Το 2017 αναμένεται να είναι μια χρονιά ορόσημο τόσο για το πολιτικό μέλλον της Α. Μέρκελ όσο και του Ζ. Γκάμπριελ. Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν θα καταφέρουν να περιορίσουν την επιρροή των δεξιών λαϊκιστών.

Εν μέσω διεθνών κρίσεων, γεωπολιτικών ανακατατάξεων αλλά και της ραγδαίας εξάπλωσης του λαϊκισμού, ξαναμοιράζεται την ερχόμενη χρονιά η πολιτική τράπουλα στη Γερμανία, όχι μόνον σε ομοσπονδιακό αλλά και σε περιφερειακό επίπεδο. Μετά την αποκλιμάκωση της προσφυγικής κρίσης και με την ελπίδα αυτή να μην επιστρέψει δριμύτερη, η καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ θα μπει στον προεκλογικό στίβο διεκδικώντας την τέταρτη συνεχή θητεία της στην καγκελαρία με ένα μήνυμα σταθερότητας, συνέχειας και συνέπειας.

Με δεδομένους τους πολλούς αστάθμητους παράγοντες, οποιαδήποτε πρόβλεψη για το πώς θα εξελιχθεί η ερχόμενη σούπερ εκλογική χρονιά θα ήταν παρακινδυνευμένη. Ένα όμως είναι βέβαιο: από τον Ιανουάριο μέχρι και το Σεπτέμβριο οι Γερμανοί θα ζήσουν έναν έντονο, παρατεταμένο προεκλογικό αγώνα.

Χωρίς εκπλήξεις η εκλογή Προέδρου

Η πρώτη ημερομηνία-ορόσημο είναι η 12η Φεβρουαρίου, οπότε εκλέγεται ο νέος Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Μολονότι δεν αναμένονται αυτή τη φορά μεγάλες εκπλήξεις στην Ομοσπονδιακή Συνέλευση, η εκλογή Προέδρου στέλνει σημαντικά μηνύματα ενόψει των εκλογικών αναμετρήσεων που έπονται. Ο σοσιαλδημοκράτης νυν υπουργός Εξωτερικών Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάγερ, κοινός υποψήφιος SPD και Χριστιανοδημοκρατών, αναμένεται να αποσπάσει τη θετική ψήφο του σώματος και διαδεχθεί τον νυν Πρόεδρο Γιόαχιμ Γκάουκ. Προδικάζει η συμφωνία αυτή των δυο μεγάλων κομμάτων και τη συνέχιση της κυβερνητικής τους συνεργασίας σε ομοσπονδιακό επίπεδο; Μάλλον όχι. Εντούτοις ένα από τα μηνύματα είναι και το εξής: για άλλη μια φορά δεν κατέστη δυνατόν να επιτευχθεί μια εναλλακτική πλειοψηφία, για παράδειγμα με τη συνεργασία SPD, Αριστεράς και Πρασίνων ή Χριστιανοδημοκρατών και Πρασίνων.

Η πρώτη εκλογική αναμέτρηση της χρονιάς -ωστόσο ήσσονος πολιτικής σημασίας- είναι οι περιφερειακές εκλογές στο κρατίδιο του Σάαρ στις 26 Μαρτίου. Εκεί η Άγκελα Μέρκελ μπορεί να ελπίζει και στην πρώτη εκλογική επιτυχία της χρονιάς αφού η νυν χριστιανοδημοκράτισσα πρωθυπουργός Άννεγκρετ Κραμπ-Καρενμπάουερ προηγείται με 10 ποσοστιαίες μονάδες των Σοσιαλδημοκρατών. Η ίδια θέλει να συνεχίσει να συγκυβερνά μαζί τους, το ίδιο και οι πολίτες, όπως δείχνουν σχετικές δημοσκοπήσεις.

Η μεγάλη μάχη του NRW

Σε παρόμοια θετικά μηνύματα ελπίζει ο πρόεδρος του SPD Γκάμπριελ από τις εκλογές στο κρατίδιο του Σλέσβιγκ-Χόλσταϊν που θα ακολουθήσουν στις 7 Μαΐου, αφού όλα δείχνουν τη συνέχιση του νυν κυβερνητικού συνασπισμού υπό τον σοσιαλδημοκράτη πρωθυπουργό Τόστεν Άλμπιγκ. Βάσιμες, δημοσκοπικά, ελπίδες για ένα ισχυρό μήνυμα μπορούν να έχουν και οι Φιλελεύθεροι του Κρίστιαν Λίντνερ, με τις σφυγμομετρήσεις να προεξοφλούν ένα διψήφιο ποσοστό. Αμελητέα, αντίθετα, η παρουσία του εθνολαϊκιστικού AfD που φέρεται να λαμβάνει μόλις 6% στο εν λόγω κρατίδιο.

Η σημαντικότερη περιφερειακή εκλογική αναμέτρηση όμως, που θεωρείται συνήθως και πρόκριμα για τις ομοσπονδιακές εκλογές, είναι εκείνη στο πολυπληθέστερο κρατίδιο της Γερμανίας, στη Βόρεια Ρηνανία Βεστφαλία (NRW) στις 14 Μαΐου, τέσσερις δηλαδή μήνες πριν στηθούν οι κάλπες σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις ούτε η νυν συγκυβέρνηση SPD και Πρασίνων, αλλά ούτε και μια πιθανή συμμαχία CDU και FDP αναμένεται να συγκεντρώσουν την απαιτούμενη πλειοψηφία. Σε περίπτωση που οι Σοσιαλδημοκράτες χάσουν όντως το κρατίδιο αυτό, θα είναι ένα ισχυρότατο πλήγμα για το κόμμα και τον Ζίγκμαρ Γκάμπριελ προσωπικά. Πιθανότερα μετεκλογικά σενάρια στην παρούσα φάση είναι είτε ένας μεγάλος συνασπισμός, είτε η συνεργασία ενός εκ των μεγάλων με δυο μικρότερα κόμματα. Με το ξενοφοβικό AfD πάντως, που αναμένεται να εκπροσωπηθεί για πρώτη φορά στην τοπική Βουλή του NRW, δεν θέλει να συνεργαστεί κανείς.

Με το βλέμμα στο ξενοφοβικό AfD

Στα μέσα του ερχόμενου Σεπτεμβρίου πραγματοποιούνται οι ομοσπονδιακές εκλογές και όλα τα νυν κοινοβουλευτικά κόμματα έχουν στραμμένο το βλέμμα τους στις επιδόσεις των εθνολαϊκιστών της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD). Ότι το ξενοφοβικό κόμμα θα εκπροσωπηθεί για πρώτη φορά στην Bundestag μπορεί να θεωρείται βέβαιο, αυτό που απομένει να βγάλει η κάλπη είναι απλώς το τελικό ποσοστό που όπως όλα δείχνουν θα είναι διψήφιο. Δεδομένου ότι και οι Φιλελεύθεροι έχουν και πάλι ελπίδες να ξαναμπούν στη Βουλή μετά το αναγκαστικό διάλειμμα των τελευταίων τριών ετών, η επόμενη Βουλή θα είναι μάλλον και για πρώτη φορά στα χρονικά επτακομματική.

Υπό αυτή την έννοια ο σχηματισμός κυβέρνησης αναμένεται να εξελιχθεί σε γρίφο για δυνατούς λύτες. SPD και CDU/CSU απορρίπτουν δημοσίως το ενδεχόμενο συνέχισης της μεταξύ τους συνεργασίας, εκφράζοντας φόβους ότι αυτό μπορεί να ενισχύσει ακόμη περισσότερα τα άκρα του πολιτικού τόξου. Την ίδια ώρα οι Σοσιαλδημοκράτες φλερτάρουν έντονα με την ιδέα συγκρότησης ενός νέου κυβερνητικού σχήματος με Πράσινους και την Αριστερά, που θα είχε πολιτική πρεμιέρα στο Βερολίνο.

Οι Χριστιανοδημοκράτες από την άλλη ελπίζουν στην επιστροφή των Φιλελευθέρων στα έδρανα της Bundestag, προκειμένου να μαγειρέψουν ξανά μια γνωστή -τόσο σε ομοσπονδιακό (2009-2013) όσο και σε περιφερειακό επίπεδο- πολιτική συνταγή. Ακόμη κι αν τα καταφέρουν όμως οι Ελεύθεροι Δημοκράτες, τα κουκιά δεν φτάνουν. Θα απαιτούνταν λοιπόν ένας ακόμη εταίρος που δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τους Πράσινους. Στο πρόσφατο συνέδριο των τελευταίων όμως ενισχύθηκε η αριστερή πτέρυγα του κόμματος που προκρίνει περισσότερο τη συνεργασία με Αριστερά και Σοσιαλδημοκράτες. Απομένουν οι εθνολαϊκιστές με τους οποίους όμως δεν θέλει να συνεργαστεί κανείς.

Γ. Μπλανκ / Τ. Λάνιγκ (dpa) / Κ. Συμεωνίδης

Πηγή: Deutsche Welle