Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 06-Φεβ-2018 19:15

    ΕΦΚΑ: Νέα εγκύκλιος για τις συντάξεις χηρείας

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Δημήτρη Κατσαγάνη

    Νέα εφαρμοστική εγκύκλιο για τον υπολογισμό των συντάξεων χηρείας εξέδωσε ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ).

    Σύμφωνα με αυτή, θεμελιώδης προϋπόθεση για την αναγνώριση δικαιώματος συνταξιοδότησης λόγω θανάτου είναι ο θανών ασφαλισμένος να είχε πραγματοποιήσει τον ελάχιστο χρόνο ασφάλισης που απαιτείται σύμφωνα με τη νομοθεσία στην οποία εμπίπτει για τη συνταξιοδότησή του εξ ιδίου δικαιώματος (γήρατος) ή ανικανότητας (αναπηρίας), πλήρους ή μειωμένης.

    Δεν εξετάζεται η θεμελίωση δικαιώματος συνταξιοδότησης λόγω γήρατος ή λόγω αναπηρίας από τον ασφαλισμένο (δηλαδή εκτός από τον ελάχιστο χρόνο ασφάλισης να είχε συμπληρώσει συγκεκριμένη ηλικία ή ποσοστό αναπηρίας).

    Όταν δε εξετάζεται το δικαίωμα στη χορήγηση σύνταξης λόγω θανάτου ασφαλισμένου, ο κατά περίπτωση απαιτούμενος χρόνος ασφάλισης θα πρέπει να έχει συμπληρωθεί κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή του θανάτου, επειδή πρόκειται για δικαίωμα που αναγνωρίζεται με αυτή την αιτία.

    Στην περίπτωση που ο θάνατος οφείλεται σε ατύχημα (εργατικό ή εκτός εργασίας), ο χρόνος ασφάλισης που πρέπει να έχει συμπληρωθεί μέχρι την επέλευση του θανάτου αντιστοιχεί στις αντίστοιχες προϋποθέσεις που ορίζονται κατά περίπτωση από τη νομοθεσία για παλαιούς και νέους ασφαλισμένους. Ευνόητο είναι ότι στην περίπτωση θανάτου συνταξιούχου, κατά την οποία εξετάζεται το δικαίωμα μεταβίβασης σύνταξης, δεν ελέγχεται εκ νέου ο χρόνος ασφάλισής του.

    Κριτήριο  για την εφαρμογή του άρθρου αυτού είναι ο θάνατος να έχει επέλθει από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, δηλαδή από 13.5.2016 και εξής.

    Η  συμπλήρωση του χρόνου ασφάλισης εκ μέρους του θανόντος ασφαλισμένου εξετάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας που κατά περίπτωση ισχύουν και εφαρμόζονται από την ημερομηνία αυτή και εξής για τους ασφαλισμένους του Δημοσίου και των φορέων οι οποίοι εντάχθηκαν στον Ε.Φ.Κ.Α. πριν από και από την 1.1.1993 και μετά, οι οποίες καθορίζουν τον ελάχιστο χρόνο ασφάλισης για τη συνταξιοδότηση εξ ιδίου δικαιώματος (γήρατος) ή ανικανότητας (αναπηρίας).

    Δικαιούχοι

    Τα πρόσωπα που δικαιούνται σύνταξη λόγω θανάτου ασφαλισμένου/-ης ή συνταξιούχου που απεβίωσε από 13.5.2016 και μετά είναι ο/η επιζών/-ώσα σύζυγος και το έτερο μέρος του συμφώνου συμβίωσης, τα τέκνα του θανόντος (νόμιμα, νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα, υιοθετηθέντα και όσα εξομοιώνονται με αυτά) και ο/η διαζευγμένος/-η.

    Έναρξη, διάρκεια, λήξη του δικαιώματος/έκταση εφαρμογής των διατάξεων

    α) Έναρξη του δικαιώματος συνταξιοδότησης

    Ουσιαστικά καθορίζεται από την περ. α της παρ. 5, όπου αναφέρεται ότι η σύνταξη καταβάλλεται από την πρώτη του επομένου του θανάτου μήνα.

    Παράλληλα, ως προς το ζήτημα αυτό θα πρέπει να εφαρμόζονται κατά περίπτωση και οι οικείες καταστατικές διατάξεις των φορέων οι οποίοι εντάχθηκαν στον Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και του Δημοσίου, με κριτήριο το φορέα στον οποίο ο ασφαλισμένος που απεβίωσε είχε τον ελάχιστο απαιτούμενο χρόνο ασφάλισης για τη συνταξιοδότησή του εξ ιδίου δικαιώματος ή λόγω αναπηρίας.

    Για παράδειγμα:

    - για τους ασφαλισμένους του τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ισχύει και το άρθρο 29 του Ν. 3518/2006, το οποίο αντικατέστησε την παρ. 5 του άρθρου 29 του Α.Ν. 1846/1951 (ΦΕΚ 179 Α'), όπως είχε αντικατασταθεί με την παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 4476/1965 (ΦΕΚ 103 Α'), δηλαδή:

    • Σε περίπτωση ασφαλισμένου ή συνταξιούχου, ο οποίος κηρύσσεται άφαντος με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η καταβολή της σύνταξης στους δικαιούχους αρχίζει από το χρόνο έναρξης της αφάνειας, όπως αυτός προσδιορίζεται με την απόφαση αυτή, εφόσον υποβάλουν σχετική αίτηση προς απονομή ή μεταβίβαση της σύνταξης μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης (παρ. 1, περ. γ).

    • Η καταβολή της σύνταξης δεν μπορεί να ανατρέξει σε χρόνο απώτερο του εξαμήνου από την ημέρα υποβολής της αίτησης για απονομή σύνταξης στην περ. β' καθώς και στην περίπτωση που δεν υποβληθεί αίτηση προς απονομή ή μεταβίβαση της σύνταξης εντός της εξάμηνης προθεσμίας από την έκδοση της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης με την οποία ο ασφαλισμένος ή ο συνταξιούχος κηρύσσεται άφαντος.

    - Για τους ασφαλισμένους του τ. ΟΑΕΕ εφαρμόζεται η παρ. 7 του άρθρου 23 σε συνδυασμό με την παρ. δ του άρθρου 30 του Π.Δ. 258/2005, όπου όλα τα δικαιώματα που έχουν ως προϋπόθεση το θάνατο γεννώνται και σε περίπτωση ασφαλισμένου ή συνταξιούχου που έχει κηρυχθεί σε αφάνεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Κατά συνέπεια, η σύνταξη των μελών οικογενείας αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα της ημερομηνίας θανάτου, δηλαδή της κήρυξης σε αφάνεια, και αναδρομικά, όχι όμως για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από ένα έτος πριν από το τέλος του μήνα στον οποίο υποβάλλεται η αίτηση για συνταξιοδότηση.

    Στο σημείο αυτό κρίνουμε απαραίτητο να επισημάνουμε τα εξής:

    Κατά γενική αρχή του δικαίου κοινωνικής ασφάλισης, το συνταξιοδοτικό δικαίωμα, όταν δεν υπάρχει αντίθετη διάταξη, κρίνεται με βάση το νομικό καθεστώς που ισχύει κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου. Όταν πρόκειται για συνταξιοδότηση λόγω θανάτου, ο ασφαλιστικός κίνδυνος θεωρείται ότι επέρχεται κατά το χρόνο θανάτου του ασφαλισμένου. Το ισχύον δε κατά το χρονικό σημείο του θανάτου δίκαιο διέπει όχι μόνο τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του συνταξιοδοτικού δικαιώματος των μελών οικογενείας του θανόντος, αλλά και τα της ενάρξεως καταβολής της σύνταξης (ΣτΕ 3069/1992 - επταμελούς συνθ., ΣτΕ 267/2013, ΣτΕ 539/2016 κ.ά.).

    β) Διάρκεια του δικαιώματος συνταξιοδότησης των δικαιούχων [παρ. 1 περ. Α', Β' (όπως συμπληρώθηκε με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 του Ν. 4499/2017), και 3 του άρθρου 12 του Ν. 4387/2016]

    i. Για τους συζύγους και τα έτερα μέρη του συμφώνου συμβίωσης με τα εξής κριτήρια:

    • ανάλογα με τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας σε σχέση με την ημερομηνία θανάτου ή κατά τη διάρκεια της χορήγησης της σύνταξης.
    Συγκεκριμένα:

    - σε περίπτωση που ο θάνατος επήλθε μετά τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας του επιζώντος συζύγου, η σύνταξη χορηγείται χωρίς χρονικό περιορισμό εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις λήξης του δικαιώματος αυτού, σύμφωνα με τις περιπτώσεις α και β της παρ. 3 του άρθρου αυτού, δηλαδή:

    - λόγω θανάτου του επιζώντος συζύγου,

    - λόγω σύναψης γάμου ή συμφώνου συμβίωσης2 εκ μέρους του επιζώντος συζύγου.

    - Σε περίπτωση που ο θάνατος επήλθε πριν από τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας του επιζώντος συζύγου, η διάρκεια της συνταξιοδότησης ορίζεται σε τρία έτη από την πρώτη του επόμενου του θανάτου μήνα.

    - Εάν ο/η δικαιούχος συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας του κατά τη διάρκεια της τριετίας αυτής, η καταβολή της σύνταξης διακόπτεται με τη συμπλήρωση της τριετίας από την πρώτη του επομένου του θανάτου μήνα και επαναχορηγείται με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας του/της.

    - Εάν ο/η δικαιούχος δεν συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας του κατά τη διάρκεια αυτής της τριετίας, αλλά κατά τη διάρκειά της:

    - είτε έχει τέκνο ή τέκνα που υπάγονται στην περίπτωση Β' της παρ. 1 του άρθρου 12, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 4499/2017

    - είτε ο ίδιος είναι ανίκανος για την άσκηση κάθε βιοποριστικής εργασίας κατά ποσοστό 67% και άνω3 η σύνταξη συνεχίζει να καταβάλλεται για όσο χρόνο πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις και, εάν συντρέχει λόγος διακοπής επειδή δεν πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις συνέχισης καταβολής της, επαναχορηγείται με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας του επιζώντος συζύγου (βλ. σελ. 3 παρ. 2 της σχετικής εγκυκλίου του ΥΠΕΚΑΑ).

    - Εάν δεν έχει συμπληρωθεί το 55ο έτος της ηλικίας του επιζώντος συζύγου ούτε κατά το θάνατο ούτε κατά τη διάρκεια λήψης της σύνταξης, η σύνταξη χορηγείται μόνο για τρία έτη.

    ii. Για τα τέκνα, για όσο χρόνο παραμένουν άγαμα και δεν έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης

    • Μέχρι να συμπληρώσουν το 18ο έτος της ηλικίας τους.

    • Ή μέχρι να συμπληρώσουν το 24ο έτος της ηλικίας τους, εφόσον και για όσο χρόνο φοιτούν σε ανώτερες ή ανώτατες αναγνωρισμένες σχολές του εσωτερικού ή του εξωτερικού ή σε Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης ή Κέντρα/Σχολές Επαγγελματικής Κατάρτισης (βλ. και σελ. 18, περ. vi).

    • Ή μέχρι να συμπληρώσουν το 24ο έτος της ηλικίας τους εφόσον ο θάνατος επήλθε κατά τη διάρκεια του έτους προετοιμασίας τους για την εισαγωγή σε ανώτερη ή ανώτατη σχολή. Στη σχετική εγκύκλιο του ΥΠΕΚΑΑ ως προς το σημείο αυτό διευκρινίζεται, μεταξύ άλλων, ότι το δικαίωμα παρέχεται ανεξαρτήτως της επιτυχούς ή μη έκβασης των εξετάσεων και ισχύει και για τα επόμενα της Γ' Λυκείου έτη. Η προετοιμασία για τις εξετάσεις πιστοποιείται με το πιστοποιητικό συμμετοχής του παιδιού στις πανελλήνιες εξετάσεις. Ως έτος προετοιμασίας για τις πανελλήνιες εξετάσεις ορίζεται το χρονικό διάστημα μεταξύ της 1ης Ιουλίου και της 30ής Ιουνίου του επόμενου έτους.

    Διευκρινίζεται επίσης, ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 20 του Ν. 4019/2011 (για τους ασφαλισμένους του τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), καθώς και εκείνες της παρ. 5 του άρθρου 26 του Ν. 4075/2012 (για τους ασφαλισμένους όλων των τ. ΦΚΑ πλην ΙΚΑ και ΟΓΑ), οι οποίες προβλέπουν ότι το δικαίωμα σε σύνταξη παρατείνεται για το χρονικό διάστημα μεταξύ του επόμενου της ενηλικίωσης μήνα και μέχρι το μήνα έναρξης του ακαδημαϊκού έτους, όταν το 18ο έτος της ηλικίας συμπληρώνεται πριν από την εισαγωγή σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές και εφόσον η εισαγωγή σε αυτές τις σχολές γίνει μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος με αυτό της ενηλικίωσης.

    - Ή και μετά τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους, εφόσον κατά το χρόνο θανάτου του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου:

    - δεν έχουν συνάψει γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης και είναι ανίκανα για κάθε βιοποριστική εργασία, και η ανικανότητά τους επήλθε πριν από την συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους. Η λήξη του δικαιώματος στην περίπτωση αυτή επέρχεται είτε με τη σύναψη γάμου ή συμφώνου συμβίωσης είτε με τη διαπίστωση ότι δεν υφίσταται πλέον ανικανότητα για την άσκηση κάθε βιοποριστικής εργασίας, εκτίμηση που με βάση τη διατύπωση της περ. δ' της παρ. 3 του άρθρου 12 του Ν. 4387/2016 ανατίθεται στην αρμόδια υγειονομική επιτροπή, δεδομένου ότι συναρτάται ως προς το χρόνο επέλευσής της (κατά την ημερομηνία θανάτου και πριν από τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας).

    iii. Για τους διαζευγμένους, όπως και στους συζύγους.

    Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την περ. δ', το δικαίωμα των διαζευγμένων στη σύνταξη λόγω θανάτου συναρτάται και ως προς το εισοδηματικό κριτήριο που καθορίζεται στη διάταξη αυτή, δηλαδή ότι το μέσο μηνιαίο ατομικό φορολογητέο εισόδημά τους δεν πρέπει να υπερβαίνει το διπλάσιο του ποσού που αντιστοιχεί στο Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Ανασφάλιστων Υπερηλίκων που καταβάλλεται από τον ΟΓΑ, σύμφωνα με το άρθρο 93 του ίδιου νόμου όπως ισχύει (κατά την πρώτη εφαρμογή 360,00€ Χ 2=720,00€). Στο εισόδημα αυτό δεν θα συνυπολογίζεται η διατροφή που κατέβαλε ο πρώην σύζυγος.

    γ) Λήξη του δικαιώματος (παρ. 3 του άρθρου 12 του Ν. 4387/2016) Εκτός των ανωτέρω, οι γενικοί λόγοι λήξης του δικαιώματος που απέκτησαν ή διατηρούσαν με τις ανωτέρω προϋποθέσεις τα ανωτέρω πρόσωπα καθορίζονται με τις διατάξεις αυτές, δηλαδή:

    με το θάνατο του δικαιούχου,

    με την τέλεση γάμου του ή τη σύναψη συμφώνου συμβίωσης,

    με τη συμπλήρωση των ορίων ηλικίας που προβλέπονται για τα τέκνα στην υποπερίπτωση α' της περίπτωσης Β' της παραγράφου 1, όπως ισχύει, iv. από τότε που, με νεότερη κρίση της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής, έπαυσε η ανικανότητα για εργασία που καθορίζει το δικαίωμα (τελ. εδάφιο της περίπτωσης Α' της παρ. 1 και υποπερίπτωση β' της περίπτωσης Β' της παρ. 1).

    δ) Έκταση εφαρμογής των διατάξεων

    Οι διατάξεις του άρθρου 12 εφαρμόζονται από 13.5.2016, με κριτήριο την ημερομηνία επέλευσης του θανάτου του ασφαλισμένου ή του συνταξιούχου (παρ. 8).

    Επομένως, εάν ο θάνατος επήλθε πριν από τις 13.5.2016, εφαρμόζονται οι προϊσχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις που ρυθμίζουν εν γένει το θέμα αυτό.

    Όμως, στην ειδική περίπτωση κατά την οποία οι προϊσχύουσες διατάξεις όριζαν συγκεκριμένη προθεσμία προκειμένου να καθορίσουν την ημερομηνία έναρξης συνταξιοδότησης λόγω θανάτου και παρήλθε αυτή ώστε να εμπίπτει πλέον σε χρόνο από 13.5.2016 και μετά, ο υπολογισμός της σύνταξης λόγω θανάτου θα γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του Ν. 4387/2016.

    Υπολογισμός ποσού σύνταξης

    1. Εθνική σύνταξη

    α) Η εθνική σύνταξη λόγω θανάτου (απονομή ή μεταβίβαση), υπολογίζεται στη βάση των 40 ετών. Στην περίπτωση απονομής σύνταξης λόγω θανάτου για τον υπολογισμό του ποσού της εθνικής σύνταξης εφαρμόζεται το εδάφιο β' παρ. 6 του άρθρου 7, δηλαδή, το ποσό της εθνικής σύνταξης βαίνει μειούμενο κατά 2% για κάθε έτος ασφάλισης που υπολείπεται των 20 ετών με όριο τα 15 έτη ασφάλισης. Εάν ο χρόνος ασφάλισης υπολείπεται των 15 ετών πλήρους ασφάλισης, χορηγείται ποσό εθνικής σύνταξης 345,60€ . 

    Για παράδειγμα, παλαιός ασφαλισμένος, συνταξιούχος του τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ πριν από τις 13.5.2016, ο οποίος λάμβανε πλήρες ποσό σύνταξης επειδή είχε πραγματοποιήσει 6.000 ημέρες ασφάλισης και είχε κριθεί ανάπηρος με ποσοστό τουλάχιστον 67%, εφόσον απεβίωσε από 13.5.2016 και μετά, η εθνική σύνταξη που μεταβιβάζεται στους δικαιούχους δεν επηρεάζεται από το ποσοστό αναπηρίας του, επειδή αυτός ο συνταξιούχος είχε εξομοιωθεί με συνταξιούχο βαριάς αναπηρίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση παλαιού ασφαλισμένου, συνταξιούχου του τ. ΟΑΕΕ, ο οποίος λάμβανε πλήρη σύνταξη με τη μόνη βαθμίδα αναπηρίας που προέβλεπαν οι καταστατικές διατάξεις του φορέα, δηλαδή με ποσοστό τουλάχιστον 67% .

    Αντίθετα, στην περίπτωση που ο ασφαλισμένος καθίσταται συνταξιούχος μετά την 13.5.2016 και κρίνεται από τις Υγειονομικές Επιτροπές με ποσοστό αναπηρίας μικρότερο του 80%, το ποσό της εθνικής σύνταξης μειώνεται.

    Για παράδειγμα, παλαιός ασφαλισμένος του τ. ΟΑΕΕ, ο οποίος δικαιούται σύνταξη λόγω αναπηρίας με μία βαθμίδα αναπηρίας (67%) καθίσταται συνταξιούχος από 13.5.2016, με ποσοστό αναπηρίας 70%. Συνεπώς, η εθνική σύνταξη που δικαιούται με βάση τα έτη ασφάλισής του πρέπει να μειωθεί κατά 25% και, σε περίπτωση θανάτου του, να μεταβιβαστεί με τη δεδομένη μείωση .
    Τα ανωτέρω ισχύουν για όλους τους ασφαλισμένους, δηλαδή ανεξαρτήτως ημερομηνίας πρώτης ασφάλισης (πριν από ή από 1.1.1993 και μετά).

    Για τις περιπτώσεις εφαρμογής των Ευρωπαϊκών Κανονισμών και των Διμερών Συμβάσεων Κοινωνικής Ασφάλειας, θα ακολουθήσουν ξεχωριστές οδηγίες από τη Διεύθυνση Διεθνών Ασφαλιστικών Σχέσεων του ΕΦΚΑ.

    Ανώτατο ποσό σύνταξης

    Το συνολικό ποσό της κατά μεταβίβαση σύνταξης του επιζώντος συζύγου και των τέκνων σε καμία περίπτωση καταρχήν δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό της σύνταξης του θανόντος. Σε περίπτωση που το άθροισμα των ποσοστών των δικαιούχων υπερβαίνει το ποσό της σύνταξης του θανόντος περιορίζεται ισόποσα μόνο το ποσοστό των τέκνων .

    Κατώτατο ποσό σύνταξης

    α) Υποπερίπτωση α' της παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 4499/2017: Το συνολικό ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου του επιζώντος ή/και του διαζευγμένου συζύγου, δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού της εθνικής σύνταξης του άρθρου 7 που αντιστοιχεί σε 20 έτη ασφάλισης, δηλαδή των 384,00€. Εάν ο χρόνος ασφάλισης του θανόντος είναι μικρότερος των 20 ετών, το ως άνω ποσό βαίνει μειούμενο κατά 1,25% για κάθε έτος ασφάλισης που υπολείπεται των 20 ετών και μέχρι τη συμπλήρωση 15 ετών ασφάλισης. Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο των 15 ετών, το ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου του επιζώντος ή/και του διαζευγμένου συζύγου δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού των τριακοσίων 360,00€. Ο χρόνος ασφάλισης που καθορίζει το κατώτατο ποσό σύνταξης λόγω θανάτου υπολογίζεται με βάση κάθε πλήρες έτος ασφάλισης που είχε πραγματοποιήσει ο θανών.

    Συνεπώς, το κατώτατο ποσό σύνταξης λόγω θανάτου, ανάλογα με το χρόνο ασφάλισης, διαμορφώνεται ως εξής:

    Μέχρι και 15 πλήρη έτη ασφάλισης: 360,00€

    Μέχρι και 16 πλήρη έτη ασφάλισης:364,80€

    Μέχρι και 17 πλήρη έτη ασφάλισης:369,60€

    Μέχρι και 18 πλήρη έτη ασφάλισης: 374,40€

    Μέχρι και 19 πλήρη έτη ασφάλισης: 379,20€

    Από 20 πλήρη έτη ασφάλισης και άνω: 384,00€

    Όταν χορηγείται σύνταξη λόγω θανάτου μόνο σε σύζυγο ή μόνο σε διαζευγμένο, τα κατώτατα ποσά σύνταξης χορηγούνται αυτοτελώς στο δικαιούχο, ενώ όταν συμμετέχουν στη σύνταξη και τα δύο αυτά πρόσωπα, τα ανωτέρω ποσά επιμερίζονται μεταξύ επιζώντος και διαζευγμένου.

    Το κατώτατο ποσό σύνταξης που χορηγείται στα ανωτέρω πρόσωπα δεν μειώνεται  επειδή αυτές συνιστούν μέρος του υπολογισμού του ποσού της ανταποδοτικής σύνταξης λόγω θανάτου και εφόσον καταλήξει σε ποσό που υπολείπεται των κατά περίπτωση (ανάλογα με τα πλήρη έτη ασφάλισης του θανόντα) κατώτατων ποσών, χορηγείται το κατώτατο ποσό.

    Όταν στη σύνταξη συμμετέχουν τέκνα, το συνολικό ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου που δικαιούνται σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπολείπεται των ανωτέρω ποσών, ανάλογα με τα έτη ασφάλισης του θανόντος. Σε περίπτωση δε που υπάρχουν περισσότερα του ενός τέκνα που δικαιούνται σύνταξη λόγω θανάτου, το ανωτέρω κατώτατο ποσό επιμερίζεται μεταξύ τους.

    Σε περίπτωση που συμμετέχουν στη σύνταξη αμφοτεροπλεύρως ορφανά τέκνα, έκαστο δικαιούται αυτοτελώς το κατώτατο ποσό που αντιστοιχεί στα έτη ασφάλισης του θανόντος, όπως προεκτέθηκε, υπό την προϋπόθεση ότι δεν λαμβάνει ή δεν δικαιούται σύνταξη από τον άλλο γονέα.

    Οι κοινοποιούμενες διατάξεις που αφορούν τον υπολογισμό και τα κατώτατα ποσά σύνταξης λόγω θανάτου εφαρμόζονται και στην περίπτωση κατά την οποία ο συνταξιούχος που απεβίωσε λάμβανε περισσότερες της μίας συντάξεις από διαφορετικούς φορείς που εντάχθηκαν στον Ε.Φ.Κ.Α.

    Στην περίπτωση που χορηγείται σύνταξη θανάτου λόγω εργατικού ατυχήματος ή ατυχήματος κατά την απασχόληση ή επαγγελματικής ασθένειας, το ποσό της σύνταξης του δικαιούχου δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού που αντιστοιχεί στο διπλάσιο ποσό της εθνικής σύνταξης για είκοσι (20) έτη ασφάλισης, στο ύψος που εκάστοτε διαμορφώνεται, δηλαδή του ποσού των 768,00€ (384,00€ Χ2). Το ποσό αυτό επιμερίζεται μεταξύ των προσώπων που δικαιούνται σύνταξη λόγω θανάτου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12.

    Ειδικά για τον ΟΓΑ, προβλέπεται ότι προκειμένου να καθοριστεί το ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου και συνεπώς εάν θα χορηγηθεί το κατώτατο ποσό σύνταξης, λαμβάνεται υπόψη το ποσό της σύνταξης που δικαιούται κάθε συμμετέχον στη σύνταξη πρόσωπο,

    Κριτήρια που καθορίζουν το ποσό της ανταποδοτικής σύνταξης λόγω θανάτου

    Το ποσό της σύνταξης που θα δικαιούτο ο θανών ασφαλισμένος με βάση το χρόνο ασφάλισής του.

    Έχοντας υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 4387/2016, σύμφωνα με τις οποίες από 13.5.2016 και μετά η κύρια σύνταξη αποτελείται από τα τμήματα της εθνικής και της ανταποδοτικής σύνταξης, σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου η εθνική και η ανταποδοτική σύνταξη υπολογίζεται με βάση το χρόνο ασφάλισης του θανόντα. Εάν δεν είχε συμπληρώσει τον ελάχιστο χρόνο ασφάλισης που απαιτείται για τη χορήγηση σύνταξης λόγω γήρατος αλλά το χρόνο ασφάλισης για τη χορήγηση λόγω αναπηρίας, γίνεται δεκτό ότι το ποσό που θα δικαιούτο αντιστοιχεί σε πλήρη σύνταξη, δηλαδή ως αν να είχε ποσοστό 80%).

    Για παράδειγμα, προκειμένου να υπολογιστεί ο συντάξιμος μισθός συνταξιούχων του τ. ΟΑΕΕ, είτε υπήρξαν παλαιοί είτε νέοι ασφαλισμένοι, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 33 του Ν.4387/2016, θα ληφθεί υπόψη η τρέχουσα τιμή των ασφαλιστικών κατηγοριών ή κλάσεων κατά την έναρξη ισχύος του ν.4387/2016. Ως τρέχουσα τιμή θεωρείται η τελευταία αναπροσαρμογή των ασφαλιστικών κατηγοριών/ κλάσεων που έγινε την 1.1.2009, καθώς έκτοτε και μέχρι την έναρξη ισχύος του ν.4387/2016 δεν υπήρξε άλλη αναπροσαρμογή ασφαλιστικών κατηγοριών.

    Στις περιπτώσεις συνταξιούχων του τ. ΟΑΕΕ για τους οποίους δεν υπήρχαν ασφαλιστικές κατηγορίες, όπως, για παράδειγμα το ΤΠΞ , θα ισχύει η παρ. 2 του άρθρου 33 του ν.4387/2016, όπου ορίζεται ότι σε κάθε άλλη περίπτωση ο συντάξιμος μισθός υπολογίζεται σε τρέχουσες τιμές με τη χρήση των ποσοστών αναπροσαρμογής των συντάξεων όλων των ετών που έχουν μεσολαβήσει από την ημερομηνία συνταξιοδότησης ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Και στην περίπτωση αυτή η τελευταία αύξηση-αναπροσαρμογή σύνταξης είναι αυτή που χορηγήθηκε το έτος 2008.

    Για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών των ασφαλισμένων στο τ. ΤΣΑ καθώς και στα συγχωνευθέντα στο τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Ταμεία προκειμένου να χορηγηθεί σύνταξη λόγω θανάτου, θα επανέλθουμε σε επόμενο έγγραφο.

    Γενικά, στην περίπτωση που μεταβιβάζεται σύνταξη η οποία καταβαλλόταν μέχρι και την 12.5.2016 τα άρθρα 14 και 33 εφαρμόζονται μόνο ως προς τον προσδιορισμό των συντάξιμων αποδοχών και όχι της τυχόν προκύπτουσας προσωπικής διαφοράς, η οποία δεν μεταβιβάζεται στους δικαιούχους της σύνταξης λόγω θανάτου, οι οποίοι ασκούν ένα νέο δικαίωμα. Συνεπώς, το ποσό της εθνικής και της ανταποδοτικής σύνταξης που προκύπτει στην περίπτωση αυτή με βάση τα άρθρα 14 και 33 αποτελεί το ποσό της σύνταξης που πρόκειται να μεταβιβαστεί στους δικαιούχους σύνταξης λόγω θανάτου ανάλογα με τα ποσοστά τους, σύμφωνα με το άρθρο 12 του νόμου αυτού.

    Για αιτήσεις συνταξιοδότησης λόγω θανάτου από την 13.5.2016 και μέχρι την 31.12.2018 εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 94 σε συνδυασμό με τα άρθρα 14 και 33 του ίδιου νόμου.

    Σύμφωνα με τα εδάφια 2 και 3 της παρ. 2 του άρθρου αυτού, "Επί αιτήσεων που θα κατατεθούν εντός του 2016, εάν το ποσό της απονεμόμενης σύνταξης υπολείπεται του ποσού της σύνταξης που θα απονεμόταν κατά το προϊσχύσαν καθεστώς σε ποσοστό άνω του 20%, το ήμισυ της διαφοράς καταβάλλεται στον δικαιούχο ως προσωπική διαφορά, με ανάλογη εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 14.

     Επί αιτήσεων που θα κατατεθούν εντός του 2017 καταβάλλεται στον δικαιούχο ως προσωπική διαφορά το ένα τρίτο (1/3) της διαφοράς, και επί αιτήσεων που θα κατατεθούν εντός του 2018 το ένα τέταρτο (1/4) της διαφοράς". Επομένως, η τυχόν προκύπτουσα προσωπική διαφορά με τον υπολογισμό του άρθρου αυτού, συγκρίνοντας το ποσό σύνταξης λόγω θανάτου που υπολογίζεται με τις διατάξεις του νόμου αυτού (καθαρό ποσό προ φόρου χωρίς την προσωπική διαφορά των άρθρων 14 και 33) με το ποσό της σύνταξης που θα χορηγείτο με την προϊσχύουσα νομοθεσία (καθαρό προ φόρου) αποτελεί τμήμα της σύνταξης λόγω θανάτου και επιμερίζεται στους δικαιούχους του άρθρου 12.

    Παράδειγμα:

    • Συνταξιούχος λόγω γήρατος ή αναπηρίας πεθαίνει στις 31/5/2016. Η χήρα καταθέτει αίτηση για σύνταξη λόγω θανάτου η οποία θα χορηγηθεί από 1/6/2016.

    • Από τον επανυπολογισμό της σύνταξης του θανόντα έχει προκύψει ένα ποσό Εθνικής και Ανταποδοτικής Σύνταξης, που ονομάζεται Ποσό Α, και μια προσωπική διαφορά του θανόντα (η προσωπική διαφορά δεν λαμβάνεται υπόψη).

    • Επειδή η αίτηση για συνταξιοδότηση έχει υποβληθεί εντός του χρονικού διαστήματος από 13/5/2016 έως 31/12/2018, γίνεται διπλός υπολογισμός ποσού σύνταξης.

    Το ποσό που προκύπτει από τον υπολογισμό με τις προϊσχύουσες διατάξεις (μέχρι 12/5/2016) ονομάζεται Ποσό Β'.

    Η διάρκεια του γάμου (στην περίπτωση σύναψης γάμου/συμφώνου συμβίωσης μετά τη χορήγηση σύνταξης λόγω γήρατος)

    Η διαφορά ηλικίας των συζύγων/μερών συμφώνου συμβίωσης (στην περίπτωση σύναψης γάμου/συμφώνου συμβίωσης μετά τη χορήγηση σύνταξης λόγω γήρατος)

    Η εργασία/αυτοαπασχόληση ή η συνταξιοδότηση από οποιαδήποτε πηγή: συνεπάγεται μείωση κατά 50% του ποσού της σύνταξης που δικαιούται ο επιζών σύζυγος/έτερο μέρος του συμφώνου συμβίωσης/διαζευγμένος, μετά τη συμπλήρωση τριετίας από την πρώτη του επομένου του θανάτου μήνα.

    Από τη διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι η εν λόγω μείωση εφαρμόζεται και στην περίπτωση συνταξιοδότησης από το εξωτερικό. Ωστόσο, όταν πρόκειται για χώρα της Ε.Ε. ή κράτος με το οποίο έχει συναφθεί Διμερής Σύμβαση Κοινωνικής Ασφάλειας, η εν λόγω μείωση εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις που από το άλλο κράτος χορηγείται σύνταξη από άλλη αιτία (λόγω γήρατος ή αναπηρίας). Επισημαίνουμε επιπλέον ότι ως προς το ζήτημα αυτό δεν υφίστανται πλέον οι εξαιρέσεις που προβλέπονταν σε προϊσχύουσες διατάξεις (π.χ., οι εξαιρέσεις του άρθρου 13 του Ν. 3863/2010). Το ποσό της σύνταξης που χορηγείται σε τέκνα δεν επηρεάζεται από εργασία/αυτοαπασχόληση ή συνταξιοδότησή τους από άλλη πηγή.

    Η σωματική ή πνευματική αναπηρία σε ποσοστό 67% και άνω του επιζώντος συζύγου/ετέρου μέρους του συμφώνου συμβίωσης/διαζευγμένου κατά την ημερομηνία θανάτου: χορηγείται ολόκληρη η σύνταξη, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η αναπηρία του εφόσον διατηρεί το δικαίωμα συνταξιοδότησης.

    Ποσοστά των δικαιούχων

     

    ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΙ

    ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΠΟΣΟΣΤΟ (για όλους τους δικαιούχους)

    ΠΟΣΟΣΤΑ ΚΑΤΑ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟ

    Χήρος /α, ή αντισυμβαλλόμενος συμφώνου συμβίωσης

    50%

    50%

    Χήρος/α ή αντισυμβαλλόμενος συμφώνου συμβίωσης και 1 παιδί

    75%

    50% - 25%

    Χήρος/α ή αντισυμβαλλόμενος συμφώνου συμβίωσης και 2 παιδιά

    100%

    50% - 25% - 25%

    Χήρος/α ή αντισυμβαλλόμενος συμφώνου συμβίωσης και 3 παιδιά

    100%

    50% - 16,66% - 16,67% - 16,67%

    Χήρος/α ή αντισυμβαλλόμενος συμφώνου συμβίωσης και διαζευγμένος/η

    50%

    37,5% - 12,5%

    Χήρος/α ή αντισυμβαλλόμενος συμφώνου συμβίωσης και διαζευγμένος/η και 1 παιδί

    75%

    37,5% - 12,5% - 25%

    Χήρος/α, αντισυμβαλλόμενος συμφώνου συμβίωσης και διαζευγμένος/η και 2 παιδιά

    100%

    37,5% - 12,5% - 25% - 25%

    Χήρος/α, αντισυμβαλλόμενος συμφώνου συμβίωσης και διαζευγμένος/η και 3 παιδιά

    100%

    37,5% - 12,5% - 16,66% - 16,67% - 16,67%

    1 παιδί αμφοτεροπλεύρως ορφανό με δικαίωμα σε σύνταξη από τον ένα γονέα

    50%

    50%

    1 παιδί αμφοτεροπλεύρως ορφανό με δικαίωμα σε σύνταξη και από τους δύο γονείς

    25% (σε κάθε σύνταξη)

    25% (σε κάθε σύνταξη)

    2 παιδιά αμφοτεροπλεύρως ορφανά με δικαίωμα σε σύνταξη από τον ένα γονέα

    100%

    50% - 50%

    2 παιδιά αμφοτεροπλεύρως ορφανά με δικαίωμα σε σύνταξη και από τους δύο γονείς

    50%

    25% - 25%

    3 παιδιά αμφοτεροπλεύρως ορφανά με δικαίωμα σε σύνταξη από τον ένα γονέα

    100%

    33,33% - 33,33% - 33,34%

    3 παιδιά αμφ/ρως ορφανά με δικαίωμα σε σύνταξη και από τους δύο γονείς

    75%

    25% - 25% - 25%

    Χήρα και 1 παιδί (από β' γάμο) αμφοτεροπλεύρως ορφανό με δικαίωμα σε μία σύνταξη

    100%

    50% - 50%

    Χήρα και 1 παιδί (από β' γάμο) αμφοτεροπλεύρως ορφανό με δικαίωμα σε δύο συντάξεις

    75%

    50% - 25%

    Διαζευγμένος/η χωρίς χήρο/α

    25%

    25%

    1 παιδί

    25%

    25%

    2 παιδιά

    50%

    25% - 25%

    3 παιδιά

    75%

    25% - 25% - 25%

     

    Ποσοστά διαζευγμένων- επιζώντων συζύγων/ετέρων μερών συμφώνου συμβίωσης και τέκνων

    kats6218b

    kats6218c

     

     

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων