Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 12-Ιουν-2018 07:47

    Σε σημείο καμπής για τις τράπεζες η σημερινή γενική συνέλευση της ΕΕΤ

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    Σε σημείο καμπής για τις τράπεζες η σημερινή γενική συνέλευση της ΕΕΤ

    της Νένας Μαλλιάρα

    Το σημείο καμπής του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, λίγο πριν από τη διαφαινόμενη έξοδο από τα μνημόνια, σηματοδοτεί η πρώτη ανοιχτή γενική συνέλευση της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών που πραγματοποιείται σήμερα με την παρουσία του Γενικού Διευθυντή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), Κλάους Ρέγκλινγκ. Ο επικεφαλής του ESM θα τιμήσει με την παρουσία του και την επετειακή εκδήλωση που θα πραγματοποιήσει η ΕΕΤ για τη συμπλήρωση των 90 χρόνων λειτουργίας της, απόψε στο Ζάππειο Μέγαρο.

    Οι ελληνικές τράπεζες έχουν ανασυγκροτηθεί επιτυχώς και επανέρχονται σταδιακά σε καλύτερες συνθήκες λειτουργίας προκειμένου να συμβάλουν στην ανάκαμψη της ελληνικής Οικονομίας. Έχουν, ωστόσο, να αντιμετωπίσουν σημαντικές προκλήσεις μεσοπρόθεσμα, με κύρια τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οι προκλήσεις αυτές είναι αντιμετωπίσιμες μέσα στα πλαίσια μια εύρωστης και ταχέως αναπτυσσόμενης Οικονομίας, ενώ αντίθετα, μπορεί να καταστούν δυσεπίλυτα προβλήματα σε μια στάσιμη ή συρρικνούμενη Οικονομία.

    Αυτό θα είναι το μήνυμα που αναμένεται να απευθύνει ο Πρόεδρος της ΕΕΤ, Νικόλαος Καραμούζης, αναφερόμενος στο επώδυνο χθες και το απαιτητικό αύριο των ελληνικών τραπεζών. Σήμερα, όπως αναμένεται να τονίσει, οι ελληνικές τράπεζες έχουν αναβαθμίσει την παρουσία τους στις αγορές και έχουν βελτιώσει σημαντικά την ικανότητά τους να χρηματοδοτούν την Οικονομία. Ενδεικτικά, ο τραπεζικός κλάδος συνέβαλε σημαντικά:

     στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων όπου παρατηρήθηκε συστηματική, αν και μικρή, καθαρή αύξηση των υπολοίπων επιχειρηματικών δανείων συνεχώς από τον Αύγουστο του 2017 μέχρι και τον Μάρτιο του 2018 – παρόλο που τον Απρίλιο παρατηρήθηκε κάμψη περίπου 2% σε ετήσια βάση
     στη χρηματοδότηση των μεγάλων έργων υποδομών,
     στη χρηματοδότηση των ιδιωτικοποιήσεων, 
     στην εκταμίευση και μεγάλη απορρόφηση των πόρων των διαρθρωτικών ταμείων και των διεθνών επίσημων χρηματοπιστωτικών οργανισμών, 
     στην παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών και στη συμμετοχή στις εκδόσεις εταιρικών ομολόγων στην ελληνική και διεθνή αγορά.

    Όπως έχει επισημάνει συχνά κατά το παρελθόν ο  Πρόεδρος της ΕΕΤ, οι ελληνικές τράπεζες - σε αντίθεση με τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης σε πρόγραμμα προσαρμογής – δεν ήταν αυτές που προκάλεσαν την κρίση. Αντιθέτως, υπέστησαν μια πρωτοφανή απαξίωση και συρρίκνωση των δραστηριοτήτων τους, με συσσώρευση ζημιών και λήψη σημαντικής κρατικής ενίσχυσης σε κεφάλαια και ρευστότητα. Επιπροσθέτως, υποχρεώθηκαν μέσω των προγραμμάτων αναδιάρθρωσης που υπέγραψε η καθεμία, σε έναν δραματικό μετασχηματισμό της αρχιτεκτονικής τους και των χρηματοοικονομικών τους δεδομένων.
    Στο πλαίσιο αυτό, μεταξύ 2009 και 2017:
        το ενεργητικό τους μειώθηκε κατά 39%, από 491 δισ. ευρώ σε 301 δισ. ευρώ,
     τα δάνεια προς τον ιδιωτικό τομέα μειώθηκαν κατά 28%, από 253 δισ. σε 184 δισ. ευρώ, 
     η παρουσία ξένων τραπεζών μειώθηκε κατά 94% με όρους ενεργητικού, 
     ο κλάδος συγκεντρώθηκε από δεκάδες τράπεζες σε 4 "συστημικές" τράπεζες που ελέγχουν το 97% του ενεργητικού του κλάδου, 
     οι τραπεζικοί υπάλληλοι μειώθηκαν κατά 24.000 ή 37% και το δίκτυο μειώθηκε κατά περίπου 1.900 καταστήματα ή 47%, 
     η εξάρτηση για ρευστότητα από το ευρωσύστημα ξεπέρασε τα 130 δισ. ευρώ στην κορύφωση της κρίσης, ενώ η απώλεια καταθέσεων ξεπέρασε τα 117 δισ. την ίδια περίοδο,
     τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (NPEs) ξεπέρασαν τα 107 δισ. στην τον Ιούνιο του 2016, κοντά στο 50% του χαρτοφυλακίου των τραπεζών,

     κατέστη αναγκαία η κεφαλαιακή ενίσχυση των τραπεζών τέσσερις φορές με κεφάλαια ύψους 64 δισ. ευρώ, το Ελληνικό Δημόσιο συμμετείχε στις αυξήσεις με σημαντικά ποσά μέσω του ΤΧΣ, ενώ σχηματίστηκαν προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις ύψους 57 δισ. ευρώ,
     οι ελληνικές τράπεζες αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν από τις περισσότερες εκτός Ελλάδος δραστηριότητές τους.
    Σήμερα, ο ελληνικές τραπεζικός κλάδος έχει σταθεροποιηθεί και έχει αφήσει πίσω του τα χειρότερα.  Συγκεκριμένα έχει να επιδείξει:
     υψηλούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, που πιστοποιήθηκαν από τα stress tests που διεξήγαγαν οι εποπτικές αρχές και ανακοινώθηκαν στις αρχές του Μαΐου,
     αναβαθμισμένη εταιρική διακυβέρνηση, 
     την ευθυγράμμισή του, εν πολλοίς, με τις νέες αυστηρότερες κανονιστικές και εποπτικές απαιτήσεις,
     τη βελτίωση της ρευστότητάς του, παρά τους περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων με :

    1. μείωση της εξάρτησης για ρευστότητα από το Ευρωσύστημα στα 21,6 δισ. ευρώ, με τον ELA στα 10,2 δισ. ευρώ (στοιχεία Απριλίου, 
    2. βελτιούμενη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές κυρίως μέσω έκδοσης καλυμμένων ομολογιών, 
    3. αυξημένη πρόσβαση στη διατραπεζική αγορά repos (περίπου 20 δισ. ευρώ), 
    4. σταδιακή επιστροφή των καταθέσεων (+5,5 δισ. το 2017), αποκλιμάκωση του ύψους των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων βάσει σχεδίου (94,4 δισ. ευρώ στο τέλος 2017 και 92,4 δις. ευρώ στις 31/3/2018).  Στόχος και δέσμευση των τραπεζών είναι τα ΜΕΑ να μειωθούν σε περίπου 64 δις. ευρώ.

    Ωστόσο, ο κλάδος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις καθώς:
    1. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, αν και μειούμενα, παραμένουν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, με τον λόγο μη εξυπηρετούμενων δανείων προς το σύνολο των δανείων να προβλέπεται, αν επιτευχθούν οι στόχοι, στο 35% στο τέλος του 2019, έναντι 6% του μέσου όρου σήμερα στην ευρωζώνη. Άρα, όπως αναμένεται να πει ο κ. Καραμούζης, απαιτείται έγκαιρος σχεδιασμός για την περίοδο 2019 - 2021, ώστε, το ποσοστό αυτό να μειωθεί σε μονοψήφιο αριθμό στο τέλος του 2021 και λόγω των συζητήσεων για την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης στην Ευρώπη.

    2. Ο κλάδος εξακολουθεί συνολικά να βρίσκεται σε φάση απομόχλευσης, ειδικά στη λιανική τραπεζική και κυρίως στην στεγαστική πίστη (- 3% σε ετήσια βάση τον Απρίλιο), αλλά και στις μικρές επιχειρήσεις όπου η ζήτηση είναι ουσιαστικά αναιμική και οι αποπληρωμές υπερκαλύπτουν κατά πολύ την όποια νέα παραγωγή δανείων.

    3. Οι καταθέσεις ακολουθούν εν γένει θετική τροχιά, ωστόσο ο ρυθμός αύξησής τους είναι εξαιρετικά αργός, με τα υπόλοιπα του ιδιωτικού τομέα (επιχειρήσεις και νοικοκυριά) να βρίσκονται τέλος Απριλίου του 2018 λίγο παραπάνω από τα επίπεδα του τέλους του 2017 (+ 634 εκατ.  ευρώ ή στα 127 δισ. ευρώ), ενώ τα υπόλοιπα δανείων διαμορφώθηκαν στα 179 δισ. ευρώ την ίδια περίοδο.  Άρα, υπάρχει ένα σημαντικό χρηματοδοτικό κενό, ένα έλλειμμα ρευστότητας και η υποχρέωση πλήρους αποπληρωμής των υπολοίπων δανεισμού από τον ELA.

    4. Η πρόσβαση στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων έχει βελτιωθεί, αλλά δεν είναι πλήρης και απρόσκοπτη, και το κόστος δανεισμού παραμένει απαγορευτικό.

    5. Η κερδοφορία των τραπεζών παραμένει στάσιμη και περιορισμένη λόγω:

    - στασιμότητας των εσόδων από εργασίες,
    - υψηλού κόστους κινδύνου, που παρά την επικείμενη αποκλιμάκωσή του, αναμένεται να κυμανθεί πάνω από το 1,6% επί του χαρτοφυλακίου δανείων το 2018,
    - πίεσης του περιθωρίου επιτοκίου από τον ανταγωνισμό, και
    - λειτουργίας μη τραπεζικών οργανισμών που δραστηριοποιούνται κάτω από διαφορετικούς εποπτικούς κανόνες. Η αλματώδης ανάπτυξη της χρηματοπιστωτικής τεχνολογίας επιδρά καταλυτικά στην πορεία του κλάδου και καθιστά αναγκαίο τον βαθύ μετασχηματισμό του λειτουργικού και επιχειρησιακού προτύπου των τραπεζών,
    - νέου απαιτητικό εποπτικό και ρυθμιστικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο καλούνται οι τράπεζες να λειτουργήσουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι κοστοβόρο και επιδρά στο στρατηγικό σχεδιασμό των τραπεζών.
     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων