Μειώνεται η επιβάρυνση των οικοπέδων, αυξάνεται των κτισμάτων

Τι αλλάζει στον φόρο ακινήτων των επιχειρήσεων

Του Σπύρου Δημητρέλη

Ριζικές αλλαγές στη φορολόγηση των ακινήτων που ανήκουν σε νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις προωθεί το υπουργείο Οικονομικών. Οι αλλαγές, οι οποίες παρουσιάζονται σήμερα από το «Κ», επιφέρουν μεταβολές στο φορολογικό βάρος για την ακίνητη περιουσία των επιχειρήσεων και έχουν ήδη συμφωνηθεί, καταρχήν, από τους εκπροσώπους των τριών κομμάτων της συγκυβέρνησης.


Ακίνητα που ιδιοχρησιμοποιούνται από τις επιχειρήσεις, όπως επίσης και τα εντός και εκτός σχεδίου οικόπεδα, θα φορολογούνται με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που ισχύει σήμερα, με αποτέλεσμα να αυξηθεί και το συνολικό φορολογικό βάρος που θα κληθούν να αναλάβουν.

Οι αλλαγές θα ισχύσουν από τη φετινή χρήση, δηλαδή ο φετινός φόρος ακίνητης περιουσίας θα πληρωθεί με βάση τους νέους συντελεστές και τις νέες απαλλαγές που θα ισχύσουν. Αναλυτικά, οι αλλαγές που έρχονται είναι:

Ο συντελεστής φορολόγησης των ιδιοχρησιμοποιούμενων ακινήτων των νομικών προσώπων και των επιχειρήσεων πρόκειται να αυξηθεί. Συγκεκριμένα, από 0,1% της αξίας των ιδιοχρησιμοποιούμενων ακινήτων, που είναι σήμερα, έχει αποφασιστεί η αύξησή του στο 0,2%, ενώ υπάρχει και συζήτηση στη διακομματική επιτροπή για την αύξησή του ακόμα και στο 0,3%. Το αν θα ισχύσει ο μεγαλύτερος φορολογικός συντελεστής εξαρτάται από το δημοσιονομικό αποτέλεσμα που θα κληθεί να εκπληρώσει ο νέος ενιαίος φόρος ακινήτων.

Θα μειωθεί ο φορολογικός συντελεστής με βάση τον οποίο φορολογούνται οι ιδιοχρησιμοποιούμενες εκτάσεις των επιχειρήσεων. Για παράδειγμα, με βάση το σημερινό φορολογικό καθεστώς, μια επιχείρηση πληρώνει για το κτίσμα που στεγάζει τα γραφεία της φόρο ακίνητης περιουσίας που υπολογίζεται με συντελεστή 0,1 %, ενώ για το οικόπεδο στο οποίο βρίσκεται το σχετικό κτίσμα πληρώνει ετήσιο φόρο ακίνητης περιουσίας 0,6%.

Με τον νέο τρόπο φορολόγησης που έχει συμφωνηθεί μεταξύ των τριών κομμάτων της συμπολίτευσης, και τα οικόπεδα μέσα στα οποία υπάρχουν ιδιοχρησιμοποιούμενα ακίνητα θα φορολογούνται με τον συντελεστή των ιδιοχρησιμοποιούμενων κτισμάτων, δηλαδή με 0,2% ή 0,3%.

Προωθείται η κατάργηση των απαλλαγών από τον φόρο ακίνητης περιουσίας για τα ιδιοχρησιμοποιούμενα ακίνητα των κοινωφελών ιδρυμάτων και της Εκκλησίας με τα οποία επιδιώκονται κοινωφελείς σκοποί. Η απαλλαγή των ιερών ναών από τον φόρο ακίνητης περιουσίας διατηρείται. Στο υπουργείο Οικονομικών έχουν εντοπίσει πολύ μεγάλης αξίας ακίνητα τα οποία χρησιμοποιούνται από κοινωφελή ιδρύματα και την Εκκλησία και για τα οποία δεν καταβάλλεται φόρος ακίνητης περιουσίας.

Με βάση όσα προωθούνται, τα ακίνητα αυτά θα φορολογούνται με συντελεστή 0,2% ή 0,3%, όπως και τα ιδιοχρησιμοποιούμενα ακίνητα των επιχειρήσεων. Υπάρχει, επίσης, και η επιλογή για τη φορολόγησή τους με μειωμένο συντελεστή σε σχέση με τα ακίνητα των επιχειρήσεων, όπως συμβαίνει με τα ξενοδοχεία.

Εξετάζεται αύξηση του συντελεστή φόρου ακίνητης περιουσίας για τα ξενοδοχεία. Με βάση το σημερινό καθεστώς, τα ξενοδοχεία φορολογούνται με συντελεστή κατά 67% χαμηλότερο σε σχέση με τα ιδιοχρησιμοποιούμενα ακίνητα των επιχειρήσεων.

[[pagebreak]]

Συγκεκριμένα, ο συντελεστής φορολόγησης των ξενοδοχείων είναι 0,33 αντί για 1 τοις χιλίοις (0,1 %) που ισχύει για τα ακίνητα που ιδιοχρησιμοποιούν οι επιχειρήσεις. Επίσης, στην περίπτωση των ξενοδοχείων δεν ισχύει ο ελάχιστος φόρος 1 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο κτίσματος, που ισχύει για τα ακίνητα των υπόλοιπων επιχειρήσεων.

Τα υπόλοιπα ακίνητα των επιχειρήσεων, των κοινωφελών ιδρυμάτων και της Εκκλησίας (π.χ., διαμερίσματα και καταστήματα που εκμισθώνονται) θα συνεχίσουν να φορολογούνται με συντελεστή 0,6%.

Με βάση όλα τα παραπάνω, το υπουργείο Οικονομικών υπολογίζει ότι θα επέλθει σημαντική διεύρυνση της φορολογικής βάσης, η οποία θα έχει και αξιοσημείωτο εισπρακτικό αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα, υπολογίζεται ότι τα έσοδα του Δημοσίου από τον φόρο ακίνητης περιουσίας νομικών προσώπων πρόκειται να αυξηθούν ετησίως κατά περίπου 100 εκατ. ευρώ.

Το ποσό αυτό μαζί με τα πρόσθετα έσοδα ύψους περίπου 600 εκατ. ευρώ που θα αποφέρει στα δημόσια ταμεία η φορολόγηση των εκτός σχεδίου εκτάσεων που ανήκουν στα φυσικά πρόσωπα θα διατεθεί για να χρηματοδοτήσει τη φορολογική ελάφρυνση των μικροϊδιοκτητών ακινήτων.

Από τους υπολογισμούς που έχει κάνει η διακομματική επιτροπή για τον νέο ενιαίο φόρο ακινήτων προκύπτει ότι για την πλειονότητα των ιδιοκτητών ακινήτων θα προκύψει ελάφρυνση σε σχέση με το σημερινό άθροισμα των επιβαρύνσεων από τον φόρο ακίνητης περιουσίας και το «χαράτσι» (ΕΕΤΗΔΕ).

Υπολογίζεται ότι για φορολογουμένους με ατομική ακίνητη περιουσία αντικειμενικής αξίας έως 550.000 ευρώ θα προκύψουν ελαφρύνσεις σε σχέση με το σημερινό καθεστώς. Μάλιστα, η ελάφρυνση θα είναι κλιμακωτά αυξανόμενη, όσο μειώνεται η αξία της ακίνητης περιουσίας.

Διαχωρισμός των εκτάσεων που ανήκουν σε κατ΄ επάγγελμα αγρότες και άλλους φορολογούμενους

Η διακομματική επιτροπή των κομμάτων της συμπολίτευσης έχει καταλήξει και στον τρόπο με τον οποίο πρόκειται να φορολογηθούν οι εκτός σχεδίου και οικισμού εκτάσεις, αγροτεμάχια, αγροί και βοσκότοποι που ανήκουν σε φυσικά πρόσωπα. Ουσιαστικά, πολλοί φορολογούμενοι πρόκειται να πληρώσουν φόρο ακινήτων και για τα αγροτεμάχια τους, τα οποία σήμερα είναι αφορολόγητα. Ειδικότερα, το σύστημα φορολόγησης των αγροτεμαχίων που προωθείται προβλέπει:

Τον διαχωρισμό των φορολογουμένων σε κατ΄ επάγγελμα αγρότες και σε φορολογουμένους με άλλες πηγές εισοδήματος.

Στους κατ΄ επάγγελμα αγρότες η αξία της αγροτικής γης που καλλιεργούν θα φορολογείται με ξεχωριστή κλίμακα σε σχέση με την υπόλοιπη (την εντός σχεδίου και οικισμού) ακίνητη περιουσία τους. Η κλίμακα αυτή θα έχει αφορολόγητο όριο 20.000 ευρώ, ενώ υπάρχουν και εισηγήσεις για υψηλότερο αφορολόγητο όριο στα 30.000 ευρώ.

Για τους υπόλοιπους φορολογουμένους που διαθέτουν εκτός σχεδίου και οικισμού εκτάσεις, προκρίνεται η λύση της μείωσης της αντικειμενικής αξίας τους κατά 50% και της προσθήκης της εναπομείνασας αξίας στην κλίμακα που θα ισχύει για τη φορολόγηση των κτισμάτων και των εντός σχεδίου εκτάσεων.

Να σημειωθεί ότι η διακομματική επιτροπή αναζητά τρόπους προκειμένου να διαχωριστεί η αγροτική από τη μη αγροτική γη στις εκτός σχεδίου εκτάσεις. Πρόκειται, όμως, για μια δύσκολη εξίσωση, καθώς από τα χαρακτηριστικά που αναγράφονται στο Ε9 δεν μπορεί να γίνει με ακρίβεια αυτός ο διαχωρισμός.

* Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Κεφάλαιο" της 16ης Φεβρουαρίου