Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 02-Ιουλ-2018 14:00

    Γ. Στουρνάρας: Καμπανάκι για πρωτογενή πλεονάσματα και υπερφορολόγηση

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Δήμητρας Καδδά

    Σήμα κινδύνου για τις επιπτώσεις της υπερφορολόγησης αλλά και για τα έντονα σημάδια έξαρσης της φοροδιαφυγής που δημιουργεί απευθύνει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γ. Στουρνάρας, στην έκθεση Νομισματικής Πολιτικής που κατατέθηκε στη Βουλή. 

    Σε ειδικό κεφάλαιο της έκθεσης καταγράφεται πόσο άδικο ήταν το 3ο μνημόνιο, καθώς, όπως αναφέρει, δεν υπήρξε συγκράτηση δαπανών αλλά η προσαρμογή στηρίχθηκε σε υπέρογκο βαθμό στην αύξηση των φόρων και σε περικοπή επενδύσεων. 

    Σε ξεχωριστό κεφάλαιο παραθέτει επίσης και την έκθεση βιωσιμότητας χρέους στην οποία περιλαμβάνει και εναλλακτικό σενάριο για πρωτογενή πλεονάσματα 1,5% του ΑΕΠ από το 2023 έως το 2060 (αντί για 3% το 2023, 2,5% το 2024 και 2,2% από το 2025 και μετά που προβλέπει η συμφωνία του Eurogroup) λόγω πιθανής κόπωσης. Ένα άλλο εναλλακτικό σενάριο προβλέπει αύξηση των επιτοκίων λόγω διεθνούς αναταραχής και με βάση αυτά κάνει λόγο για σημαντικές επισφάλειες στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους. 

    Τα σενάρια βιωσιμότητας χρέους

     
    Η ΤτΕ παραθέτει τις παρεμβάσεις στο χρέος και τα σενάρια της Επιτροπής κάνοντας σαφές ότι "τα μέτρα ελάφρυνσης οδηγούν σε βελτίωση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους και διασφαλίζουν τη συγκράτηση των χρηματοδοτικών αναγκών κάτω από το όριο του 15% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα αλλά "υπό την προϋπόθεση συνέχισης της δημοσιονομικής πειθαρχίας και επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 2,2% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο την περίοδο 2023-2060". 

    Έτσι, παραθέτει ένα "σενάριο 3" που εξετάζει την περίπτωση "δημοσιονομικής κόπωσης και διακοπής της δημοσιονομικής προσπάθειας, με αποτέλεσμα τα πρωτογενή πλεονάσματα να μειωθούν σε 1,5% του ΑΕΠ την περίοδο 2023-2060". Αυτό έχει ως συνέπεια σύμφωνα με την ΤτΕ την ανάσχεση της καθοδικής πορείας του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ μετά το 2032, ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες υπερβαίνουν μακροπρόθεσμα το όριο του 20% του ΑΕΠ. 

    "Η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους παρουσιάζει επίσης μεγάλη ευαισθησία στην εξέλιξη των επιτοκίων δανεισμού, όπως φάνηκε την πρόσφατη περίοδο με τις διεθνείς αναταράξεις λόγω των πολιτικών εξελίξεων στην Ιταλία" αναφέρει η ΤτΕ και στο σχετικό σενάριο 4 παραθέτει την επίπτωση μιας αύξησης κατά 100 μονάδες βάσης στο μέσο επιτόκιο αναχρηματοδότησης από τις αγορές, η οποία ―παρά τα μέτρα ελάφρυνσης και την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων― "αρκεί για να ανακόψει την αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους" και να οδηγήσει τις χρηματοδοτικές ανάγκες "επάνω από το όριο του 20% του ΑΕΠ μακροπρόθεσμα". 

    Ετσι, η ΤτΕ συμπεραίνει ότι η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους μακροπρόθεσμα υπόκειται σε σημαντικές αρνητικές επισφάλειες, οι οποίες εντοπίζονται κυρίως:
    (α) στη συνέχιση της δημοσιονομικής προσπάθειας, 
    (β) στο ύψος των επιτοκίων δανεισμού, που επηρεάζονται ―όπως έχουν δείξει οι τελευταίες εξελίξεις― όχι μόνο από το εσωτερικό οικονομικό περιβάλλον, αλλά και από τις διεθνείς εξελίξεις, και 
    (γ) την εξέλιξη των μακροοικονομικών μεγεθών".
     
    Τι αναφέρει για την υπερφορολόγηση

    πιν


    Σε ειδικό κεφάλαιο για τη δημοσιονομική πολιτική αναφέρει ότι το 2017 το σύνολο των φορολογικών εσόδων αντιστοιχούσε στο 96,8% των φορολογικών εσόδων του 2007 (ή 74,8 δισεκ. ευρώ το 2017, έναντι 77,3 δισεκ. ευρώ το 2007), όταν το ΑΕΠ σε σταθερές τιμές ήταν μόλις το 74,6% του ΑΕΠ του 2007 (ή 250,7 δισεκ. ευρώ το 2007, έναντι 187,1 δισεκ. ευρώ το 2017). "Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση των φορολογικών εσόδων σε συνθήκες ύφεσης προήλθε κατά κύριο λόγο από τη μεγάλη και συνεχή αύξηση των φορολογικών συντελεστών στο εισόδημα, την κατανάλωση, τα κέρδη των επιχειρήσεων και την περιουσία, με αρνητικές επιπτώσεις στην αναπτυξιακή δυναμική και τη φορολογική δικαιοσύνη".

    Μάλιστα σε ειδικό πίνακα απεικονίζει το μίγμα της δημοσιονομικής πολιτικής που εφαρμόστηκε σε καθένα από τα τρία διαδοχικά προγράμματα οικονομικής στήριξης. Αναφέρει ότι "το μεγαλύτερο μέρος της προσαρμογής επήλθε μέσω της αύξησης των φόρων και λιγότερο μέσω της μείωσης της δημόσιας κατανάλωσης. Το γεγονός αυτό καθίσταται εντονότερο κατά το τρίτο πρόγραμμα, όταν η δημόσια κατανάλωση δεν συνέχισε την καθοδική της πορεία, αλλά παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη, με αποτέλεσμα το κύριο βάρος της προσαρμογής να το φέρουν τόσο οι φόροι όσο και οι δημόσιες επενδύσεις". 

    Η ΤτΕ αναφέρει ότι "η παρατηρούμενη περιστολή της συνολικής δημόσιας δαπάνης κατά το πρώτο και τρίτο πρόγραμμα (το δεύτερο πρόγραμμα ήταν εξαίρεση) επήλθε κυρίως μέσω της περικοπής των δημόσιων επενδύσεων, που ήταν διπλάσια και τετραπλάσια αντίστοιχα της μείωσης της δημόσιας κατανάλωσης, επενεργώντας όμως έτσι πολλαπλασιαστικά στην αρχική υφεσιακή διαταραχή".
     
    Η ΤτΕ καταλήγει σε 3 τρία συμπεράσματα πολιτικής: 

    1. Η φορολογική πολιτική στην Ελλάδα λειτούργησε προκυκλικά, οξύνοντας τις επιδράσεις του οικονομικού κύκλου. 
    2. Δεύτερον, ο τρόπος κατανομής του φορολογικού βάρους αποκαλύπτει μονιμότερου χαρακτήρα παθογένειες του φορολογικού μηχανισμού, που συνδέονται με την ελλιπή φορολογική συμμόρφωση και το υψηλό κόστος εισπραξιμότητας. 
    3. Παρά την εκτεταμένη χρήση του ψηφιακού χρήματος, ισχυρή παραμένει η προτίμηση χρήσης μετρητών, δηλωτική του κινήτρου απόκρυψης εισοδήματος σε περιβάλλον υπερφορολόγησης. Αναφέρει για το θέμα ότι με την τελευταία υπουργική απόφαση του Δεκεμβρίου 2017, η χρήση των ηλεκτρονικών συναλλαγών έχει καταστεί υποχρεωτική για το σύνολο σχεδόν των χρηματικών συναλλαγών. Εντούτοις, εκτιμάται ότι το 2016 το 88% του όγκου και το 75% της αξίας των συναλλαγών των νοικοκυριών έγιναν με μετρητά, σε σύγκριση με το 79% του όγκου και το 54% της αξίας των συναλλαγών σε επίπεδο ευρωζώνης.

    "Η μονόπλευρη εμμονή στην απόκτηση εσόδων μέσω υψηλών φορολογικών συντελεστών δεν θα πρέπει να θεωρείται αυτοσκοπός. Αντίθετα, οι σχεδιαστές της οικονομικής πολιτικής θα πρέπει να εστιάσουν το ενδιαφέρον τους στη χάραξη μιας ολοκληρωμένης φορολογικής πολιτικής που, λειτουργώντας αντικυκλικά, θα αμβλύνει τις επιπτώσεις του οικονομικού κύκλου, θα έχει αναπτυξιακό προσανατολισμό και παράλληλα, μέσω της θεραπείας των παθογενειών, θα κατανέμει το φορολογικό βάρος με βάση τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας" καταλήγει η ΤτΕ.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων