Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 10-Σεπ-2018 00:14

    Η ημέρα που σώθηκε η μουσική

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Tου Richard  Branson 

    Στις επιχειρήσεις, οι αλλαγές συμβαίνουν κάποιες φορές γρηγορότερα του επιθυμητού –  επαναστατικές τεχνολογίες "εισβάλλουν" άξαφνα στην αγορά, τα γούστα προσαρμόζονται, οι οικονομίες "γυρίζουν". Το να καλείτε το προσωπικό σας να αγκαλιάσει την αλλαγή και να γίνει δημιουργικό είναι αναμφισβήτητα καλό, δεν μπορεί ωστόσο από μόνο του να αντιμετωπίσει τις δικές του (ή και τις δικές σας) υποβόσκουσες ανησυχίες. Η "γυμνή" αλήθεια είναι ότι η αλλαγή συνήθως είναι και απειλή – που, μάλιστα, μπορεί να βάλει φρένο ή και να δώσει οριστικό χτύπημα σε μια επιχείρηση. Ας το αντιμετωπίσουμε ως έχει: καμία εταιρεία δεν ζει για πάντα.

    Δεδομένης της μακράς εμπειρίας της Virgin στη μουσική βιομηχανία, λαμβάνω συχνά ερωτήματα για το μέλλον της τελευταίας. Ποιο θα είναι το επόμενο βήμα; Πώς μπορεί κανείς να εισέλθει στον χώρο με επιτυχία ως επιχειρηματίας, όταν οι δομικές αλλαγές πιέζουν πλέον ακόμα και τους πλέον ευκίνητους παίκτες;

    Η εμπειρία μάς έχει διδάξει ότι πάντα δημιουργούνται ευκαιρίες σε καιρούς αλλαγών. Όσοι ειδήμονες πέρασαν τα τελευταία χρόνια προφητεύοντας το τέλος της μουσικής βιομηχανίας πρέπει να θυμηθούν την τελευταία φορά που εκείνη βρέθηκε πραγματικά σε δομική κρίση: το 1982. Η οικονομική ύφεση είχε σημαντική επίδραση επάνω της. Πολλοί άνθρωποι έγραφαν κασέτες από το ραδιόφωνο ή από φίλους οι οποίοι είχαν αγοράσει τον δίσκο βινυλίου (LP) που τους ενδιέφερε – μια πρακτική ανάλογη του σημερινού παράνομου downloading.

    Την εποχή εκείνη η Virgin Retail διατηρούσε περισσότερα από 100 δισκοπωλεία σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο. Τις καθημερινές ήταν άδεια, σχεδόν ερημωμένα. Τότε μάθαμε ότι το CD ήταν έτοιμο να "σαρώσει" την αγορά.

    Τα πλεονεκτήματα του νέου format έγιναν αμέσως πασιφανή. Ήταν πολύ μικρότερο του LP, ενώ δεν υπήρχε καθόλου απώλεια ή φθορά ήχου. Τα σημειωματάριά μου της εποχής είναι γεμάτα με ερωτήσεις για την πιθανή επίδραση που θα είχε η έλευση του CD στην επιχειρηματική μας δραστηριότητα. Σε μια σημείωση έγραφα: "Τι συμβαίνει με τις συλλογές δίσκων ανά τη χώρα – οι άνθρωποι αντικαθιστούν τα βινύλιά τους με CD;".

    Αρχικά ο μόνος τρόπος για να επιβιώσουμε από την απειλή του CD ήταν να αρχίσουμε να "καθαρίζουμε" το παλιό ώστε να υποδεχθούμε το νέο μας στοκ, οπότε αρχίσαμε άμεσα τις εκπτώσεις στα LP. Πετύχαμε τη μετάβαση της επιχείρησής μας στην εποχή του CD, πράγμα που δεν ίσχυσε για όλους τους ανταγωνιστές μας.

    Μπορέσαμε τότε, επίσης, να δούμε και την ανάδυση ενός άλλου φαινομένου στον χώρο των λιανικών πωλήσεων. Δύο χρόνια μετά το λανσάρισμα του προσωπικού υπολογιστή, το 1980, υπήρχαν ήδη 500.000 μηχανήματα για video game σε χρήση στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σύντομα, η πώληση παιχνιδιών και στη συνέχεια ταινιών έγινε μια δευτερεύουσα, πλην σημαντική, δραστηριότητα για τα καταστήματά μας.

    Μέχρι το 1986, ακόμα και τα Virgin Megastores βρίσκονταν υπό απειλή. Ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής μας, HMV, μας "καταδίωκε" ανοίγοντας γιγάντια καταστήματα, πολλά σε κοντινά σημεία εμβληματικών μας τοποθεσιών. Ατάραχοι, προχωρήσαμε στα εγκαίνια του νέου μας καταστήματος στο Δουβλίνο, του μεγαλύτερου –τότε– στον κόσμο, στο Aston’s Quay. Εκείνο το κατάστημα όχι μόνο διέθετε υπερπλούσιο και εξειδικευμένο υλικό κλασικής μουσικής, jazz, folk και rock, αλλά πωλούσε επίσης μουσικά βίντεο, παιχνίδια και λογισμικό για υπολογιστές. Εκεί έβλεπα τότε το μέλλον της επιχείρησής μας.

    Κάναμε πραγματικά τόσο καλή δουλειά, που ανταγωνιζόμασταν επί ίσοις όροις παραδοσιακούς "παίκτες" στο λιανικό εμπόριο, όπως τη Woolworths, την Dixons ή την Currys. Οι προσόψεις των καταστημάτων μας, αλλά και το εσωτερικό τους, απέπνεαν δυναμισμό και ενθουσιασμό. Φέρναμε συγκροτήματα για να ερμηνεύσουν live ορισμένα τραγούδια από τους δίσκους τους. Αυτά τα events οδηγούσαν σε αύξηση των πωλήσεων και σε μεγαλύτερη δημοσιότητα.

    Για να μην πλατειάζω, παρά αλλά και χάρη στη δομική αλλαγή που μόλις είχε συντελεστεί, μετασχηματίσαμε το επιχειρηματικό μας μοντέλο και τα πήγαμε πολύ καλά, τόσο στα '80s όσο και στα ’90s. Η μουσική η οποία παρήχθη υπό το σήμα της Virgin Records ενθουσίασε τους μουσικόφιλους ανά τον κόσμο, πολλοί εκ των οποίων πήγαν στο κοντινότερό τους Virgin Megastore για να αγοράσουν αντίτυπα δίσκων.

    Όλη εκείνη η δουλειά αποτέλεσε ασπίδα από μελλοντικά προβλήματα; Φυσικά και όχι. Η αλήθεια είναι ότι από την αρχή τα μικρότερα σε μέγεθος καταστήματα της Virgin Records έβγαζαν ελάχιστα χρήματα. Προφανώς κρατούσαν το όνομά μας στη δημοσιότητα και εκπροσωπούσαν το νεανικό και "ατίθασο" brand μας, ωστόσο δεν ήταν μακροπρόθεσμα βιώσιμα. Ένα από τα μεγαλύτερα επιχειρηματικά μου λάθη –για το οποίο μετανιώνω– είναι ότι δεν πούλησα το σύνολο των καταστημάτων μας νωρίτερα. Το κλείσιμο του κύκλου για τη Virgin Records το 1992, με την εξαγορά της από την EMI, ήταν επώδυνο, αλλά ήταν η καλύτερη επιλογή.

    Το downloading και οι υπηρεσίες streaming όπως το Spotify σκοτώνουν τη μουσική; Η αλήθεια είναι ότι τα οικονομικά της μουσικής παραγωγής στις μέρες μας είναι σαφώς υγιέστερα σε σχέση με τη "χρυσή" εποχή της Virgin ως εταιρείας της μουσικής βιομηχανίας. Όταν δημιουργήσαμε το στούντιο ηχογραφήσεών μας, επρόκειτο για ένα τεράστιο και πανάκριβο εγχείρημα. Δουλειά της Virgin Records ήταν να υποστηρίζει οικονομικά τις ηχογραφήσεις των μουσικών και να αναλαμβάνει το σχετικό ρίσκο. Για να βγάλουμε τότε χρήματα, έπρεπε να πουλήσουμε πολλά αντίτυπα του άλμπουμ.

    Σήμερα ένα κορυφαίας ποιότητας άλμπουμ μπορεί να παραχθεί με τη χρήση ενός laptop και στη συνέχεια το ψηφιακό αρχείο που το περιέχει να σταλεί μέσω Internet στον καθένα, σχεδόν οπουδήποτε στον κόσμο. Η προώθηση είναι τόσο εύκολη όσο το να δημιουργήσει κανείς μια σελίδα στο Facebook ή σε κάποιο από τα υπόλοιπα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

    Οι οικονομίες κλίμακας δεν αφορούν πλέον τους νέους μουσικούς, μολονότι αφορούν ακόμη τις δισκογραφικές και τους μετόχους τους.

    Εάν ήμουν σήμερα συγκρότημα ένα βήμα πριν από την επιτυχία, δεν θα επέλεγα να λειτουργήσω διά μέσου μιας παραδοσιακής δισκογραφικής. Θα συγκέντρωνα μια μικρή ομάδα ανθρώπων και θα εξέδιδα τα τραγούδια ή και το άλμπουμ με δικά μου έξοδα. Θα σκεφτόμουν, επίσης, να βρω μια σειρά άλλων μουσικών της ίδιας λογικής με τη δική μου, ώστε να μοιραστούμε τα έξοδα διανομής, διαφήμισης και μάρκετινγκ.

    Οι μικρότερες και νεότερες μπάντες θα κερδίζουν, έτσι, αναμφισβήτητα λιγότερα χρήματα, καθώς οι εταιρείες της μουσικής βιομηχανίας μπορούν πλέον να προωθούν μικρότερα συγκροτήματα μόνον χρησιμοποιώντας τις προσόδους από τα "μεγάλα ονόματα". Με τη μέθοδο αυτή, όμως, θα υπάρχει περισσότερη μουσική για να διαλέξει κανείς, αλλά και περισσότεροι άνθρωποι θα δουν τη μουσική τους να κυκλοφορεί και να ακούγεται εκεί έξω.

    Πιστεύω αληθινά ότι οι δισκογραφικές εταιρείες θα επιβιώσουν, αλλά θα πρέπει να περιορίσουν το μέγεθός τους – και στο επιχειρείν το μικρό είναι όμορφο. Αυτές οι μικρότερες εταιρείες θα πρέπει να ανακαλύψουν τα αυθεντικά ταλέντα, εκείνα τα οποία οδηγούν πολλούς ανθρώπους που αγαπούν τη μουσική να θέλουν να κάνουν καριέρα στη μουσική βιομηχανία. Με όλη αυτή την ενέργεια και τον ζήλο, κανείς δεν μπορεί να προδικάσει τι μπορούν να πετύχουν στο μέλλον ορισμένοι επιχειρηματίες του χώρου.

    O Richard Branson είναι ο ιδρυτής της Virgin Group και εταιρειών όπως οι Virgin Atlantic, Virgin America, Virgin Mobile και Virgin Active. Διατηρεί blog στη διεύθυνση www.virgin.com/richard-branson/blog. Ακολουθήστε τον στο Twitter στο twitter.com/richardbranson.

    © 2018 Richard Branson. Διατίθεται από το "The New York Times Licensing Group"

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων