Με την διαθήκη του, ένα πρόσωπο μπορεί να καθορίσει την τύχη της περιουσίας του μετά τον θάνατό του, κατονομάζοντας, υπό τους περιορισμούς του νόμου, αυτούς που επιθυμεί να το κληρονομήσουν. Δεν αποκλείεται όμως ο διαθέτης να θεωρήσει σκόπιμο να συστήσει με την διαθήκη του καταπίστευμα, ορίζοντας, σύμφωνα με το άρθρο 1923 του Αστικού Κώδικα, ότι ένα πρόσωπο, ο βεβαρυμμένος, θα αποκτήσει μεν την κληρονομιαία περιουσία ή ένα ποσοστό της, αλλά μόνο μέχρι την επέλευση ενός συγκεκριμένου γεγονότος ή την παρέλευση ορισμένου χρονικού διαστήματος, οπότε και θα υποχρεούται να την παραδώσει σε ένα άλλο, ρητώς οριζόμενο πρόσωπο, που ονομάζεται καταπιστευματοδόχος. 

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ως βεβαρυμμένοι δεν μπορεί να οριστούν περισσότεροι του ενός κληρονόμοι. Δεν αποκλείεται μάλιστα η υποχρέωση αυτή να αφορά ακόμα και όλους τους κληρονόμους ως προς την κληρονομική μερίδα που τους αντιστοιχεί. Ομοίως, με την ιδιότητα του καταπιστευματοδόχου ενδέχεται να περιβληθούν περισσότερα του ενός πρόσωπα, ανάλογα με τη βούλησή του διαθέτη. 

Ωστόσο, ο διαθέτης δεν μπορεί να ορίσει καταπιστευματοδόχο του καταπιστευματοδόχου. Σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, η υποχρέωση για παράδοση της κληρονομίας μπορεί να επιβληθεί μόνο μια φορά, δηλαδή μόνο στον βεβαρυμμένο κληρονόμο και όχι, και, στον καταπιστευματοδόχο. Μάλιστα σε περίπτωση που τεθεί τέτοιος όρος στη διαθήκη καθίσταται αυτοδικαίως άκυρος, αφού η συγκεκριμένη διάταξή είναι αναγκαστικού δικαίου. 

Η σύσταση του καταπιστεύματος στο κείμενο της διαθήκης, δεν είναι αναγκαίο να δηλώνεται με χρήση πανηγυρικών φράσεων, ούτε καν της λέξης «καταπίστευμα".

Η σύσταση του καταπιστεύματος στο κείμενο της διαθήκης, δεν είναι αναγκαίο να δηλώνεται με χρήση πανηγυρικών φράσεων, ούτε καν της λέξης «καταπίστευμα», μπορεί δε να γίνει και με έμμεση δήλωση του διαθέτη, αρκεί να συνάγεται από τη διαθήκη η βούλησή του να γίνει κάποιος κληρονόμος του μόνο για ορισμένο διάστημα και μετέπειτα να περιέλθει η κληρονομία του σε άλλο πρόσωπο.


Ο βεβαρυμμένος υποχρεούται, μέχρι την απόδοση του καταπιστεύματος, να διαχειρίζεται την κληρονομιαία περιουσία επιδεικνύοντας την επιμέλεια που επιδεικνύει και στις δικές του υποθέσεις, φέροντας ευθύνη στην περίπτωση βαριάς αμέλειας. Στα πλαίσια της τακτικής διαχείρισης, ο βεβαρυμμένος μπορεί να συνάπτει έγκυρα συμβάσεις, ενώ δεν αποκλείεται να διαθέσει και αντικείμενα της κληρονομιάς, με συγκατάθεσή του καταπιστευματοδόχου, και να παραδώσει στον τελευταίο οτιδήποτε προήλθε από την εκποίησή τους.


Ο καταπιστευματοδόχος, από την πλευρά του, έχει δικαίωμα προσδοκίας κληρονομίας από το θάνατο του διαθέτη και μέχρι την επαγωγή του καταπιστεύματος. Ως φορέας αυτού του δικαιώματος, γίνεται δεκτό ότι δικαιούται να αιτηθεί δικαστικής προστασίας, και συγκεκριμένα να ζητήσει την επιβολή ασφαλιστικών μέτρων, σε περίπτωση που η διαχείριση του καταπιστεύματος από τον βεβαρυμμένο, αποκλίνει από τις προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος (1937§2 ΑΚ) και μπορεί να επιφέρει την προσβολή ή την ματαίωση του παραπάνω δικαιώματος του.


Το καταπίστευμα επάγεται αυτοδικαίως στον καταπιστευματοδόχο, μόλις παρέλθει ο χρόνος ή επέλθει το γεγονός που καθορίστηκε ρητώς στη διαθήκη, το οποίο όμως δεν απαιτείται να είναι και βέβαιο. Σε περίπτωση δε που με την διαθήκη ορίστηκε καταπιστευματοδόχος χωρίς παράλληλα να ορισθεί τέτοιο γεγονός, η κληρονομία περιέρχεται στον καταπιστευματοδόχο με τον θάνατο του βεβαρυμμένου αρχικού κληρονόμου, όπως ορίζεται στο άρθρο 1935 ΑΚ.


Ο καταπιστευματοδόχος με την επαγωγή της κληρονομίας καθίσταται κληρονόμος - καθολικός διάδοχος του διαθέτη, ο δε βεβαρυμμένος υποχρεούται να του αποδώσει άμεσα το καταπίστευμα, στην κατάσταση που αυτό όφειλε να βρίσκεται, μετά την τακτική διαχείριση. Ενδεχόμενοι καρποί και λοιπά ωφελήματα αποδίδονται στον βεβαρυμμένο κληρονόμο, ο οποίος δικαιούται επιπλέον να ζητήσει οτιδήποτε κατέβαλλε για δαπάνες, πέραν όσων διενεργήθηκαν στο πλαίσιο της τακτικής διαχείρισης ή όσων αποτελούν τακτικά βάρη της κληρονομιάς.


Σε περίπτωση ωστόσο που ο βεβαρυμμένος αρνηθεί να αποδώσει το καταπίστευμα, ο καταπιστευματοδόχος μπορεί να προστατευτεί έναντι του ασκώντας την αγωγή περί κλήρου του άρθρου 1871 επ. ΑΚ και να διεκδικήσει τα έννομα δικαιώματα του.


Περαιτέρω, ο καταπιστευματοδόχος έχει το δικαίωμα να αποδεχθεί ή να αποποιηθεί την κληρονομιά, μετά την επαγωγή της σε αυτόν. Αν η αποδοχή ή η αποποίηση προηγηθεί της επαγωγής λογίζεται ως άκυρη. Η ακυρότητα όμως αυτή δεν είναι αρχική, αλλά επιγενόμενη, δηλαδή ισχύει αποκλειστικά από το χρόνο της επαγωγής του καταπιστεύματος και, επιπλέον, δεν είναι απόλυτη αλλά σχετική, δηλαδή μπορεί να προβληθεί υπέρ του καταπιστευματοδόχου και μόνο.


Τέλος, από φορολογικής άποψης, ο καταπιστευματοδόχος θεωρείται ψιλός κύριος της περιουσίας που θα του αποδοθεί, (ενώ ο βεβαρυμμένος ως επικαρπωτής) και θα φορολογηθεί κατά τον χρόνο που θα περιέλθει σε αυτόν η κληρονομιά, ο φόρος όμως θα υπολογιστεί στην αξία της πλήρους κυριότητας της περιουσίας κατά τον χρόνο παράδοσής της σε αυτόν από τον βεβαρυμμένο κληρονόμο και με βάση την σχέση του με τον αρχικό διαθέτη.