Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 12-Οκτ-2017 13:29

    ΣΕΒ: Ο μέσος δ.υ. λαμβάνει 38% υψηλότερο μισθό από ό,τι ο μέσος μισθωτός στον ιδιωτικό τομέα

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    ΣΕΒ: Ο μέσος δ.υ. λαμβάνει 38% υψηλότερο μισθό από ό,τι ο μέσος μισθωτός στον ιδιωτικό τομέα

    Στην ανάκαμψη, αλλά με "αστερίσκους", της ελληνικής οικονομίας, αναφέρεται το τελευταίο εβδομαδιαίο οικονομικό δελτίο του ΣΕΒ. Όπως παρατηρεί, χαρακτηριστικά, η ανάκαμψη μπορεί να αποδειχθεί ασταθής και να έχει ημερομηνία λήξης.

    Στο δελτίο εξετάστηκαν ακόμη ορισμένες συνιστώσες της ανάκαμψης, ώστε να διερευνηθεί η βιωσιμότητά της και, συνεπώς, να αξιολογηθεί τυχόν κίνδυνος υποτροπής.

    Από την ανάλυση των στοιχείων αμοιβών (μισθών και απασχόλησης), διαπιστώνεται καταρχάς ότι επικρατούν διαφορετικές συνθήκες μισθών και απασχόλησης στον ιδιωτικό απ’ ό,τι στο δημόσιο τομέα που είναι σημαντικές, όπως δείχνουν τα σχετικά μεγέθη. 

    Το α’ τρίμηνο του 2017, οι μισθωτοί στο δημόσιο τομέα (806,2 χιλιάδες άτομα) είναι το 51% των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα (1.588,5 χιλιάδες άτομα), δηλαδή το 34% του συνόλου των μισθωτών, ενώ δραστηριοποιούνται στην οικονομία και 1.264,6 χιλιάδες άτομα σε ατομικές επιχειρήσεις και σαν ελεύθεροι επαγγελματίες. 

    Σημειώνεται ότι, με βάση την έρευνα του εργατικού δυναμικού (β’ τρίμηνου του 2017), ο μέσος καθαρός μηνιαίος μισθός ανέρχεται σε €874 (€777 στον ιδιωτικό τομέα και €1.075 στο δημόσιο τομέα), δηλαδή ο μέσος δημόσιος λειτουργός απολαμβάνει κατά 38% υψηλότερο μισθό απ’ ό,τι ο μέσος μισθωτός στον ιδιωτικό τομέα. 

    Οι εξελίξεις, λοιπόν, στην απασχόληση και τις αντίστοιχες αμοιβές, συνθέτουν το συνολικό ατομικό εισόδημα, που λογικά θα πρέπει να μεταβάλλεται με το ρυθμό ανάκαμψης της οικονομίας. 

    Με βάση τα στοιχεία της έρευνας εργατικού δυναμικού, οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές μειώνονται σε σταθερές τιμές κατά -0,8% ετησίως στο α’ εξάμηνο του 2017, έχοντας ήδη αυξηθεί κατά +1,3% και 1,9% το 2015 και το 2016 αντιστοίχως, με τις αποδοχές στον ιδιωτικό τομέα να μειώνονται κατά - 1,3% το α’ εξάμηνο του 2017 (από +0,7% και +2,3% το 2015 και 2016 αντιστοίχως) και τις αποδοχές στο δημόσιο τομέα να αυξάνουν κατά +0,1% (από +3,2% και 1,9% το 2015 και 2016 αντιστοίχως Δ01 και Δ02).

    Το αντίστοιχα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών δείχνουν το ακαθάριστο εισόδημα των μισθωτών να μειώνεται σε σταθερές τιμές κατά -2,2% το α’ τρίμηνο του 2017 (έναντι -1,3% και +1,6% το 2015 και το 2016 αντιστοίχως) και το ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα των αυτοαπασχολούμενων να μειώνεται κατά -0,7% το α’ τρίμηνο του 2017. 

    Επίσης, γίνεται μνεία στους παράγοντες του τουρισμού και των εξαγωγών που στηρίζουν την ανάκαμψη, η οποία εντούτοις τίθεται εν αμφιβόλω, καθώς υπάρχει ανάγκη για μεγαλύτερη προσπάθεια στην υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Άλλωστε, όπως σημειώνεται, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται σε φάση δημοσιονομικής προσαρμογής και τα αυξανόμενα πρωτογενή πλεονάσματα δημιουργούν πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και στα κέρδη των επιχειρήσεων, κυρίως λόγω της υπερφορολόγησης που έχει επιβληθεί στην οικονομία. 

    Όπως αναφέρει το δελτίο, η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας βρίσκεται πλέον στα σκαριά. Στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εξωτερική ζήτηση, δηλαδή στον τουρισμό και τις εξαγωγές. Λόγω γεωπολιτικών ανακατατάξεων, σημαντικές τουριστικές ροές έχουν στραφεί προς τη χώρα μας, όπως και σε άλλες νοτιοευρωπαϊκές χώρες, ενώ, ταυτόχρονα, η ευρωπαϊκή οικονομία ανακάμπτει με ταχύτερους ρυθμούς σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν.

    Πάντως, ακόμη και σήμερα, δεν έχουν καλυφθεί οι απώλειες ανταγωνιστικότητας της περασμένης δεκαετίας, που μεταφράζεται σε ανάγκη μεγαλύτερης προσπάθειας στην υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στο μέλλον.

    H χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται σε φάση δημοσιονομικής προσαρμογής και τα αυξανόμενα πρωτογενή πλεονάσματα δημιουργούν πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και στα κέρδη των επιχειρήσεων, κυρίως λόγω της υπερφορολόγησης που έχει επιβληθεί στην οικονομία. 

    Συγκεκριμένα, η αύξηση των εισοδημάτων και της απασχόλησης δεν μετατρέπεται σε ιδιωτική κατανάλωση, καθώς η αύξηση του φορολογικού βάρους σε μια περίοδο αυξανόμενων πρωτογενών πλεονασμάτων, τείνει να συμπιέζει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Σημειώνεται ότι τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις υφίστανται τις αρνητικές επιπτώσεις της υπερφορολόγησης, καθώς το φορολογικό βάρος συνεχίζει να αυξάνεται.

    Όσον αφορά στα σημεία - κλειδιά του οικονομικού δελτίου, ο ΣΕΒ αναφέρει τα εξής:

    Η οικονομία ανακάμπτει λόγω αύξησης της ζήτησης, που επηρεάζεται κυρίως από εξωγενείς παράγοντες (τουρισμός, εξαγωγές). Η συνεπακόλουθη αύξηση της απασχόλησης δεν συνοδεύεται, όμως, και από υψηλότερους μισθούς, καθώς η ανεργία διατηρείται ακόμη σε υψηλά επίπεδα. Αυτό συμβαίνει ακριβώς διότι παραμένει η αβεβαιότητα στην διατήρηση της ζήτησης χωρίς να έχει αναδιαταχθεί το παραγωγικό πρότυπο προς εξωστρεφείς βιομηχανικές δραστηριότητες.

    Ως εκ τούτου, η ανάκαμψη είναι υποτονική καθώς δεν ενισχύεται  η πλευρά της προσφοράς (διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, κερδοφόρες ιδιωτικές επενδύσεις, φιλικό προς την επιχειρηματικότητα περιβάλλον, κ.α.) και η παραγωγή παραμένει καθηλωμένη. Επιπροσθέτως, η ανάκαμψη αυτή μπορεί να αποδειχθεί ασταθής, και ενδεχομένως, να έχει και ημερομηνία λήξης, εάν και εφόσον οι εξωγενείς παράγοντες πάψουν να επενεργούν με την ίδια ένταση στην ελληνική οικονομία και οι μεταρρυθμίσεις σε κράτος και οικονομία σταματήσουν ή παλινδρομήσουν προς τα πίσω. 

    Στην ελληνική μεταποίηση (χωρίς πετρελαιοειδή) και τη γεωργία, άνω του 60% και 50% αντιστοίχως των εξαγωγών σε αξία είναι ενδιάμεσα αγαθά, ενώ παρόμοια ποσοστά των εισαγωγών σε αξία είναι τελικά αγαθά. Οι ευκαιρίες δηλαδή για την παραγωγή προστιθέμενης αξίας (εισοδημάτων) από μεταποίηση στην Ελλάδα είναι τεράστιες. Σε κάθε περίπτωση, δεν αρκεί μόνο η αύξηση των εξαγωγών. Χρειάζεται ταυτόχρονα και μείωση των εισαγωγών. Η χώρα χρειάζεται επιχειρήσεις που θα διεισδύσουν ακόμη περισσότερο σε ξένες αγορές, και, βεβαίως, θα κατακτήσουν  ένα μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής αγοράς. Όντως απαιτείται ένα νέο παραγωγικό πρότυπο, που, όμως, δεν μπορεί να προκύψει μόνο από επιδοτήσεις του κράτους για νέες καινοτόμες επιχειρηματικές δραστηριότητες σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Εάν δεν ενθαρρυνθούν νέες ιδιωτικές επενδύσεις σε παραγωγικές δομές και αν δεν στραφεί η βιομηχανία μας προς νέες κατευθύνσεις ώστε η ανάκαμψη να γίνει αυτοτροφοδοτούμενη, η χώρα θα συνεχίσει να υπόκειται σε αστάθμητους παράγοντες  αμφιβόλου αποτελεσματικότητας.

    Η ανεργία υποχώρησε στο 21% τον Ιούλιο του 2017, με τον ρυθμό μείωσης να παρουσιάζει επιτάχυνση από την αρχή του τρέχοντος έτους, ως αποτέλεσμα κυρίως της ανόδου του τουρισμού και της υλοποίησης προγραμμάτων απασχόλησης από τον ΟΑΕΔ, ενώ ο κλάδος της εκπαίδευσης συνέβαλε στην αύξηση των καθαρών προσλήψεων τον Σεπτέμβριο του 2017 και στην ανάκτηση της δυναμικής του ρυθμού δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας. Παράλληλα, οι εξαγωγές αγαθών χωρίς πετρελαιοειδή και πλοία κινήθηκαν ανοδικά για 4ο συνεχόμενο μήνα τον Αύγουστο του 2017 (+7,2%), ωστόσο η ταυτόχρονη άνοδος των εισαγωγών (+5,5%) είχε ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος κατά +3,4%. Την ίδια ώρα, η βιομηχανική παραγωγή χωρίς πετρελαιοειδή συνεχίζει και τον Αύγουστο να κινείται σε θετικό έδαφος (+3,2% κατά το διάστημα Ιαν – Αυγ 2017), ενώ οι τιμές αυξάνονται (+1% τον Σεπτέμβριο του 2017) κυρίως λόγω των έμμεσων φόρων.

    Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΕΙ: Στο σημερινό δελτίο φιλοξενούνται οι θέσεις του Συνδέσμου Βιομηχανιών Στερεάς Ελλάδας (ΣΒΣΕ) όπου προβάλεται, μεταξύ άλλων, η αναπτυξιακή σημασία της οριοθέτησης και της έγκρισης του Επιχειρηματικού Πάρκου Εξυγίανσης Οινοφύτων Σχηματαρίου, η αναμόρφωση των κριτηρίων ένταξης της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας συνολικά στον περιφερειακό χάρτη ενισχύσεων του αναπτυξιακού νόμου και οχι μονο της Βοιωτίας, καθώς λόγω του υψηλού εισοδήματός της (λόγω γειτνίασης με την Αττική), η περιφέρεια στο σύνολό της δικαιούται χαμηλότερες ενισχύσεις, και, τέλος, ο επαναπροσδιορισμός του ΕΣΠΑ ώστε να λαμβάνεται υπόψη ο παραγωγικός προσανατολισμός της κάθε περιοχής στην κατανομή των πόρων για τη βιομηχανική ανάπτυξη. Στη Στερεά Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένης της  Αττικής, σε όρους ενεργητικού, είναι εγκατεστημένο το 80% της ελληνικής βιομηχανίας. Στον ΣΕΒ εκπροσωπούνται το 53% της ελληνικής βιομηχανίας σε εθνικό επίπεδο και το 66% της Στερεάς Ελλάδας, στην οποία έχουν έδρα πολλές βιομηχανίες της περιφέρειας.

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    Ροή Ειδήσεων

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    12:00 14/10

    "Δούναι και λαβείν" στο τετ α τετ Τσίπρα - Τραμπ

    Business και διπλωματία στις ΗΠΑ. Τι ζητεί η ελληνική πλευρά - τι επιδιώκει ο αμερικανικός παράγοντας. Στο Σικάγο ο πρωθυπουργός. Ποιους αξιωματούχους και Funds θα δει ο Δημήτρης Παπαδημητρίου. Πώς...