Τα πλείονα από τα ατομικά δικαιώματα ενός προσώπου ασκούνται κατά κανόνα με διάθεση προοπτικής και με πρόθεση ικανοποίησης είτε των υλικών είτε των ψυχικών του αναγκών. Έτσι, ο άνθρωπος συναλλάσσεται για να προωθήσει τα οικονομικά του συμφέροντα (πχ καταρτίζει συμβάσεις) ή για να μορφοποιήσει προς το καλύτερο την προσωπική του ζωή, όπως συμβαίνει με την σύναψη ενός γάμου. Ανάμεσα ωστόσο σε αυτά τα εν δυνάμει δικαιώματα, υπάρχει και ένα το οποίο «τρομάζει» ή έστω αναγκάζει την σκέψη να ενδώσει στο παιχνίδι της καθυστέρησης άσκησής του. Και αυτό είναι η διάθεση της περιουσίας του ατόμου αιτία θανάτου.

Η διάθεση αυτή εξαρτάται από την σύνταξη διαθήκης, στο κείμενο της οποίας ο διαθέτης αποφασίζει να ενσωματώσει τη δήλωση της τελευταίας του βούλησης και να καθορίσει, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, τα πρόσωπα που θα το διαδεχτούν στα περιουσιακά του στοιχεία. Και προκειμένου να διασφαλιστεί η γνησιότητα της δήλωσης αυτής, ο νόμος έχει εισάγει διάφορες μορφές διαθήκης, απλές ή τυπικότερες, ώστε κάθε πρόσωπο να έχει τη δυνατότητα να εκφράσει την τελευταία του επιθυμία ανεξάρτητα από τις ειδικές του γνώσεις ή τις συνθήκες υπό τις οποίες θα βρεθεί την κρίσιμη στιγμή που θα αποφασίσει τη σύνταξή της.

Ενόψει ακριβώς της ανάγκης εξασφάλισης της αυθεντικότητας αλλά και του ανεπηρέαστου της βούλησης του διαθέτη, ο νομοθέτης υιοθέτησε τον κανόνα της αυτοπρόσωπης σύνταξης της διαθήκης. 

Πρακτικά αυτό σημαίνει, ότι για την κατάρτιση μιας διαθήκης δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 211 επόμενα του Αστικού Κώδικα, που αφορούν τη νόμιμη αντιπροσώπευση. Κατά συνέπεια, ο διαθέτης δεν μπορεί να εκπροσωπηθεί από τρίτο πρόσωπο, ούτε για την έκφραση ή αποτύπωση της δήλωσής του στην διαθήκη του αλλά ούτε και για την υπογραφή αυτής, καθώς η αυθεντικότητα του περιεχομένου της δεν θα μπορούσε να εξασφαλιστεί αν γινόταν δεκτή η επέμβαση "ξένης χειρός» σε αυτήν.

Η πιο απλή μορφή διαθήκης είναι η ιδιόγραφη. Σύμφωνα με το άρθρο 1721 ΑΚ, ιδιόγραφη διαθήκη μπορεί να συστήσει κάθε απλό ιδιωτικό έγγραφο που περικλείει τη διάταξη τελευταίας βούλησης ενός προσώπου.
Η πιο απλή μορφή διαθήκης είναι η ιδιόγραφη. Σύμφωνα με το άρθρο 1721 ΑΚ, ιδιόγραφη διαθήκη μπορεί να συστήσει κάθε απλό ιδιωτικό έγγραφο που περικλείει τη διάταξη τελευταίας βούλησης ενός προσώπου, αρκεί να έχει γραφεί στο σύνολό του από το χέρι του ίδιου του διαθέτη και επιπλέον να έχει υπογραφεί και χρονολογηθεί από αυτόν. Οι προϋποθέσεις αυτές αποτελούν τα μόνα συστατικά στοιχεία που απαιτούνται για την εγκυρότητα της.

Αυτή ωστόσο η απλότητα και «ολιγάρκεια» ως προς την συνδρομή των προϋποθέσεων σύνταξης μιας τέτοιας διαθήκης δεν συνεπάγεται και την άμβλυνση της τυπικής αυστηρότητάς της. Αντιθέτως μάλιστα, κάθε παράβαση του τύπου που απαιτείται κατά τα ανωτέρω από το νόμο, επιφέρει την απόλυτη ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης, ακόμα και αν η βούληση του διαθέτη αποτυπώνεται ευκρινώς στο κείμενο του εγγράφου της.

Πιο πανηγυρική μορφή σύνταξης διαθήκης αποτελεί η λεγόμενη δημόσια διαθήκη, η οποία περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου. Στην περίπτωση αυτή, η δήλωση του διαθέτη γίνεται προφορικώς ενώπιον του συμβολαιογράφου και βεβαιώνεται από τρεις μάρτυρες ή έναν δεύτερο συμβολαιογράφο και έναν μάρτυρα.

Το άρθρο 1732 ΑΚ προβλέπει ότι για τη δημόσια διαθήκη συντάσσεται πράξη που περιέχει, πέρα από την δήλωση τελευταίας βούλησης του διαθέτη, τα ακριβή στοιχεία προσδιορισμού του προσώπου του, ώστε να μην γεννάται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά του, τα επαρκή στοιχεία των λοιπών συμμετεχόντων, καθώς και την ημεροχρονολογία και τον τόπο σύνταξής της.

Συναφής ως προς τις απαιτούμενες τυπικές προϋποθέσεις με την δημόσια διαθήκη είναι και η μυστική, η οποία διαφέρει μόνο ως προς το ότι ο διαθέτης δεν υπαγορεύει την τελευταία του βούληση ενώπιον των μαρτύρων και του συμβολαιογράφου, αλλά εγχειρίζει στον τελευταίο το έγγραφο της διαθήκης, δηλώνοντας παράλληλα ότι αυτό περιέχει την τελευταία του βούληση.

Εκτός όμως από τις διαθήκες που συντάσσονται υπό ομαλές συνθήκες, ο νόμος προβλέπει και τις λεγόμενες έκτακτες διαθήκες με τις οποίες παρέχεται η νόμιμη δυνατότητα σε πρόσωπα που βρίσκονται σε κατάσταση ανάγκης ή άμεσου κινδύνου ζωής να εκφράσουν την τελευταία τους επιθυμία. Ενδεικτικά, το άρθρο 1753ΑΚ προβλέπει την διαθήκη σε εκστρατεία, που συντάσσεται από στρατευμένους στη διάρκεια εμπόλεμης περιόδου, ενώ το άρθρο 1757ΑΚ την διαθήκη προσώπου που τελεί σε αποκλεισμό.

Απαραίτητη προϋπόθεση εγκυρότητας μιας, οποιουδήποτε είδους, διαθήκης αποτελεί αυτή να μην είναι προϊόν πλάνης, απάτης ή απειλής. Ειδικά πλάνη υπάρχει όταν ο δικαιοπρακτών εννοούσε τη δήλωσή του με νόημα διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει από το νόμο, ή αγνοούσε τις έννομες συνέπειες της δήλωσής του. Έτσι, είναι άκυρη η διαθήκη που υπεγράφη από άτομο προχωρημένης ηλικίας, εφόσον αυτό πίστευε πεπλανημένα ότι αντί διαθήκης υπέγραφε άλλο έγγραφο (πχ ένα συμβόλαιο δωρεάς). Ομοίως, άκυρη, με βάση το άρθρο 138 παρ. 1 ΑΚ, είναι και η εικονική διαθήκη, δηλαδή η διαθήκη που δεν συντάχθηκε με σοβαρή πρόθεση του διαθέτη να παραχθούν έννομα αποτελέσματα από την περιεχόμενη σ΄ αυτήν δήλωση βούλησής του.

Βασική αρχή που διέπει τη λειτουργία της διαθήκης είναι αυτή της ελεύθερης ανάκλησής της, υπό την έννοια ότι ο διαθέτης μπορεί να ακυρώσει τα έννομα αποτελέσματα στα οποία απέβλεπε με την σύνταξή της, με μόνη την έκφραση της βούλησής του σε μεταγενέστερη διαθήκη, αρκεί βέβαια η τελευταία να μην είναι άκυρη.  

Οι διατάξεις ωστόσο που αφορούν το δίκαιο της διαθήκης είναι αναγκαστικού δικαίου, πράγμα που σημαίνει ότι η βούληση του διαθέτη, όσο και αν αποτελεί αντικείμενο ειδικής νομοθετικής μέριμνας, δεν μπορεί να παρακάμψει τις προϋποθέσεις τυπικότητας που απαιτεί ο νόμος. Γιατί τελικά ανώτερο αγαθό αποτελεί η εξασφάλιση της βεβαιότητας επί των κληρονομικών σχέσεων.