Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 21-Ιουλ-2017 19:22

    S&P: Επιβεβαίωσε αντί να αναβαθμίσει την αξιολόγηση της Ελλάδας

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    S&P: Επιβεβαίωσε αντί να αναβαθμίσει την αξιολόγηση της Ελλάδας

    ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: 20:40

    Στην επιβεβαίωση της αξιολόγησης του αξιόχρεου της Ελλάδας στο "Β-", προχώρησε η Standard & Poor's, κόντρα στις προσδοκίες για αναβάθμιση, η οποία είναι πιθανό να έρθει τους επόμενους μήνες αφού ο οίκος αναθεώρησε το outlook σε "θετικό".

    Στην ανακοίνωσή της, η S&P επισημαίνει ότι η ανάκαμψη του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης, σε συνδυασμό με τις νομοθετημένες δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις και την περαιτέρω ελάφρυνση χρέους, θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να μειώσει το χρέος της γενικής κυβέρνησης ως ποσοστό του ΑΕΠ και το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους έως το 2020.

    Ως εκ τούτου, αναβάθμισε το outlook της Ελλάδας σε "θετικό" από "σταθερό" προηγουμένως ενώ παράλληλα επιβεβαίωσε την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας στο "Β-”. 

    Το θετικό outlook σημαίνει ότι κατά το προσεχές δωδεκάμηνο υπάρχει πιθανότητα τουλάχιστον 33% (μία στις τρεις) ότι η S&P θα προχωρήσει σε αναβάθμιση της αξιολόγησης του αξιόχρεου της Ελλάδας. 

    Η επιστροφή στις αγορές

    Ο οίκος επισημαίνει ότι το Eurogroup, όπως αναφέρει στην ανακοίνωση που εξέδωσε στις 15 Ιουλίου, συμφώνησε να διευκολύνει την πρόσβαση της Ελλάδας στις αγορές με τη δημιουργία ενός ταμειακού αποθέματος μέσω εκταμιεύσεων που ξεπερνούν το ποσό που χρειάζεται η ελληνική κυβέρνηση για την κάλυψη των υποχρεώσεων εξυπηρέτησης του χρέους και την εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου. Κατά την άποψη της S&P, αυτή η υποστήριξη είναι πιθανό να προετοιμάσει το έδαφος προκειμένου η Ελλάδα να επιστρέψει στις αγορές ομολόγων φέτος. 

    Η ελάφρυνση χρέους

    "Καταλαβαίνουμε, επίσης, ότι το Eurogroup επανέλαβε την πρόθεσή του να παράσχει στην Ελλάδα παράταση της διάρκειας ωρίμανσης των δανείων του EFSF, καθώς και να αναβάλει την εξυπηρέτηση του χρέους κατά την ολοκλήρωση του προγράμματος του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) τον Αύγουστο του επόμενου έτους", σημειώνει η S&P. Τα δάνεια αυτά, τα οποία επισυνάφθηκαν κατά το δεύτερο πρόγραμμα της Ελλάδας, συνιστούν το μεγαλύτερο μέρος του χρέους της ελληνικής κυβέρνησης. Επιπλέον μέτρα, εφόσον τεθούν σε ισχύ, θα παρατείνουν το προφίλ ωρίμανσης του ελληνικού χρέους -από τα 18 χρόνια σήμερα- και θα μειώσουν τις ετήσιες μικτές χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας. 

    Η αποπληρωμή χρέους θα κορυφωθεί το 2019 φτάνοντας τα 13,5 δισ. ευρώ, περίπου δηλαδή στο 7% του ΑΕΠ. Ωστόσο, η S&P αναμένει από την ελληνική κυβέρνηση να εκδώσει νέο χρέος, για να εξομαλύνει τις επικείμενες ωριμάνσεις χρεών, συμπεριλαμβανομένων των δανείων που λήγουν το 2019. Από το 2018 έως το 2023, η S&P εκτιμά ότι οι υποχρεώσεις αποπληρωμής χρέους θα είναι κάτω του 4% του ΑΕΠ.

    Δεν υπάρχουν ακόμη συγκεκριμένα στοιχεία για την ακριβή μορφή τυχόν περαιτέρω χρηματοοικονομικής βοήθειας προς την Ελλάδα μετά τη λήξη του προγράμματος του ESM το επόμενο έτος. Ωστόσο, δεδομένης της σημαντικής χρηματοοικονομικής βοήθειας και του πολιτικού κεφαλαίου που έχει επενδυθεί στην Ελλάδα από τους Ευρωπαίους πιστωτές από την έναρξη της κρίσης, ο οίκος θεωρεί πως η στήριξη –υπό τη μορφή της τεχνικής βοήθειας και των περαιτέρω μέτρων στην κατεύθυνση της ελάφρυνσης του χρέους- είναι πιθανό να παραμείνει ισχυρή τα προσεχή έτη, αν και υπό όρους.

    Επιπλέον, η S&P θεωρεί σημαντικό το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης έχουν συμφωνήσει σε ένα σχέδιο που θα συνδέει την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους με οποιαδήποτε μεταβολή στην ανάπτυξη του πραγματικού ΑΕΠ στην έκθεση βιωσιμότητας χρέους του ESM.

    Όπως σημειώνει ο οίκος αξιολόγησης, η εφαρμογή αυτού του σχεδίου, μόλις οριστικοποιηθεί, εξαρτάται από την συμμόρφωση της Ελλάδας με το εν εξελίξει πρόγραμμα στήριξης. Ενώ η Ελλάδα αναμένεται να βγει από το υφιστάμενο πρόγραμμα το 2018, οι υπεύθυνοι χάραξης εγχώριας πολιτικής έχουν νομοθετήσει μέτρα έως το 2020, συμπεριλαμβανομένων των περικοπών στις συντάξεις και το αφορολόγητο, καθώς επίσης και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, όπως είναι ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών. Αυτό επέτρεψε στους πιστωτές της Ελλάδας να ολοκληρώσουν την β' αξιολόγηση του τρέχοντος προγράμματος του ESM και να δώσουν εντολή για την εκταμίευση δόσης ύψους 8,5 δισ. ευρώ (περίπου το 4% του ΑΕΠ). 

    Οι προκλήσεις στην εφαρμογή του προγράμματος

    Η S&P θεωρεί ότι οι προκλήσεις στην εφαρμογή περαιτέρω δημοσιονομικών μέτρων ή άλλων δυνητικά αντιδημοφιλών μεταρρυθμίσεων –όπως είναι αυτές που σχετίζονται με τις αγορές προϊόντων και την αγορά εργασίας, την δημόσια διοίκηση και τις ιδιωτικοποιήσεις– παραμένουν σημαντικές. Το μεγαλύτερο μέρος του φορολογικού βάρους στην Ελλάδα, πέφτει στους ώμους μιας μερίδας του ιδιωτικού τομέα που βρίσκεται υπό πίεση από τις δύσκολες πιστωτικές συνθήκες, την αβεβαιότητα του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και του δύσκολου μακροοικονομικού σκηνικού. Η φοροδιαφυγή παραμένει εκτεταμένη. Η πρόοδος στην ιδιωτικοποίηση κρατικών περιουσιακών στοιχείων είναι περιορισμένη σε σχέση με τον μακροπρόθεσμο στόχο ιδιωτικοποιήσεων ύψους 50 δισ. ευρώ (περίπου το 30% του ΑΕΠ). Τέλος, η κατάσταση ρευστότητας βασικών κρατικών επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένης της ΔΕΗ, παραμένει επισφαλής λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. 

    Γιατί η Ελλάδα θα συμμορφωθεί στο πρόγραμμα

    Η S&P περιμένει από την Ελλάδα πλήρη συμμόρφωση προς τους τρέχοντες στόχους του προγράμματος, μέχρι αυτό να λήξει τον Αύγουστο του 2018. Η βελτίωση της οικονομίας, που ενισχύθηκε από την εκταμίευση 0,8 δισ. ευρώ από τον ESM (0,4% του ΑΕΠ) τον Ιούλιο, θα βοηθήσει την κυβέρνηση να τηρήσει τους δημοσιονομικούς όρους του προγράμματος, καθώς οι έμμεσοι φόροι (ιδίως ο ΦΠΑ) θα αποδώσουν. 

    Τα κίνητρα της κυβέρνησης να συμμορφωθεί στο πρόγραμμα παραμένουν σημαντικά. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, θα συνεχίσει να είναι κύρια πηγή χρηματοδότησης για τις ελληνικές τράπεζες, μέχρι να επιστρέψουν οι καταθέσεις στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Η επιστροφή των καταθέσεων στο εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα θα εξαρτηθεί από την πολιτική σταθερότητα και την οικονομική ανάκαμψη. Επομένως, εκτιμά η S&P, η Ελλάδα είναι πιθανό να συμμορφωθεί στις μεταρρυθμίσεις του προγράμματος -έστω και με καθυστερήσεις-, διότι η μη εφαρμογή παλαιότερων μεταρρυθμίσεων θα μπορούσε να καταστήσει μη επιλέξιμα τα ομόλογα της ελληνικής κυβέρνησης, τα οποία οι τράπεζες χρησιμοποιούν ως εγγυήσεις για να έχουν πρόσβαση στην ρευστότητα από την ΕΚΤ. Ένας ακόμη λόγος, είναι το ότι η προοπτική της πρόσθετης ελάφρυνσης του χρέους, η οποία επίσης μειώνει τις ανάγκες της ελληνικής κυβέρνησης για χρηματοδότηση, θα μπορούσε να ενθαρρύνει τη χώρα να εφαρμόσει το πρόγραμμα.

    Οι προβλέψεις

    Συνεπώς, η S&P προβλέπει ότι κατά την περίοδο 2017-2022 η Ελλάδα θα καταγράψει πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο ετησίως, παράλληλα με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ της τάξης του 2,8%, που θα επιτρέψει στο χρέος της γενικής κυβέρνησης να μειωθεί στο 158% του ΑΕΠ το 2020 από το 179% το 2016. Όπως τονίζει ο οίκος αξιολόγησης, οι προβολές για το χρέος ως αναλογία του ΑΕΠ, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την επιτάχυνση του πραγματικού και ονομαστικού ΑΕΠ, αν και όπως σημειώνει, οι πρόσφατες δημοσιονομικές επιδόσεις ήταν ενθαρρυντικές. Επιπλέον, η S&P δεν αποκλείει την πιθανότητα μίας πιο ευέλικτης προσέγγισης από τους πιστωτές της Ελλάδας ως προς τη συμμόρφωση της χώρας με του εξαιρετικά φιλόδοξο και ενδεχομένως αυτοκαταστροφικό μεσοπρόθεσμο στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 3,5% του ΑΕΠ. Το 2016, το πρωτογενές πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης ανήλθε στο 3,9% του ΑΕΠ, πολύ υψηλότερα από τον στόχο του προγράμματος για 0,5%. Αν και μεγάλο μέρος της δημοσιονομικής υπεραπόδοσης κατά τη διάρκεια του εξεταζόμενου έτους, προήλθε από την συγκράτηση δαπανών που επιβάρυνε την ανάπτυξη, μέρος της προσαρμογής προήλθε επίσης από το σκέλος των εσόδων. Τα έσοδα της γενικής κυβέρνησης αυξήθηκαν κατά 3%, αντανακλώντας υψηλότερα έσοδα από έμμεσους φόρους και φόρους εισοδήματος φυσικών προσώπων. 

    Τι λέει ο οίκος για τις τράπεζες

    Σύμφωνα με την S&P, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα παραμένει σε μειονεκτική θέση, ωστόσο ο οίκος εκτιμά ότι δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος ενός ακόμη γύρου ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (NPEs) εξακολουθούν να αποτελούν το ήμισυ σχεδόν των συνολικών δανείων. Έχουν ξεκινήσει πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση του μεγάλου όγκου των NPEs, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται για παράδειγμα και η ρύθμιση οφειλών με τον εξωδικαστικό μηχανισμό, η ανάπτυξη της δευτερογενούς αγοράς και οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί.

    Οι αξιολογήσεις περιορίζονται από το υψηλό χρέος της ελληνικής γενικής κυβέρνησης, το οποίο μεταφράζεται στην δεύτερη υψηλότερη αναλογία χρέους προς ΑΕΠ όλων των κρατών που αξιολογεί η S&P – τους χαμηλούς ρυθμούς οικονομικής ανάκαμψης που έχουν διαβρώσει τα εισοδήματα κατά την τελευταία 10ετία και έχουν προκαλέσει σημαντικές αποκλίσεις στις τιμές και τους μισθούς σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης – τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας στην ευρωζώνη και τις σημαντικές διαρθρωτικές προκλήσεις, όπως τα αρνητικά δημογραφικά στοιχεία, τα μεγάλα ελλείμματα στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και ένα τραπεζικό σύστημα που δεν διευκολύνει την μετάδοση της νομισματικής πολιτικής στην Ελλάδα. Οι αξιολογήσεις υποστηρίζονται από το χαμηλό κόστος της εξυπηρέτησης του μεγαλύτερου μέρους του χρέους της γενικής κυβέρνησης, τα πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία αν διατηρηθούν θα μπορούσαν σταδιακά να μειώσουν το ελληνικό χρέος ως προς το ΑΕΠ, την συνεχιζόμενη στήριξη από τους πιστωτές με τη μορφή πολύ μακροπρόθεσμων ευνοϊκών δανείων και τη νέα δέσμευση για τη διευκόλυνση της πρόσβασης στις αγορές μέσω της δημιουργίας ταμειακών αποθεμάτων και της περαιτέρω ελάφρυνσης χρέους. 

    Οι επόμενες κινήσεις της Ελλάδας

    Να σημειωθεί ότι μετά τη χτεσινή συνεδρίαση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, αλλά και την έκθεση της S&P, ανοίγει ο δρόμος για να λάβει τις τελικές αποφάσεις η ελληνική κυβέρνηση για το χρονοδιάγραμμα της έκδοσης νέου ομολόγου. Άλλωστε, τόσο οι θέσεις του Ταμείου, όσο και οι οίκοι αξιολόγησης έχουν σαφή επιρροή στον τρόπο με τον οποίο αντιδρούν οι παγκόσμιοι επενδυτές στις εκδόσεις ομολόγων. 

    Το ΔΝΤ, όπως αναμενόταν, παρέμεινε σταθερό στη θέση του ότι το χρέος της Ελλάδας είναι "εξαιρετικά μη βιώσιμο”, ενώ η εκπρόσωπος του Ταμείου στην Ελλάδα, Ντ. Βελκουλέσκου εκτίμησε πως η ελάφρυνσή του θα είναι ωφέλιμη για τη χώρα και θα διευκολύνει την πρόσβαση της χώρας στις αγορές.

    Υπενθυμίζεται ότι την περασμένη εβδομάδα ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody’s  παρατήρησε σε έκθεσή του πρόοδο με αστερίσκους για την Ελλάδα, ενώ για το 2017 προέβλεψε ανάπτυξη 1,5% και 2% για το 2018.  Σημειωτέον, τον Ιούνιο ο οίκος είχε προβεί σε αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας κατά μία βαθμίδα, σε Caa2 από Caa3, αναθεωρώντας σε θετικό από σταθερό το outlook. 

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    12:00 14/10

    "Δούναι και λαβείν" στο τετ α τετ Τσίπρα - Τραμπ

    Business και διπλωματία στις ΗΠΑ. Τι ζητεί η ελληνική πλευρά - τι επιδιώκει ο αμερικανικός παράγοντας. Στο Σικάγο ο πρωθυπουργός. Ποιους αξιωματούχους και Funds θα δει ο Δημήτρης Παπαδημητρίου. Πώς...