Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 31-Μαϊ-2018 20:10

    Ε. Βενιζέλος: Η "καθαρή έξοδος" ως αφήγημα κατέρρευσε

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    Ε. Βενιζέλος: Η "καθαρή έξοδος" ως αφήγημα κατέρρευσε

    "Η "καθαρή έξοδος" ως αφήγημα κατέρρευσε και υπό τη μία της εκδοχή και υπό την άλλη.  Η μία εκδοχή είναι πως καθαρή έξοδος σημαίνει τέλος του μνημονίου, αλλαγή καθεστώτος, επάνοδο στις αγορές με αποδεκτά επιτόκια, δυνατότητα αναχρηματοδότησης του χρέους και βεβαίως, μία κάποια πρόσθετη παρέμβαση σε σχέση με το χρέος, η οποία είναι υπεσχεμένη από τους εταίρους, ήδη από τον Φεβρουάριο του 2012.  "Καθαρή έξοδος" όμως σημαίνει, από την άλλη μεριά, ένα κλείσιμο του ματιού στη νέα εκλογική πελατεία, σε κοινωνικά στρώματα που βρίσκονται σε κατάσταση ανάγκης, που πιστεύουν –εσφαλμένα βεβαίως– ότι μπορεί να επανέλθουμε στον χαμένο παράδεισο της πελατειακής μεταπολίτευσης.  Δηλαδή  να επανέλθουμε σε υποσχέσεις, σε δημαγωγίες, σε παροχές, χωρίς την εποπτεία των εταίρων και χωρίς τους δημοσιονομικούς καταναγκασμούς του μνημονίου". Αυτό τόνισε, μεταξύ άλλων, ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Ευάγγελος Βενιζέλος, στην ομιλία του στο 2ο διεθνές συνέδριο του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος.

    "Νομίζω ότι το αφήγημα κατέρρευσε και υπό τη μία εκδοχή, την ευρωπαϊκή -συστημική και υπό την άλλη εκδοχή, την εθνικολαϊκιστική.  Κατέρρευσε γιατί ο εθνικολαϊκισμός, ιδίως στην οικονομία, ο οικονομικός εθνικολαϊκισμός εκδικείται. Η Ελλάδα μπήκε στην Ευρωζώνη διότι έπρεπε οπωσδήποτε να μπει η Ιταλία στην Ευρωζώνη και προσαρμόστηκαν και έγιναν αποδεκτά τα δημοσιονομικά δεδομένα της Ελλάδος γιατί ήταν τότε καλύτερα από τα δημοσιονομικά δεδομένα της Ιταλίας. Και τώρα οι πολιτικές εξελίξεις και ο κίνδυνος λαϊκιστικής διολίσθησης στην Ιταλία εκδικείται την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στην Ελλάδα, αλλά δυστυχώς εκδικείται και τη χώρα. 

    Το 1920 ο Ελευθέριος Βενιζέλος έχασε τις εκλογές με την Μικρασιατική εκστρατεία σε εξέλιξη.  Οι κυβερνήσεις, οι λεγόμενες μετανοεμβριανές, οι αντιβενιζελικές κυβερνήσεις του τότε Λαϊκού Κόμματος που ήταν αντίθετες, στην πραγματικότητα, στην πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου, συνέχισαν την πολιτική του χωρίς να τη γνωρίζουν, χωρίς να την πιστεύουν, οδηγούμενες σε υπερβολές, στην υπερβολή του Σαγγαρίου και οδηγηθήκαμε στην Μικρασιατική καταστροφή, στην κατάρρευση  του μετώπου", επεσήμανε ο κ. Βενιζέλος.

    Ολόκληρη η ομιλία του πρώην προέδρου του ΠΑΣΟΚ έχει ως εξής:

    Το Νοέμβριο του 2017, στη συζήτηση στη Βουλή για τον προϋπολογισμό του έτους 2018, που η κυβέρνηση τον εμφάνισε ως τον προϋπολογισμό της "καθαρής εξόδου" από το τρίτο μνημόνιο, το μνημόνιο του 2015, έλαβα το λόγο και είπα:  Θυμάστε μία συζήτησή μου στην εκπομπή Enikos με τον κ. Χατζηνικολάου τον Μάρτιο του 2015, όταν εμφανίστηκα και είπα, ιδού το αντίγραφο του e-mail Χαρδούβελη, πάρτε το να το έχετε ως παρακαταθήκη, γιατί αυτό που θα έρθει σε λίγους μήνες, αντί για το e-mail Χαρδούβελη, θα είναι δραματικό;  Το e-mail Χαρδούβελη θα είναι μία παιδική χαρά μπροστά στο τρίτο μνημόνιο.  Εάν λοιπόν το θυμάστε αυτό είπα, μιλώντας στη Βουλή, δώστε λίγη προσοχή σε αυτό που σας λέω.  Να επανέλθετε στην πολιτική του Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου του 2014, όταν είχαμε συμφωνήσει, με πολύ κόπο, στο Eurogroup το καθεστώς της προληπτικής πιστωτικής γραμμής, προκειμένου να εξέλθει η χώρα ασφαλώς από το δεύτερο μνημόνιο που τότε έληγε, χωρίς την πίεση των αγορών, χωρίς να είναι σε καθεστώς μνημονίου, αλλά έχοντας τον θώρακα των εταίρων. Διότι είναι διαφορετικό να εξέλθει στις αγορές μόνη της η Ελλάδα με εθνικό ρίσκο και διαφορετικό να εξέλθει στις αγορές η Ελλάδα έχοντας την εγγύηση και τον θώρακα του ESM που ενισχύει την πιστοληπτική της ικανότητα.

    Τότε κυριαρχούσε ο επιπόλαιος μύθος της δήθεν καθαρής εξόδου.  Η "καθαρή έξοδος" ως αφήγημα κατέρρευσε και υπό τη μία της εκδοχή και υπό την άλλη.  Η μία εκδοχή είναι πως καθαρή έξοδος σημαίνει τέλος του μνημονίου, αλλαγή καθεστώτος, επάνοδο στις αγορές με αποδεκτά επιτόκια, δυνατότητα αναχρηματοδότησης του χρέους και βεβαίως, μία κάποια πρόσθετη παρέμβαση σε σχέση με το χρέος, η οποία είναι υπεσχεμένη από τους εταίρους, ήδη από τον Φεβρουάριο του 2012.  "Καθαρή έξοδος" όμως σημαίνει, από την άλλη μεριά, ένα κλείσιμο του ματιού στη νέα εκλογική πελατεία, σε κοινωνικά στρώματα που βρίσκονται σε κατάσταση ανάγκης, που πιστεύουν –εσφαλμένα βεβαίως– ότι μπορεί να επανέλθουμε στον χαμένο παράδεισο της πελατειακής μεταπολίτευσης.  Δηλαδή  να επανέλθουμε σε υποσχέσεις, σε δημαγωγίες, σε παροχές, χωρίς την εποπτεία των εταίρων και χωρίς τους δημοσιονομικούς καταναγκασμούς του μνημονίου. 

    Nομίζω ότι το αφήγημα κατέρρευσε και υπό τη μία εκδοχή, την ευρωπαϊκή -συστημική και υπό την άλλη εκδοχή, την εθνικολαϊκιστική.  Κατέρρευσε γιατί ο εθνικολαϊκισμός, ιδίως στην οικονομία, ο οικονομικός εθνικολαϊκισμός εκδικείται.  Η Ελλάδα μπήκε στην Ευρωζώνη διότι έπρεπε οπωσδήποτε να μπει η Ιταλία στην Ευρωζώνη και προσαρμόστηκαν και έγιναν αποδεκτά τα δημοσιονομικά δεδομένα της Ελλάδος γιατί ήταν τότε καλύτερα από τα δημοσιονομικά δεδομένα της Ιταλίας. Και τώρα οι πολιτικές εξελίξεις και ο κίνδυνος λαϊκιστικής διολίσθησης στην Ιταλία εκδικείται την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στην Ελλάδα, αλλά δυστυχώς εκδικείται και τη χώρα. 

    Το 1920 ο Ελευθέριος Βενιζέλος έχασε τις εκλογές με την Μικρασιατική εκστρατεία σε εξέλιξη.  Οι κυβερνήσεις, οι λεγόμενες μετανοεμβριανές, οι αντιβενιζελικές κυβερνήσεις του τότε Λαϊκού Κόμματος που ήταν αντίθετες, στην πραγματικότητα, στην πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου, συνέχισαν την πολιτική του χωρίς να τη γνωρίζουν, χωρίς να την πιστεύουν, οδηγούμενες σε υπερβολές, στην υπερβολή του Σαγγαρίου και οδηγηθήκαμε στην Μικρασιατική καταστροφή, στην κατάρρευση  του μετώπου. 

    Έτσι, η επίθεση κατά των δικών μας πολιτικών, που ήταν πολιτικές διάσωσης της χώρας, οδήγησε τώρα στην πολιτική των υπερπλεονασμάτων υπό συνθήκες ύφεσης, ή στην καλύτερη περίπτωση αναιμικής ανάπτυξης, στασιμοχρεοκοπίας.  Για να πετύχουμε τα υπερπλεονάσματα, παραδόξως, διογκώνουμε το χρέος, ενώ εξυπηρετούμε το χρέος μας καταβάλλοντας τους τόκους, λόγω της ύπαρξης πρωτογενούς πλεονάσματος.  Για να αντισταθούμε στην προληπτική πιστωτική γραμμή ρητορικά, επικοινωνιακά, συμβολικά, αποδεχόμαστε τη λογική του ταμειακού αποθέματος ασφαλείας, του μαξιλαριού ασφαλείας και κανείς δε λέει:  Πόσο θα είναι;  Πώς ακριβώς θα σχηματιστεί;  Πόσο θα διαρκέσει;  Ποιες χρηματοδοτικές ανάγκες καλύπτει, του 2019, του 2021, του 2021, του 2022;  Πώς υπονομεύεται και ναρκοθετείται η επόμενη βουλευτική περίοδος και η επόμενη κυβέρνηση, όποια και αν είναι, από τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται τώρα;  Και τι θα γίνει με την επόμενη φάση της πολιτικής των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων που δεν θα είναι 3,5%, αλλά θα είναι πάντως κοντά στο 2,5%, θα είναι 2%, 2,3%, 2,4% μέχρι το 2060, μέχρι, εν πάση περιπτώσει, την αποπληρωμή τουλάχιστον του 75% του χρέους προς τους θεσμούς. 

    Λένε κάποιοι, μα τι πειράζει, το κόστος είναι περίπου 70.000.000 Ευρώ, αν οι τράπεζες δεν δανείζονται απευθείας από την ECB αλλά από το ELA της Τράπεζας της Ελλάδος, με κίνδυνο της Τράπεζας της Ελλάδος, δηλαδή κίνδυνο μετακύλισης στο δημόσιο χρέος. Αλλά αυτό είναι η προληπτική πιστωτική γραμμή ή είναι η δυνατότητα να μετέχεις στο QE, η δυνατότητα θεωρητικά να ενεργοποιηθεί κάτι που δεν έχει ενεργοποιηθεί, αλλά έχει λειτουργήσει ως απειλή, που είναι το πρόγραμμα OMT, το οποίο αφορά τις χώρες ακριβώς που είναι σε πρόγραμμα;  Προληπτική πιστωτική γραμμή σημαίνει ότι έχεις από πίσω σου την Ευρωζώνη, τους εταίρους, και αυτό είναι ένα μήνυμα στις αγορές για τα επιτόκια, ένα μήνυμα στους οίκους αξιολόγησης για το επίπεδο αξιολόγησης της χώρας που πρέπει να καταστεί επενδυτικό.  Βεβαίως είναι η δυνατότητα συμμετοχής στη δευτερογενή αγορά και στα προγράμματα πιστωτικής χαλάρωσης εν ευρεία έννοια, όχι μόνο του QE, ακόμη και αν αυτά τείνουν προς τη λήξη τους. Βεβαίως αυτό επηρεάζει όλη την αγορά, όλα τα επιτόκια, τα επενδυτικά ομόλογα, επηρεάζει το τραπεζικό σύστημα το οποίο βεβαίως δεν μπορεί να αρκεστεί στο γεγονός ότι πέρασε τα stress test, γιατί η δουλειά των τραπεζών είναι να συγκεντρώνουν καταθέσεις και να δίνουν δάνεια.  Όταν έχεις αρνητική πιστωτική επέκταση το σύστημα δεν δουλεύει.  Χωρίς εθνική αποταμίευση δεν μπορείς να χρηματοδοτήσεις την ανάπτυξη.  Θεωρητικά μπορείς να έχεις ανάπτυξη αναιμική, μπορείς να έχεις ανάπτυξη χωρίς χρηματοδότηση, αλλά αυτό είναι ένα θεωρητικό σχήμα που δεν αφορά την ελληνική περίπτωση, η οποία κινδυνεύει στον εγκλωβισμό της στασιμοχρεοκοπίας.

    Αυτά τα λέω λαμβάνοντας υπόψη ότι θα υπάρξει ένα σχήμα σε σχέση με το χρέος, το οποίο θα είναι λογικό και φιλικό.  Ούτως ή άλλως, παρότι ως ποσοστό του ΑΕΠ, το ελληνικό χρέος είναι μεγαλύτερο του ιταλικού, το κόστος εξυπηρέτησής του είναι πολύ μικρότερο.  Το πραγματικό μέγεθος του χρέους είναι το μέγεθος του κόστους εξυπηρέτησης σε συνδυασμό με τις δυνατότητες αναχρηματοδότησης.  Το ιταλικό χρέος είναι μικρότερο από το ελληνικό ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι συντριπτικά μεγαλύτερο, εννέα φορές μεγαλύτερο περίπου, ως απόλυτος αριθμός, και είναι μεγαλύτερο και ως κόστος εξυπηρέτησης.  Γι’ αυτό η περίπτωση της Ιταλίας, τώρα, αναστατώνει τα πάντα και μας κάνει να αντιληφθούμε, ακόμη και για τους πιο κακόπιστους, τι σημαίνει προληπτική πιστωτική γραμμή. 

    Δεν μιλώ τώρα για ερωτήματα τεχνικά, θα τα δούμε ίσως, περιμένουμε να μπει το Δ.Ν.Τ στο πρόγραμμα.  Σε ποιο πρόγραμμα;  Το λήγον τρίτο πρόγραμμα.  Να μπει για ποιο λόγο;  Για να περιβάλλει με αξιοπιστία τη μελέτη βιωσιμότητας του χρέους που το ίδιο θα καταθέσει ή που θα συνεπεξεργαστεί με τους άλλους θεσμούς.  Αλλά, τι σημαίνει τώρα στο πρόγραμμα που λήγει και από το οποίο εξερχόμαστε να μπει το ΔΝΤ;  Ή τι απέγινε η γαλλική πρόταση για την αυτόματη σύνδεση του ρυθμού ανάπτυξης με τις παρεμβάσεις στο χρέος;  Εμείς το είχαμε πετύχει αυτό, διότι τα πρωτογενή πλεονάσματα στις μελέτες βιωσιμότητας του χρέους του 2012 είχαν απολύτως συναρτηθεί, ρητά και επίσημα, με το ρυθμό ανάπτυξης, προβλεπόταν ελάχιστος ρυθμός ανάπτυξης 2,5%, αλλιώς δεν λειτουργούσε το σχήμα.

    Μία φράση για το πολιτικό ζήτημα.  Υπό τις προϋποθέσεις αυτές μπορεί να υπάρξει πολιτική συναίνεση;  Είπε προηγουμένως ο εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, εδώ υπάρχει μία πολιτική της Αριστεράς και μία πολιτική της Δεξιάς στην Ευρωπαϊκή Ένωση.  Το έχετε παρατηρήσει αυτό πουθενά;  Στην Ευρωπαϊκή Ένωση κυβερνά διαρκώς ένας μεγάλος κυλιόμενος συνασπισμός, σε όλες τις χώρες γίνονται εκλογές, τελικά όμως σε επίπεδο Συμβουλίου Υπουργών και Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και σε επίπεδο Eurogroup υπάρχει ένας κυλιόμενος συνασπισμός κυβερνήσεων του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος, με μία συμμετοχή φιλελευθέρων και άλλων δυνάμεων.  Είναι εξ ορισμού συμφωνημένη και ευρείας αποδοχής  η ευρωπαϊκή πολιτική και νομικά δεσμευτική από το 1992, καλώς ή κακώς. Αυτό είναι το θέμα στην Ελλάδα; Η επαναφορά σε τέτοιου είδους διακρίσεις ή η συναίνεση μπορεί να βασιστεί μόνον στην αλήθεια;  Στο να απευθυνθούμε στο φοβισμένο και εναγώνιο τμήμα της κοινωνίας, το πιο φτωχό, το πιο αδικημένο, το οποίο λειτουργεί αντισυστημικά και επικίνδυνα και είναι επιρρεπές στη δημαγωγία, στις υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα, στο λαϊκισμό και να του πούμε την αλήθεια, ώστε η κοινωνία να υιοθετήσει το μεταρρυθμιστικό πρόταγμα;  Τι γίνεται όταν έχεις μία πολιτική δύναμη, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, που στην κυβέρνηση παίζει με τον ακροδεξιό εθνικολαϊκισμό των ΑΝΕΛ, προσπαθεί να διεμβολίσει την Κεντροαριστερά με διάφορες προτάσεις και με διάφορους χειρισμούς, αναζητώντας δήθεν συναίνεση; Τελικά, εάν σας ζητήσω να τον ταξινομήσετε, θα τον  ταξινομούσατε στη συστημική ή στην αντισυστημική πλευρά της κοινωνίας;  Πουθενά.  Η παρουσία του παρεμποδίζει τη δυνατότητα να μιλήσουμε με ευθύτητα και εντιμότητα στην αντισυστημική πλευρά, αυτή που αμφισβητεί την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, τη συμμετοχή μας στην Ευρωζώνη, που δεν βλέπει ελπίδα και προοπτική. 

    Αυτό που χρειάζεται είναι αλήθεια, εθνική στρατηγική και ικανότητα πολιτικής διεύθυνσης της χώρας.  Η επόμενη κυβέρνηση, μετά τη στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, θα απευθυνθεί και σε αυτόν να πάρει μέρος σε μία ευρεία βάση στήριξης, ενός προγράμματος όμως, το οποίο θα έχει αρχή, μέση και τέλος και θα βγάζει πραγματικά τη χώρα από την περιδίνηση από την οποία δεν μπορέσαμε να βγούμε, ενώ άλλες χώρες βγήκαν, πρωτίστως για πολιτικούς λόγους. Γιατί οι πολιτικοί λόγοι μας οδήγησαν το 2015 αντί για την έξοδο από το μνημόνιο, στη δευτερογενή κρίση, σε ένα τρίτο μνημόνιο και τώρα δυστυχώς σε ένα τέταρτο μνημόνιο μακράς διάρκειας. 

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ