Του Νίκου Καλόφωνου 

Σε δεινή θέση περιέρχονται όλο και περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις, καθώς, στην πλειονότητά τους, καλούνται να χρηματοδοτούν, ουσιαστικά, το Δημόσιο, αποδίδοντας Φ.Π.Α. που δεν έχουν εισπράξει από τους πελάτες τους. 

Με δεδομένο ότι, ειδικά στην παρούσα οικονομική συγκυρία, η ανάγκη της αγοράς για ρευστότητα είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία, το Υπουργείο Οικονομικών οφείλει να επαναξιολογήσει τη στάση του απέναντι σε συνεπείς φορολογούμενους, και να εξετάσει τρόπους αντιμετώπισης του προβλήματος, περιορίζοντάς το εν τη γενέσει του.

Απόδοση Φ.Π.Α. κατά την είσπραξή του

Το 2014, το Υπουργείο Οικονομικών εισήγαγε ρύθμιση που προέβλεπε ότι επιχειρήσεις με τζίρο έως 500.000 ευρώ μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να αποδίδουν τον Φ.Π.Α. κατά τον χρόνο είσπραξής του. Παρά το γεγονός ότι η ρύθμιση αυτή αξιολογήθηκε θετικά, η Διοίκηση δεν προχώρησε στην υλοποίηση σκέψεων για διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της, έτσι ώστε να περιλαμβάνει και επιχειρήσεις με μεγαλύτερο τζίρο. Κατά συνέπεια, επιχειρήσεις με τζίρο που υπερβαίνει τα 500.000 ευρώ εξακολουθούν να αποδίδουν τον Φ.Π.Α. με την τιμολόγηση και ανεξάρτητα από τον χρόνο είσπραξής του. 

Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ανείσπρακτος Φ.Π.Α. μπορεί να καταστήσει μη βιώσιμες, ειδικά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, το παραπάνω όριο θα ήταν σκόπιμο να αυξηθεί, ούτως ώστε η σχετική ρύθμιση να καλύπτει μεγαλύτερο αριθμό επιχειρήσεων.

Συμψηφισμός ανείσπρακτου Φ.Π.Α.

Το ισχύον νομικό πλαίσιο παρέχει στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα συμψηφισμού τυχόν ανείσπρακτου Φ.Π.Α. που έχει ήδη αποδοθεί στο Δημόσιο, μόνον όσον αφορά απαιτήσεις που έχουν καταστεί οριστικά ανεπίδεκτες είσπραξης. Πιο συγκεκριμένα και μετά από πρόσφατη απόφαση του ΝΣΚ, με την οποία καλύφθηκαν νομικά κενά ως προς την ισχύ και την εφαρμογή της σχετικής διάταξης, ο συμψηφισμός ανείσπρακτου Φ.Π.Α. είναι δυνατός μόνο κατόπιν έγκρισης του προϊστάμενου της ΔΟΥ, και εφόσον προηγουμένως έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση περί υπαγωγής ενός οφειλέτη στο καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 106, παρ. (ια) του Πτωχευτικού Κώδικα. 

Με αφορμή την εκτίμηση ότι σημαντικός αριθμός ελληνικών επιχειρήσεων αναμένεται να υπαχθούν σε διαδικασία εξυγίανσης, ειδικά στο πλαίσιο της διευθέτησης μη εξυπηρετούμενων δανείων, και με το δεδομένο ότι η οικονομική συγκυρία ευνοεί εξυγιάνσεις όπως αυτή της αλυσίδας Μαρινόπουλος, η αλλαγή του ισχύοντος νομικού πλαισίου συνιστά επιτακτική ανάγκη. Προς το σκοπό αυτό, προτείνεται να εισαχθεί ρύθμιση που να επιτρέπει σε επιχειρήσεις με επισφαλείς απαιτήσεις να ανακτούν ανείσπρακτο Φ.Π.Α. που έχουν ήδη αποδώσει στο Δημόσιο, όχι μόνο για οφειλέτες υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, αλλά και για οφειλέτες που βρίσκονται σε διαδικασία οικονομικής εξυγίανσης.

Παράλληλα, προτείνεται η απλούστευση της διαδικασίας συμψηφισμού ανείσπρακτου Φ.Π.Α., ακολουθώντας το παράδειγμα χωρών όπως η Αγγλία και η Γερμανία. Πιο συγκεκριμένα, η Αγγλία προβλέπει τη δυνατότητα τέτοιων συμψηφισμών εφόσον έχει παρέλθει διάστημα έξι μηνών από την έκδοση των σχετικών τιμολογίων, ενώ στη Γερμανία ο νόμος είναι ακόμα ευνοϊκότερος, καθώς επιτρέπει τον συμψηφισμό ανείσπρακτου Φ.Π.Α. χωρίς χρονικούς περιορισμούς, με την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται πως αφορά απαίτηση ανεπίδεκτη είσπραξης. 

* Νίκος Καλόφωνος - Διευθυντής, Φορολογικό Τμήμα KPMG