Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 18-Μαρ-2018 16:00

    Τελεσίγραφο SSM για ανάκτηση κεφαλαίων από "κόκκινα" δάνεια

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    Τελεσίγραφο SSM για ανάκτηση κεφαλαίων από "κόκκινα" δάνεια

    Της Νένας Μαλλιάρα

    Πειστήρια για την ανακτησιμότητα των μη εξυπηρετούμενων δανείων τους, καλούνται να δώσουν στον SSM οι τράπεζες την ερχόμενη εβδομάδα.

    Ενώ έχει ξεκινήσει η διαδικασία των stress tests και ο SSM, όπως αποκάλυψε το "Κεφάλαιο", διεμήνυσε στις τράπεζες ότι πρόκειται να ελέγξει και τα δάνεια που εμφανίζουν ως ενήμερα, ο έλεγχος βαθαίνει στα μη εξυπηρετούμενα δανειακά χαρτοφυλάκια. Ο έλεγχος αυτός έχει τα χαρακτηριστικά ενός πραγματικού "due diligence", κινείται με άξονα τη δυνατότητα ανακτησιμότητας δανείων που δεν εξυπηρετούνται και "τσεκάρει" παράλληλα την ακρίβεια των εκτιμήσεων των τραπεζών για τις πρόσθετες προβλέψεις που θα σχηματίσουν εφαρμόζοντας το νέο λογιστικό πρότυπο IFRS9.

    Οι τράπεζες έσπευσαν να ανακοινώσουν τις εκτιμήσεις τους για τις επιπτώσεις του IFRS9 την εβδομάδα αυτή, καθώς, σύμφωνα με τις πληροφορίες του "Κ", μέσα στην εβδομάδα που έρχεται θα πρέπει να επιχειρηματολογήσουν και να πείσουν τον SSM –μην έχοντας, μάλιστα, άλλη ευκαιρία– ότι αυτές είναι επαρκείς. Αυτό θα κριθεί μέσα από τα πειστήρια ανακτησιμότητας "κόκκινων" δανείων (ανά κατηγορία) που θα πρέπει να δώσουν στον SSM και τα οποία θα πρέπει να "διασφαλίζουν" ότι το μοντέλο με το οποίο "έτρεξε" η κάθε τράπεζα τις παραδοχές του stress test είναι σωστό.

    Τα πειστήρια αφορούν τις ανακτήσεις οφειλών από α) ρυθμίσεις και ίαση NPEs, β) πωλήσεις NPLs και γ) ρευστοποιήσεις καλυμμάτων. Από το τριπλό αυτό "μέτωπο" θα κριθεί η επάρκεια των πρόσθετων προβλέψεων, της τάξεως των 5,25 δισ. ευρώ, που υπολογίζουν οι τράπεζες από το IFRS9.

    Σημειώνεται ότι, ανεξάρτητα από το stress test που "τρέχει" ήδη για τις ελληνικές τράπεζες, οι τελευταίες, όπως και όλες οι ευρωπαϊκές τράπεζες, μπαίνουν σε μια συνεχή "αυτοψία" του επιπέδου των προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις, βάσει των νέων κατευθύνσεων της ΕΚΤ, αλλά και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Για τα δάνεια που θα ταξινομούνται ως μη εξυπηρετούμενα από την 1η Απριλίου 2018, η ΕΚΤ θα συζητεί με την κάθε τράπεζα τις αποκλίσεις από τις προσδοκίες σχετικά με τις προβλέψεις προληπτικού χαρακτήρα και, αφού ληφθούν υπόψη οι συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε τράπεζας, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα αποφασίζει, κατά περίπτωση, το ενδεχόμενο λήψης εποπτικών μέτρων.

    Η έμφαση του SSM

    Η έμφαση του SSM στην ανακτησιμότητα "κόκκινων" δανείων από τις ελληνικές τράπεζες είναι μεγάλη λόγω της εκτιμώμενης μικρής –έως απειροελάχιστης– διαφοράς μεταξύ δανείων που θα εξυγιανθούν και δανείων που θα ασθενήσουν μέχρι τα τέλη του 2019. Ειδικότερα, εκτιμάται ότι μέχρι τον Δεκέμβριο του 2019 (με αφετηρία τον Ιούνιο 2017), η νέα ροή μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (ΜΕΑ) θα ανέλθει σε 20,1 δισ. ευρώ, ενώ το ύψος των δανείων που θα αναταξινομηθούν από μη εξυπηρετούμενα σε εξυπηρετούμενα σε 21,1 δισ. ευρώ. Δηλαδή θετική διαφορά μόλις 1 δισ. ευρώ, η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί ασφαλείας αν υπάρξουν εξωγενείς παράγοντες ή ασυνέχεια των τραπεζών που θα επηρεάσουν την υλοποίηση των στόχων μείωσης των NPEs.

    Είναι ενδεικτικό ότι μελέτες των ευρωπαϊκών Αρχών για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων πανευρωπαϊκά διαπιστώνουν πως η ανάπτυξη δεν επαρκεί για τη μείωση των NPLs. Παράλληλα, η ΤτΕ έχει εκτιμήσει ότι η βελτίωση των οικονομικών συνθηκών θα συμβάλει μεν στον περιορισμό του ρυθμού αύξησης των ΜΕΑ, αλλά δεν επαρκεί για να οδηγήσει σε αρνητικό πρόσημο τους καθαρούς ρυθμούς αθέτησης. Μάλιστα, εάν οι τράπεζες επαναπαυθούν και δεν κάνουν ενεργητική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων τους, θα μπορούσε να προκύψει απόκλιση από τους επιχειρησιακούς στόχους περίπου 9 δισ. ευρώ στο τέλος του 2019 για το σύνολο των ΜΕΑ.

    Κατόπιν αυτού, η ΤτΕ έχει επισημάνει στις τράπεζες ότι πρέπει να διευρύνουν το ταχύτερο δυνατόν τις λύσεις που προτείνουν στους δανειολήπτες και να προχωρήσουν στη λήψη πιο δραστικών αποφάσεων, ιδίως όσον αφορά τις ενέργειες αναδιάρθρωσης βιώσιμων επιχειρήσεων, τον εντοπισμό των στρατηγικών κακοπληρωτών και την εφαρμογή οριστικής λύσης για τις μη βιώσιμες επιχειρήσεις.

    Κινήσεις και προβληματισμοί

    Τα ίδια ζητούμενα έχει και ο SSM, καλώντας τις τράπεζες σε δραστικότερες ρυθμίσεις, πωλήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων και πλειστηριασμούς. Σε αυτά τα ζητούμενα δουλεύουν οι τράπεζες και καλούνται να πείσουν για την αποτελεσματικότητά τους τον SSM την ερχόμενη εβδομάδα, στο πλαίσιο της διαδικασίας του stress test. Προς αυτή την κατεύθυνση οι τράπεζες α) δίνουν την τελευταία ευκαιρία, τον επόμενο ενάμιση – δύο μήνες το πολύ, σε οφειλέτες ανεξασφάλιστων δανείων να σπεύσουν να τα ρυθμίσουν με ευνοϊκούς όρους και μεγάλο "κούρεμα" πριν τα δάνειά τους βγουν προς πώληση σε funds, β) εντατικοποιούν τις πωλήσεις NPLs, μπαίνοντας και στις πωλήσεις δανείων με εξασφαλίσεις, γ) αυξάνουν τους πλειστηριασμούς, αλλά και τις λύσεις οριστικής διευθέτησης οφειλών (συμφωνίες για εθελοντική παράδοση ακινήτου).

    Μέχρι στιγμής, η μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στα 100,4 δισ. ευρώ τον Σεπτέμβριο 2017 (-5,9 δισ. ευρώ από τον Δεκέμβριο του 2016) οφείλεται κυρίως σε διαγραφές δανείων (4,4 δισ. ευρώ), πωλήσεις (1,8 δισ. ευρώ) και αποπληρωμές μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (1,8 δισ. ευρώ). Ωστόσο, η δημιουργία νέων ροών μη εξυπηρετούμενων δανείων (8,1 δισ. ευρώ) ξεπέρασε τις πιστώσεις που είχαν παρουσιάσει καθυστέρηση στο παρελθόν αλλά άρχισαν και πάλι να εξυπηρετούνται (5,3 δισ. ευρώ). Προβληματισμό δημιουργεί, και ταυτόχρονα αναδεικνύει τις δυσκολίες στην προσπάθεια διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, το γεγονός ότι α) σχεδόν το ήμισυ των δανείων με καθυστέρηση άνω των 90 ημερών (χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι καταγγελμένες απαιτήσεις) αφορούν περιπτώσεις με καθυστέρηση μεγαλύτερη των δύο ετών, καθώς και ότι β) σημαντικό ποσοστό των δανείων που είχαν τεθεί σε καθεστώς ρύθμισης εμφανίζουν εκ νέου καθυστέρηση. Ειδικότερα, περίπου στο 42% των ρυθμίσεων βραχυπρόθεσμου τύπου και στο 32% εκείνων μακροπρόθεσμου τύπου, η καθυστέρηση εμφανίζεται μόλις ένα τρίμηνο μετά την εφαρμογή της ρύθμισης.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων