ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: 18:45

H Ελλάδα και η ζώνη του ευρώ βρίσκονται σε σταυροδρόμι, καθώς αντιμετωπίζουν πολλές προκλήσεις και κινδύνους την προσεχή περίοδο. Οι τρέχουσες προβλέψεις δείχνουν σταδιακή ανάκαμψη τόσο στην Ελλάδα, όσο και στη ζώνη του ευρώ. Ωστόσο, η ανάκαμψη αντιμετωπίζει διάφορες αντιξοότητες, που αφορούν  πολιτικούς κινδύνους, συνδεόμενους με την άνοδο του  λαϊκισμού και της αντιευρωπαϊκής ρητορικής, την προσφυγική κρίση, την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από τη ΕΕ (Brexit) και τα προβλήματα που κληροδότησε η κρίση, δηλ. την υψηλή ανεργία και το υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος. 

Τα παραπάνω δήλωσε σήμερα ο διοικητής της ΤτΕ Γ. Στουρνάρας, μιλώντας σε εκδήλωση της Young Presidents’ Organization στην Αθήνα.  

Ο διοικητής της ΤτΕ ανέφερε ότι είναι εφικτή η μείωση του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου από πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ από το 2018 και εξής σε 2% του ΑΕΠ, χωρίς να επηρεάζονται οι προοπτικές βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους, εφόσον συνδυαστεί με ήπια μέτρα ελάφρυνσης του χρέους. Όπως είπε, αυτή η δημοσιονομική χαλάρωση θα έχει ευεργετικές επιδράσεις στην ελληνική οικονομία, καθώς θα καταστήσει δυνατή τη μείωση της φορολογίας και την απελευθέρωση πόρων για τη στήριξη της οικονομικής δραστηριότητας, ενώ θα καταστήσει τους δημοσιονομικούς στόχους οικονομικά και κοινωνικά εφικτούς. Αναφερόμενος στις τράπεζες, χαρακτήρισε τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων ως τη μεγαλύτερη πρόκληση.

Αναφερόμενος στην ΟΝΕ, ο κ. Στουρνάρας δήλωσε επίσης ότι υπήρξαν ατέλειες στον αρχικό σχεδιασμό της νομισματικής ένωσης. Πρώτον, το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης δεν κατόρθωσε να αποτρέψει τη διόγκωση του δημόσιου χρέους στο διάστημα πριν από την κρίση. Δεύτερον, δεν υπήρχε παρακολούθηση και έλεγχος των μακροοικονομικών ανισορροπιών και της εξέλιξης του ιδιωτικού χρέους. Τέλος, όταν ξέσπασε η ελληνική κρίση το 2010, τα εργαλεία διαχείρισης και επίλυσης κρίσεων στη ζώνη του ευρώ ήταν από υποτυπώδη έως ανύπαρκτα λόγω των ανησυχιών για ηθικό κίνδυνο και λόγω της έλλειψης ενός κατάλληλου θεσμικού πλαισίου. Στη θεσμική συγκρότηση της ΟΝΕ δεν υπήρχε καμία πρόβλεψη για επιμερισμό των κινδύνων, ανέφερε.

Αναφερόμενος στα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα από το 2010, ο διοικητής της ΤτΕ είπε ότι πέτυχαν την εξάλειψη των μεγάλων μακροοικονομικών και δημοσιονομικών ανισορροπιών, παρά τις όποιες καθυστερήσεις και αστοχίες.

Τα επόμενα βήματα 

Σύμφωνα με τον διοικητή της ΤτΕ, Ενόψει των κινδύνων και προκλήσεων, οι επόμενες κινήσεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για να βελτιωθεί το αναπτυξιακό δυναμικό και για τη θωράκιση της Ελλάδος και της ζώνης του ευρώ  απέναντι σε μελλοντικές διαταραχές, καθώς και αυξημένο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών, σύγκλιση και επιμερισμό των κινδύνων εντός της ΟΝΕ.

Δράσεις για να βελτιωθούν οι αναπτυξιακές προοπτικές και να καταστούν η Ελλάδα και η ζώνη του ευρώ ανθεκτικότερες σε μελλοντικές διαταραχές

Όπως επισημαίνεται στην Έκθεση των Πέντε Προέδρων, οι οικονομίες της ζώνης του ευρώ θα πρέπει να είναι ικανές για εσωτερική απορρόφηση των διαταραχών. Για να αναπτυχθεί αυτή η ικανότητα χρειάζεται να αρθούν οι δυσκαμψίες στις αγορές εργασίας, προϊόντων και κεφαλαίων, ούτως ώστε ο μηχανισμός προσαρμογής των σχετικών τιμών να μπορεί να λειτουργεί ευέλικτα και έγκαιρα (ελλείψει της δυνατότητας προσαρμογής της συναλλαγματικής ισοτιμίας) και οι πόροι να ανακατανέμονται χωρίς καθυστέρηση στις πλέον παραγωγικές χρήσεις. 

Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στις αγορές εργασίας και προϊόντων, καθώς και η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και της λειτουργίας του δημόσιου τομέα, θα προσελκύσουν ιδιωτικές επενδύσεις, θα αυξήσουν την απασχόληση, την παραγωγικότητα και τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και θα καταστήσουν την οικονομία ανθεκτικότερη σε μελλοντικές διαταραχές. 

Επιπλέον, ορισμένες από αυτές τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις (π.χ. η μείωση της γραφειοκρατίας) θα αυξήσουν τις προσδοκίες για τα μελλοντικά εισοδήματα και έτσι θα ενισχύσουν την εμπιστοσύνη και τη ζήτηση βραχυπρόθεσμα, στηρίζοντας την ανάκαμψη. Επίσης, οι πολιτικές που αυξάνουν τη συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό και μειώνουν τη διαρθρωτική ανεργία είναι απαραίτητες για την τόνωση της μελλοντικής ανάπτυξης και απασχόλησης. 

Προϋπόθεση η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων

Στην Ελλάδα, ανέφερε ο κ. Στουρνάρας, αναγκαία προϋπόθεση της οικονομικής ανάκαμψης είναι η απαρέγκλιτη εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που περιγράφονται στο νέο πρόγραμμα του ESM. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις αναμένεται να ενθαρρύνουν την καινοτομία και την εισαγωγή νέων τεχνολογιών αυξάνοντας τον ανταγωνισμό σε διαφόρους τομείς και προσελκύοντας νέες επενδύσεις, εγχώριες και ξένες. 

Αυτές οι εξελίξεις θα βελτιώσουν την ποιότητα των ελληνικών εξαγωγών, θα διευρύνουν την εξαγωγική βάση και θα ενισχύσουν τη συνολική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Το γεγονός αυτό θα καταστήσει διατηρήσιμη την εξάλειψη του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που επιτεύχθηκε την τελευταία εξαετία, ενώ παράλληλα θα αυξήσει το δυνητικό προϊόν σε μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα. 

Επιπλέον, η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και η ταχεία προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων είναι τα ισχυρότερα μέσα όχι μόνο για την τόνωση της επενδυτικής δραστηριότητας και την επίτευξη διατηρήσιμων ρυθμών ανάπτυξης, αλλά και για την υποβοήθηση της δημοσιονομικής προσαρμογής, καθώς συμβάλλουν στην αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Το Ελληνικό Δημόσιο, για ιστορικούς λόγους, έχει στην κυριότητά του ακίνητα, η αξιοποίηση των οποίων μπορεί να προσελκύσει επενδύσεις και να μειώσει το δημόσιο χρέος. Είναι μια ευκαιρία που παραμένει ανεκμετάλλευτη, αλλά καθιστά αναγκαία τη θέσπιση κατάλληλης νομοθεσίας για τις χρήσεις γης. 

Παράλληλα με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, και προκειμένου να διευκολυνθεί η τρέχουσα ανάκαμψη στη ζώνη του ευρώ μέσω της επιτάχυνσης των χορηγήσεων, είναι επιτακτική η ανάγκη αντιμετώπισης του προβλήματος της υπερχρέωσης του ιδιωτικού τομέα. Το υψηλό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων αφενός μειώνει την κερδοφορία των τραπεζών και έτσι δυσχεραίνει την προσφορά πιστώσεων, κάτι το οποίο πλήττει κατά κύριο λόγο τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες εξαρτώνται από τις τράπεζες για χρηματοδότηση, και αφετέρου καθυστερεί την αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων και έτσι περιορίζει τη δυνατότητα των βιώσιμων επιχειρήσεων να χρηματοδοτήσουν νέα επενδυτικά προγράμματα.

Το υψηλό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και την ελληνική οικονομία. Η Ελλάδα έχει το υψηλότερο μετά την Κύπρο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στην Ευρώπη, το οποίο στο τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2016 ανερχόταν στο 45% του συνόλου των ανοιγμάτων ή σε 108,7 δισεκ. ευρώ.

Αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε εξέλιξη διάφορες πρωτοβουλίες για την καθιέρωση ενός πλαισίου διευθέτησης του ιδιωτικού χρέους που θα χαρακτηρίζεται από ταχύτερες και αποτελεσματικότερες διαδικασίες. Αυτές οι πρωτοβουλίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων: (α) την πρόσφατα ψηφισθείσα τροποποίηση του ν. 4354/2015, η οποία ανοίγει το δρόμο για τη δημιουργία δευτερογενούς αγοράς μη εξυπηρετούμενων δανείων, (β) τη θέσπιση ενισχυμένου πλαισίου για τον εξωδικαστικό διακανονισμό του χρέους και της προπτωχευτικής διαδικασίας, (γ) την άρση μιας σειράς φορολογικών εμποδίων για δανειολήπτες και δανειστές, (δ) την πρόσφατη αναθεώρηση του Κώδικα Δεοντολογίας των τραπεζών με σκοπό τη διαφάνεια, αποτελεσματικότητα και, όπου ενδείκνυται, ευελιξία στην αντιμετώπιση των συνεργάσιμων δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εξυπηρέτηση του χρέους τους, (ε) τις τροποποιήσεις της νομοθεσίας με σκοπό να εξασφαλιστεί η συνεργασία των παλαιών μετόχων στην αναδιάρθρωση των επιχειρήσεών τους, (στ) την εισαγωγή ενός πλαισίου συνολικής παρακολούθησης των δραστηριοτήτων των τραπεζών στον τομέα της διευθέτησης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και, τέλος, (ζ) μια σειρά από στόχους και βασικούς δείκτες επιδόσεων με σκοπό τη μείωση του συνόλου των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων κατά 40% μέχρι το τέλος του 2019.

Μεταρρυθμίσεις του θεσμικού πλαισίου της ΟΝΕ που προάγουν το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών, τη σύγκλιση και τον επιμερισμό των κινδύνων

Ο μηχανισμός προσαρμογής στο πλαίσιο της ΟΝΕ θα πρέπει να ρυθμιστεί ώστε να εξασφαλίζεται ότι θα λειτουργεί εξίσου αποτελεσματικά για τις χώρες με συνεχή ελλείμματα στο εξωτερικό ισοζύγιο και για τις χώρες με συνεχή πλεονάσματα στο εξωτερικό ισοζύγιο. Προς το σκοπό αυτό, η Διαδικασία Μακροοικονομικών Ανισορροπιών θα πρέπει να ενισχυθεί και να ενθαρρύνει μεταρρυθμίσεις στις χώρες που έχουν συσσωρεύσει μεγάλα και συνεχή πλεονάσματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Οι χώρες που επλήγησαν από την κρίση έχουν βελτιώσει τις εξωτερικές τους θέσεις λόγω αφενός της αύξησης των εξαγωγών χάρη στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και αφετέρου της μείωσης των εισαγωγών εξαιτίας της ύφεσης της οικονομίας. Αντίθετα, οι χώρες που είχαν πλεονάσματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών πριν από την κρίση δεν συνέβαλαν στην τόσο αναγκαία αναδιάρθρωση λόγω της ανεπαρκούς εγχώριας ζήτησης και του χαμηλού αναπτυξιακού δυναμικού.

Ο επιμερισμός των κινδύνων στο πλαίσιο της ΟΝΕ θα πρέπει να ενισχυθεί στο πνεύμα των προτάσεων της Έκθεσης των Πέντε Προέδρων. Ο επιμερισμός των κινδύνων του ιδιωτικού τομέα μπορεί να γίνει μέσω δράσεων που θα οδηγήσουν σε μια πραγματική χρηματοπιστωτική ένωση με πλήρως ενοποιημένες χρηματοπιστωτικές αγορές και αγορές κεφαλαίων. Μεταξύ αυτών των δράσεων είναι η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης μέσω της δημιουργίας ενός κοινού Συστήματος Ασφάλισης των  Καταθέσεων και της καθιέρωσης ενός αξιόπιστου κοινού μηχανισμού δημοσιονομικής στήριξης του Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης που αποτελεί πυλώνα του Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης. Τα μέτρα αυτά είναι αναγκαία για να βελτιωθεί η εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα και να σπάσει ο φαύλος κύκλος τραπεζών – Δημοσίου. 

Μια γνήσια Ένωση των Κεφαλαιαγορών μπορεί να προωθηθεί μέσω νομοθετικών αλλαγών που θα επιβάλλουν εναρμόνιση με βέλτιστες πρακτικές για την τιτλοποίηση, τη λογιστική, το πτωχευτικό και το εταιρικό δίκαιο, τα περιουσιακά δικαιώματα κ.λπ. Αυτές οι αλλαγές θα καταστήσουν δυνατή τη βαθύτερη ενοποίηση των αγορών ομολόγων και μετοχών και θα εξασφαλίσουν την πρόσβαση των επιχειρήσεων (και ιδίως των μικρομεσαίων) στις αγορές κεφαλαίων, η οποία θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς την τραπεζική χρηματοδότηση. Η Ένωση των Κεφαλαιαγορών θα ενισχύσει τις διασυνοριακές επενδύσεις και, ως εκ τούτου, τον επιμερισμό κινδύνων του ιδιωτικού τομέα μεταξύ των χωρών, καθώς θα χαλαρώσει η συσχέτιση των αποδόσεων των περιουσιακών στοιχείων και της πρόσβασης στις πιστώσεις με την εγχώρια οικονομική κατάσταση κάθε κράτους-μέλους. 

Πέρα από την ενίσχυση των διαύλων επιμερισμού των κινδύνων του ιδιωτικού τομέα, απαιτείται και ένα εργαλείο δημοσιονομικής σταθεροποίησης στη ζώνη του ευρώ ως σύνολο με σκοπό την απορρόφηση μεγάλων μακροοικονομικών διαταραχών, δηλ. επιμερισμός των κινδύνων του δημόσιου τομέα. Αυτό το εργαλείο θα παρέχει ουσιαστική ασφάλιση έναντι ασύμμετρων διαταραχών, ενώ σε περίπτωση συμμετρικών διαταραχών θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς την ενιαία νομισματική πολιτική, ιδίως όταν τα βασικά επιτόκια βρίσκονται σε μηδενικά επίπεδα. 

Αν και επί του παρόντος η διάθεση για πλήρη δημοσιονομική ένωση φαίνεται περιορισμένη, υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι να προχωρήσουμε σύμφωνα με τις προτάσεις υπευθύνων χάραξης πολιτικής και ακαδημαϊκών. Επί παραδείγματι, με την αξιοποίηση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων (Σχέδιο Juncker), σύμφωνα και με τις προτάσεις της Έκθεσης των Πέντε Προέδρων, ένα κοινό σύνολο ευρωπαϊκών κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση επενδυτικών προγραμμάτων σε ολόκληρη την ΕΕ θα μπορούσε να δώσει την ώθηση για μεγαλύτερη ενοποίηση στο μέλλον. Αυτά τα ευρωπαϊκά κεφάλαια θα μπορούσαν ενδεχομένως να προέλθουν από ευρωομόλογα που θα εκδίδει ο ESM. Εναλλακτικές επιλογές είναι ένα κοινό σύστημα ασφάλισης ανέργων, το οποίο θα χρηματοδοτείται μέσω εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, ή ένα ταμείο γενικού σκοπού για τις "δύσκολες μέρες”, το οποίο θα χρηματοδοτείται με ετήσιες εισφορές των κρατών-μελών στις περιόδους άνθησης της οικονομίας.

Για να αποφευχθεί το πρόβλημα του ηθικού κινδύνου, ο επιμερισμός κινδύνων του δημόσιου τομέα θα πρέπει να συνδυάζεται με στενότερο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών και μπορεί να συνδέεται με την εφαρμογή ειδικών ανά χώρα συστάσεων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, καθώς και με υγιείς και υπεύθυνες δημοσιονομικές πολιτικές σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες της ΕΕ.