Στη νομική πραγματικότητα ο γάμος δεν αποτελεί μια απλή συμφωνία κοινωνικοεθιμικού χαρακτήρα, αλλά μια αυτοτελή σύμβαση που καταρτίζεται με τη σύμπτωση των δηλώσεων της βούλησης των μελλονύμφων για τη σύναψή του και υπόκειται σε συγκεκριμένο τύπο και διαδικασία.

Εντούτοις, η συνδρομή κάποιων πραγματικών περιστατικών μπορεί να οδηγήσει στην παρεμπόδιση ή την ακύρωση της παραγωγής των εννόμων αποτελεσμάτων στα οποία απέβλεπαν οι συμβαλλόμενοι, καθώς στις περιπτώσεις αυτές ο γάμος καθίσταται ανυπόστατος ή άκυρος ή ακυρώσιμος.

Ειδικότερα, ανυπόστατος θεωρείται ο γάμος όταν δεν τηρήθηκε ο προβλεπόμενος πολιτικός ή θρησκευτικός τύπος. Στην περίπτωση αυτή ο γάμος δεν έχει καμία απολύτως έννομη συνέπεια και δεν απαιτείται δικαστική απόφαση για να επέλθει η ανατροπή του, χωρεί όμως αναγνωριστική αγωγή προκειμένου να διαπιστωθεί με δικαστική απόφαση η ανυπαρξία του.

Περαιτέρω, ο γάμος καθίσταται άκυρος όταν ελλείπουν οι θετικές του προϋποθέσεις ή όταν συντρέχουν κωλύματα για τη σύναψή του, με χαρακτηριστικότερο αυτό που ορίζει το άρθρο 1354 εδάφιο α’ του Αστικού Κώδικα, με βάση το οποίο η σύναψη γάμου εμποδίζεται πριν λυθεί ή ακυρωθεί αμετάκλητα ο γάμος που ήδη υπάρχει. Εντούτοις, και σε αντίθεση με τις λοιπές δικαιοπραξίες, ο άκυρος γάμος παράγει κανονικά όλες τις έννομες συνέπειές του, μέχρι η ακυρότητά του να αναγνωριστεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, όποτε και η ισχύς της επέρχεται αναδρομικά.

Επιπλέον ακυρώσιμος είναι ο γάμος όταν η βούληση κάποιου ή και των δύο συμβαλλομένων για τη σύστασή του είναι ελαττωματική λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής. Και στην περίπτωση αυτή, απαιτείται η έκδοση απόφασης που θα κηρύσσει την ακυρότητα του γάμου, τα αποτελέσματα της οποίας επέρχονται αναδρομικά από τη στιγμή που αυτή καταστεί αμετάκλητη.

Η αγωγή για αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας ή της ακύρωσης γάμου μπορεί να ασκηθεί από τους συζύγους και από οποιονδήποτε άλλον έχει έννομο συμφέρον, καθώς και από τον εισαγγελέα αυτεπαγγέλτως. Όταν ασκείται από τον ένα σύζυγο απευθύνεται κατά του άλλου και, αν αυτός έχει πεθάνει, κατά των κληρονόμων του, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ενώ όταν ασκείται από τον Εισαγγελέα ή κάποιον που έχει έννομο συμφέρον, απευθύνεται και κατά των δύο συζύγων και, αν έχει πεθάνει ο ένας, κατά των κληρονόμων του, διαφορετικά επίσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Συνεπώς, η αγωγή ακύρωσης του δευτέρου γάμου, που συνήφθη πριν λυθεί ή ακυρωθεί αμετακλήτως ο πρώτος, μπορεί να ασκηθεί και από τα τέκνα από τον πρώτο γάμο, τα οποία έχουν προς τούτο έννομο συμφέρον, τόσο ηθικό, συνιστάμενο στην αποκατάσταση της οικογενειακής τάξης που διαταράχθηκε με τον άκυρο γάμο του γονέα τους, όσο και περιουσιακό, συνιστάμενο στην προσβολή της εξ αδιαθέτου κληρονομικής τους μερίδας εκ του ότι συντρέχει ως κληρονόμος και ο σύζυγος του γονέα τους από τον άκυρο γάμο. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή ακύρωσης, που ασκείται από τα τέκνα του συζύγου που έχει πεθάνει από τον πρώτο γάμο, πρέπει να απευθύνεται κατά του επιζώντος συζύγου από το δεύτερο γάμο καθώς και του επιζώντος συζύγου από τον πρώτο γάμο, εφόσον όμως ο γάμος του με τον αποβιώσαντα δεν έχει στο μεταξύ λυθεί ή ακυρωθεί αμετακλήτως και έτσι εξακολουθεί να είναι κληρονόμος του.

Σε κάθε περίπτωση, αυτός που εγείρει την κατά το άρθρο 1378 του Αστικού Κώδικα αγωγή ακύρωσης οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τα γεγονότα από τα οποία προκύπτει η ακυρότητα του προσβαλλόμενου γάμου, ενώ ειδικά όταν συντρέχει περίπτωση ακυρότητας λόγω διγαμίας, ο ενάγων οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει την τέλεση του πρώτου γάμου.Ο δε ισχυρισμός του εναγομένου, ότι ο πρώτος γάμος είναι ανυπόστατος, συνιστά άρνηση της βάσης της αγωγής, δεδομένου ότι ο ανυπόστατος γάμος δεν αναδίδει καμία έννομη συνέπεια και είναι ανενεργός.

Ειδικά σε περίπτωση συναινετικού διαζυγίου τα τυχόν ελαττώματα της δήλωσης βούλησης των συζύγων αντιμετωπίζονται υπό το πρίσμα του βασικού κανόνα που διέπει την προκείμενη διαδικασία, σύμφωνα με τον οποίον η ανάκληση της συμφωνίας των συζύγων για τη λύση του γάμου δεν μπορεί να γίνει μονομερώς μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου, καθώς κάτι τέτοιο αντίκειται με το όλο σύστημα του συναινετικού διαζυγίου, κατά το οποίο, η σταθερότητα και σοβαρότητα της απόφασης των συζύγων για τη λύση του γάμου τους διαπιστώνεται σε δύο συνεδριάσεις που απέχουν μεταξύ τους έξι τουλάχιστον μήνες.

Στα πλαίσια αυτά, η προσβολή της οριστικής απόφασης με ένδικα μέσα είναι επιτρεπτή μόνο για τυχόν ελαττώματα της δήλωσης βούλησης. Τέτοιο ελάττωμα υπάρχει ενδεικτικά όταν η δήλωση αυτή προκλήθηκε από ουσιώδη πλάνη, οπότε ο πλανηθείς σύζυγος δικαιούται να προσβάλει την περί διαζυγίου απόφαση με το ένδικο μέσο της έφεσης και να ζητήσει την εξαφάνισή της. Η δήλωση βούλησης ωστόσο δεν είναι ελαττωματική, όταν οφείλεται σε πλάνη που αφορά αποκλειστικά στα παραγωγικά της αίτια. Έτσι, ενδεχόμενη παραβίαση της συμφωνίας ρύθμισης των περιουσιακών στοιχείων από τον ένα σύζυγο δεν επηρεάζει τη δηλωθείσα βούληση του άλλου για τη λύση του γάμου τους και επομένως, από τη στιγμή που δεν αποδεικνύεται ελάττωμα βούλησης, η τυχόν έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.