Του 

Σε μία δημοκρατία, ο "λαός" είναι ο ανώτατος διαιτητής και η σοφία του εκφράζεται μέσω της εκλογικής διαδικασίας. Αυτή είναι η υπόθεση επί της οποίας ο σύγχρονος κόσμος έχει χτιστεί από τότε που ο Θεός και οι μονάρχες άρχισαν να ξεθωριάζουν από το προσκήνιο. Τον τελευταίο καιρό ωστόσο, η σοφία του λαού έχει πέσει λίγο έξω. Στη μία χώρα μετά την άλλη, από τις Φιλιππίνες έως τις ΗΠΑ και από την Ουγγαρία έως την Ινδία, ο λαός έχει επιλέξει να ενισχύσει δημαγωγούς για να μην αναφερθούμε σε αυτούς που σου "την πέφτουν" κατ' εξακολούθηση.

Η πίστη του πρόεδρου των Φιλιππίνων Ροντρίγκο Ντουέρτε στις εξωδικαστικές δολοφονίες βοήθησε να τονωθούν τα ποσοστά στήριξής του σχεδόν στο 90%. Η ασύστολη ομοφοβία, ισλαμοφοβία και ο αντισημιτισμός του κυβερνώντος κόμματος "Νόμος και Δικαιοσύνη" της Πολωνίας δεν έχει επιφέρει κανένα απολύτως πλήγμα στη δημοτικότητά του. Τις τελευταίες εβδομάδες, τα ξενοφοβικά αισθήματα έχουν οξυνθεί στη Βρετανία, την παλαιότερη δημοκρατία του κόσμου, από μία κυβέρνηση που δανείζεται θέσεις του βρετανικού ακροδεξιού κόμματος Ανεξαρτησίας (UKIP).

Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι τα πιο γνωστά ονόματα της δημοσιογραφίας ούτε ανέμεναν ούτε μπορούν να εξηγήσουν σε ικανοποιητικό βαθμό την εντυπωσιακή παγκόσμια άνοδο της δημαγωγίας – ένα είδος ακραίας δημοκρατίας που απειλεί να εκτροχιάσει την οικονομική παγκοσμιοποίηση και να ριζοσπαστικοποιήσει την πολιτική ζωή. Η κοσμοθεωρία τους διαμορφώθηκε από την κυρίαρχη ιδεολογία της μεταψυχροπολεμικής εποχής: πρόοδος μέσω τεχνοκρατικού καπιταλισμού και φιλελεύθερους-δημοκρατικούς διαχειριστές.

Όπως έγραψε τον προηγούμενο μήνα αρθρογράφος των Financial Times Wolfgang Münchau "πολλοί αναλυτές, συμπεριλαμβανομένου εμού, σχημάτισαν την προσωπικότητά τους από τη δεκαετία του '80 και μετά”. Η σοβιετική αυτοκρατορία είχε καταρρεύσει, αμαυρώνοντας όχι μόνο τον κομμουνισμό αλλά επίσης και ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών και κοινωνικο-δημοκρατικών ιδεωδών. Τη δεκαετία του '90, σημαντικοί πολιτικοί της κεντροαριστεράς (ο Μπιλ Κλίντον, o Τόνι Μπλερ και ο Γκέρχαρντ Σρέντερ) καθώς και της συντηρητικής Δεξιάς άρχισαν να υποστηρίζουν τη μεγαλύτερη απορρύθμιση και τις ιδιωτικοποιήσεις. Η ομοφωνία τους βρήκε απήχηση στα μέσα ενημέρωσης.

Η "Λαϊκιστική Έκρηξη: Πώς η Μεγάλη Ύφεση μεταμόρφωσε την αμερικανική και ευρωπαϊκή πολιτική”, ένα μικρό βιβλίο του John B. Judis, εξηγεί γιατί οι δημοσιογράφοι που έχουν μία αίσθηση της ιστορίας -και αυτό είναι το ειρωνικό- δεν πρέπει να μπερδεύονται από την εντυπωσιακή εξέγερση ενάντια στις παγκοσμιοποιημένες ελίτ των καιρών μας. Το πεδίο ανάλυσης του Judis είναι ευρύ: Περιλαμβάνει τους Podemos στην Ισπανία, τον ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα και το Λαϊκό Κόμμα στη Δανία καθώς και τον "τραμπισμό” στην Αμερική. Αλλά προσδιορίζει το θέμα του επακριβώς.

Για παράδειγμα οι λαϊκιστές δεν θα πρέπει να συγχέονται με τους απολυταρχικούς και τους δυνάστες -"αγκαλιάζουν" τον "δημοκρατικό ανταγωνισμό για την εξουσία" αντί για την ανατροπή της. Επιπλέον, ο λαϊκισμός "δεν είναι ιδεολογία” αλλά μία πολιτική και ηθική ρητορική που φέρνει τους απλούς ανθρώπους (τα ευγενή θύματα) απέναντι από τις ελίτ (τους δόλιους ιδιοτελείς). Ένας τέτοιος ορισμός επιτρέπει στον Judis να εντοπίσει μία γενεαλογία του λαϊκισμού, από το αμερικανικό Λαϊκό Κόμμα του 1892 (το οποίο κυκλοφόρησε τον όρο) έως το Εθνικό Μέτωπο της Μαρίν Λεπέν του 2016. Του επιτρέπει να κάνει προσεκτική διάκριση ανάμεσα στην αριστερή και τη δεξιά έκδοση του λαϊκισμού, να διαχωρίσει τον Μπέρνι Σάντερς από τον Ντόναλντ Τραμπ. "Οι λαϊκιστές της Αριστεράς" γράφει "υπερασπίζονται το λαό εναντίον μίας ελίτ ή ενός κατεστημένου. Η πολιτική τους διαχωρίζει κάθετα τη βάση και τη μέση ενάντια στην κορυφή". Από την άλλη, "οι δεξιοί λαϊκιστές υπερασπίζονται τον λαό εναντίον μίας ελίτ που κατηγορούν ότι κάνει τα χατίρια μίας τρίτης ομάδας η οποία μπορεί να αποτελείται για παράδειγμα από μετανάστες, ισλαμιστές ή Αφροαμερικανούς εξτρεμιστές”.

Οι λαϊκιστές και των δύο ειδών τείνουν να απολαμβάνουν περιορισμένη επιτυχία και συχνά αδυνατούν να υπερβούν το εκλογικό κατώφλι. Ο ένας λόγος είναι ότι ο ορισμός τους για τον λαό είναι πολύ ασαφής: ο ορισμός του Τραμπ για παράδειγμα περιλαμβάνει και τα υπερχρεωμένα κολεγιόπαιδα κορυφαίων πανεπιστημίων και τους απλούς εργάτες που υποφέρουν από την εκτεταμένη αποβιομηχανοποίηση. Ένας τέτοιος λαός, που τον ενώνει ο θυμός και η δυσφορία, μπορεί εύκολα να κινητοποιηθεί αλλά είναι δύσκολο να παγιωθεί, ειδικά όταν οι λαϊκιστές αναγκάζονται να λάβουν δύσκολες επιλογές.

Οι λαϊκιστές δεν βοηθούν τον σκοπό τους, όταν εκφράζουν αιτήματα που μοιάζουν αδύνατα να υλοποιηθούν υπό τις παρούσες συνθήκες όπως η "Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για όλους”. Είναι καλύτεροι στο να επινοούν πιασάρικα συνθήματα: "το 1% έναντι του 99%”. Ωστόσο, η ανεφάρμοστη φύση των σχεδίων τους για την ανάκτηση του ελέγχου δεν μειώνει τη μαζική επιρροή τους. Είναι το σύμπτωμα μίας κρίσης, ένα αλάνθαστο σημάδι ότι η παλιά συναίνεση έχει καταρρεύσει και πρέπει να αντικατασταθεί από κάτι πιο αποδεκτό πολιτικά.

Όπως γράφει ο Judis, "τα αιτήματά τους μπορεί να αφομοιώνονται από τα μεγάλα κόμματα ή μπορούν κάλλιστα να απορριφθούν. Αλλά οι λαϊκιστές θολώνουν τα νερά”. Στις ΗΠΑ, επισημαίνει, οι λαϊκιστές από τη δεκαετία του 1890 έως τον George Wallace που υποστήριξε τον φυλετικό διαχωρισμό στη δεκαετία του 1960 "είχαν έναν υπερμεγέθη αντίκτυπο”.

Βεβαίως ο Σάντερς και ο Τραμπ έχουν ήδη αναγκάσει την Χίλαρι Κλίντον να μετατοπιστεί από πολλές από τις προηγούμενες θέσεις της σχετικά με το ελεύθερο εμπόριο. Ο ηγέτης του UKIP Nigel Farage υποστήριξε επακριβώς την προηγούμενη εβδομάδα, καθώς η βρετανική κυβέρνηση τροφοδοτεί τα αντιμεταναστευτικό αίσθημα, ότι το κόμμα του "έχει αλλάξει το κέντρο βάρους της βρετανικής πολιτικής σκηνής”.

Ωστόσο, η σοφία του λαού, την οποία διατρανώνουν τελευταία οι δημαγωγοί, πρέπει να λάβει υπόψιν της τη σοφία των διεθνών αγορών που συνήθως είναι πιο αυθαίρετη. Η λίρα κατρακυλά εν μέσω φόβων για ένα "σκληρό Brexit” και οι εθνικιστές της Σκωτίας απειλούν με απόσχιση από το Ηνωμένο Βασίλειο. Η ίδια η προσπάθεια των λαϊκιστών να ανακτήσουν τον έλεγχο καθιστά το μέλλον πιο ανεξέλεγκτο.