Οι συμφωνίες δικαιόχρησης (franchising) αποτελούν σήμερα μια ιδιαίτερα διαδεδομένη μορφή εμπορικής συνεργασίας, που έχει αναδειχτεί ήδη σε βασικό ρυθμιστικό παράγοντα της επιχειρηματικής δράσης. Ειδικότερα, ως δικαιόχρηση νοείται η σχέση συνεργασίας δύο ανεξάρτητων μεταξύ τους επιχειρήσεων, που βασίζεται στην ένταξη της μίας, του Δικαιοδόχου ή Λήπτη, στο σύστημα και δίκτυο της άλλης, του Δικαιοπαρόχου ή Δότη, με βάση τους όρους της μεταξύ τους συμβατικής συμφωνίας.

Η συγκεκριμένη συμβατική σχέση συμφωνείται ενίοτε ως ορισμένου χρόνου, πράγμα που σημαίνει, ότι με τη συμπλήρωση της ορισθείσας ημερομηνίας επέρχεται καταρχήν και η αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης, οπότε η τυχόν ανανέωσή της εξαρτάται από τους όρους που έχουν τυχόν συμφωνηθεί μεταξύ του Δικαιοπαρόχου και του Δικαιοδόχου. Εντούτοις, η έλλειψη ρητής πρόβλεψης στο κείμενο της σύμβασης δικαιόχρησης σε σχέση τόσο με τη διάρκειά της όσο και με τις προϋποθέσεις ανανέωσης της μπορεί να προκαλέσει ζητήματα μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, καθώς, σύμφωνα με την επικρατέστερη θεωρητική προσέγγιση, κανένα από αυτά δεν έχει δικαίωμα περί αυτόματης ανανέωσης της σύμβασης.

Αυτό σημαίνει, ότι η επιλογή περί ανανέωσης ή μη της σύμβασης δικαιόχρησης αποτελεί δικαίωμα εκάστου συμβαλλόμενου μέρους, η άσκηση του οποίου μάλιστα δεν απαιτεί την προβολή ιδιαίτερης αιτιολογίας. Στα πλαίσια αυτά, η απόφαση περί μη συνέχισης της συνεργασίας στα πλαίσια του franchising από έναν εκ των συμβαλλομένων, ακόμα δε και η άρνησή της, δεν γεννά ευθύνη του, καθότι αποτελεί άσκηση νόμιμου δικαιώματος, με εξαίρεση ωστόσο την περίπτωση κατά την οποίαν ο προκείμενος συμβαλλόμενος δημιούργησε στον έτερο μέρος την εύλογη εντύπωση ή πεποίθηση, ότι η σύμβαση θα ανανεωνόταν μετά το πέρας της συμφωνηθείσας διάρκειάς της.

Στην πράξη ωστόσο, οι συμβάσεις δικαιόχρησης περιλαμβάνουν συνήθως ειδικό όρο που προβλέπει την σιωπηρή ανανέωσή τους κατά τη λήξη τηςδιάρκειάς τους, εκτός κι αν ένας εκ των συμβαλλομένων απευθύνει βεβαιωμένα στον άλλον έγγραφη ειδοποίησή του, πριν την συμπλήρωση του συμβατικού χρόνου λήξης, δια της οποίας θα του δηλώνει την επιθυμία του για μη ανανέωση της σύμβασης.

Βέβαια, στις περιπτώσεις αυτές, το ζήτημα του χρόνου κοινοποίησης της ανωτέρω ειδοποίησης αποτελεί σημείο μείζονος αναφοράς, ειδικά όταν η πρόθεση περί μη ανανέωσης της σύμβασης εντοπίζεται στη σφαίρα του Δικαιοπαρόχου, καθώς η ανεπάρκεια χρονικών περιθωρίων αναδιοργάνωσης μπορεί να επιφέρει ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες στα επιχειρηματικά συμφέροντα του «ασθενέστερου» συμβατικά Δικαιοδόχου. Υπό το πρίσμα αυτό, η γνωστοποίηση της ειδοποίησης περί μη ανανέωσης θα πρέπει να ενεργείται, κατά τη συμφωνία των μερών, σε εύλογο χρονικό διάστημα πριν την λήξη της σύμβασης, λαμβανομένων υπόψη της συμφωνηθείσας διάρκειας αυτής και των συναλλακτικών ηθών.

Επιπλέον, σε αυτή την περίπτωση, τα μέρη υποχρεούνται να τηρούν απαρέγκλιτα τις συμβατικές υποχρεώσεις τους καθ’ όλο το χρόνο που μεσολαβεί από την ειδοποίηση μέχρι και τη λήξη της σύμβασης. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο Δικαιοπάροχος δεν επιτρέπεται κατά τη διάρκεια του μεσολαβούντος χρονικού διαστήματος να διακόψει την παροχή των υποστηρικτικών υπηρεσιών του προς τον Λήπτη, και ενδεικτικά την προμήθειά του με προϊόντα, ούτε να διαδώσει την πληροφορία διακοπής της συνεργασίας του με αυτόν, καθώς μια τέτοια συμπεριφορά συνιστά παραβίαση των όρων της σύμβασης, που παρέχει στον Λήπτη το δικαίωμα να προβεί στην άμεση καταγγελία της από υπαιτιότητα του Δικαιοπαρόχου και επιπλέον να ζητήσει από τον τελευταίο αποζημίωση για την αντισυμβατική του συμπεριφορά.

Περαιτέρω, σε περίπτωση που κανένας εκ των συμβαλλομένων δεν δηλώσει ρητώς την επιθυμία του για μη ανανέωσης της σύμβασης, αυτή ανανεώνεται σιωπηρώς. Εντούτοις, ζήτημα αποτελεί ο χρόνος διαρκείας της σιωπηρώς συντελεσθείσας ανανέωσης,όταν στη σύμβαση δεν προβλέπεται τίποτα για το θέμα αυτό. Στην περίπτωση αυτή, ελλείψει ειδικής πρόβλεψης, εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες η σύμβαση ανανεώνεται για αόριστο χρονικό διάστημα, οπότε και μπορεί να καταγγελθεί εγγράφως από κάθε μέρος οποτεδήποτε, με την τήρηση εύλογης (συνήθως εξάμηνης) προθεσμίας.

Εξάλλου, σε περίπτωση που η σύμβαση δικαιόχρησης περιλάβει τυχόν όρο, με βάση τον οποίον αποκλείεται η σιωπηρή ανανέωσή της μετά το πέρας του χρόνου διαρκείας της, και παρ’ όλα αυτά αμφότερα τα μέρη εξακολουθούν να συμπεριφέρονται κατά τη λήξη της ως αντισυμβαλλόμενοι, δηλαδή σαν να μην είχε επέλθει η λύση της συνεργασίας τους, τότε θεωρείται ότι η σύμβαση έχει ανανεωθεί εν τοις πράγμασι και για αόριστο χρόνο, παρά την αντίθετη συμβατική πρόβλεψη.

Η ανανέωση της σύμβασης δικαιόχρησης συνιστά εξακολούθηση της αρχικής συμφωνίας ως προς το σύνολο των όρων της, και ως εκ τούτου, ο Δικαιοδόχος δεν υποχρεούται να καταβάλλει εκ νέου «Δικαίωμα Εισόδου» στον Δικαιοπάροχο, προκειμένου να αποκτήσει την αξίωση παραχώρησης προς χρήση και εκμετάλλευση των δικαιωμάτων του τελευταίου. Εξαίρεση ωστόσο αποτελεί η περίπτωση κατά την οποίαν το σύστημα και δίκτυο του Δικαιοπαρόχου έχουν εμφανίσει τέτοια ανάπτυξη, ώστε να δικαιολογείται η παροχή επιπλέον ανταλλάγματος για τη συνέχιση της χρήσης και εκμετάλλευσης της τεχνογνωσίας του, οπότε, υπό αυτά τα δεδομένα, δεν αποκλείεται η τροποποίηση των οικονομικών όρων της αρχικής συμφωνίας.