Του Luigi Scazzieri

Στις 4 Δεκεμβρίου, οι Ιταλοί θα ψηφίσουν σε ένα δημοψήφισμα για τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις. Παρά τις ανησυχίες, η πολιτική και οικονομική σταθερότητα της Ιταλίας είναι απίθανο να τεθεί σε κίνδυνο, ακόμη κι αν οι ψηφοφόροι απορρίψουν τις μεταρρυθμίσεις.

Η πολιτική σταθερότητα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες είναι υπό απειλή από τον λαϊκισμό. Μια εξαίρεση σε αυτό το σημείο ήταν ένας απίθανος υποψήφιος: η Ιταλία. Υπάρχει ασφαλώς ένα ιταλικό brand που ενσωματώνει τις όχι-mainstream απόψεις στη Λίγκα του Βορρά και το Κίνημα 5 Αστέρων. Αλλά μέχρι στιγμής, η Ιταλία έχει αντισταθεί στους πειρασμούς του λαϊκισμού, παρά την οικονομική δυσπραγία και την μεταναστευτική κρίση. Οι φορείς χάραξης πολιτικής και οι επενδυτές φοβούνται ότι το επικείμενο δημοψήφισμα μπορεί να το αλλάξει αυτό και οι αποδόσεις των ιταλικών κρατικών ομολόγων έχουν αυξηθεί. Ο πρωθυπουργός Matteo Renzi, ο οποίος ξεκίνησε τις μεταρρυθμίσεις, έχει επανειλημμένως δηλώσει πως θα παραιτηθεί εάν χάσει το δημοψήφισμα. Αλλά παρά την πιθανότητα παραίτησής του, το συνταγματικό δημοψήφισμα δεν αποτελεί μεγάλη απειλή για την ιταλική οικονομική και πολιτική σταθερότητα.

Η συνταγματική μεταρρύθμιση στόχο έχει να εξορθολογίσει την νομοθετική διαδικασία και να δώσει περισσότερες εξουσίες στην κυβέρνηση και στο κάτω σώμα της βουλής, την Βουλή των Αντιπροσώπων. Η κύρια αλλαγή είναι να μετατραπεί η Γερουσία από ένα άμεσα εκλεγμένο ανώτερο σώμα, σε ένα (εν πολλοίς) συμβουλευτικό όργανο που εκπροσωπεί τις ιταλικές πόλεις και περιφέρειες. Η μεταρρύθμιση θα αυξήσει επίσης τις αρμοδιότητες της κεντρικής κυβέρνησης έναντι των περιφερειακών και τοπικών αρχών.

Η μεταρρύθμιση είναι στενά συνδεδεμένη με το νέο εκλογικό νόμο για την κάτω βουλή, που εγκρίθηκε το 2015. Αυτή η νέα εκλογική διαδικασία δίνει το 55% των εδρών στο κόμμα με τον μεγαλύτερο αριθμό των ψήφων, και είναι το πρώτο μέρος του πακέτου της συνταγματικής μεταρρύθμισης του Renzi, με τη συνταγματική μεταρρύθμιση να είναι το δεύτερο.

Οι υποστηρικτές των συνταγματικών αλλαγών υποστηρίζουν ότι θα οδηγήσουν σε μια ισχυρότερη εκτελεστική εξουσία βασισμένη σε πιο σταθερές πλειοψηφίες στη βουλή, και ότι αυτό θα διευκολύνει τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για την τόνωση της ανάπτυξης, της απασχόλησης, και τελικά την μείωση του ιταλικού δημοσίου χρέους.

Εάν οι Ιταλοί εγκρίνουν τις μεταρρυθμίσεις, η θέση του Renzi θα ενισχυθεί και μπορεί να μπει στον πειρασμό να διεξάγει πρόωρες εκλογές για να παγιώσει την πλειοψηφία του. Τότε θα βρίσκεται σε ισχυρότερη θέση για να προωθήσει την οικονομική ατζέντα της Ιταλίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένης μιας προσπάθειας για δημοσιονομική τόνωση σε όλη την ευρωζώνη.

Ωστόσο, οι τωρινές δημοσκοπήσεις υποδηλώνουν ότι οι ψηφοφόροι είναι πιθανό να απορρίψουν τις μεταρρυθμίσεις, με το "όχι" να προηγείται με 4-5 μονάδες. Για πολλούς, το να ψηφίσουν "όχι" δεν είναι μια απόρριψη της συνταγματικής μεταρρύθμισης per se, αλλά ένας τρόπος να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους με την κυβέρνηση. Αλλά υπάρχουν επίσης και άλλοι, μεταξύ των οποίων αξιοσέβαστες πολιτικές προσωπικότητες όπως ο πρώην πρωθυπουργός Mario Monti, ο οποίος αντιτίθεται στις μεταρρυθμίσεις επί της ουσίας. Υποστηρίζουν ότι στην εκτελεστική εξουσία θα δοθούν υπερβολικές εξουσίες εάν η Γερουσία υποβαθμιστεί σε ένα συμβουλευτικό σώμα και το μεγαλύτερο κόμμα πάρει την πλειοψηφία στην κάτω Βουλή. Οι επικριτές υποστηρίζουν επίσης ότι η προτεινόμενη κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Γερουσίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων και μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης και των περιφερειών, είναι ασαφής και θα μπορούσε να οδηγήσει σε αψιμαχίες.

Εάν οι ψηφοφόροι απορρίψουν τις μεταρρυθμίσεις και ο Renzi παραιτηθεί, ορισμένοι παρατηρητές εντός και εκτός της χώρας φοβούνται μια νέα και ενδεχομένως πιο επικίνδυνη φάση πολιτικής αστάθειας στην Ιταλία. Η παραίτηση Renzi θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέες εκλογές και να ανοίξει το δρόμο σε μια κυβέρνηση υπό το λαϊκιστικό Κίνημα 5 Αστέρων –ένα κόμμα επικριτικό της ΕΕ, υπέρ του δημοψηφίσματος για τη συμμετοχή της Ιταλίας στην ευρωζώνη και κατά των κυρώσεων στη Ρωσία. Η επίλυση της ακόμη άλυτης τραπεζικής κρίσης θα μπορούσε να γίνει ακόμη δυσκολότερη, και η αργή διαδικασία μεταρρύθμισης και η οικονομική ανάκαμψη, θα μπορούσαν να διακοπούν εντελώς.

Αυτοί οι φόβοι είναι κατανοητοί αλλά υπερβολικοί. Η επίδραση του "όχι" στην πολιτική σταθερότητα της Ιταλίας αναμένεται να είναι συγκρατημένη. Η παραίτηση Renzi δεν θα οδηγήσει αυτομάτως σε νέες εκλογές. Ο Ιταλός πρόεδρος, Sergio MAttrarella, πρώτα θα διερευνούσε τις επιλογές για μια νέα κυβέρνηση. θα μπορούσε ακόμη και να δώσει στον Renzi μια νέα εντολή για να σχηματίσει νέα κυβέρνηση –ή πιο πιθανό, να δώσει σε μια τεχνοκρατική προσωπικότητα όπως ο υπουργός Οικονομικών Pier Carlo Padoan την εντολή να κυβερνήσει.

Τα κόμματα που απαρτίζουν αυτή τη στιγμή τον κυβερνητικό συνασπισμό έχουν ένα ισχυρό κίνητρο να διατηρήσουν την τρέχουσα βουλή και να υποστηρίξουν την δημιουργία νέας κυβέρνησης. Το Forza Italia του πρώην πρωθυπουργού Silvio Brelusconi, που φέρεται να παίρνει στις δημοσκοπήσεις το 10%, φαίνεται επίσης ανοιχτό να ενταχθεί σε μια ευρεία κυβέρνηση συνασπισμού (όπως έχει κάνει στο παρελθόν).

Τα mainstream κόμματα φοβούνται τις εκλογές εξαιτίας της πιθανότητας μιας ισχυρής επίδοσης από το κίνημα των 5 Αστέρων –ακόμη περισσότερο τώρα μετά από την απόφαση για το Brexit και την εκλογή του Donald Trump. Ωστόσο, ακόμη κι αν διεξαχθούν πρόωρες εκλογές, είναι πολύ απίθανο ότι θα οδηγήσουν σε μια κυβέρνηση με επικεφαλής το Κίνημα των 5 Αστέρων. Οι εκλογικοί νόμοι για την κάτω βουλή και τη Γερουσία το αποτρέπουν. Εάν το κίνημα γίνει το μεγαλύτερο κόμμα, θα έχει το 55% των εδρών στην κάτω βουλή αλλά θα κερδίσει μόνο το ένα τρίτο των εδρών στη Γερουσία (αντίστοιχα με το προβλεπόμενο ποσοστό των ψήφων), η οποία εκλέγεται με ένα πρότυπο αναλογικό σύστημα. Ως αποτέλεσμα, δεν θα ήταν σε θέση να σχηματίσει κυβέρνηση, καθώς οι Ιταλικές κυβερνήσεις χρειάζονται την ψήφο εμπιστοσύνης και από τα δύο σώματα.

Εάν κερδίσει το "όχι" και δεν υπάρξουν πρόωρες εκλογές, μια κυβέρνηση υπό τον Renzi ή τον Padoan θα οδηγήσει την χώρα προς τις εκλογές στα τέλη του 2017 ή το 2018. Ακόμη και έτσι είναι απίθανο να προκύψει μία νίκη του Κινήματος 5 Αστέρων. Είτε οι μεταρρυθμίσεις περάσουν είτε όχι, το συνταγματικό δικαστήριο της Ιταλίας πρόκειται να εκδικάσει μια υπόθεση για τον εκλογικό νόμο στη Βουλή των Αντιπροσώπων, και είναι πιθανό να απαιτήσει αλλαγές για να καταστεί το σύστημα πιο αναλογικό. Ένα τέτοιο σύστημα θα καθιστούσε ακόμη πιο δύσκολο για ένα ενιαίο κόμμα να κερδίσει την αυτοδυναμία, και να οδηγήσει σε συνέχιση των κυβερνήσεων συνασπισμού, στις οποίες το Κίνημα αρνείται να συμμετέχει.

Εάν οι Ιταλοί απορρίψουν τις συνταγματικές αλλαγές, δεν είναι απαραίτητη μια αποκήρυξη των οικονομικών μεταρρυθμίσεων. Η κυβέρνηση έχει υπερεκτιμήσει την οικονομική διάσταση των μεταρρυθμίσεων, οι οποίες από μόνες τους δεν κάνουν τίποτα για να αντιμετωπίσουν τις αδυναμίες της Ιταλίας, όπως τη χαμηλή παραγωγικότητα, την άκαμπτη αγορά εργασίας, την αναποτελεσματική δημόσια διοίκηση και τις χρονοβόρες δικαστικές διαδικασίες.

Ο Renzi ισχυρίζεται πως οι μεταρρυθμίσεις θα επισπεύσουν τη νομοθετική διαδικασία, υποστηρίζοντας ότι αυτή τη στιγμή έχουν επιβραδυνθεί από το πώς περνάνε επανειλημμένως η Βουλή των Αντιπροσώπων και η Γερουσία νομοσχέδια, προσθέτοντας τροποποιήσεις. Αλλά η ταχύτητα της θέσπισης νόμων δεν είναι βασικό ζήτημα: κάθε χρόνο, η Ιταλία περνάει περισσότερους νόμους από ό,τι η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Ούτε είναι μεγάλο πρόβλημα οι πολλαπλές αναγνώσεις των νομοσχεδίων: στο διάστημα 2008-2013, οι 301 από τους 391 νόμους, εγκρίθηκαν μετά από μια απλή ανάγνωση τόσο στη Γερουσία όσο και στη Βουλή των Κοινοτήτων. Επιπλέον, οι κυβερνήσεις έχουν όλο και περισσότερο περάσει σε διαδικασία fast-track τους επίμαχους νόμους, συνδέοντάς τους με μια ψήφο εμπιστοσύνης και μπλοκάροντας τυχόν κοινοβουλευτικές τροπολογίες.

Οι συνταγματικές αλλαγές είναι επίσης απίθανο να οδηγήσουν σε πιο ομογενείς ιδεολογικά και μεταρρυθμιστικές κυβερνήσεις. Οι υποστηρικτές ισχυρίζονται ότι το εκλογικό σώμα και οι συνταγματικές μεταρρυθμίσεις θα οδηγήσουν σε κυβερνήσεις με σταθερές πλειοψηφίες. Αυτό είναι αμφίβολο: το σύστημα επιτρέπει στα κόμματα να ανταγωνίζονται μεταξύ τους και να διασφαλίζουν την πλειοψηφία, επιτρέποντας την πιθανότητα ex-ante συμμαχιών οι οποίες μπορεί να διαλυθούν όταν βρεθούν στην κυβέρνηση. Ούτε είναι οι κυβερνήσεις με μεγάλη πλειοψηφία απαραιτήτως μεταρρυθμιστικές. Η κυβέρνηση Berlusconi στο διάστημα 2008-2011 δεν ήταν ούτε πρόθυμη ούτε ικανή να εφαρμόσει εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις παρά τη μεγάλη πλειοψηφία. Αντιθέτως, διαδοχικές κυβερνήσεις συνασπισμού από το 2011 ήταν σε θέση να υιοθετήσουν σειρά αμφιλεγόμενων μέτρων, όπως την αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης.

Όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα, το ιταλικό δημοψήφισμα δεν είναι η κρίσιμη καμπή στην ιταλική πολιτική που πολλοί θεωρούν πως είναι. Μετά από τις 4 Δεκεμβρίου, η τωρινή ή μια νέα κυβέρνηση θα συνεχίσει να προωθεί τον δύσκολο δρόμο των στοιχειωδών οικονομικών μεταρρυθμίσεων και να οδηγεί την χώρα προς νέες εκλογές στα τέλη του 2017 ή το 2018. Την ίδια στιγμή, θα προσπαθήσει να αλλάξει τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες προς όφελός της, και να πιέσει για πιο επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: http://www.cer.org.uk/insights/italys-referendum-much-ado-about-little