Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 07-Οκτ-2018 12:00

    Στοιχήματα υψηλού ρίσκου στις τραπεζικές μετοχές

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    Στοιχήματα υψηλού ρίσκου στις τραπεζικές μετοχές

    Της Ελευθερίας Κούρταλη

    Προβληματισμό και ερωτηματικά, κυρίως σε ό,τι αφορά το κατά πόσο τελικά έχει ανακτηθεί η εμπιστοσύνη και η αξιοπιστία μετά την έξοδο από το έπος των Μνημονίων, προκαλούν οι ακραίες διακυμάνσεις των τραπεζικών τίτλων στο ελληνικό Χρηματιστήριο, μία μόλις εβδομάδα μετά τις επαφές του πρωθυπουργού με επενδυτές και στελέχη των Bank of America - Merrill Lynch και Morgan Stanley στη Νέα Υόρκη, στους οποίους διαμήνυσε πως "τώρα είναι η ώρα για επενδύσεις"...

    Οι αξιωματούχοι της ελληνικής κυβέρνησης επιστρέφουν το τελευταίο διάστημα από τα ταξίδια και τις επαφές στο εξωτερικό, μεταφέροντας πως το κλίμα γύρω από την Ελλάδα έχει βελτιωθεί σημαντικά και πως οι επενδυτές είναι πλέον πρόθυμοι να τη βάλουν στα ραντάρ τους. Ωστόσο οι κινήσεις των funds που συμμετείχαν στις συναντήσεις, αλλά και η εικόνα της ελληνικής αγοράς μετοχών αλλά και ομολόγων, διαψεύδουν την αισιοδοξία αυτή. Τα συμπεράσματα των δύο τελευταίων roadshows, όπου στο ένα μάλιστα παρευρέθη και ο υπουργός των Οικονομικών, κ. Ευκλείδης Τσακαλώτος, και είχε επαφές με τα ξένα funds, δείχνουν πως οι ανησυχίες και η επιφυλακτικότητα ήταν διάχυτες απέναντι στις ελληνικές τράπεζες, κυρίως σε ό,τι αφορά τους υπερβολικά φιλόδοξους στόχους των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων –οι οποίοι για αρκετούς θεωρούνται ανέφικτοι–, την κερδοφορία τους, καθώς και την κεφαλαιακή τους θέση. Μάλιστα, τις επόμενες ημέρες ο Έλληνας ΥΠΟΙΚ θα βρεθεί στην Ασία για νέες επαφές με επενδυτές, λίγο πριν μεταβεί στο Μπαλί για τη Σύνοδο του ΔΝΤ, και σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς αναμένεται ο "διάλογος" να είναι δύσκολος μετά τις τελευταίες εξελίξεις.

    Τι συμβαίνει

    Τι οδήγησε, όμως, στη "Μαύρη Τετάρτη" των τραπεζικών τίτλων την περασμένη εβδομάδα; Πολύ πριν έλθει η "έξοδος" της 21ης Αυγούστου, οι διεθνείς οίκοι και οι επενδυτικές τράπεζες προειδοποιούσαν για τις μεγάλες προκλήσεις με τις οποίες θα είναι αντιμέτωπη μεταμνημονιακά η Ελλάδα, με τις αδυναμίες των ελληνικών τραπεζών να βρίσκονται στην κορυφή της λίστας.

    Το σφυροκόπημα των τραπεζών σε όλη τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου με αποκορύφωμα την περασμένη Τετάρτη είναι ενδεικτικό των διαθέσεων των επενδυτών απέναντι στην Ελλάδα, οι οποίες φαίνονται ξεκάθαρα και από τη συμπεριφορά της αγοράς ομολόγων. Οι μεγάλες πιέσεις υπογραμμίζουν πως το ελληνικό Χρηματιστήριο παραμένει μία αγορά εξαιρετικά ευάλωτη, ρηχή, αδύναμη να αυτονομηθεί και, παρά το τέλος των Μνημονίων, ενέχει υψηλό ρίσκο. Μετατοπίζοντας τις ευθύνες της οικονομικής της πολιτικής, η κυβέρνηση έσπευσε να κατηγορήσει τους... κακούς κερδοσκόπους για τη βύθιση των τραπεζικών μετοχών, ζητώντας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς –που δεν "είδε" το σκάνδαλο της Folli Follie– να παρακολουθεί στενά τις κινήσεις στο Χ.Α. για να εντοπίσει κινήσεις που ξεφεύγουν από τα όρια της νομιμότητας.

    Το μόνο βέβαιο, εξηγούν έμπειροι χρηματιστές, είναι πως η αδυναμία της ελληνικής αγοράς λειτουργεί ως μαγνήτης για τους short sellers οι οποίοι δίνουν δυναμικό "παρών" στο Χ.Α. ειδικά το τελευταίο 18μηνο και με στόχαστρο τις τράπεζες. Αυτοί, όμως, δεν αποτελούν την "πηγή" του προβλήματος, αλλά μάλλον συνέπειά του.

    Το χρονικό της "βουτιάς"

    Έστω και αν το μεγάλο sell-off έφερε το τεχνικό ριμπάουντ στη συνέχεια, ο... απολογισμός των επενδυτικών ανησυχιών απέναντι στις ελληνικές τράπεζες είναι καταστροφικός και "ξέσπασε" από τον περασμένο Μάιο, μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των stress tests και εν μέσω της αναταραχής που προκάλεσε η πολιτική κρίση στην Ιταλία .

    Οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται στον τρίτο κύκλο πτώσης τους τελευταίους πέντε μήνες, μετά την απώλεια περίπου 2,2 δισ. ευρώ τον Μάιο και περαιτέρω 1,2 δισ. ευρώ τον Αύγουστο. Μετά την απώλεια 1,6 δισ. ευρώ τον Σεπτέμβριο, η πτώση της περασμένης εβδομάδας έφερε περαιτέρω απώλειες 750 εκατ. στην κεφαλαιοποίηση των τραπεζών, οδηγώντας σε ένα συνολικό 2,35 δισ. ευρώ, κάνοντας έτσι και επίσημα το τρέχον τραπεζικό sell-off το χειρότερο αυτού του έτους, το οποίο μάλιστα συνέβη ακριβώς μετά την έξοδο της Ελλάδας από το πρόγραμμα διάσωσης.

    Η κεφαλαιοποίηση των τεσσάρων τραπεζών "κατέρρευσε" στα μόλις 5 δισ. ευρώ, ο Γενικός Δείκτης υποχώρησε στα χαμηλότερα επίπεδα από τον Μάρτιο του 2017 και ο τραπεζικός δείκτης γύρισε 32 μήνες πίσω και στα χαμηλότερα επίπεδα από τον Φεβρουάριο του 2016. Αξίζει να σημειώσουμε πως από την τελευταία ανακεφαλαιοποίηση το 2015, η χρηματιστηριακή αξία των ελληνικών τραπεζών έχει βυθιστεί έως και κατά 78% (Τράπεζα Πειραιώς), ενώ σε σχέση με την ανακεφαλαιοποίηση του 2010 η βουτιά φτάνει ξεπερνά το 90%. Αξίζει να σημειώσουμε πως τον Δεκέμβριο του 2015 η συνολική κεφαλαιοποίηση των τεσσάρων τραπεζών έφτανε τα 9,811 δισ. ευρώ ενώ το 2010 τα 46,72 δισ. ευρώ. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε και το Bloomberg, οι τραπεζικές μετοχές, από τον Ιανουάριο του 2015 που ο Αλέξης Τσίπρας ανέβηκε στην εξουσία, έχουν σημειώσει ελεύθερη πτώση της τάξης του 97%.

    Όπως επισημαίνουν οι χρηματιστές, σε ό,τι αφορά τον "σεισμό" της περασμένης Τετάρτης, σημαντικό μέρος των πιέσεων ήταν τεχνικές, με την εικόνα της αγοράς να παραπέμπει σε μία "μαύρη" χρηματιστηριακή ημέρα, η οποία θυμίζει μέρες του 2015 και η οποία θα μπει στην ιστορία. Την εικόνα αρχικά επιδείνωσαν οι αυτοματοποιημένες συναλλαγές, καθώς η πτώση των προηγούμενων ημερών είχε "χτυπήσει" τα margin calls (περιθώρια ασφαλείας), οδηγώντας έτσι στην ενεργοποίηση εντολών stop loss από μεγάλα funds, εκτοξεύοντας τον τζίρο. Η Τράπεζα Πειραιώς –η οποία βρέθηκε στο επίκεντρο των πιέσεων λόγω του δημοσιεύματος του Bloomberg ότι έχει λάβει προθεσμία από την ΕΚΤ για να αντλήσει 500 εκατ. ευρώ μέσω ομολόγου Τier 2 προκαλώντας φόβους ότι δεν μπορεί να βρει τα αναγκαία κεφάλαια– βυθίστηκε σε ιστορικά χαμηλά, ενώ οι πωλήσεις στην αγορά σε αρκετές στιγμές της συνεδρίασης ήταν τόσο επιθετικές που οδήγησαν στη συνεχή ενεργοποίηση των ΑΜΕΜ (Αυτόματων Μηχανισμών Ελέγχου Μεταβλητότητας) στις περισσότερες μετοχές της υψηλής κεφαλαιοποίησης.

    Τραπεζικοί κύκλοι χαρακτηρίζουν το κραχ της περασμένης Τετάρτης ως ακατανόητο και υπερβολικό, τη στιγμή που η έκδοση ομολογιακού της Τράπεζας Πειραιώς ήταν γνωστή και επίσης η τράπεζα δεν έχει κάποιο αυστηρό deadline για την ολοκλήρωσή της. Γνωστό ήταν επίσης πως η άνοδος των ελληνικών spreads , κυρίως λόγω των αναταραχών στην Ιταλία, οδηγεί τους επενδυτές να ζητούν υψηλά επιτόκια από τις τράπεζες, κι έτσι δεν μπορούν να αντλήσουν χρήματα. Επιπλέον, οι εποπτικές Αρχές έχουν ελέγξει την κατάσταση των ελληνικών τραπεζών με την κεφαλαιακή τους επάρκεια να μην προβληματίζει.

    Τι λένε οι αναλυτές

    Όπως επισημαίνει στο "Κ" –εξηγώντας τις ισχυρές πιέσεις που έχουν δεχθεί οι τραπεζικές μετοχές το τελευταίο πεντάμηνο– αναλυτής μεγάλης ευρωπαϊκής τράπεζας που παρακολουθεί τις ελληνικές τράπεζες, το μεγάλο ζήτημα είναι τα πολύ υψηλά επίπεδα των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, με τους επενδυτές να εκτιμούν ότι οι στόχοι θα είναι δύσκολο να επιτευχθούν, ενισχύοντας τους φόβους τους για ανάγκη νέων αυξήσεων κεφαλαίου.

    Ωστόσο, οι ελληνικές τράπεζες δεν θα είναι εύκολο να αντλήσουν κεφάλαια από την αγορά. Τα αδύναμα αποτελέσματα του β' τριμήνου ειδικά στο μέτωπο των εσόδων έχει επίσης παίξει σημαντικό ρόλο, ενώ δεν βοηθά το ότι οι τραπεζικές μετοχές διαπραγματεύονται με πολύ ρηχούς όγκους συναλλαγών, γεγονός που μεγεθύνει τις όποιες πιέσεις. Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε και τον παράγοντα "ανάπτυξη", η οποία για την ελληνική οικονομία είναι και προβλέπεται ότι θα παραμένει σε χαμηλούς ρυθμούς εμποδίζοντας την ανάκαμψη των ελληνικών τραπεζών.

    Εύλογες οι ανησυχίες, υπερβολική η αντίδραση της αγοράς

    Σύμφωνα με τους αναλυτές, οι ανησυχίες για τις τράπεζες είναι εύλογες, η αντίδραση της αγοράς ωστόσο θεωρείται υπερβολική. Μάλιστα, όπως τονίζει και η Morgan Stanley, οι ελληνικές τράπεζες είναι πλέον φθηνότερες απ’ ό,τι ήταν τον Νοέμβριο του 2017 – όταν στον ορίζοντα ήταν η εφαρμογή των νέων λογιστικών προτύπων IFRS 9 και τα stress tests. Η Εθνική Τράπεζα είναι 6% φθηνότερη, με δείκτη τιμής προς λογιστική αξία στο 0,29x, η Alpha είναι 7% φθηνότερη με δείκτη 0,21x, η Πειραιώς 25% φθηνότερη με δείκτη 0,09x και μόνο η Eurobank στο 0,22x είναι 10% ακριβότερη από ό,τι τον Νοέμβριο του 2017.

    Πάντως, εκτιμά πως η επιφυλακτικότητα αναμένεται να διατηρηθεί μέχρι να υπάρξει περισσότερη ορατότητα σχετικά με τις εκτιμήσεις της Πειραιώς σε ό,τι αφορά το μερίδιο των απομειώσεων και των πωλήσεων στην ευρύτερη μείωση των NPE. "Περιμένουμε περισσότερες πληροφορίες για τα σχέδια μείωσης των NPE για όλες τις ελληνικές τράπεζες κατά τη διάρκεια των αποτελεσμάτων γ' τριμήνου, αν και οι πρόσφατες κινήσεις των μετοχών ενδεχομένως να οδηγήσουν σε ανακοινώσεις νωρίτερα", σημειώνει χαρακτηριστικά.

    Αξίζει να αναφέρουμε πως σύμφωνα με τη Morgan Stanley, σημαντικό ρόλο στη βουτιά των τραπεζών έπαιξε και η άρση των capital controls στις αναλήψεις εγχωρίως, έστω κι αν η Moody's τη χαρακτήρισε credit positive αυτή την εξέλιξη. Όπως εξηγεί η αμερικανική τράπεζα, η κατάργηση των capital controls στην Ελλάδα σημαίνει ότι πλέον η απόδοση των ελληνικών τραπεζών συνδέεται περισσότερο με τη μετάδοση της εμπιστοσύνης. Έτσι, το πιθανό αρνητικό κλίμα για κάθε μεμονωμένη τράπεζα θα μπορούσε να επηρεάσει και τις υπόλοιπες.

    Έχει χαθεί η εμπιστοσύνη

    Από την πλευρά της η HSBC επισημαίνει, επίσης, πως κατανοεί τις ανησυχίες των επενδυτών αναφορικά με τις top line τάσεις των ελληνικών τραπεζών, η αντίδραση, ωστόσο, της αγοράς φαίνεται υπερβολική.

    Οι επενδυτές, όπως αναφέρει, φαίνεται πως έχουν χάσει εντελώς την εμπιστοσύνη τους στις ελληνικές τράπεζες και υπάρχουν επίμονα ερωτήματα ως προς την ικανότητά τους να διατηρήσουν την προ-προβλέψεων κερδοφορία τους, δεδομένου ότι τα οικονομικά τους αποτελέσματα δείχνουν πιέσεις στα καθαρά επιτοκιακά περιθώρια, ενώ απουσιάζει εντελώς η ανάπτυξη στα δάνεια. Η αγορά ανησυχεί επίσης, όπως προσθέτει, πως θα ζητηθεί από τις τράπεζες να μειώσουν τα NPEs με πιο κοστοβόρο τρόπο, είτε μέσω μιας συνεχούς πίεσης στην κερδοφορία ή, ακόμα χειρότερα, μέσω κατανάλωσης κεφαλαίων.  Όπως τονίζει η HSBC, η επανεμφάνιση των ανησυχιών αναφορικά με τα NPEs δεν είναι κατανοητή τη στιγμή που οι εποπτικές Αρχές φαίνεται πως είναι ακόμη πρόθυμες να δώσουν στις τράπεζες τον απαραίτητο χρόνο και χώρο για να αντιμετωπίσουν το μεγάλο απόθεμα προβληματικών assets με τρόπο που δεν επηρεάζει τα κεφάλαια. 

    Η Goldman Sachs, αν και αναγνωρίζει θετικά στοιχεία στις ελληνικές τράπεζες μετά το πρόσφατο ταξίδι της στην Αθήνα, προειδοποιεί, ωστόσο, ότι η δυνατότητα του τραπεζικού συστήματος να αντεπεξέλθει σε ενδεχόμενο νέο σοκ, εσωτερικό ή εξωτερικό, είναι περιορισμένη.

    Όπως αναφέρει, τα σχέδια για μείωση των NPEs στο 15% με 25% έως το 2021 στηρίζονται σε τρία στοιχεία: 1) στο ισχυρό οικονομικό momentum, περιλαμβανομένης της αρχής της ανάκαμψης στη στεγαστική αγορά, 2) στην αυξανόμενα δυναμική δευτερογενή αγορά χονδρικής πώλησης NPEs και 3) σε έναν χαμηλότερο ρυθμό αύξησης των στρατηγικών κακοπληρωτών με την πάροδο του χρόνου, καθώς οι πρόσφατες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις (κυρίως οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί) συμβάλλουν στη βελτίωση της νοοτροπίας πληρωμών της χώρας.

    Σε ό,τι αφορά τις αδυναμίες, η Goldman επισημαίνει πως παρά τις σχεδιαζόμενες μειώσεις, το επίπεδο των "κόκκινων" δανείων θα παραμείνει πολύ υψηλότερο σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της ευρωπεριφέρειας. Παράλληλα, τα αποτελέσματα του β’ τριμήνου εμφάνισαν defaults που υπερβαίνουν τις ρυθμίσεις, εξαιτίας σημαντικού αριθμού των δανείων που "κοκκίνισαν"  εκ νέου, μετά το τέλος της περιόδου χάριτος λόγω μη βιώσιμων όρων αναδιάρθρωσης.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων