Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 15-Νοε-2017 20:04

    Γ. Στουρνάρας: Δύσκολα θα ανακοπεί το brain drain χωρίς βελτίωση του κλίματος

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    Γ. Στουρνάρας: Δύσκολα θα ανακοπεί το brain drain χωρίς βελτίωση του κλίματος

    Τη σύνδεση μόρφωσης και οικονομικής ανάπτυξης περιέγραψε ο κεντρικός τραπεζίτης Γιάννης Στουρνάρας στο πλαίσιο εκδήλωσης του Ιδρύματος Fulbright στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη.

    Ο κ. Στουρνάρας παρατήρησε ότι στη σημερινή οικονομική συγκυρία παρατηρείται μείωση των διαθέσιμων ανθρώπινων πόρων στην Ελλάδα για την επιστήμη και την τεχνολογία, καθώς οι περικοπές στο χώρο της εκπαίδευσης και της έρευνας έχουν οδηγήσει πολλούς ερευνητές σε πρόωρη συνταξιοδότηση, ενώ σημαντικός αριθμός νέων επιστημόνων έχει οδηγηθεί εκτός της χώρας.

    Σύμφωνα με μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος, από το 2008 μέχρι το 2013, σχεδόν 223 χιλιάδες νέοι, μόνιμοι κάτοικοι Ελλάδας, ηλικίας 25-39 ετών έφυγαν από τη χώρα, αναζητώντας εργασία με καλύτερη αμοιβή και προοπτικές. Είναι η γενιά που επηρεάστηκε περισσότερο από την κρίση. Σωρευτικά, κατά το διάστημα 2008-2013, 427 χιλιάδες μόνιμοι κάτοικοι Ελλάδας έφυγαν από τη χώρα. 

    Ο κ. Στουρνάρας προειδοποίησε ότι η φυγή εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού (brain drain) είναι δύσκολο να ανακοπεί χωρίς μόνιμη βελτίωση του κλίματος στην οικονομία και χωρίς ειδικές δράσεις.

    Αναλυτικότερα, στην ομιλία του επιχείρησε να απαντήσει σε τρία ερωτήματα:

    Πρώτον: μόρφωση ή ανταγωνιστική εκπαίδευση; Δεύτερον: πώς συνδέονται η μόρφωση, η εκπαίδευση και η οικονομική ανάπτυξη; Τρίτον: εκπαιδευτικός συγκεντρωτισμός ή αυτονομία;

    "Α. Μόρφωση ή ανταγωνιστική εκπαίδευση;

    Μόρφωση, παιδεία, εκπαίδευση, εκπαιδευτικό σύστημα, σχολείο: έννοιες, διαδικασίες, θεσμοί και δομές που αλληλοεξαρτώνται και διαμορφώνουν το πιο κρίσιμο στοιχείο προόδου σε κάθε κοινωνία και οικονομία. Ποιο όμως από αυτά θα πρέπει να έχει τον κυρίαρχο ρόλο στη χάραξη των πολιτικών σήμερα;

    Η μόρφωση αποτελεί το ευρύ πεδίο και πηγάζει από κάθε πτυχή της κοινωνίας και της δημόσιας ζωής, του εκπαιδευτικού συστήματος, της εργασίας, της τέχνης και του πολιτισμού. Η εκπαίδευση παρέχει, σε συγκεκριμένο χρόνο και βάσει συγκεκριμένου προγράμματος, γνώσεις και δεξιότητες οι οποίες δοκιμάζονται αργότερα στον επαγγελματικό στίβο και στην κοινωνική ζωή.

    Από τα πρώτα γραπτά κείμενα του ελληνικού πολιτισμού καταδεικνύεται η επιθυμία για μάθηση και καλλιέργεια των πνευματικών ικανοτήτων. Οι αρχαίοι Έλληνες εντρύφησαν στην εύρεση των κατάλληλων μέσων και μεθόδων προς την επίτευξη αυτού του τόσο υψηλού στόχου. Να αναφερθώ στον Αριστοτέλη, ο οποίος διατύπωσε τον προβληματισμό του για τις τρεις κατευθύνσεις της παιδείας: κατάρτιση για βιοπορισμό, διάπλαση ενάρετου χαρακτήρα ή καθαρή μόρφωση; Παρόμοιο προβληματισμό είχε διατυπώσει και ο Πλάτωνας. Κύριος στόχος της εκπαίδευσης στην αρχαία Αθήνα ήταν η ελεύθερη ανάπτυξη του ανθρώπου και η αρμονική και άρτια διάπλαση του σώματος και του πνεύματος, ώστε να γίνει το άτομο καλός πολίτης. Η μόρφωση είχε σαφώς πρωταρχική θέση. 

    Η μόρφωση, πέρα από την ηθική και πνευματική διάπλαση, βοηθά το άτομο να πετύχει επαγγελματικά και να καλύψει τις οικονομικές του ανάγκες. Η μόρφωση είναι απαραίτητη για την άσκηση κάθε επαγγέλματος. Ο εργαζόμενος αποκτά συναίσθηση της προσφοράς του στην κοινωνία. Ο καλλιεργημένος άνθρωπος αποδίδει περισσότερο και, το σπουδαιότερο, εργάζεται πιο ευσυνείδητα και πιο υπεύθυνα, ενώ δρα και με υψηλότερο αίσθημα κοινωνικής ευθύνης. Έχει δε πολύ μεγαλύτερη πιθανότητα να επιδεικνύει κριτικό πνεύμα στις ενέργειές του, να αξιολογεί καλύτερα τις προτεραιότητες, αλλά και να αναπτύξει συναισθηματική νοημοσύνη, δηλαδή να αντιλαμβάνεται τις ανάγκες και τις ανησυχίες των άλλων με τους οποίους συνδιαλλάσσεται ή συνεργάζεται για την επίτευξη κοινών στόχων. 

    Η μόρφωση, λοιπόν, είναι απαραίτητη για κάθε άνθρωπο και η Πολιτεία θα πρέπει να αποβλέπει στη δημιουργία καλλιεργημένων πολιτών, γιατί μόνο με τέτοιο έμψυχο υλικό μπορεί να λειτουργεί και να αναπτύσσεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις της κάθε εποχής. Όπου η μόρφωση υπολείπεται, η στάθμη του πολιτισμού είναι χαμηλή.

    Ωστόσο, μόρφωση δεν νοείται χωρίς καλή εκπαίδευση, δηλαδή, χωρίς σκόπιμη, θεσμικά οργανωμένη και συστηματική μετάδοση των κεκτημένων γνώσεων. 

    Κατά την άποψή μου, λοιπόν, η μόρφωση και η ανταγωνιστική εκπαίδευση, αν και διαφορετικές έννοιες, δεν είναι σε καμία περίπτωση ασύμπτωτες. Το εκπαιδευτικό σύστημα, δημόσιο και ιδιωτικό, θα πρέπει να προσφέρει παράλληλα μόρφωση και εκπαίδευση. 

    Σήμερα, όμως, έχουν αλλάξει όχι μόνο οι μέθοδοι και τα μέσα, αλλά και οι ίδιοι οι στόχοι της εκπαίδευσης. 

    Εδώ και αρκετό καιρό, η εκπαίδευση και η οικονομία μετασχηματίζονται ταχέως σε παγκόσμιο επίπεδο, ως αποτέλεσμα κυρίως δύο παραγόντων. Ο πρώτος είναι η συνεχής ανάπτυξη της κοινωνίας/οικονομίας της γνώσης, η οποία έχει δημιουργήσει ισχυρά νέα κίνητρα, τόσο για τα άτομα, προκειμένου να αναπτύξουν τις ικανότητές τους μέσω της εκπαίδευσης, όσο και για τις επιχειρήσεις αλλά και τα κράτη, προκειμένου να συμβάλλουν στην προσπάθεια μετασχηματισμού της γνώσης σε καινοτομία και παραγωγικότητα. Ο δεύτερος είναι η επέλαση της ψηφιακής τεχνολογίας, της 4ης δηλαδή βιομηχανικής επανάστασης, η οποία ανέδειξε δύο κυρίαρχα ζητήματα: τις δεξιότητες που θα πρέπει να διαθέτουν οι νέοι, καθώς και τη σημασία της διασύνδεσης της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας.

    Η Ελλάδα είναι χώρα με χαμηλές επιδόσεις στις διεθνείς αξιολογήσεις για την εκπαίδευση. Σύμφωνα με τη σχετική έκθεση του ΟΟΣΑ (PISA, 2015), οι επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών ήταν όχι μόνο μέτριες σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες (καταλαμβάνοντας την 32η θέση σε σύνολο 72 χωρών, ως προς τις φυσικές επιστήμες), αλλά και χαμηλότερες, σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, στους τομείς της κατανόησης κειμένου (31η θέση), με μικρή μόνο άνοδο στα μαθηματικά (32η θέση). Συνολικά, η Ελλάδα κατατάσσεται στις χώρες με κατώτερη επίδοση από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ. 

    Ο αντίλογος ορισμένων για τη σχετικά χαμηλή επίδοση της Ελλάδας στηρίζεται στο επιχείρημα ότι οι κοινωνίες και τα πολιτισμικά περιβάλλοντα των χωρών που συμμετέχουν στην αξιολόγηση PISA διαφέρουν σημαντικά, όπως και οι μορφωτικές τους προτεραιότητες. Επίσης, αν και τα τελευταία χρόνια έχει γίνει προσπάθεια αλλαγής των προγραμμάτων σπουδών για να διευρυνθούν οι δεξιότητες που αποκτούν οι σπουδαστές, πολλές από αυτές τις δεξιότητες δεν αξιολογούνται, είτε στο σχολείο είτε σε πανεπιστημιακό επίπεδο.  

    Σήμερα, όμως, που είναι κατεξοχήν η εποχή της κοινωνίας και της οικονομίας της γνώσης, και το "τρίγωνο της γνώσης" (Εκπαίδευση - Έρευνα - Καινοτομία) αποτελεί το βασικό προσδιοριστικό παράγοντα της ανταγωνιστικότητας, η  βελτίωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο θα πρέπει να αποτελεί τη βασική εκπαιδευτική πρόκληση. 

    Εστιάζοντας τώρα στην οικονομία, ένα από τα βασικά κριτήρια για την τριτοβάθμια εκπαίδευση θα πρέπει να είναι  η ικανότητά της  να εξυπηρετεί τις ανάγκες μιας οικονομικής πραγματικότητας, που στηρίζεται όλο και περισσότερο στις προηγμένες δεξιότητες.

    Η αγορά εργασίας στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, της ψηφιακής επανάστασης και της οικονομίας της γνώσης αλλάζει με μεγάλη ταχύτητα. Για παράδειγμα, η τεχνολογική πρόοδος καταργεί τις θέσεις εργασίας που απαιτούν συνήθεις χειρωνακτικές και γνωστικές δεξιότητες, ενώ δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας που απαιτούν ψηφιακές δεξιότητες. Μια κλασσική περίπτωση είναι σήμερα η πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες παγκοσμίως από τις πολύ μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας (tech-fin) που πειραματίζονται να διεισδύσουν σε τραπεζικές εργασίες. 

    Τα άτομα δεν αρκεί απλά να αναπτύξουν θεμελιώδεις δεξιότητες, όπως γλωσσικό γραμματισμό, αριθμητική και επίλυση προβλημάτων, αλλά χρειάζονται και συμπληρωματικές κοινωνικές και συναισθηματικές δεξιότητες και αξίες, όπως η δεκτικότητα σε νέες εμπειρίες, η προσαρμοστικότητα,  η επικοινωνία και η ομαδικότητα. Η ανάγκη ενίσχυσης αυτών των προσωπικών δεξιοτήτων (soft-skills) τονίζεται και στην πρόσφατη μελέτη των Ernst & Young (EY)-ΟΠΑ-Endeavor. Αυτές οι δεξιότητες επιτρέπουν στους εργαζομένους να προσαρμόζονται στις καινοτομικές αλλαγές στην εργασία τους και να προοδεύουν μέσα από αυτές. 

    Έτσι, ένας από τους κύριους στόχους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι να παρέχει και να αναπτύσσει τις δεξιότητες που απαιτούνται σήμερα στην αγορά εργασίας. Για την επίτευξη αυτής της αποστολής, τα συστήματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης οφείλουν να δίνουν στην οικονομία και την κοινωνία πτυχιούχους με ισχυρές τεχνικές, επαγγελματικές και ειδικευμένες γνώσεις και δεξιότητες, ανεξάρτητα από τον τομέα σπουδών τους.

    Το πρόγραμμα σπουδών θα πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο της μάθησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης: σε κάθε τομέα σπουδών, ένα καλά σχεδιασμένο πρόγραμμα  είναι ένα σημαντικό βήμα για την εξασφάλιση ότι οι φοιτητές αναπτύσσουν δεξιότητες που τους τοποθετούν με επιτυχία στην αγορά εργασίας. Ένα πρόγραμμα σπουδών που σχεδιάζεται από παιδαγωγούς εμπειρογνώμονες και που βασίζεται στην εισροή πληροφόρησης από τους κοινωνικούς εταίρους έχει αυξημένες πιθανότητες να οδηγήσει σε ισχυρά αποτελέσματα σε όρους παραγωγικότητας της εργασίας. Παράλληλα, ένα ευρύ πρόγραμμα σπουδών δίνει τη δυνατότητα στους φοιτητές να έρθουν σε επαφή με μεγάλο φάσμα γνωστικού περιεχομένου καθώς και με διαφορετικούς τρόπους σκέψης. Αυτό συμβάλλει άμεσα στην καινοτομία, μέσω της ενίσχυσης της ικανότητας σύνδεσης διαφορετικών συστημάτων γνώσης. 

    Εν κατακλείδι, δεδομένης της διαρκώς διευρυνόμενης χρήσης επιστημονικών γνώσεων για τη σχεδίαση και λειτουργία των σύγχρονων μέσων παραγωγής, είναι προφανές ότι η περαιτέρω ανάπτυξη της εργασίας θα καθορίζεται ολοένα και περισσότερο από τη δυνατότητα του εκπαιδευτικού συστήματος και γενικά της κοινωνίας να προσφέρει στους εργαζομένους βαθιά και πολύπλευρη μόρφωση, θεμελιώδεις και σφαιρικές γνώσεις, αλλά και ευρεία καλλιέργεια των διανοητικών τους ικανοτήτων. 

    Καθώς η τεχνολογική πρόοδος σε όλους τους τομείς συνεχίζεται, είναι βέβαιο ότι η ατομική επιτυχία θα συνεχίσει να συνδέεται με την εκπαίδευση, εν μέρει επειδή μια "καλή εκπαίδευση" ενισχύει την ικανότητα του ατόμου να προσαρμόζεται σε μια μεταβαλλόμενη οικονομία. Το εκπαιδευτικό σύστημα θα συνεχίσει να έχει καίριο ρόλο στην ανάπτυξη των απαιτούμενων δεξιοτήτων, ανεξαρτήτως της μορφής της αγοράς εργασίας ή του οικονομικού κλίματος. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στο πλαίσιο των σημερινών παγκοσμιοποιημένων οικονομιών, που βασίζονται στην καινοτομία και τις δεξιότητες. 

    Β. Πώς συνδέονται η μόρφωση, η εκπαίδευση και η οικονομική ανάπτυξη;

    Σε ένα οικονομικό περιβάλλον που το ανθρώπινο κεφάλαιο αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία στην παραγωγική διαδικασία, η συζήτηση για τη μόρφωση και την εκπαίδευση εδράζεται στον πυρήνα του πεδίου της οικονομικής ανάπτυξης. Ένας προπτυχιακός φοιτητής οικονομικών μαθαίνει, από το πρώτο κιόλας υπόδειγμα οικονομικής μεγέθυνσης που μελετάει, το ρόλο της εκπαίδευσης ως βασικού συντελεστή προσδιορισμού του επίπεδου εισοδήματος σε μια χώρα, μαζί με το κεφάλαιο, την εργασία, τους φυσικούς πόρους  και την τεχνολογία. Έτσι, σε λίγο πιο επεξεργασμένη μορφή, στο κλασικό πλέον υπόδειγμα του Solow, το επίπεδο ισορροπίας του κατά κεφαλήν προϊόντος είναι συνάρτηση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού, που αποκτά μέσω της επένδυσης στην εκπαίδευση.

    Εκτός όμως από τις μακροοικονομικές συνέπειες στο επίπεδο του συνολικού προϊόντος μιας χώρας, η εκπαίδευση έχει άμεση σχέση και με την ευημερία καθενός ατομικά. 

    Σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ, οι προοπτικές απασχόλησης βελτιώνονται για τους ενήλικες που έχουν προχωρήσει πέρα από την υποχρεωτική εκπαίδευση. Ο κίνδυνος ανεργίας των ενηλίκων (25-34 ετών) που δεν ολοκλήρωσαν την ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι σχεδόν διπλάσιος σε σχέση με τους απόφοιτους της ανώτατης εκπαίδευσης, ενώ σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ για την εκπαίδευση, κατά μέσο όρο το 84% των ενηλίκων με πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχει απασχόληση.

    Το επίπεδο εκπαίδευσης δεν επηρεάζει μόνο τις πιθανότητες απασχόλησης αλλά επίσης το εισόδημα από την απασχόληση. Το 2017, οι προσδοκώμενες αποδοχές ενός ενήλικα (25-64 ετών) απόφοιτου της ανώτατης εκπαίδευσης μπορούν να ξεπερνούν, σύμφωνα με το μέσο όρο των χωρών-μελών του ΟΟΣΑ, κατά 56% αυτές των συμπολιτών του που έχουν ολοκληρώσει μόνο την ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. 

    Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ανάλυση ανά επιστημονικό πεδίο. Η εκπαίδευση που σχετίζεται με την επιστήμη, την τεχνολογία, τη μηχανική και τα μαθηματικά (STEM) παρουσιάζει υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης, αντανακλώντας τις απαιτήσεις μιας οικονομίας που βασίζεται ολοένα και περισσότερο στην καινοτομία. Έτσι, οι κάτοχοι πτυχίων σχετικών με τεχνολογίες των πληροφοριών και των επικοινωνιών (ΤΠΕ) έχουν ποσοστό απασχόλησης υψηλότερο κατά 7 εκατοστιαίες μονάδες από εκείνους που αποφοιτούν από τμήματα σχετικά με τις τέχνες και τις ανθρωπιστικές επιστήμες ή τις κοινωνικές επιστήμες και τη δημοσιογραφία.

    Οι υψηλότερες δεξιότητες όμως δεν μεταφράζονται αυτόματα σε μεγαλύτερη ευημερία και βιώσιμη ανάπτυξη. Απαιτείται ένα λειτουργικό θεσμικό περιβάλλον, ώστε να μην παρατηρείται κορεσμός και απαξίωση των υφιστάμενων δεξιοτήτων, λόγω αναντιστοιχίας με τις σύγχρονες απαιτήσεις. Η σύνδεση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας συνιστά κρίσιμο παράγοντα για τη συμβολή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην αναπτυξιακή πορεία μιας χώρας.

    Στην Ελλάδα, ως αποτέλεσμα της ελλιπούς διασύνδεσης της έρευνας και της αγοράς εργασίας, το δημόσιο ερευνητικό σύστημα, στο σύνολό του, είναι σε μεγάλο βαθμό απομονωμένο από τον παραγωγικό τομέα. 

    Πιο συγκεκριμένα, το αποτέλεσμα των συνεργασιών μεταξύ εκείνων που παράγουν γνώση και εκείνων που την εφαρμόζουν ή την ενσωματώνουν στα προϊόντα ή τις υπηρεσίες τους (δηλαδή μεταξύ ερευνητών/πανεπιστημίων και επιχειρηματικής κοινότητας) δεν είναι εμφανές στη συνολική οικονομία. Τα δημόσια ερευνητικά ιδρύματα και τα πανεπιστήμια δεν εμπορευματοποιούν τα ερευνητικά τους αποτελέσματα, όπως προκύπτει από τον εξαιρετικά χαμηλό αριθμό των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και την υποτονική συμμετοχή των ελληνικών επιχειρήσεων στην Έρευνα και Ανάπτυξη (Ε&Α). Η απόσταση μεταξύ του υψηλού επιπέδου των ερευνητικών αποτελεσμάτων και της πενιχρής εμπορικής τους εκμετάλλευσης φαίνεται να είναι ιδιαίτερα έντονη στην Ελλάδα.
    Η ανάγκη απόκτησης νέων δεξιοτήτων μετά την ολοκλήρωση της ανώτερης ή τεχνικής εκπαίδευσης αναγνωρίζεται ως επιτακτική σε όλο τον κόσμο, δεδομένης της ταχύτητας των τεχνολογικών εξελίξεων και των ανατροπών που αυτές προκαλούν στην οικονομία. Σύμφωνα με στοιχεία του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP), το ποσοστό των εργαζομένων που έχουν συμμετάσχει σε προγράμματα κατάρτισης, το κόστος των οποίων καλύφθηκε από τον εργοδότη τους, μόλις ξεπερνά το 30% στην Ελλάδα, έναντι 73% που είναι ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

    Η έμφαση επομένως θα πρέπει να δοθεί στη συμμετοχή των εργοδοτών και των άλλων κοινωνικών εταίρων στη χάραξη και την υλοποίηση πολιτικών ως προς τις απαραίτητες δεξιότητες ώστε να δημιουργηθούν:

    α) ευέλικτα εκπαιδευτικά συστήματα που ανταποκρίνονται στις οικονομικές αλλαγές,
    β) ολοκληρωμένα πληροφοριακά συστήματα που επιτρέπουν στους μαθητές/φοιτητές να κατανοήσουν το περιεχόμενο των μαθημάτων και πώς αυτό συνδέεται με συναφή προβλήματα στην αγορά εργασίας,
    γ) πολιτικές για την αγορά εργασίας που διευκολύνουν την κινητικότητα, 
    δ) μηχανισμοί ελέγχου για την ποιότητα και τη λογοδοσία (accountability) σε όλα τα επίπεδα του εκπαιδευτικού συστήματος.

    Στη σημερινή οικονομική συγκυρία παρατηρείται μείωση των διαθέσιμων ανθρώπινων πόρων στην Ελλάδα για την επιστήμη και την τεχνολογία, καθώς οι περικοπές στο χώρο της εκπαίδευσης και της έρευνας έχουν οδηγήσει πολλούς ερευνητές σε πρόωρη συνταξιοδότηση, ενώ σημαντικός αριθμός νέων επιστημόνων έχει οδηγηθεί εκτός της χώρας. Σύμφωνα με μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος, από το 2008 μέχρι το 2013, σχεδόν 223 χιλιάδες νέοι, μόνιμοι κάτοικοι Ελλάδας, ηλικίας 25-39 ετών έφυγαν από τη χώρα, αναζητώντας εργασία με καλύτερη αμοιβή και προοπτικές. Είναι η γενιά που επηρεάστηκε περισσότερο από την κρίση. Σωρευτικά, κατά το διάστημα 2008-2013, 427 χιλιάδες μόνιμοι κάτοικοι Ελλάδας έφυγαν από τη χώρα. 

    Υπό τις σημερινές συνθήκες, η φυγή εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού (brain drain) είναι δύσκολο να ανακοπεί χωρίς μόνιμη βελτίωση του κλίματος στην οικονομία και χωρίς ειδικές δράσεις. Μια σημαντική πρωτοβουλία για την επιστροφή των νέων επιστημόνων είναι η ανάπτυξη κέντρων αριστείας, που θα προσελκύσουν μια κρίσιμη μάζα επιστημόνων και ερευνητών. Αν αναπτυχθούν αποτελεσματικά, τα κέντρα αυτά μπορούν να αποκτήσουν διεθνή αναγνώριση στην ακαδημαϊκή  επιχειρηματική κοινότητα και να αποτελέσουν πόλο έλξης. Παράλληλα, η δημιουργία των δομών κινητικότητας των ερευνητών (brain circulation) θα βοηθήσει πολλαπλά το ελληνικό οικοσύστημα Έρευνας και Ανάπτυξης. 

    Στο σημείο αυτό θα ήθελα να κάνω κάποιες παρατηρήσεις σχετικά με ζητήματα που άπτονται του οικονομικού αλφαβητισμού. Η χρηματοοικονομική παιδεία έχει σήμερα μεγάλη σημασία στις κοινωνίες, ιδίως μετά από την παγκόσμια οικονομική κρίση. Σε έναν τόσο μεταβαλλόμενο και σύνθετο κόσμο, ο οικονομικός αλφαβητισμός αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη βαρύτητα για να μπορούν οι πολίτες να συμμετέχουν αποτελεσματικά στα κοινά. Έτσι, η οικονομική γνώση έχει πρωταρχικό ρόλο για τη λειτουργία των κοινωνιών μας. Η ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού με οικονομικές γνώσεις και δεξιότητες είναι μία από τις βασικές λειτουργίες του πρότυπου εκπαιδευτικού προγράμματος σπουδών.

    Εκτός από αυτό, ο οικονομικός αλφαβητισμός είναι ζωτικής σημασίας για την οικονομική αποτελεσματικότητα, την αποτελεσματική άσκηση της οικονομικής πολιτικής και, επομένως, για την οικονομική ευημερία. Πρώτον, μία έστω και στοιχειώδης κατανόηση της λειτουργίας του οικονομικού περιβάλλοντος βελτιώνει την ικανότητα των πολιτών να αποκτούν τις πληροφορίες που χρειάζονται και να κάνουν τις βέλτιστες επιλογές. Δεύτερον, συμβάλλει στην οικοδόμηση δημόσιας στήριξης για "συνετές πολιτικές". Η καλύτερη κατανόηση των οικονομικών ζητημάτων οδηγεί σε ευρύτερη δημόσια στήριξη των απαραίτητων μέτρων για την οικονομία, αντιμετωπίζοντας έτσι τη μάστιγα του λαϊκισμού, που αποτελεί σήμερα ένα από τα βασικότερα προβλήματα της δημοκρατίας παγκοσμίως, ενώ επίσης εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών και ενισχύει την αποτελεσματικότητα και την ευελιξία των αγορών.

    Γ. Εκπαιδευτικός συγκεντρωτισμός ή αυτονομία;

    Η θεώρηση της εκπαίδευσης ως "δημόσιου αγαθού" και η υιοθέτηση της άποψης ότι το δημόσιο συμφέρον εξυπηρετείται καλύτερα όταν τα δημόσια αγαθά παρέχονται υπό την επίβλεψη του κράτους, οδήγησαν στην εντυπωσιακή ανάπτυξη όλων των επιπέδων της δημόσιας παιδείας στις ανεπτυγμένες χώρες τον 20ο αιώνα. Αποτέλεσμα του εκδημοκρατισμού της εκπαιδευτικής πολιτικής, η γενίκευση δηλαδή του υποχρεωτικού και δωρεάν χαρακτήρα της, ήταν η επίτευξη ενός σχεδόν καθολικού αλφαβητισμού στις προηγμένες χώρες. 

    Οι μεταρρυθμίσεις σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη που σχετίζονται με την αυτονομία στην εκπαίδευση, έδωσαν, τα τελευταία τριάντα χρόνια, τη δυνατότητα στους εκπαιδευτικούς να συμμετέχουν ενεργά στο σχεδιασμό της εκπαιδευτικής πολιτικής. Στόχος ήταν η ανάπτυξη της δημιουργικότητας και της ικανότητας για καινοτομία, ώστε η διδασκαλία να ανταποκρίνεται στην ετερογένεια του σχολικού πληθυσμού. Η κριτική που ασκήθηκε στην τάση αυτή σχετίζεται με τη δυνατότητα αυτών των αποκεντρωμένων πρακτικών να εξασφαλίσουν υψηλότερο επίπεδο απόδοσης των μαθητών. 

    Στην Ελλάδα, παρά τις προσπάθειες για αποκέντρωση στον έλεγχο και στη διοίκηση, το εκπαιδευτικό σύστημα παραμένει ιδιαίτερα συγκεντρωτικό και η εκπαιδευτική μονάδα παραμένει ο τελικός αποδέκτης των αποφάσεων για την εφαρμογή της εκπαιδευτικής πολιτικής. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ για τις προοπτικές των εκπαιδευτικών πολιτικών, το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα το 2015 ήταν υπερβολικά συγκεντρωτικό, ενώ η αυτονομία σχετικά με τα προγράμματα σπουδών και η αξιολόγηση των ελληνικών σχολείων βρισκόταν στην τελευταία θέση των χωρών-μελών του ΟΟΣΑ.  

    Η αυτονόμηση μέρους της εκπαιδευτικής διαδικασίας, όμως, δεν μπορεί να γίνει χωρίς την ύπαρξη μηχανισμών αξιολόγησης και λογοδοσίας των συμμετεχόντων στη διαμόρφωση και στην εφαρμογή της. Μέχρι πρόσφατα υπήρχε η αντίληψη, ή ήταν αποδεκτή η λογική, ότι η ποιότητα του εκπαιδευτικού, καθώς και η αποτελεσματικότητά του, δεν ήταν μετρήσιμη ούτε αξιολογήσιμη.

    Η λογοδοσία μπορεί να φαίνεται αφηρημένη έννοια. Ωστόσο, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της Unesco, η παρουσία ή η απουσία της επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνουν οι μαθητές, διδάσκουν οι δάσκαλοι και διοικούν οι κυβερνήσεις. Καλά σχεδιασμένοι μηχανισμοί λογοδοσίας ενθαρρύνουν τη συνεργασία, οδηγώντας σε ανοικτή, δίκαιη και ποιοτική εκπαίδευση.  Από την άλλη πλευρά, κακοί σχεδιασμοί οδηγούν σε αύξηση της αναποτελεσματικότητας ή, ακόμα χειρότερα, σε μεροληψία και υπονόμευση του ίδιου του σκοπού για τον οποίο εισήχθησαν.

    Στην περίπτωση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, όπως υπογραμμίζει η συγκεκριμένη έκθεση, δεν έχουν εφαρμοστεί διαδικασίες λογοδοσίας. Τα στατιστικά στοιχεία είναι υποτυπώδη και ελλιπή, ενώ δεν χρησιμοποιούνται για αξιολόγηση και αντιμετώπιση των προβλημάτων. Ειδική αναφορά γίνεται στο γεγονός ότι κανένα από τα υποδείγματα αξιολόγησης που προτάθηκαν από διαδοχικές κυβερνήσεις μέχρι σήμερα δεν έγινε δεκτό από τους εκπαιδευτικούς, γεγονός που αντικατοπτρίζει τη δυσκολία υιοθέτησης αλλαγών.

    Ο τρόπος οργάνωσης ενός εκπαιδευτικού συστήματος είναι σίγουρα αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών και σχεδιασμού, που στηρίζονται σε συγκεκριμένο αξιακό υπόβαθρο και παιδαγωγική-εκπαιδευτική ιδεολογία. Σε κάθε περίπτωση όμως, οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η εκπαίδευση απαιτούν σήμερα πιο ευέλικτα συστήματα διοίκησης και χρηματοδότησης, τα οποία θα ισορροπούν μεταξύ μεγαλύτερης αυτονομίας των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και λογοδοσίας για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Και επ’ ουδενί εννοώ τη δημιουργία "ελιτίστικων" ιδιωτικών δομών: το καλύτερο ίσως εκπαιδευτικό σύστημα στον κόσμο που εφαρμόζει τέτοια ευέλικτα και ανταγωνιστικά συστήματα διοίκησης και αξιολόγησης είναι το Φινλανδικό, το οποίο δεν έχει ίχνος ελιτισμού και στηρίζεται κυρίως στη δημόσια παιδεία. 

    Ως ακαδημαϊκός θα ήθελα να σταθώ λίγο περισσότερο στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης θα πρέπει να είναι αυτόνομα και αυτοδιοίκητα, ώστε ο εσωτερικός κανονισμός και ο οργανισμός τους να διασφαλίζει την ευέλικτη λειτουργία τους και την ιδιομορφία στους στόχους και στις προτεραιότητες τους. Έχει αποδειχθεί διεθνώς ότι τα εκπαιδευτικά ιδρύματα που λειτουργούν αυτόνομα παρουσιάζουν υψηλότερες εκπαιδευτικές και ερευνητικές επιδόσεις, ενώ παράλληλα προωθούν αποτελεσματικότερα την αριστεία. Χαρακτηριστικό τους είναι επίσης η διαρκής και δίκαιη αξιολόγηση όλων των προγραμμάτων σπουδών. 

    Η χρηματοδότηση του συστήματος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχει άμεσο αντίκτυπο στη συνολική αποτελεσματικότητά του. Οι επιδόσεις των ελληνικών πανεπιστημίων στην έρευνα πραγματοποιούνται σε καθεστώς πολύ περιορισμένης χρηματοδότησης και μεγάλων περικοπών. Στον τομέα των επενδύσεων σε υποδομές και επιστημονικό εξοπλισμό, τα πανεπιστήμια στην Ελλάδα διατρέχουν έναν πραγματικό κίνδυνο αυξανόμενης υποκεφαλαιοποίησης. Είναι σημαντικό επομένως να υπάρχει διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, δηλαδή να μην χρηματοδοτείται σχεδόν αποκλειστικά από δημόσιους πόρους, και να μεγιστοποιείται η προστιθέμενη αξία που προκύπτει από τους επενδυόμενους πόρους συνολικά. 

    Η επιστημονική έρευνα απαιτεί σοβαρή και διαρκή χρηματοδότηση, αξιοκρατία, εξωστρέφεια και στενή συνεργασία με την επιστημονική κοινότητα. Απαιτεί επίσης την κουλτούρα του επιχειρηματικού ρίσκου, της επένδυσης σε καινοτόμες δραστηριότητες, που θα αποφέρουν κέρδος σε βάθος χρόνου. Κυρίως, όμως, θα πρέπει να εμπεδωθεί ευρέως στην κοινωνία η έννοια της αναγνώρισης της αριστείας, σε όλα τα επίπεδα. Η προώθηση της αριστείας και της αξιοκρατίας πρέπει να αποτελεί στάση ζωής, όπου οι άριστοι επιβραβεύονται και όσοι υστερούν ενισχύονται. Αυτή η αρχή, μαζί με την προσπάθεια ποιοτικής αναβάθμισης του δημόσιου σχολείου σε όλες τις περιοχές της χώρας, είναι μία από τις αναγκαίες συνθήκες για την παροχή ίσων κοινωνικών και οικονομικών ευκαιριών και την αναδιανομή του εισοδήματος.

    Κλείνοντας, θέλω να τονίσω ότι στην εποχή μας η γνώση αποτελεί θεμελιώδη παράγοντα οικονομικής, κοινωνικής και ατομικής ευημερίας και ανάπτυξης. Η μόρφωση δεν πρέπει να θεωρείται κάτι μη συμβατό με την ανταγωνιστική εκπαίδευση. Οι δύο αυτοί στόχοι μπορούν και πρέπει να συνδυάζονται, με στόχο την ομαλή και ισόρροπη ανάπτυξη των πολιτών και της κοινωνίας στο σύνολό της.

    Σήμερα η απόκτηση τυπικών προσόντων από μόνη της δεν αρκεί. Είναι απαραίτητη η απόκτηση λοιπών δεξιοτήτων ανάλυσης και κριτικής επεξεργασίας των πληροφοριών. Και αυτό είναι ευθύνη και υποχρέωση όλων όσων συμμετέχουν στην εκπαιδευτική διαδικασία. Παράλληλα, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οι ενήλικες έχουν την ευκαιρία να συμμετέχουν σε διαδικασίες μάθησης πέρα από την βασική εκπαίδευση. Τέτοιου είδους ευκαιρίες, κυρίως μέσω των προγραμμάτων δια βίου μάθησης, βοηθούν τα άτομα να προσαρμοστούν στις αλλαγές στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας και να βελτιώσουν τις δεξιότητες και τις γνώσεις τους. Και αυτό είναι ιδιαιτέρως σημαντικό για την Ελλάδα στη σημερινή συγκυρία, όπου η αναγκαία αλλαγή του παραγωγικού προτύπου της χώρας προς μία κατεύθυνση περισσότερο εξωστρεφή και ανταγωνιστική, αφενός δημιουργεί ανάγκες για νέες ειδικότητες και εξειδικεύσεις, αφετέρου, όμως, δημιουργεί προβλήματα σε συμπολίτες μας με δεξιότητες για τις οποίες η ζήτηση θα είναι περιορισμένη. 

    Η επιτυχής αντιμετώπιση από το εκπαιδευτικό σύστημα, υπό την ευρεία έννοια, αυτών των δύο προκλήσεων, δηλαδή της δημιουργίας νέων εξειδικεύσεων και ειδικοτήτων που επιζητά η αγορά, αλλά και της αποτελεσματικής μετεκπαίδευσης των συμπολιτών μας οι οποίοι κατέχουν ειδικότητες που η εξέλιξη της τεχνολογίας και ο αυτοματισμός τις έχουν υποβαθμίσει, αποτελεί τη λυδία λίθο για την ευημερία και την οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας τα επόμενα χρόνια"

     

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ