Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 10-Σεπ-2018 00:29

    Η ψυχολογία της οικονομικής αναξιοπιστίας

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Ηρακλή Ρούπα 

    Εν μέσω των υβριδικών γεωπολιτικών κρίσεων και των σημαντικών προβλημάτων που ανακύπτουν μέσω των  αναδυόμενων οικονομιών, είμαστε υποχρεωμένοι, προκειμένου να αντιληφθούμε  την πορεία των εξελίξεων, να αναλύσουμε τα μηνύματα που μας στέλνουν τα παραδοσιακά εργαλεία των οικονομιών αλλά και των αγορών. 

    Τα "εργαλεία" εκείνα που οι περισσότεροι πολιτικοί αγαπούν να δαιμονοποιούν. Φαίνεται πως είτε οι ίδιοι, δεν αντιλαμβάνονται τη λειτουργία τους, είτε η δυναμική τους, τις περισσότερες φορές δημιουργεί προσκόμματα στις μονοδιάστατες πολιτικές τους επιδιώξεις, στον  βραχυπρόθεσμο όμως  και μόνον ορίζοντα.

    Σήμερα όμως, αυτή η διαχρονική αδυναμία, μεταφράζεται, σε μια  κυοφορούμενη διεθνή οικονομική κρίση εν μέσω μάλιστα, των προβλημάτων που έχουν δημιουργηθεί  στην Τουρκία, την Ιαπωνία, την Αργεντινή και την Νότιο Αφρική.  Μία διαχρονική αδυναμία, που καθίσταται, σαφώς εντονότερη στη χώρα μας όπου ελάχιστοι πολιτικοί γνωρίζουν πώς να "διαχειριστούν" τις αγορές.

    Ακόμα πλανάται η εντύπωση πως η  "οικονομική χειραγώγηση" του '99 υπήρξε κάτι το συνηθισμένο, με τη δυνατότητα φυσικά μιας εκ νέου "χειραγώγησης" του χρηματιστηρίου  για λόγους καθαρής  ανάδειξης της θετικής διάστασης ενός ρηχού πολιτικού αφηγήματος της εκάστοτε ή  της παρούσας κυβέρνησης. 

    Σενάριο που μπορεί να "πραγματοποιηθεί" - ίσως και να πραγματοποιηθεί πρόσφατα – όταν η διεθνής συγκυρία υπάρξει  θετική. 

    Δημιουργείται όμως ένα δομικό χάσμα, όταν αγνοείται η παράμετρος αξιοπιστίας της κυβέρνησης, εν μέσω μιας γενικευμένης κρίσης. 

    Τρανή απόδειξη του γεγονότος αυτού σήμερα, είναι η επιδείνωση της εικόνας των ελληνικών ομολόγων και η κατάρρευση του χρηματιστηρίου Αθηνών κυρίως μέσα από την απώλεια τιμών για τις τράπεζες.

    Δυστυχώς, μετά την κρίση του '99 το χρηματιστήριο χρησιμοποιήθηκε ως μέσω πολιτικής επικοινωνίας αλλά και κερδοσκοπίας αντί για εργαλείο οικονομικής  ανάπτυξης. 

    Ελάχιστοι πολιτικοί είχαν και επέδειξαν τη διάθεση να ασχοληθούν σοβαρά με τη διαμόρφωση ενός θετικού κλίματος αλλά και ψυχολογίας με  τον φόβο πάντα να  "στιγματιστούν". 

    Μόνον οι ειδικοί οικονομολόγοι και οι "συμμετέχοντες στο χρηματιστήριο" ένιωθαν την ανάγκη της συμμετοχής σε αυτό . 

    Αποτέλεσμα αυτής της χρόνιας φοβικής προσέγγισης είναι σήμερα, να έχει δημιουργηθεί μία ρηχή αγορά, όπου "σκάνδαλα" τύπου "Folli Follie"  δίνουν  κυρίως το στίγμα μία αρνητικής οικονομικής  πορείας .

    Ο συνδυασμός μάλιστα, αδυναμίας αντίληψης των οικονομικοπολιτικών διεθνών εξελίξεων από την κυβέρνηση αλλά και από μεγάλο τμήμα των πολιτικών προσώπων της χώρας, διαμορφώνουν ένα αβέβαιο κλίμα όπου οι διεθνείς επενδυτές χάνουν την εμπιστοσύνη τους προς την Ελλάδα.

    Στα ομόλογα τις τελευταίες ημέρες καταγράφεται μία πολύ μεγάλη καθοδική πορεία που θεωρείται επικίνδυνη. Οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων έχουν εκτιναχθεί στο 4,6% έως 5,50% στα μακροπρόθεσμα ομόλογα διευρύνοντας το spread Ελλάδος – Ιταλίας από 1,10% που ήταν το "φυσιολογικό" στο 1,5%. Στο χρηματιστήριο η εικόνα είναι ακόμα πιο τραγική. Οι νύξεις και μόνο για παροχές από την κυβέρνηση, τα απογοητευτικά αποτελέσματα του α΄ 6μήνου του 2018 των τραπεζών και οι εκροές από τις αναδυόμενες αγορές δημιουργούν ένα τρίπτυχο απογοήτευσης και κινήτρων για ρευστοποιήσεις. 

    Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός ότι οι τράπεζες υπέστησαν απώλεια κεφαλαιοποίησης το τελευταίο διάστημα της τάξεως των 2 δισ. 

    Αν επιθυμούμε λοιπόν, να αντιμετωπίσουμε την οικονομική  κρίση με ρεαλισμό, οφείλουμε να παραδεχθούμε πως είτε έγιναν πολλά λάθη στο κοντινό μας παρελθόν, είτε μεγάλες χρονοκαθυστερήσεις στην υλοποίηση εξυγιαντικών πολιτικών. Η αγορά, ουσιαστικά "τιμωρεί" τις τράπεζες γιατί άργησαν να υλοποιήσουν μια βιώσιμη στρατηγική. Αποτέλεσμα είναι η παράταση της εξυγιαντικής διαδικασίας που όμως θα γίνει δυσκολότερη χωρίς την ύπαρξη αναπτυξιακών δεδομένων μέσω νέων χρηματοδοτήσεων. Η αποχώρηση ξένων funds, για τα οποία τόσο θριαμβολογούσε η κυβέρνηση, δίνει τον τόνο μίας αρνητικής ψυχολογίας εξαιτίας της εμφανιζόμενης αναξιοπιστίας στην διαμόρφωση αποτελεσματικής αναπτυξιακής πολιτικής. 

    Θα πρέπει άμεσα να γίνει αντιληπτό από την κυβέρνηση πως οι επικοινωνιακές "τακτικές" μπορεί να αποδίδουν βραχυπρόθεσμο και μόνο  σε θέματα μικροπολιτικής, όμως, η διαμόρφωση ενός άρτιου  πεδίου αξιοπιστίας με τους επενδυτές και τις αγορές απαιτεί ειλικρίνεια και πολιτικές συγκεκριμένης στόχευσης και μετρίσιμου αποτελέσματος.

    Η οικονομία και οι αγορές διαμορφώνονται μέσω πολιτικών και της κοινωνικής ψυχολογίας. Για να αποτελεί μία αγορά αξιόπιστο επενδυτικό προορισμό για τους ξένους επενδυτές σε έναν πρώτο βαθμό, πρέπει να αποτελεί ταυτόχρονα και έναν αξιόπιστο επενδυτικό εταίρο για τους εγχώριους επενδυτές. Η καλή ψυχολογία της  αξιοπιστίας διαμορφώνεται  από τους  "λειτουργούς" της αγοράς. Συντηρείται από τους θεσμούς και φυσικά  αναδεικνύεται από τους ελεγκτές της. 

    Το τρίπτυχο αυτό μπορεί και πρέπει να είναι αποτελεσματικό σε κάθε έκφανση της αγοράς και της οικονομίας, σε μια χώρα. 

    Δεν είναι δυνατόν η γενικότερη αδυναμία σε κάθε ένα από αυτά τα επίπεδα να κινδυνεύει να διαμορφώσει μια ψυχολογία απάθειας και κατ΄επέκταση μια  ψυχολογία αναξιοπιστίας προς τους εταίρους. Αν αυτά τα στοιχεία δεν μπορούν να αναδειχθούν σύντομα, τότε πρέπει σύντομα να αναζητηθούν καίριες "δομικές" αλλαγές. Τα μηνύματα προς αυτή την πλευρά, πρέπει να είναι καθαρά γιατί μόνον τέτοια αναγνωρίζονται ως ουσιαστικές παρεμβάσεις.

    Το επικοινωνιακό αφήγημα που έχει υιοθετηθεί, αυτό του "υπερπλεονάσμαστος", μόνον ως θετική εξέλιξη δεν αναγνωρίζεται από τις διεθνείς  αγορές. Η έννοια του υπερπλεονάσματος από μόνη της εμπεριέχει στοιχεία στρεβλότητας. Αποτελεί μια  βραχυπρόθεσμη εξέλιξη που προσφέρει ένα μαξιλάρι μίας πλασματικής ασφάλειας σε συνθήκες ηρεμίας και μόνο των αγορών. 

    Δίνονται δε λάθος μηνύματα στις αγορές από τις οποίες δύσκολα εντός του 2018 θα μπορεί η χώρα μας να αντλήσει μια κάποια  ρευστότητα. Άλλωστε η συζήτηση για  μια πιθανή "έξοδο" της χώρας στις αγορές μας βρίσκει στο στάδιο του επανακαθορισμού των αντίστοιχων πολιτικών τόσο από την Fed, όσο και από την ΕΚΤ. Συνεπακόλουθα οι νέες αυτές  πολιτικές θα μπορούσαν να διαμορφώσουν ένα πεδίο μιας διεθνούς οικονομικής κρίσης, μεγαλύτερης των σημερινών αναταράξεων. Σε αυτή την περίπτωση τα υπερπλεονάσματα δεν θα μπορούσαν να προσφέρουν ουδεμία  ασφάλεια. Το αντίθετο μάλιστα.  Διαμορφώνοντας μία νέα θηλιά στον τρόπο χρηματοδότησης της χώρας θα αναδείκνυαν τον ταυτόχρονο κίνδυνο αναζήτησης νέων γραμμών χρηματοδοτικής στήριξης. Στην φάση των διεργασιών των αγορών για τον επαναπροσδιορισμό διεθνών αξιών, δυστυχώς δεν θα έχουμε τη δυνατότητα να αναδείξουμε – παρά μόνο την τυπική λήξη των μνημονίων- και όχι την επενδυτική μας αξία ως χώρα.

    Ρυθμοί ανάπτυξης 1,8% σε περιβάλλον αυξανόμενου πληθωρισμού και προβληματική πορεία των τραπεζών, παρά τη σταθεροποίηση των δεδομένων τους, εκπέμπουν μηνύματα, νέων μακροπρόθεσμων προβλημάτων και μιας εν δυνάμει νέας κρίσης. 

    Η στρεβλή προσέγγιση της κυβέρνησης και κάποιων κερδοσκοπικών funds δημιουργεί πολλές φορές μια εικόνα  χάους. Με κάποιο ψευδές θετικό πρόσημο αρχικά, αλλά αρνητικού στην κατάληξή του. Ας γίνει αντιληπτό λοιπόν από όλους, πως οι επενδυτές δεν είναι τραπεζίτες με συστημικές προσεγγίσεις και θεσμοθετημένους κανόνες.

    Ως μία απλή υπόθεση, αν τελικώς δομηθεί μια στρατηγική ανάκαμψης μέσω των σαθρών επικοινωνιακών βάσεων ενός πιθανώς "χειραγωγούμενου" χρηματιστηρίου αλλά και  μιας αγοράς ομολόγων όπως παρατηρείται σήμερα, τότε πολύ φοβάμαι πως το σοκ της αποτυχίας σε μεταγενέστερο χρόνο, ίσως και μετεκλογικό, θα είναι βαρύτατο. Συνειρμικά δε και αυτονόητα δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας πως δομείται ίσως ένα σενάριο ευφορίας που μπορεί να διαμορφώσει κέρδη για λίγους και για μικρό χρονικό διάστημα, μακροπρόθεσμα όμως το κλίμα αναξιοπιστίας θα εδραιωθεί πλέον σε ένα περιβάλλον μιας μόνιμης οικονομικής   ασυνέπειας.

    Εν μέσω μιας γενικευμένης διεθνούς οικονομικής αβεβαιότητας, για να γίνει σοβαρός λόγος για μια οικονομική ανάκαμψη διαρκείας απαιτείται ένα σοβαρό  αναπτυξιακό πλάνο, νέα κεφάλαια και όχι υποσχέσεις ή σχέδια επί χάρτου για παροχή δισεκατομμυρίων χρηματοδοτήσεων μέσω ενδιάμεσων, ακόμα ανύπαρκτων, φορέων και κυρίως ουσιαστικός  απεγκλωβισμό από τη διαχείριση των κόκκινων επιχειρηματικών δανείων. 

    Στον βαθμό όμως, που καμία από τις προϋποθέσεις αυτές δεν πρόκειται να αποδώσουν το 2018 χάνεται μέρα με τη μέρα, με σημαντικά αρνητικά επακόλουθα για την οικονομία μιας εν δυνάμει ανάπτυξης.

    * Ο κ. Ηρακλής Ρούπας είναι Οικονομολόγος, Τομεάρχης Οικονομικών ΠΑΣΟΚ, Αναπλ. Τομεάρχης Οικονομικών ΚΙΝΑΛ

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων