Η λεγόμενη ικανότητα προς δικαιοπραξία, ή αλλιώς δικαιοπρακτική ικανότητα, ενός φυσικού προσώπου στα πλαίσια του αστικού δικαίου είναι η ικανότητα που του αναγνωρίζει το δίκαιο να καταρτίζει αυτοπροσώπως και στο όνομά του δικαιοπραξίες. Δεδομένου όμως ότι η κατάρτιση δικαιοπραξιών δεν συνεπάγεται μόνο απόκτηση δικαιωμάτων αλλά και ανάληψη υποχρεώσεων, ο νόμος, αποβλέποντας στην προστασία του συμβαλλομένου, αναγνωρίζει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο μόνο με την ενηλικίωσή του, δηλαδή με τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας του (άρθρο 127 Αστικού Κώδικα), ενώ έως εκείνο το χρονικό σημείο η προκείμενη ικανότητα ή δεν του αναγνωρίζεται καθόλου ή του αναγνωρίζεται μόνο περιορισμένα.

Η δικαιοπρακτική ικανότητα του φυσικού προσώπου δηλαδή υφίσταται μια προοδευτική διαβάθμιση που τελεί σε συνάφεια με την ηλιακή του πρόοδο και συνακόλουθα με την πνευματική και σωματική του δυνατότητα να μπορεί να επιμελείται αυτοδυνάμως τις προσωπικές του υποθέσεις.

Υπό το πρίσμα αυτό, το άρθρο 128 αριθ. 1 ΑΚ προβλέπει την πλήρη έλλειψη δικαιοπρακτικής ικανότητας, δηλαδή την πλήρη ανικανότητα προς δικαιοπραξία, σε όποιους δεν έχουν συμπληρώσει το δέκατο (10) έτος της ηλικίας τους, ενώ περιορισμένη δικαιοπρακτική ικανότητα έχουν, σύμφωνα με το άρθρο 129 αριθ. 1 του ίδιου κώδικα, οι ανήλικοι που συμπλήρωσαν το δέκατό τους έτος, υπό την προϋπόθεση, ότι από την καταρτισθείσα δικαιοπραξία αποκτούν απλώς και μόνο έννομο όφελος, χωρίς παράλληλα να αναλαμβάνουν έννομες υποχρεώσεις.

Τα πρόσωπα με περιορισμένη ικανότητα είναι ικανά να επιχειρήσουν δικαιοπραξία μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος ή μόνο με τους όρους που τάσσει ο νόμος. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 135 ΑΚ, ο ανήλικος που έχει συμπληρώσει το δέκατο τέταρτο (14ο) έτος της ηλικίας του μπορεί να διαθέτει ελεύθερα κάθε τι που κερδίζει από την προσωπική του εργασία ή που του δόθηκε για να το χρησιμοποιήσει ή για να το διαθέτει ελεύθερα.

Περαιτέρω ο ανήλικος που συμπλήρωσε το δέκατο πέμπτο (15ο) έτος της ηλικίας του μπορεί, με τη γενική συναίνεση των προσώπων που ασκούν την επιμέλειά του, να συνάψει σύμβαση εργασίας ως εργαζόμενος, ενώ αν τα πρόσωπα αυτά δεν χορηγούν τη συναίνεσή τους, η σχετική απόφαση λαμβάνεται από το δικαστήριο ύστερα από αίτηση του ανηλίκου (άρθρο 136 ΑΚ παρ. 2). Συνεπώς ο ανήλικος μεταξύ των 15 και 18 χρόνων, δύναται, έχοντας τη γενική συναίνεση των γονέων του προς εκμίσθωση της εργασίας του, να συνάπτει αυτενεργώντας και άλλες συμβάσεις, όπως ασφάλισης ζωής και υγείας, με σκοπό τη συντήρηση και βελτίωση των όρων της διαβίωσής του, χωρίς όμως αυτή η αυτενέργεια να συνεπάγεται κατάλυση της γονικής μέριμνας, στα πλαίσια της οποίας οι γονείς του ανηλίκου εξακολουθούν να έχουν την εξουσία νόμιμης εκπροσώπησής του, παράλληλα προς την παρεχόμενη σε αυτόν εξουσία αυτενέργειας για την προστασία των συμφερόντων του.

Τα όρια αυτής της αυτενέργειας διευρύνονται σε περίπτωση που ο ανήλικος είναι και έγγαμος, οπότε του αναγνωρίζεται η πρόσθετη ικανότητα να επιχειρεί μόνος του κάθε αναγκαία δικαιοπραξία για τη συντήρηση και βελτίωση της περιουσιακής του κατάστασης ή για την αντιμετώπιση των αναγκών της προσωπικής του συντήρησης και εκπαίδευσης, καθώς και τις τρέχουσες ανάγκες της οικογένειάς του. Στα πλαίσια αυτά, ο έγγαμος ανήλικος μπορεί επίσης να εκμισθώνει μόνος τα ακίνητά του, αστικά ή αγροτικά, το πολύ για μία εξαετία, να εισπράττει μόνος του εισοδήματα από την περιουσία του και να διεξάγει μόνος του κάθε δίκη σχετική με τις παραπάνω δικαιοπραξίες.

Σε δικονομικό επίπεδο, η διάταξη του άρθρου 63 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζει, ότι όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, ενώ το άρθρο 64 παρ. 1 του ίδιου κώδικα προβλέπει ότι για όσους δεν συντρέχει η ανωτέρω προϋπόθεση η δικαστική εκπροσώπησή τους γίνεται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους.

Οι διατάξεις αυτές ενέχουν διακριτή σημασία εφαρμογής στις περιπτώσεις αγωγών διατροφής του ανηλίκου τέκνου έναντι των γονέων του, ειδικά στην περίπτωση που η αξίωση διατροφής εγείρεται κατά του γονέα που δεν έχει την επιμέλεια του προσώπου του.

Συνεπώς σε δίκη διατροφής ανηλίκου τέκνου, την επιμέλεια του οποίου έχει η μητέρα, όπως είναι ο κανόνας, η τελευταία έχει την εξουσία να παρίσταται στο δικαστήριο και να το εκπροσωπεί. Διάδικος όμως είναι το ανήλικο τέκνο και όχι η μητέρα του, η οποία απλώς αναπληρώνει την έλλειψη ικανότητάς του να παρίσταται το ίδιο ενώπιον του δικαστηρίου με το δικό του όνομα.

Αυτό βεβαίως σημαίνει, ότι αν η δίκη διατροφής δεν έχει ακόμα περατωθεί και το τέκνο στο μεσολαβούν διάστημα ενηλικιώνεται, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νόμιμου αντιπροσώπου του και το ενήλικο πλέον τέκνο μπορεί εφεξής να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα και να υπερασπίζεται τα δίκαιά του. Υπό το πρίσμα μάλιστα αυτό, στην περίπτωση κατά την οποία διάδικος στην πρωτόδικη δίκη ήταν ο ασκών τη γονική μέριμνα του ανηλίκου που ενηλικιώθηκε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, η έφεση του έτερου διαδίκου που απευθύνεται κατά του νομίμου αντιπροσώπου, παρόλο ότι ο εκπροσωπούμενος από αυτόν διάδικος απέκτησε την ικανότητα να παρίσταται στο δικαστήριο με την ενηλικίωσή του, απορρίπτεται ως απαράδεκτη.