Συνεχης ενημερωση

    Σάββατο, 26-Φεβ-2011 00:01

    Η "ομίχλη" του νομισματικού πολέμου

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Μπορεί η κριτική για τη νομισματική πολιτική της Κίνας να συνεχίζεται αμείωτη εντός των ΗΠΑ, ωστόσο είναι οι ίδιες οι ΗΠΑ που χειραγωγούν την αγορά συναλλάγματος, μέσα από τις πολιτικές ποσοτικής χαλάρωσης, υποστηρίζει σε πρόσφατο άρθρο του ο βραβευμένος οικονομολόγος Avinash Persaud.

    Ο Persaud παροτρύνει μάλιστα την αμερικανική ηγεσία να παραδειγματιστεί από τα επιτυχημένα μοντέλα της Κίνας και της Γερμανίας, αν παραμένει στόχος της η επιστροφή των ΗΠΑ σε ένα βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης, «αντί να προσπαθεί να εκτροχιάσει αυτές τις οικονομίες».

    Χρησιμοποιώντας ως μέτρο ανταγωνιστικότητας μιας οικονομίας το εμπορικό ισοζύγιο, ο Persaud σχολιάζει ότι το ετήσιο εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας έφτασε στα τέλη του 2010 τα 184,5 δισεκατομμύρια δολάρια ή 3,6% του ΑΕΠ, ενώ διεθνώς υπάρχουν τουλάχιστον 10 οικονομίες των οποίων το εμπορικό πλεόνασμα ως ποσοστό επί του ΑΕΠ είναι μεγαλύτερο. Μεταξύ αυτών και η «φτωχή σε φυσικούς πόρους», όπως σχολιάζει, Γερμανία, με το μεγαλύτερο ετήσιο εμπορικό πλεόνασμα παγκοσμίως σε απόλυτους όρους (205,4 δισ. δολάρια) που αντιστοιχεί στο 6% του ΑΕΠ της. 

                              Εμπορικό ισοζύγιο, 2009, ως % επί του ΑΕΠ

    «Ακούγοντας όμως κάποιος την επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται στις ΗΠΑ, θα σχημάτιζε την εντύπωση ότι είναι αδύνατον για μία χώρα να δημιουργεί εμπορικά πλεονάσματα, χωρίς παράλληλα να χειραγωγεί τη διακύμανση του νομίσματός της», σημειώνει ο Persaud.

    «Κάτι τέτοιο προφανώς δεν ισχύει», προσθέτει, «και φυσικά η Γερμανία δεν μπορεί να κατηγορηθεί ότι χειραγωγεί το νόμισμά της προς ίδιον όφελος». Όπως εξηγεί, αφενός το ευρώ διαπραγματεύεται ελεύθερα απέναντι σε νομίσματα χωρών εκτός Ευρωζώνης, οι οποίες «απορροφούν» το 50% των γερμανικών εξαγωγών, αφετέρου το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα έχει ενισχυθεί έναντι του δολαρίου κατά 60%, από τα χαμηλά του 2002. 

    " Οι ίδιες χώρες που έδειξαν ανεκτικότητα στον υπερβολικό εγχώριο δανεισμό, αλλά και στη χρηματοδότηση πολέμων στο εξωτερικό βασισμένες σε λανθασμένες πληροφορίες, είναι αυτές που σήμερα έρχονται να ‘νουθετήσουν’ όσες δεν το έκαναν".

    Ο Persaud απορρίπτει επίσης το επιχείρημα ότι το εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας είναι αποτέλεσμα τεχνητά χαμηλής εσωτερικής κατανάλωσης, καθώς διαθέτει το χαμηλότερο ποσοστό ανεργίας μεταξύ των χωρών του G7 και αυτό συνηγορεί όχι σε μία υπερβολικά αδύναμη, αλλά αντιθέτως σε μία υπερβολικά ισχυρή εγχώρια ζήτηση. Πράγματι, εξηγεί ο ίδιος, «ο ρυθμός αύξησης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ στη Γερμανία την τελευταία δεκαετία είναι ο υψηλότερος από οποιαδήποτε άλλη χώρα του G7, συμπεριλαμβανομένου του Καναδά και των ΗΠΑ».

    Ένα άλλο επιχείρημα που χρησιμοποιείται εναντίον του γερμανικού μοντέλου, είναι ότι η ανάπτυξή της στο βαθμό που εξαρτάται από τις εξαγωγές δεν είναι βιώσιμη. Ωστόσο, σημειώνει ο Persaud, τα 2/3 περίπου της ανάπτυξης της Γερμανίας προέρχονται από τις εξαγωγές της χώρας προς αναδυόμενες οικονομίες, οι οποίες αναπτύσσονται αισθητά ταχύτερα από τη Γερμανία.

    «Αν οι οικονομίες αυτές συνεχίσουν να επιλέγουν ποιοτικά γερμανικά προϊόντα για να στηρίξουν την ανάπτυξή τους, τότε και η Γερμανία θα καταφέρει να υπεραποδίσει σε ρυθμούς ανάπτυξης έναντι των χωρών του G7», εξηγεί ο ίδιος. Και προσθέτει ότι «η Γερμανία βρίσκεται σήμερα στη θέση που κατέχει, διότι στο παρελθόν εφήρμοσε δύσκολες μεταρρυθμίσεις, ενώ η αποχή της από τις αυθαιρεσίες στην αγορά ενυπόθηκων δανείων της επέτρεψε να κρατήσεις ε χαμηλά επίπεδα το ιδιωτικό χρέος, αλλά και να διοχετεύσει κεφάλαια στη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων της».

    «Οι ίδιες χώρες που έδειξαν ανεκτικότητα στον υπερβολικό εγχώριο καταναλωτικό δανεισμό, αλλά και στη χρηματοδότηση πολέμων στο εξωτερικό βασισμένες σε λανθασμένες πληροφορίες, είναι αυτές που σήμερα έρχονται να ‘νουθετήσουν’ όσες δεν το έκαναν. Και υποστηρίζουν ότι τα πάντα εξαρτώνται από την ονομαστική συναλλαγματική ισοτιμία», αναφέρει καυστικά ο Persaud.

    «Το επιχείρημα ότι οι παραγωγοί των ΗΠΑ αντιμετωπίζουν αθέμιτες εμπορικές πρακτικές ακούγεται εδώ και χρόνια. Οι αυτοκινητοβιομηχανίες του Detroit το χρησιμοποιούσαν ακόμη και πριν την άνοδο της κινεζικής οικονομίας. Πριν από 20 χρόνια μας έλεγαν ότι ο βασικός λόγος που οι καταναλωτές προτιμούν τα αυτοκίνητα των Toyota και Nissan είναι οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Και όχι ότι προτιμούν να αποφεύγουν κακοφτιαγμένες μηχανές που απλά καταναλώνουν βενζίνη».

    «Η ασταθής υποτίμηση του δολαρίου όχι μόνο δεν άλλαξε αυτή την εικόνα, αλλά και συνέβαλε στην μακρά ύφεση της Ιαπωνίας και στην κρίση του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος της περιόδου 1992-1995. Και τα δύο περιστατικά προέκυψαν ως αποτέλεσμα της υποχώρησης-ρεκόρ του δολαρίου».

    «Σήμερα», υποστηρίζει ο Persaud, «η αδυναμία του δολαρίου που τροφοδοτείται από την ποσοτική χαλάρωση οδηγεί σε παγκόσμια άνοδο του πληθωρισμού. Αυτός που χειραγωγεί την ισοτιμία είναι οι ΗΠΑ. Είναι πολύ πιο εύκολο να χειραγωγείς τη διακύμανση ενός νομίσματος που διαπραγματεύεται ελεύθερα, σε σχέση με ένα νόμισμα σταθερής συναλλαγματικής ισοτιμίας».

    «Η πολιτική επιλογή είναι να υποτιμηθεί το δολάριο, και είναι κατανοητό από την οπτική των ΗΠΑ, δεδομένων των περιορισμών της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Όμως αυτό που χρειάζεται να κάνουν οι ΗΠΑ για να επιτύχουν μία βιώσιμη αναστροφή είναι να αντλήσουν διδάγματα από άλλες επιτυχημένες οικονομίες και όχι να επιχειρούν να τις εκτροχιάσουν», υπογραμμίζει ο Persaud.

    «Πρέπει να θεσπίσουν κανόνες για τον περιορισμό του υπερβολικού δανεισμού στη στεγαστική αγορά και όχι να συνεχίσουν να επιδοτούν στεγαστικές ‘φούσκες’ στη μεσαία τάξη. Πρέπει να εστιάσουν στην ποιότητα των προϊόντων τους, στη βελτίωση των υποδομών τους και στην αναβάθμιση των δεξιοτήτων του εργατικού τους δυναμικού και όχι να εξελίσσονται σε μαστροχαλαστές των ονομαστικών συναλλαγματικών ισοτιμιών συνθλίβοντας ξένες οικονομίες».



    * Ο καθηγητής Avinash Persaud έχει τιμηθεί το 2000 με το βραβείο «Jacques de Larosiere Prize in Global Finance» από το Institute of International Finance της Ουάσινγκτον. Είναι πρόεδρος της συμβουλευτικής Intelligence Capital, ενώ στο παρελθόν έχει διατελέσει, μεταξύ άλλων, γενικός διευθυντής στην State Street Corporation, παγκόσμιος επικεφαλής έρευνας για τις αγορές συναλλάγματος και εμπορευμάτων της JP Morgan και επικεφαλής έρευνας του τμήματος fixed income της UBS.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων