Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 09-Σεπ-2018 17:44

    Αποκλεισμένη από αγορές και επενδυτές η Ελλάδα

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Νίκου Χρυσικόπουλου

    Η ατζέντα της παροχολογίας, το κλίμα ανατροπής μεταρρυθμίσεων, δεσμεύσεων και ψηφισμένων νόμων αλλά και η επαναφορά του πολιτικού ρίσκου στη χώρα αποδομούν με ταχείς ρυθμούς το δήθεν success story που επιχειρεί να αναδείξει η κυβέρνηση στο πλαίσιο του αφηγήματος περί της εξόδου από τα Μνημόνια και ανάκτησης του ελέγχου της οικονομικής πολιτικής της χώρας.

    Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα εξήλθε τυπικά στις 20 Αυγούστου από το τρίτο πρόγραμμα στήριξης, τόσο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο όσο και Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα συνεχίζουν να εκφράζουν ισχυρές προειδοποιήσεις για την αναγκαιότητα της ολοκλήρωσης των μεταρρυθμίσεων, ούτως ώστε να καταφέρει κάποια στιγμή η χώρα να επιστρέψει στη χρηματοδοτική κανονικότητα.

    Παραλαμβάνοντας τη σκυτάλη, με τον πλέον εμφατικό τρόπο οι αγορές στέλνουν σαφές μήνυμα ότι παραμένουν ιδιαίτερα επιφυλακτικές για την πορεία της οικονομίας, κάτι που αποτυπώθηκε και στην επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης στο β' τρίμηνο. Οι επιφυλάξεις αυτές διαγράφονται ξεκάθαρα στην αύξηση των spreads των ελληνικών ομολόγων και στην πορεία του Χρηματιστηρίου, αλλά και στην απουσία εμβληματικών νέων επενδύσεων που θα σηματοδοτούσαν την καταγραφή του "επενδυτικού σοκ", που αποτελεί ζητούμενο για την επανεκκίνηση της ανάπτυξης.

    Η εικόνα της αγοράς ομολόγων τις τελευταίες εβδομάδες αποτυπώνει τον προβληματισμό των αγορών, που εντείνεται λόγω Ιταλίας, Τουρκίας και της καταιγίδας των αναδυόμενων αγορών. Η απόδοση του 10ετούς ελληνικού ομολόγου άγγιξε τα υψηλά τριμήνου, ξεπερνώντας το 4,6%, ενώ η απόδοση του 5ετούς ομολόγου ξεπέρασε το 3,6%. Ενδεικτικό της στάσης των αγορών απέναντι στην Ελλάδα είναι πως την τελευταία εβδομάδα οι αποδόσεις των 10ετών ομολόγων όλων των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου έχουν υποχωρήσει, πλην της χώρας μας... Η εικόνα αυτή έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την προσπάθεια για επιστροφή στις αγορές ομολόγων, μια επιστροφή που δεν φαίνεται εφικτή στον ορατό ορίζοντα, γεγονός που ερμηνεύεται και ως έλλειψη αξιοπιστίας και συνέπειας από την πλευρά της κυβέρνησης.

    Την ίδια στιγμή, το κλίμα της απογοήτευσης που εισπράττεται από ξένους επενδυτές και της αμφιβολίας για την επόμενη μέρα της χώρας αντικατοπτρίζεται και στο Ελληνικό Χρηματιστήριο, και ιδιαίτερα στις μετοχές των ελληνικών τραπεζών. Το Χ.Α επέστρεψε στα επίπεδα του Απριλίου 2017, υποχωρώντας κάτω από τις 700 μονάδες, ενώ στις μετοχές των συστημικών τραπεζών πραγματοποιείται σχεδόν καθημερινά εκτεταμένο sell-off.

    Οι χαμηλές αναπτυξιακές πτήσεις του β' τριμήνου (με το ΑΕΠ να καταγράφει ρυθμό ανόδου 1,8%, έναντι 2,5% το προηγούμενο τρίμηνο) αποτελούν ακόμα μία απόδειξη. Όσο για το μέλλον, ο πρόδρομος δείκτης συγκυρίας του ΙΟΒΕ τον Αύγουστο, δηλαδή τις ημέρες της εξόδου από τα Μνημόνια, μειώθηκε οριακά, δίδοντας ένα "στίγμα" για το τι θα συμβεί το επόμενο διάστημα και ποια είναι η εκτίμηση του επιχειρηματικού κόσμου.

    Φοβίζει η παροχολογία

    Σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε τα πρώτα χρόνια των Μνημονίων, οι ξένοι πιστωτές εμφανίζονται πλέον απόλυτα ενημερωμένοι για την πολιτική σκηνή στην Ελλάδα και τη... μικροπολιτική που τη συνοδεύει.

    Η πρόθεση της κυβέρνησης εν όψει των εκλογών να δελεάσει ψηφοφόρους μέσω παροχών έχει θορυβήσει "θεσμούς" και πιστωτές, οι οποίοι διαπιστώνουν πως, λίγες μόλις ημέρες μετά τη λήψη των προγραμμάτων στήριξης, στο Μαξίμου καταγράφονται διαθέσεις αμφισβήτησης των συμφωνηθέντων για τη μετα-μνημονιακή εποχή.

    Καίτοι κυβερνητικά στελέχη υποστηρίζουν πως, εν όψει ΔΕΘ, οι ανακοινώσεις δεν θα περιέχουν άμεσες παροχές, αλλά στοχευμένες αναπτυξιακές και εντός δημοσιονομικού χώρου παρεμβάσεις, η ανησυχία για το κλίμα παροχολογίας είναι διάχυτη σε αγορές και ξένους επενδυτές. Στο επίκεντρο βρίσκονται τα σχέδια της κυβέρνησης να μην προχωρήσει σε νέες περικοπές των συντάξεων την 1η Ιανουαρίου του 2019. Παρότι το Μαξίμου υποστηρίζει πως οι "θεσμοί" δεν έχουν αποκλείσει τη μη εφαρμογή του μέτρου για τη νέα μείωση των συντάξεων, εντούτοις ελεγκτές των δανειστών αναμένονται την ερχόμενη εβδομάδα στην Αθήνα για τον πρώτο έλεγχο από την εκπνοή του τρίτου προγράμματος στήριξης.

    Η ανησυχία των αγορών, όπως αποτυπώνεται τόσο στην πορεία των ελληνικών ομολόγων όσο και στο Χρηματιστήριο, και δη στις τραπεζικές μετοχές, δεν έγκειται τόσο στην πρόθεση μιας κυβέρνησης που "κόστισε" στη χώρα 100 δισ. ευρώ, λόγω της περίφημης διαπραγμάτευσης της, να εξωραΐσει το φιλολαϊκό της προφίλ (εξάλλου, τα περιθώρια δημοσιονομικών ελιγμών είναι εξαιρετικά περιορισμένα για αυτήν, αλλά και για τις επόμενες κυβερνήσεις), όσο στο μήνυμα που στέλνει.

    Η πρόθεση αποστασιοποίησης από τα συμφωνηθέντα εντείνει την κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στην Ελλάδα. Κρίση που εντάθηκε –στο μέγεθος που της αναλογεί– με την υπόθεση Folli Follie, αφού, μετά τα greek statistics, οι ξένοι επενδυτές διαπίστωσαν έλλειμμα αξιοπιστίας των ελεγκτικών μηχανισμών και μη ικανοποιητικό επίπεδο εφαρμογής κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης στη χώρα.

    Θα πρέπει, επίσης, να ληφθεί πολύ σοβαρά υπόψη ότι επενδυτικοί κολοσσοί έχουν δει τις επενδύσεις τους σχεδόν να εξανεμίζονται στην Ελλάδα και, για τον λόγο αυτό, παραμένουν αρνητικά διακείμενοι απέναντι στη χώρα. Στις τραπεζικές ανακεφαλαιοποιήσεις χάθηκαν σημαντικού ύψους κεφάλαια, άνω των 36 δισ. ευρώ, και στιγματίστηκαν καριέρες fund managers που πήραν –και έχασαν– το στοίχημα ενός GRecovery. Ήταν η επέλαση του λαϊκισμού στην Ελλάδα πίσω στη διετία 2013-2014 που διέκοψε την, αποδεδειγμένα, τότε, ορατή οικονομική ανάκαμψη και οδήγησε στη "διαπραγμάτευση" του πρώτου εξαμήνου του 2015, που επιβάρυνε τη χώρα με πρόσθετα μέτρα 100 δισ. ευρώ τουλάχιστον, με αντιαναπτυξιακές παρεμβάσεις, αύξηση της έμμεσης φορολόγησης, εκτόξευση του εργασιακού κόστους και πολλά άλλα.

    Κατά συνέπεια, κάθε διάθεση επένδυσης σε ελληνικά assets από ξένα κεφάλαια βρίσκεται αντιμέτωπη τόσο με τις αρνητικές επιδόσεις και πρακτικές του παρελθόντος όσο και με τις ανησυχίες για την επόμενη ημέρα του τραπεζικού κλάδου. Και εδώ πρέπει να επισημανθεί ότι μπορεί η κυβέρνηση να θεωρεί ότι έχει διασφαλίσει προς το παρόν την εξυπηρέτηση του χρέους μέσα από το "μαξιλάρι" ρευστότητας που υπάρχει διαθέσιμο, αλλά σε ό,τι αφορά τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά, αφού η εκτόξευση του κόστους χρήματος προδήλως λειτουργεί επιβαρυντικά και για τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και για την "αιμοδότηση" της ανάπτυξης.

    Αν και οι τράπεζες καταφέρνουν να μειώνουν διαρκώς τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (NPEs), η μείωση των NPLs εμφανίζεται να αποτελεί δύσκολο εγχείρημα. Το σημαντικότερο, όμως, είναι πως οι τράπεζες απέχουν ακόμη από την υλοποίηση του στόχου για τη χρηματοδότηση της οικονομίας και των επιχειρήσεων. Οι ανησυχίες για τις κεφαλαιακές ανάγκες που ενδέχεται να προκύψουν το 2019 έχουν θορυβήσει τους επενδυτές, που δεν εμφανίζονται διατεθειμένοι να εισέλθουν σε νέες περιπέτειες.

    Το Λονδίνο έδειξε τα μελλούμενα

    Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να σημειωθεί πως σε όλη τη διάρκεια της κρίσης, και ιδιαίτερα τα τελευταία δύσκολα χρόνια, όταν η χώρα βρέθηκε μισό βήμα πριν από την έξοδο από το ευρώ, οι ελληνικές επιχειρήσεις κατάφεραν στην πλειονότητά τους να αντεπεξέλθουν στις δυσκολίες, να εντείνουν την εξωστρέφειά τους και να διαχειριστούν το ζήτημα του δανεισμού τους, ώστε να μειώσουν την εξάρτησή τους από το εγχώριο τραπεζικό σύστημα, που ακόμη αναζητά τον βηματισμό του.

    Όλα αυτά αποτυπώθηκαν σε έναν βαθμό στο Χρηματιστήριο, όχι όμως στην έκταση που θα ανέμεναν πολλοί επενδυτές. Δεν θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά, αφού για τα ξένα θεσμικά κεφάλαια η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά έχει περιθωριοποιηθεί, υποβιβάστηκε σε αναπτυσσόμενη, prop desks έκλεισαν, όλο και λιγότερο τα τμήματα ανάλυσης των ξένων επενδυτικών τραπεζών ασχολούνταν με την Ελλάδα. Ήταν προφανές πως ουδείς μακροπρόθεσμος επενδυτής επιθυμούσε έκθεση στο country risk της Ελλάδας.

    Αυτό, άλλωστε, είχε διαφανεί από νωρίς. Στην αγορά ουδείς μπορεί να ξεχάσει την περίφημη συνάντηση των κ. Σταθάκη και Μηλιού (ο τελευταίος αποχώρησε, διαφωνώντας πλήρως με την υλοποίηση των μνημονιακών μέτρων που εφάρμοσε η μετέπειτα κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου) με στελέχη επενδυτικών οίκων στο Λονδίνο το 2014, λίγες εβδομάδες αφότου είχε ανακοινωθεί το περιβόητο "Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης", που αποτελούσε ουσιαστικά τον οικονομικό οδικό χάρτη του ΣΥΡΙΖΑ, που τότε προέλαυνε προς την εξουσία.

    Το περίφημο e-mail που δημοσιοποιήθηκε μετά τη συνάντηση από τον Γιοργκ Σπόνερ (Joerg Sponer), partner της Capital Group, ανέφερε πως "όλοι όσοι βγήκαν από τη συνάντηση αισθάνονται ότι θέλουν να πουλήσουν τα πάντα στην Ελλάδα". Για την ιστορία, τους επόμενους μήνες το Capital Group προχώρησε σε μαζικές πωλήσεις μετοχών που κατείχε σε ελληνικές τράπεζες και άλλους τίτλους.

    Κολλημένες μεγάλες επενδύσεις, αδυναμία προσέλκυσης νέων - Οι καθαρές επενδύσεις κεφαλαίου των επιχειρήσεων παραμένουν αρνητικές από το 2009 

    Αποτελεί πλέον κοινή παραδοχή πως η Ελλάδα χρειάζεται ένα επενδυτικό σοκ της τάξης των 80 με 100 δισ. ευρώ προκειμένου να επιστρέψει στο μονοπάτι της ανάπτυξης.

    Παρά τις σποραδικές αναφορές που δείχνουν πως η χώρα έχει πετύχει πρόοδο στο κομμάτι της προσέλκυσης επενδύσεων, τα επίσημα στοιχεία της ΤτΕ φανερώνουν πως οι ακαθάριστες επενδύσεις κεφαλαίου του ιδιωτικού τομέα μειώθηκαν την τελευταία δεκαετία από 22% του ΑΕΠ το 2007 σε 8% του ΑΕΠ το 2017. Εάν αφαιρεθούν οι αποσβέσεις, οι καθαρές επενδύσεις κεφαλαίου των επιχειρήσεων παραμένουν αρνητικές από το 2009.

    Το ότι τα ξένα κεφάλαια συνεχίζουν να αποστρέφονται σθεναρά την Ελλάδα αποτυπώνεται και με βάση τα στοιχεία της Eurostat, που καθιστούν σαφές πόσο μεγάλη είναι η απόσταση που χωρίζει τη χώρα μας από την υπόλοιπη Ευρώπη. Η αναλογία ξένων επενδύσεων προς ΑΕΠ στην Ελλάδα παραμένει σε ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα της Ευρωζώνης: τα κεφάλαια που έχουν επενδυθεί φτάνουν στο 17,4% του ΑΕΠ (10 δισ. ευρώ περίπου).

    Στη δεύτερη θέση από το τέλος έπεται η Ιταλία, με 26,8% του ΑΕΠ αξία ξένων επενδύσεων. Αντιθέτως, στην Κύπρο τα ξένα κεφάλαια φτάνουν στο ιλιγγιώδες 1009% του ΑΕΠ, στην Ιρλανδία στο 432,6% του ΑΕΠ, ενώ ακόμα και στην "αδύναμη" οικονομικά Πορτογαλία ανέρχονται στο 80,2% του ΑΕΠ.

    Τα μεγέθη δείχνουν την τεράστια απόσταση που πρέπει να διανύσει η χώρα μας και εξηγούν γιατί ο ΣΕΒ, ο ΙΟΒΕ και πολλοί άλλοι οργανισμοί και αναλυτές ομιλούν για το επενδυτικό έλλειμμα 80-100 δισ. ευρώ που αναφέρθηκε παραπάνω.

    Ανάπτυξη σε πήλινα πόδια

    Ωστόσο, όπως ανέδειξαν το τελευταίο διάστημα το ΔΝΤ αλλά και το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, η Ελλάδα συνεχίζει να μην έχει τα "πολεμοφόδια" για να προσελκύσει ξένα κεφάλαια και να πείσει τις αγορές. Πέρα από την παράλογη υπερφορολόγηση, η γραφειοκρατία, η διαφθορά, η πολιτική και νομοθετική αστάθεια και άλλοι παράγοντες συντηρούν τη χώρα σε πολύ χαμηλή θέση στην παγκόσμια κατάταξη σε όρους ανταγωνιστικότητας.

    Το έλλειμμα αυτό πρέπει να καλυφθεί από τον ιδιωτικό τομέα. Και τούτο, διότι οι τράπεζες αδυνατούν να παράσχουν ρευστότητα, αλλά και το κράτος (λόγω του Μνημονίου και της "λιτότητας" που έχει επιβάλει στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων) δεν μπορεί να διαθέσει χρήμα στην αγορά, αλλά και επιμένει στα άτυπη στάση πληρωμών για να "παράγει" υπερπλεονάσματα. Εάν εξαιρέσει κανείς ορισμένες ιδιωτικοποιήσεις που είχαν δρομολογηθεί προ ετών, εμβληματικές επενδύσεις που θα μπορούσαν να ανατρέψουν την εικόνα, όπως αυτή του Ελληνικού, του Κατάρ στη Ζάκυνθο, της Eldorado στη Χαλκιδική, της Dophin στις Νηές ή της NCH Capital στην Κέρκυρα, παραμένουν στάσιμες ή καταγράφουν μικρή πρόοδο.

    Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια αρκετές είναι οι πολυεθνικές που έχουν αναστείλει η αναβάλει επενδυτικές τους κινήσεις στην Ελλάδα, τηρώντας στάση αναμονής. Ταυτόχρονα, στα κεντρικά των πολυεθνικών έχουν ληφθεί αποφάσεις που περιορίζουν τον ρόλο της Ελλάδας ως hub ή ως χώρας-επικεφαλής ευρύτερων περιοχών και διευθύνσεων, μεταφέροντας παράλληλα αρμοδιότητες και μειώνοντας προσωπικό.

    Ως μεγαλύτερο εμπόδιο, πέραν του ευρύτερου ρίσκου χώρας, είναι η ατέρμονη γραφειοκρατία της δημόσιας διοίκησης. Η πιο χαρακτηριστική αναφορά σε αυτήν τη διαχρονική πληγή του ελληνικού κράτους ήταν οι προ διμήνου δηλώσεις του CEO της Fraport Greece, Αλεξάντερ Τζινέλ, η οποία έχει αναλάβει τη διαχείριση των 14 περιφερειακών αεροδρομίων για τα επόμενα 40 χρόνια. Όπως ανέφερε, η εταιρεία χρειάστηκε να λάβει περισσότερες από 200 άδειες και εγκρίσεις για να ξεκινήσουν οι εργασίες στα αεροδρόμια, την ώρα που στη Λίμα του Περού δεν χρειάστηκε καμία άδεια, ενώ στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας χρειάστηκαν μόλις δύο εγκρίσεις.

    *Αναδημοσίευση από το "Κεφάλαιο" που κυκλοφορεί

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων