Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 05-Φεβ-2019 00:30

    Αυξήσεις κατώτατων μισθών: Ανευθυνότητες αντιμνημονιακού τυχοδιωκτισμού

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Σωτήρη Θεοδωρόπουλου  

    Είναι γνωστό πως οι ποικίλες  πρακτικές  Δημοσιονομικής ασωτίας και σπατάλης που χαρακτήριζαν τη Δημοσιονομική διαχείριση πριν την κρίση, ευθύνονται για το ένα σκέλος της διπλής κρίσης Χρέους  και Ανταγωνιστικότητας που έπληξε τη χώρα το 2009 με Δημόσιο  έλλειμμα  35 δισ. Κεντρικό στοιχείο αυτών των  πρακτικών  υπήρξαν οι ανεύθυνες Εισοδηματικές πολιτικές στον Δημόσιο τομέα, με τις ανεξέλεγκτες μισθολογικές αυξήσεις παντελώς ασύμβατες με τα δεδομένα της οικονομίας αλλά με μοναδικό κριτήριο τις ανάγκες του πελατειακού κράτους. Καταστρατηγώντας κάθε οικονομική λογική και πρακτική, οι μισθολογικές αυξήσεις στον Δημόσιο τομέα αποτελούσαν οδηγό και προπομπό για ολόκληρη την οικονομία, διαμορφώνοντας μέσο  επίπεδο  μισθών  στον Δημόσιο τομέα διπλάσιο και στις ΔΕΚΟ τριπλάσιο του Ιδιωτικού τομέα με καταστροφικές συνέπειες.  

    (1) Σήμερα  μετά  μια χαμένη δεκαετία ατέλειωτης κρίσης για τη χώρα, οι πρακτικές αυτές συνεχίζονται και χρησιμοποιούνται σαν κύριο εργαλείο χειραγώγησης και εξαγοράς ψήφων του πελατειακού κράτους. Συνεχής αύξηση του μισθολογικού κόστους στο Δημόσιο, 2,5 δισ. τα δύο τελευταία χρόνια, δεκάδες χιλιάδες άχρηστων  προσλήψεων, προκλητικές μισθοδοσίες χρεοκοπημένων  ΔΕΚΟ, πλήθος νέων Οργανισμών κ.τ.λ. Είναι προφανές, πως η διαχείριση του Δημόσιου τομέα οδήγησε την Ελλάδα στην κρίση και είναι αυτή που την κρατάει σ’ αυτήν. Με το αβάσταχτο βάρος των περίπου 50% του ΑΕΠ  Δημοσίων  δαπανών, η παραγωγική οικονομία δεν  μπορεί να βγάλει τη χώρα απ’ την κρίση. Αντίστοιχες μαξιμαλιστικές  εισοδηματικές πολιτικές στην περίοδο της δανεικής ευμάρειας,  ακολουθούνταν και στον Ιδιωτικό τομέα  χωρίς  σύνδεση με την παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, σε μια εξαιρετικά  δύσκαμπτη γεμάτη αγκυλώσεις και αναχρονισμούς αγορά εργασίας αδιανόητες για χώρα της Ευρωζώνης. Η ευέλικτη αγορά εργασίας με την οπωσδήποτε ταυτόχρονη ευελιξία στην αγορά των προϊόντων, αποτελεί ίσως το πλέον σημαντικό εργαλείο προσαρμογής της οικονομίας στο σημερινό ολοένα και περισσότερο ανταγωνιστικό οικονομικό περιβάλλον.

    (2) Το περιθώριο των μισθολογικών αυξήσεων  όπως καθορίζεται στο Σύμφωνο για το Ευρώ, εξαρτάται απ’ την παραγωγικότητα  του  Ιδιωτικού τομέα και σύμφωνα με το Σκανδιναβικό μοντέλο (EFO MODEL) παλαιότερα,  απ’ τον εκτεθειμένο στον διεθνή ανταγωνισμό τομέα της οικονομίας. Αυτός είναι ο οδηγός και προπομπός για το σύνολο της οικονομίας, προκειμένου  να μην τιμωρηθεί η χώρα απ’ τις αγορές με υψηλά εξωτερικά ελλείμματα  και εκτεταμένη ανεργία. Η πλήρης άγνοια και καταστρατήγηση τέτοιων στοιχειωδών κανόνων, που σήμερα προβάλλεται η κατάργησή τους  σαν  μνημονιακό  κακό απ’ όλο τον παλαιομοδίτικο προοδευτισμό και συνδικαλισμό, οδήγησε στη δεκαετία πριν την κρίση, σε μισθολογικές αυξήσεις και ανά μονάδα κόστος εργασίας  κατά  μέσο όρο διπλάσιο ή υπερδιπλάσιο  της Ευρωζώνης. Η καταβαράθρωση της ανταγωνιστικότητας και το έλλειμμα Εξωτερικών Συναλλαγών  35 δισ. ήταν τα γνωστά  επακόλουθα. Η αυτονόητη ανάγκη προσαρμογής και προσγείωσης στην πραγματικότητα αντί της συντριβής σ’ αυτήν, έφερε τα προγράμματα προσαρμογής, Μνημόνια 1,2,3,4,  σαν μοναδική επιλογή αντί του δρόμου της Αργεντινής, μαζί με τους αντιμνημονιακούς τυχοδιώκτες και σκληρούς διαπραγματευτές του λαϊκισμού.

    Στο σημερινό οικονομικό περιβάλλον της αναιμικής ανάπτυξης, της υψηλής ανεργίας με τους πολύ αργούς ρυθμούς μείωσης και πρόσθετης επιβράδυνσης τους τελευταίους μήνες, της μείωσης των επενδύσεων σε συνθήκες αποεπένδυσης, της φυγής των επιχειρήσεων σε ένα εχθρικό περιβάλλον για την  επιχειρηματικότητα, με τη μεγαλύτερη υπερφορολόγηση  μεταπολεμικά, οι επιχειρήσεις  βαρύνονται με πρόσθετα κόστη που υποσκάπτουν την ανταγωνιστικότητά τους. Έχουν υψηλότερο κόστος ενέργειας, χρηματοδότησης, ασφαλιστικών εισφορών, φορολογίας, χαμηλότερη αξιοποίηση παραγωγικής τους δυναμικότητας στη στάσιμη εσωτερική αγορά για πολλές επιχειρήσεις χωρίς εξαγωγικό προσανατολισμό,  με αδυναμία πραγματοποίησης  οικονομιών  κλίμακας και μείωσης του ανά μονάδα κόστους  παραγωγής, με στάσιμη την πτωτική παραγωγικότητα.

    Αδιαφορώντας πλήρως για τις συνθήκες  αυτές, ανακοινώνεται ανεύθυνα αύξηση των κατώτατων μισθών  11% και 27%  με το συνολικό κόστος  για τις επιχειρήσεις ανεξαρτήτως ηλικίας  του εργαζόμενου να  φθάνει τα 813 ευρώ, και να αυξάνεται σημαντικά ανάλογα με τις τριετίες και πρόσθετα για τους έγγαμους. Απ’ το ποσό αυτό μόνον 546 ευρώ μένει στον εργαζόμενο από 492 ευρώ πριν  και 266 ευρώ στα Ασφαλιστικά  Ταμεία από 241 ευρώ πριν,  με βάση τις εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών. Δεδομένου ότι οι μεταβολές αυτές συμπαρασύρουν σε νέα αύξηση και τις εισφορές των αυτοαπασχολουμένων  περίπου  1 εκατ., το κράτος αποσπά  πρόσθετους πόρους απ’ την παραγωγική  οικονομία επιδεινώνοντας το πρόβλημα του φορολογικού στραγγαλισμού της. Η ταυτόχρονη αύξηση των 25  επιδομάτων κοινωνικής πολιτικής  δεν μπορεί να προέλθει απ’ αυτήν, αλλά  απ’ την κατάργηση πλήθους μορφών Δημόσιας σπατάλης. Επίσης, απ’ την καθαρή αύξηση των 54 ευρώ το μεγαλύτερο μέρος  θα εξανεμισθεί  φορολογικά  με την εφαρμογή απ’ το 2020 της ήδη  ψηφισθείσας μείωσης  του αφορολόγητου που κακώς έγινε δεκτή με ισχύ της ίδιας κλίμακας. Στα σημερινά δεδομένα της οικονομίας, η άγνοια και καταστρατήγηση στοιχειωδών  οικονομικών  κανόνων όπως η θεωρία του κατώτατου μισθού που διδάσκεται στα βασικά οικονομικά, θα έχει αρνητικές επιπτώσεις κυρίως σε επιχειρήσεις  χαμηλής παραγωγικότητας και προστιθέμενης αξίας, με αύξηση της αδήλωτης εργασίας, της μερικής απασχόλησης και ανεργίας. Θα δυσκολέψει πολλούς ανέργους να βρουν δουλειά.  Αυτοί θα πληρώσουν  τον οικονομικό αναλφαβητισμό και τον αντιμνημονιακό  γενιτσαρισμό υπουργών της κυβέρνησης, που ψευδόμενοι όπως πάντα υπηρετώντας την κυβερνητική προπαγάνδα, πιστεύοντας πως μπορούν να διατάξουν την οικονομία της Αγοράς, υπόσχονται αύξηση της ζήτησης, αύξηση της απασχόλησης, οικονομική ανάπτυξη όπως σε άλλες χώρες που αυξήθηκε ο κατώτατος μισθός, αποκατάσταση αδικιών απ’ τα Μνημόνια κ.τ.λ. επιχειρήματα ανάξια σχολιασμού. 

    Η αύξηση των πραγματικών  μισθών  για τους χαμηλόμισθους στη χώρα μας σήμερα, και πρέπει και μπορεί να προέλθει μόνον από μείωση των υψηλών σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες Ασφαλιστικών εισφορών. Χωρίς αρνητικές επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και την ανεργία. Μόνον τότε η όποια αύξηση των μισθών  θα έχει διατηρήσιμο χαρακτήρα, μόνον τότε δεν θα δυσκολεύει τους ανέργους να βρούν  δουλειά.

    Προκειμένου να προστατευθεί  το όποιο ποσό αύξησης του καθαρού μισθού υιοθετήσουμε  απ’ τη μείωση του αφορολόγητου, θα πρέπει από τώρα  να θεσπισθεί νέα κλίμακα φορολογίας εισοδήματος  με πολύ χαμηλούς συντελεστές για τα χαμηλά εισοδηματικά κλιμάκια  επιδιώκοντας επίσης τη δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών.                                                                                    

    Επειδή το πραγματικό  εισόδημα  ιδιαίτερα των χαμηλόμισθων, εξαρτάται και απ’ το μέγεθος του λεγόμενου Κοινωνικού Μισθού, το μέγεθος και την αποτελεσματικότητα των  Δημοσίων δαπανών για το Κοινωνικό κράτος, απαιτούνται  στοχευμένες  Κοινωνικές δαπάνες, όπως μέτρα στήριξης της οικογένειας που αντιμετωπίζουν τη Δημογραφική μας κατάρρευση, μέτρα για περισσότερες και καλλίτερες υπηρεσίες Υγείας, Παιδείας, που απαλλάσσουν τους χαμηλόμισθους από αντίστοιχες ιδιωτικές δαπάνες. Όλα αυτά μπορούν και πρέπει να χρηματοδοτηθούν  απ’ την κατάργηση πλήθους μορφών Δημόσιας σπατάλης του πελατειακού κράτους, που ιδιαίτερα  την περίοδο αυτή λαμβάνουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις.  

    Η πραγματική και συνεχής αύξηση των μισθών, του επιπέδου ευημερίας, το σταμάτημα της φτωχοποίησης,  και η μείωση της μεγάλης ανεργίας προϋποθέτει κύμα επενδύσεων στη χώρα για την αξιοποίηση των μεγάλων δυνατοτήτων της, που τώρα μόνον σπαταλώνται απ’ το σημερινό κυβερνητικό μόρφωμα της αντιμνημονιακής απάτης, με τις χρεοκοπημένες αντιλήψεις  άλλων εποχών και άλλων καθεστώτων.                                                                                                    

    1. Theodoropoulos S. ( 2016 ) Estimating the appropriate  space of wage setting for external balance and job creation in the Greek economy.  Athenian Policy  Forum. Toronto 2014.  4th E.M.F. Vienna (2016 )

    2. Theodoropoulos S. (2011).  A  wage policy for external balance and employment in the EMU environment. A theoretical approach. Journal of Economics and Business.                                  
    * Ο κ. Σωτήρης Θεοδωρόπουλος  είναι Καθηγητής Οικονομικών, Πανεπιστήμιο Πειραιώς. - Υπεύθυνος Προγράμματος  ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ.
     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων