερη κάλυψη των αναγκών των καταναλωτών, καθώς και η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας σε σχετιζόμενες με τη δραστηριότητα αυτή επιχειρήσεις.
Ταυτόχρονα με την ενσωμάτωση της οδηγίας 2006/1/ΕΚ, οι προτεινόμενες ρυθμίσεις  επιχειρούν να ρυθμίσουν με συνολικό τρόπο τα θέματα που σχετίζονται με τις μισθώσεις φορτηγών οχημάτων, κάθε τύπου, δεδομένου ότι οι ισχύουσες διατάξεις ήταν διάσπαρτες σε νομοθετήματα και κανονιστικές πράξεις.
Με τις διατάξεις των άρθρων του παρόντος προβλέπονται ειδικότερα τα ακόλουθα:

Υποπαράγραφος ΙΕ'.1.
Ορισμοί
Άρθρο 1 της οδηγίας 2006/1/ΕΚ
Αναφέρονται οι ορισμοί των εννοιών. Οι ορισμοί του οχήματος και του μισθωμένου οχήματος προέρχονται από την οδηγία 2006/1/ΕΚ. Για τους υπόλοιπους όρους του σχεδίου νόμου γίνεται παραπομπή στα βασικά νομοθετήματα του τομέα εμπορευματικών μεταφορών για λόγους ομοιογένειας του δικαίου.

Υποπαράγραφος ΙΕ'.2.
Άρθρο 2 της οδηγίας 2006/1/ΕΚ
Μεταφέρεται αυτούσιο το άρθρο 2 της οδηγίας 2006/1/ΕΚ στο εθνικό δίκαιο. Στο άρθρο αυτό προσδιορίζονται οι όροι βάσει των οποίων επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στο ελληνικό έδαφος για τις εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα οχήματα που έχουν μισθώσει οι επιχειρήσεις οι εγκατεστημένες στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.

Υποπαράγραφος ΙΕ'.3.
Άρθρο 3 της οδηγίας 2006/1/ΕΚ
Λαμβάνονται μέτρα εφαρμογής του άρθρου 3 της οδηγίας 2006/1/ΕΚ. Απαλείφονται οι περιορισμοί που υπήρχαν στην προηγούμενη νομοθεσία και προέβλεπαν:
α. ότι η μεταφορική επιχείρηση έπρεπε να διαθέτει τουλάχιστον ένα ιδιόκτητο φορτηγό δημοσίας χρήσης προκειμένου να μισθώσει φορτηγό όχημα,
β. ότι ο αριθμός των μισθωμένων φορτηγών οχημάτων μιας μεταφορικής επιχείρησης δεν μπορούσε να υπερβαίνει το διπλάσιο του αριθμού των ιδιόκτητων φορτηγών δημοσίας χρήσης της επιχείρησης,
γ. ότι οι μη μεταφορικές επιχειρήσεις και επαγγελματίες μπορούσαν να μισθώνουν μόνον φορτηγά ιδιωτικής χρήσης μεικτού βάρους έως έξι τόνων από άλλες μη μεταφορικές επιχειρήσεις και επαγγελματίες.
Σημειώνεται ότι η σχετική νομοθεσία και η άρση των γενικών περιορισμών αναφέρεται σε κάθε τύπου φορτηγά που καλύπτονται από τις εν λόγω διατάξεις, όπως π.χ. βυτιοφόρα.

Υποπαράγραφος ΙΕ'.4.
Μίσθωση φορτηγών αυτοκινήτων μικτού βάρους έως και 3,5 τόνων από επιχειρήσεις και ιδιώτες
Βασική καινοτομία που εισάγεται με την υποπαράγραφο αυτή είναι η αναγνώριση σε ιδιώτες της δυνατότητας μίσθωσης φορτηγού οχήματος μεικτού βάρους κάτω των 3,5 τόνων από επιχειρήσεις εκμίσθωσης για την εξυπηρέτηση των ιδιωτικών μεταφορικών αναγκών τους. Στόχος της ρύθμισης είναι να μειωθεί η οικονομική επιβάρυνση των ιδιωτών και να τους δοθεί ευελιξία για τις μη εμπορικές μεταφορές τους. Η ρύθμιση αυτή θα επιτρέψει επίσης την εξυπηρέτηση των μεταφορικών αναγκών προσώπων που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας κυκλοφορίας φορτηγού ιδιωτικής χρήσης σύμφωνα με το ν.δ. 49/1968 (Α' 294), όπως τροποποιήθηκε με το ν. 1959/1991 (Α' 123).
Η δυνατότητα της μίσθωσης φορτηγού οχήματος μεικτού βάρους κάτω των 3,5 τόνων από επιχειρήσεις εκμίσθωσης αναγνωρίζεται και στις μη μεταφορικές επιχειρήσεις και επαγγελματίες, για την εξυπηρέτηση των μεταφορικών αναγκών τους, χωρίς να απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων του ν.δ. 49/1968.

Υποπαράγραφος ΙΕ'.5.
Επιχειρήσεις εκμίσθωσης
Ρυθμίζεται η εκμίσθωση φορτηγών οχημάτων μεικτού βάρους έως τρεισήμισυ τόνων από επιχειρήσεις εκμίσθωσης. Αυτή η ρύθμιση προβλεπόταν στην υ.α. Β4/οικ27851/3242/2011 (Β' 1290) και εντάσσεται στο παρόν σχέδιο νόμου για λόγους ενότητας της νομοθεσίας. Απαλείφεται ο περιορισμός που υπήρχε στην υ.α. Β4/οικ27851/3242/2011, σύμφωνα με τον οποίο η ελάχιστη διάρκεια μίσθωσης από εταιρεία εκμίσθωσης ήταν τα δύο έτη. Κατά συνέπεια είναι επιτρεπτή η μίσθωση μικρού φορτηγού οχήματος για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα, ακόμα και ημερών ή ωρών, ανάλογα με τις μεταφορικές ανάγκες του μισθωτή.
Το όχημα μεικτού βάρους κάτω των τρεισήμισι τόνων, το οποίο μισθώνει επιχείρηση ή επαγγελματίας για την εξυπηρέτηση των μεταφορικών αναγκών της επιχείρησης ή του επαγγέλματός του, μπορεί οδηγείται είτε από τα πρόσωπα που αναφέρονται ως μισθωτής ή οδηγοί στο συμφωνητικό μίσθωσης είτε από πρόσωπα που αποδεικνύεται εγγράφως ότι συνδέονται με την επιχείρηση με οποιονδήποτε τρόπο, όπως ενδεικτικά σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, σύμβαση έργου (εργολαβία).

Υποπαράγραφος ΙΕ'.6.
Συμφωνητικό μίσθωσης
Προβλέπεται το συμφωνητικό που καταρτίζεται για τη σύμβαση μίσθωσης και η διαδικασία θεώρησής του από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Επίσης προβλέπει ότι η αρμόδια υπηρεσία μεταφορών της Περιφέρειας εντός της ίδιας ημέρας ελέγχει και βεβαιώνει επί του μισθωτηρίου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του ν.δ. 49/1968 σε περίπτωση όπου επιχείρηση ή επαγγελματίας μισθώνει φορτηγό άνω των 3,5 τόνων ιδιωτικής ή δημοσίας χρήσης από άλλη μεταφορική ή μη επιχείρηση. Ο περιορισμός που προέβλεπε το π.δ. 209/1991, σύμφωνα με τον οποίο ο χρόνος μίσθωσης του οχήματος δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία έτη, δεν διατηρείται.

Υποπαράγραφος ΙΕ'.7.
Έλεγχος νομιμότητας κυκλοφορίας μισθωμένων οχημάτων
Ορίζονται τα έγγραφα που πρέπει να βρίσκονται στο μισθωμένο όχημα και να επιδεικνύονται στα όργανα ελέγχου καθ' οδόν, προκειμένου να γίνεται έλεγχος της νομιμότητας της μίσθωσης. Σημειώνεται ότι οι κυρώσεις που επιβάλλονται για την τήρηση του παρόντος νόμου, προβλέπονται στον ν.3446/2006.

Υποπαράγραφος ΙΕ'.8.
Άρθρο 5 Οδηγίας 2009/1/ΕΚ
Μεταφέρεται αυτούσιο το άρθρο 5 της οδηγίας 2006/1/ΕΚ στο εθνικό δίκαιο.

Υποπαράγραφος ΙΕ'.9.
Παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση στον αρμόδιο Υπουργό για τη ρύθμιση τεχνικών λεπτομερειών που αφορούν τη διοικητική διαδικασία ενώπιον των υπηρεσιών μεταφορών της Περιφέρειας και τα συνοδευτικά έγγραφα που αποδεικνύουν τη νομιμότητα της κυκλοφορίας του μισθωμένου οχήματος, εφόσον κριθεί απαραίτητο τα ανωτέρω να προσδιοριστούν περαιτέρω.

Υποπαράγραφος ΙΕ'.10.
Μεταβατικές διατάξεις
Ρυθμίζεται η τύχη των μισθώσεων που έχουν ήδη συναφθεί υπό το καθεστώς των διατάξεων που καταργούνται.

Υποπαράγραφος ΙΕ'.11.
Καταργούμενες διατάξεις
Καταργούνται ρητά οι κανονιστικές διατάξεις που ρύθμιζαν τα ίδια θέματα με τον παρόντα νόμο.

Πίνακας αντιστοιχίας των υποπαραγράφων με τα άρθρα της οδηγίας 2006/1/ΕΚ

Άρθρο 1 οδηγίας 2006/1/ΕΚ Υποπαράγραφος ΙΕ.1. σχεδίου νόμου
Άρθρο 2 οδηγίας 2006/1/ΕΚ Υποπαράγραφος ΙΕ.2. σχεδίου νόμου
Άρθρο 3 οδηγίας 2006/1/ΕΚ Υποπαράγραφος ΙΕ.3. σχεδίου νόμου
Άρθρο 5 οδηγίας 2006/1/ΕΚ Υποπαράγραφος ΙΕ.8. σχεδίου νόμου

ΙΣΤ. ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ

Με την παράγραφο ΙΣΤ. ορίζεται η έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

Αθήνα,  5 Νοεμβρίου 2012 
ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

Ακολουθήστε το Capital.gr στα Social Media
Σχολιάστε το άρθρο 
Βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον: