Ο καθηγητής Οικονομικών του London School of Economics, Paul De Grauwe, σχολιάζει στο Capital.gr τις πρόσφατες εξελίξεις στην Ευρωζώνη και δίνει το δικό του “στίγμα” για το αύριο της Ελλάδας στη νομισματική ένωση.

Συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Μαριόλη

- Είναι έτοιμη η ΕΚΤ να λειτουργήσει ως δανειστής ύστατης ανάγκης; Ποια είναι η γνώμη σας για το σχέδιο αγοράς ομολόγων του Draghi;

Εκτιμώ ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έλαβε την σωστή απόφαση. Πρόκειται για μία σημαντική αλλαγή στη στάση της ΕΚΤ, στον τρόπο με τον οποίο παρέχει ρευστότητα. Βέβαια υπάρχουν ορισμένες πτυχές του προγράμματος οι οποίες δεν είναι ιδιαίτερα θετικές. Ένα είναι το ζήτημα των προϋποθέσεων, καθώς δεν είναι ξεκάθαρο αν θα προστεθούν και νέοι όροι. Δεν θα είναι καλό για τις χώρες που αντιμετωπίζουν προβλήματα να πρέπει να καλύψουν και επιπρόσθετους όρους. Αναγνωρίζεται πλέον ότι ορισμένες χώρες έχουν δεχτεί υπερβολικά πολλούς όρους. Υπάρχει συνεπώς ανησυχία για το πως θα λειτουργήσει στην πράξη. Αν δηλαδή οι χώρες που θα έπρεπε να χρηματοδοτηθούν από τον ESM θα δεχτούν τους όρους για να χρηματοδοτηθούν από την ΕΚΤ. Το δεύτερο έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι αγορές ομολόγων αφορούν τίτλους διάρκειας τριών ετών. Δεν το βρίσκω λογικό. Υπάρχει κίνδυνος υπερβολικών εκδόσεων βραχυπρόθεσμου χρέους κάτι που μπορεί να αλλάξει τη δομή του χρέους των χωρών αυτών. Οι αγορές ομολόγων θα έπρεπε να αφορούν όλο το φάσμα των ωριμάνσεων. Αλλά για πολιτικούς λόγους δεν έγινε κάτι τέτοιο. Είναι άσχημο που για μία ακόμη φορά η πολιτική παρεμβαίνει σε καθαρά οικονομικά ζητήματα.

- Που πιστεύετε ότι βασίζεται το σενάριο, που κυριαρχεί τον τελευταίο καιρό, και θέλει να απομακρύνεται η πιθανότητα εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ;

Πιστεύω ότι πρόκειται σαφέστατα για ένα ζήτημα πολιτικής ανάλυσης. Δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν η Ελλάδα θα μείνει για πάντα στην Ευρωζώνη. Αυτό που βλέπουμε όμως είναι ότι έχει αλλάξει η πολιτική των Ευρωπαίων. Κατά κάποιο τρόπο φαίνεται ότι Γαλλία και Γερμανία έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι καλύτερα να παραμείνει η Ελλάδα στο ευρώ. Οι φόβοι που κυριαρχούν είναι ότι θα χάσουν περισσότερα από ενδεχόμενη έξοδο της Ελλάδας καθώς και τον έλεγχο της κρίσης. Όπως φαίνεται αυτή τη στιγμή έχει αποφασιστεί να συνεχιστεί η στήριξη προς την Ελλάδα.

- Εκτιμάτε ότι θα υπάρξει μία συνολική λύση για την Ευρωζώνη, γιατί τα τελευταία δύο χρόνια μόνο οριστικές δεν είναι οι λύσεις που έχουν δοθεί.

Κατά πάσα πιθανότητα θα συνεχιστούν τα... σκαμπανεβάσματα το επόμενο διάστημα, όμως δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν έχει γίνει τίποτα τα τελευταία δύο χρόνια. Κάποια σημαντικά πράγματα έγιναν με κυριότερο τη δέσμευση της ΕΚΤ να προσφέρει απεριόριστη στήριξη. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι πριν από λίγους μήνες το θέμα του “δανειστή ύστατης ανάγκης” θεωρείτο ταμπού. Κανείς δεν ήθελε, κυρίως στη Γερμανία να μιλάει για κάτι τέτοιο και σήμερα είναι πραγματικότητα. Πρόκειται για πολύ μεγάλη αλλαγή η οποία διαλύει το κλίμα “μόνιμης κρίσης” στην Ευρωζώνη, ωστόσο μακροπρόθεσμα πρέπει να γίνουν πολλά για να ξεπεραστούν οι ανησυχίες.

- Πόσο εκτιμάτε ότι μπορούν να αντέξουν τα μέτρα λιτότητας οι οικονομίες της περιφέρειας, χωρίς μάλιστα ίχνος αναπτυξιακών μέτρων;

Είναι πολύ δύσκολο να προβλέψουμε κάτι τέτοιο. Σε ορισμένες χώρες ο κόσμος χάνει την υπομονή του, ενώ αν δούμε τον οικονομικό κύκλο της Ευρωζώνης, πηγαίνει προς ύφεση, κάνοντας τα πράγματα ακόμη πιο δύσκολα για τις χώρες αυτές. Είναι ένα πρόβλημα που έχει περισσότερο χαρακτήρα πολιτικό παρά οικονομικό. Όπως στην Ελλάδα για παράδειγμα, τα σφοδρά μέτρα λιτότητας δείχνουν ότι δεν έχουν αποτέλεσμα αλλά καταστρέφουν την οικονομία, με αποτέλεσμα να υπάρχουν εντάσεις. Η ένταση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνική έκρηξη, σε μεγάλες πολιτικές αλλαγές.

- Τι θα μπορούσε να γίνει σε οικονομικό επίπεδο;

Οι Γερμανοί θα πρέπει να μειώσουν τον προϋπολογισμό τους και όχι να προσπαθούν να τον ισοσκελίσουν, όταν η χώρα αλλά και η Ευρωζώνη βρίσκεται μία ανάσα από την ύφεση. Η Κομισιόν θα έπρεπε να ασκήσει πιέσεις για μία συμμετρική προσαρμογή στην Ευρωζώνη. Σήμερα υπάρχει ένα εξαιρετικά ασύμμετρο σύστημα. Χώρες με ελλείμματα αναγκάζονται να εφαρμόσουν μέτρα λιτότητας και επομένως οδηγούνται σε αποπληθωρισμό. Την ίδια ώρα, δεν υπάρχει “αντιστάθμιση” γιατί όλες οι χώρες προσπαθούν να μειώσουν το δημοσιονομικό έλλειμμα και έτσι οδηγούνται όλες μαζί σε ένα αποπληθωριστικό φαύλο κύκλο. Αυτόν τον φαύλο κύκλο πρέπει να διασπάσουμε. Πρέπει να πειστούν οι Γερμανοί να σταματήσουν να προσπαθούν να ισοσκελίσουν τον προϋπολογισμό τους αυτή τη στιγμή. Πρέπει να τους πει η Κομισιόν “εσείς μπορείτε να έχετε δημοσιονομικό έλλειμμα” αντί να τους λέει ότι μπορούν να υπάρχουν ανισορροπίες.

- Πιστεύετε ότι η δημιουργία μίας ενιαίας εποπτικής αρχής μπορεί να αλλάξει το μέλλον της Ευρώπης και πως κρίνετε τη διαφωνία Γαλλίας-Γερμανίας;

Αν συμφωνήσουν, θα στείλουν μήνυμα στις αγορές και αυτό είναι πολύ σημαντικό. Πολλοί ανησυχούν για το κοινό μέλλον των Ευρωπαίων και αναρωτιούνται αν θα μείνει ενωμένη η Ευρωζώνη. Και είναι σίγουρο ότι πολλοί δεν το πιστεύουν. Έτσι λοιπόν, οι Ευρωπαίοι ηγέτες μπορούν να στείλουν μήνυμα ότι “η Ευρωζώνη είναι εδώ για να μείνει”. Όμως κάτι πρέπει να γίνει και όχι να μείνουμε μόνο στα λόγια. Πιστεύω επίσης ότι η τραπεζική ένωση είναι σημαντική γιατί πρέπει να προστατευθούν τα κράτη από τις τραπεζικές κρίσεις. Είναι ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουν πολλές χώρες. Αυτό που δεν έχει γίνει ακόμη κατανοητό, όπως φαίνεται, είναι ότι για να είναι αξιόπιστος ο ενιαίος φορέας εποπτείας θα πρέπει να διαθέτει απεριόριστους πόρους. Στις περιόδους κρίσεις θα τύχει να πρέπει μία τράπεζα να ανακεφαλαιοποιηθεί, να εκκαθαριστεί, ή να διαχωριστεί σε καλή και κακή. Και στις περιπτώσεις αυτές το βάρος πέφτει στους φορολογούμενους, επομένως θα πρέπει να αναλάβει την εποπτεία μία φορολογική Αρχή και όχι η ΕΚΤ.

* Ο Paul De Grauwe διδάσκει οικονομικά στο LSE, ενώ υπήρξε στο παρελθόν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Λουβέν. Επίσης έχει διατελέσει επισκέπτης ειδικός συνεργάτης του ΔΝΤ, του Συμβουλίου Διοικητών της Fed και της Bank of Japan.