Η κληρονομική διαδοχή ενός προσώπου μπορεί να επέλθει με δύο τρόπους: είτε εξ διαθήκης είτε εξ αδιαθέτου. Σε αμφότερες εντούτοις τις περιπτώσεις της αυτομάτως επερχόμενης κληρονομικής διαδοχής, η ιδιότητα ενός προσώπου ως κληρονόμου δεν μπορεί να καταφανεί άμεσα, με αναπόφευκτη συνέπεια την αδυναμία απόδειξης του κληρονομικού του δικαιώματος έναντι των τρίτων, συμπεριλαμβανομένου και του Δημοσίου.

Παράλληλα όμως, το δεδομένο αυτό επιφέρει εύλογα ανασφάλεια και στις συναλλαγές, καθώς μόνη η σχετική δήλωσή του φερόμενου ως κληρονόμου δεν επαρκεί για την απόδειξη της ύπαρξης του κληρονομικού του δικαιώματος, με αποτέλεσμα αφενός να ελλείπει η βεβαιότητα των αντισυμβαλλομένων του σε σχέση με την προκείμενη ιδιότητά του, και αφετέρου ο ίδιος να μην μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματά του, όπως στην περίπτωση της πρόθεσης του να εκποιήσει ακίνητα της κληρονομιαίας περιουσίας.

Για τον λόγο αυτό ο νομοθέτης προέβλεψε τη δυνατότητα έκδοσης ενός δικαστικού πιστοποιητικού, το οποίο να βεβαιώνει τόσο τα πρόσωπα που μετέχουν ενεργά στην κληρονομική διαδοχή όσο και την έκταση της συμμετοχής τους αυτής, του λεγόμενου κληρονομητηρίου.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1956 έως και 1961 του Αστικού Κώδικα, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 819 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας,  ο κληρονόμος δικαιούται με αίτησή του να ζητήσει από το Δικαστήριο της κληρονομίας την παροχή κληρονομητηρίου, προς πιστοποίηση τόσο του κληρονομικού του δικαιώματος όσο και της μερίδας που του αναλογεί επί της κληρονομιάς.

Η αίτηση για τη χορήγηση κληρονομητηρίου απαιτείται να περιλαμβάνει, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 1957ΑΚ, τη χρονολογία θανάτου του κληρονομούμενου, τη διαθήκη και το περιεχόμενό της ή αντίστοιχα τη συγγενική σχέση επί της οποίας θεμελιώνει ο αιτών το κληρονομικό του δικαίωμα, ανάλογα με το είδος της κληρονομικής διαδοχής, καθώς και δήλωση του τελευταίου, ότι δεν υπάρχουν άλλα πρόσωπα που να αποκλείουν η να περιορίζουν το ανωτέρω δικαίωμά του ή ότι εκείνα που υπήρχαν εξέπεσαν. Επιπλέον ο αιτών υποχρεούται να αναφέρει αν τυχόν υπάρχει άλλη διαθήκη του κληρονομούμενου καθώς και αν εκκρεμεί δίκη με αντικείμενο το κληρονομικό του δικαίωμα.

Ως Δικαστήριο της κληρονομίας νοείται το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου είχε ο κληρονομούμενος την κατοικία του κατά το χρόνο του θανάτου του ή αν δεν είχε κατοικία τη διαμονή του (άρθρο 810 ΚΠολΔ). Η διάταξη αυτή καθιερώνει αποκλειστική δωσιδικία του κατά τόπον αρμοδίου Δικαστηρίου για την έκδοση του κληρονομητηρίου. Εξάλλου, αν το Δικαστήριο δεν είναι καθ’ ύλην ή κατά τόπον αρμόδιο, αποφαίνεται γι’ αυτό αυτεπαγγέλτως, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση παρέκτασης κατά τα άρθρα 42 επόμενα του ΚΠολΔ, και προσδιορίζει το αρμόδιο Δικαστήριο, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση (άρθρο 46 ΚΠολΔ).

Το Δικαστήριο της κληρονομίας, το οποίο εκδικάζει την αίτηση κατά την εκουσία δικαιοδοσία, προβαίνει σε αυτεπάγγελτη έρευνα και αποφαίνεται περί του αν αποδεικνύονται πλήρως τα γεγονότα που θεμελιώνουν το επικαλούμενο κληρονομικό δικαίωμα του αιτούντος ή όχι.
Το Δικαστήριο της κληρονομίας, το οποίο εκδικάζει την αίτηση κατά την εκουσία δικαιοδοσία, προβαίνει σε αυτεπάγγελτη έρευνα και αποφαίνεται περί του αν αποδεικνύονται πλήρως τα γεγονότα που θεμελιώνουν το επικαλούμενο κληρονομικό δικαίωμα του αιτούντος ή όχι. Σε περίπτωση δε που μετά από τέτοια έρευνα, κρίνει, ότι οι ισχυρισμοί του αιτούντος δεν αποδεικνύονται πλήρως, ή ότι, με βάση τα γεγονότα που αποδεικνύονται, το κληρονομικό του δικαίωμα είναι ασαφές ή αμφίβολο, οφείλει να απορρίψει την αίτηση και να αρνηθεί τη χορήγηση κληρονομητηρίου. Ασαφές και αμφίβολο είναι το κληρονομικό δικαίωμα και όταν στη διαθήκη αναφέρονται περιστατικά, τα οποία μπορούν να υπαχθούν σε ένα ή και περισσότερους λόγους αποκλήρωσης υπέρ του ανιόντος, απ’ αυτούς που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 1840 ΑΚ και συνακόλουθα επαρκούν για να στηρίξουν την αποκλήρωση του αιτούντος κατιόντος.

Η απόρριψη της αίτησης προς έκδοση κληρονομητηρίου στις περιπτώσεις αυτές κρίνεται εύλογη, καθόσον το περιεχόμενο του εγγράφου  αυτού ενεργεί ως πιστοποίηση για τις ανάγκες της ενεργητικής, ή και παθητικής, νομιμοποίησης σε σχέση με την κληρονομική διαδοχή, βεβαιώνοντας την ταυτότητα των κληρονόμων και την μερίδα του καθενός εξ αυτών, και επιπλέον τον εκτελεστή της διαθήκης καθώς και τον καταπιστευματοδόχο και τους όρους διορισμού του, εφόσον στη διαδικασία της κληρονομικής διαδοχής συμμετέχουν και αυτά τα πρόσωπα.

Πρόσθετο όμως λόγο αποτελεί το γεγονός, ότι το κληρονομητήριο δημιουργεί, σύμφωνα με τα άρθρα 1962 ΑΚ και 821 ΚΠολΔ, τεκμήριο κληρονομικής ιδιότητας υπέρ των προσώπων που αναφέρονται σε αυτό. Το τεκμήριο αυτό εντούτοις είναι μαχητό, πράγμα που σημαίνει, ότι με την έκδοσή του κληρονομητηρίου τα αναφερόμενα σε αυτό πρόσωπα δεν αποκτούν βεβαιωμένο δικαίωμα, ούτε η απόφαση που διατάζει την έκδοσή του δημιουργεί δεδικασμένο, για τη δημιουργία του οποίου απαιτείται η έκδοση απόφασης του αρμόδιου Δικαστηρίου στα πλαίσια της τακτικής διαδικασίας, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της άσκησης αγωγής περί κλήρου.

Άλλωστε δεν αποκλείεται το εκδοθέν κληρονομητήριο να μην ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα, δηλαδή να είναι ανακριβές, (πχ όταν αυτό εξεδόθη με δεδομένο την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή ενώ υπήρχε διαθήκη), οπότε το Δικαστήριο της κληρονομίας διατάσσει την αφαίρεσή του, μετά την οποία παύει αυτοδικαίως η ισχύς του. Στην περίπτωση εντούτοις που η αφαίρεση του κληρονομητηρίου δεν είναι άμεσα δυνατή, το Δικαστήριο μπορεί να το κηρύξει ανίσχυρο με απόφασή του, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στον τύπο προς γνώση των τρίτων. Εξάλλου, το Δικαστήριο της κληρονομίας δικαιούται σε κάθε περίπτωση να εξετάσει αυτεπάγγελτα την ακρίβεια του κληρονομητηρίου που χορηγήθηκε και να το ανακαλέσει ή να το τροποποιήσει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1966 ΑΚ.

Ο νόμος ωστόσο παρέχει ρητά το δικαίωμα σε πρόσωπα που έχουν έννομο συμφέρον, δηλαδή στους πραγματικούς κληρονόμους ή στον εκτελεστή της διαθήκης, να δρομολογήσουν με ενέργειές τους τη διαδικασία ακύρωσης του ανακριβούς κληρονομητηρίου, απαιτώντας από το πρόσωπο που το κατέχει να προβεί στην παράδοσή του στο Δικαστήριο της κληρονομίας.

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί, ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγραφών 1 και 2 του άρθρου 824 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι τόσο η απόφαση που διατάζει την παροχή του κληρονομητηρίου, όσο και εκείνη που διατάζει την αφαίρεσή του ή το κηρύσσει ανίσχυρο ή το τροποποιεί ή το ανακαλεί δεν υπόκεινται στο έκτακτο ένδικο μέσο της αναίρεσης. Η αρχή αυτή, που υπαγορεύθηκε από την ανάγκη της ταχείας άρσης της αβεβαιότητας περί την ισχύ των ανωτέρω αποφάσεων, ώστε να μη διαιωνίζεται η δίκη για τη χορήγηση κληρονομητηρίου σε βάρος της ευχέρειας των συναλλαγών, εφαρμόζεται και επί της εφετειακής απόφασης, που απορρίπτει την αίτηση για ανάκληση της πρωτόδικης απόφασης βάση της οποίας χορηγήθηκε το κληρονομητήριο.