Συνεχης ενημερωση

    Σάββατο, 22-Δεκ-2018 16:00

    Τράπεζες: Για ποιους λόγους επείγει η μείωση των "κόκκινων" δανείων

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    Τράπεζες: Για ποιους λόγους επείγει η μείωση των "κόκκινων" δανείων

    Της Νένας Μαλλιάρα

    Τα "κόκκινα" δάνεια μπορεί να απασχολούν εποπτικές αρχές και  τράπεζες την τελευταία διετία, ωστόσο, τα πράγματα φαίνεται σαν να ξεκινούν από το σημείο μηδέν με την έναρξη του 2019.  

    Μέχρι στιγμής, οι τράπεζες έχουν κινηθεί εντός στόχων για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, μειώνοντάς τα στα 84,7 στο τέλος Σεπτεμβρίου 2018, περίπου 9,7 δισ. ευρώ χαμηλότερα συγκριτικά με το τέλος Δεκεμβρίου 2017 και κατά περίπου 22,5 δισ. ευρώ (δηλ. περισσότερο από 20%) έναντι του Μαρτίου 2016, οπότε είχε καταγραφεί και το υψηλότερο επίπεδο NPEs.

    Η μείωση που έχει επιτευχθεί, ωστόσο, είναι σταγόνα στον ωκεανό, και όχι απλά γιατί στην τριετία 2019 – 2021 θα πρέπει να επιτευχθεί περαιτέρω μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων κατά 53 δισ. ευρώ. Κυρίως διότι, οι μέχρι στιγμής επιδόσεις των τραπεζών δεν έχουν αποτυπωθεί πρακτικά σε αυτό που αναφερόταν εξαρχής ως λόγος μείωσης των NPLs, συγκεκριμένα η απελευθέρωση κεφαλαίων για την αύξηση των χορηγήσεων.

    Μία διετία μετά, είναι πλέον φανερό ότι μόνο μέσω της μείωσης του υψηλού αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων και την εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών, οι διοικήσεις τους θα μπορέσουν να στρέψουν την προσοχή τους προς την καθιέρωση ενός βιώσιμου μοντέλου λειτουργίας των τραπεζικών οργανισμών.

    Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, η συνεχιζόμενη προσπάθεια εξυγίανσης των ισολογισμών θα είναι πολλαπλώς επωφελής για τις τράπεζες. Και αυτό διότι:

    - Θα μειώσει το κόστος του πιστωτικού κινδύνου, το οποίο παραμένει πολύ υψηλότερο από το προ της κρίσης επίπεδό του και απορροφά το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων των τραπεζών πριν από προβλέψεις. Το απαγορευτικά υψηλό κόστος του πιστωτικού κινδύνου διατηρεί υψηλό το περιθώριο διαμεσολάβησης, αυξάνοντας το κόστος χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, με αποτέλεσμα να μειώνεται η ζήτηση δανείων και να διαβρώνεται η ανταγωνιστικότητα.

    - Θα ενισχύσει τα καθαρά επιτοκιακά έσοδα των τραπεζών, δεδομένου ότι κατά κανόνα τα προβληματικά στοιχεία ενεργητικού δεν αποφέρουν τόκους.

    - Θα μπορέσει να μειώσει το κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών, στο βαθμό που βοηθά να μετριαστούν οι ανησυχίες σχετικά με την ποιότητα του ενεργητικού και τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητά τους.

    - Θα μειώσει το διοικητικό βάρος και το λειτουργικό κόστος της διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων στοιχείων ενεργητικού.

    - Τέλος, το υψηλό απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων απασχολεί τις διοικήσεις των τραπεζών και δεν τις αφήνει να επικεντρωθούν στην αναζήτηση επικερδών αναπτυξιακών ευκαιριών. Παράλληλα, το υψηλό απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, επειδή αποτελεί την κύρια πρόκληση για τις τράπεζες, καθυστερεί και την ανάληψη πρωτοβουλιών εκ μέρους των διοικήσεων τους όσον αφορά την καθιέρωση ενός βιώσιμου μοντέλου λειτουργίας για τις ελληνικές τράπεζες.

    Κατά τη διάρκεια της κρίσης οι ελληνικές τράπεζες υποχρεώθηκαν, όπως προέβλεπαν τα σχέδια αναδιάρθρωσής τους που συμφωνήθηκαν με τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο πλαίσιο της έγκρισης της κρατικής ενίσχυσης που θα λάμβαναν, να περιορίσουν σημαντικά τις διεθνείς εργασίες τους και εκείνες από τις εγχώριες εργασίες τους που δεν είναι αμιγώς τραπεζικές. Ως εκ τούτου, οι εγχώριες παραδοσιακές τραπεζικές εργασίες αποτελούν πλέον τη βασική πηγή της οργανικής κερδοφορίας τους και αυτό θα συνεχιστεί σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.

    Αναμφίβολα, οι τράπεζες στην Ελλάδα καλούνται να λειτουργήσουν σε ένα επιχειρηματικό περιβάλλον που επιεικώς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί απαιτητικό, ενώ ορισμένοι από τους καλύτερους πελάτες τους, δηλ. οι μεγάλες εξωστρεφείς επιχειρήσεις, έχουν τη δυνατότητα να αντλούν χρηματοδότηση απευθείας από τις διεθνείς αγορές ομολόγων με σχετικά ευνοϊκούς όρους. Σε αυτό το πλαίσιο, η αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει η ψηφιακή τεχνολογία, σε συνδυασμό με άλλες προσπάθειες περιστολής του λειτουργικού κόστους, μπορεί να βελτιώσει περαιτέρω την αποτελεσματικότητα των τραπεζών. Η ανάπτυξη εργασιών που αποφέρουν έσοδα από προμήθειες (π.χ. διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, τραπεζοασφάλειες κ.λπ.) μπορεί επίσης να συμβάλει στη διαφοροποίηση των πηγών εσόδων τους. Αυτονόητο είναι βεβαίως ότι η αποκατάσταση του διαμεσολαβητικού ρόλου των τραπεζών είναι εκ των ων ουκ άνευ για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά τους.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων