Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 24-Αυγ-2018 00:03

    Μπουρδολογία: Ασήμαντη γλώσσα, αντάξια ασήμαντης ζωής

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Toυ Γιώργου Ι. Κωστούλα

    Ένας άλλος τίτλος του σημερινού άρθρου θα ήταν: "Η βαναυσότητα της π@π@ρολογίας”, εξ’ αίτιας των σχετικών καλοκαιρινών επιδόσεων βουλευτίνας του κυβερνώντος κόμματος, αν και το φαινόμενο έχει υπερκομματικό χαρακτήρα.

    Το ζήτημα, δυστυχώς, υπερβαίνει τα όρια της γραφικότητας: Διαβρώνει την κοινωνία με ασημαντότητα, παράγει αποπροσανατολισμένους πολίτες και παγιδεύει ευάλωτα, συγκροτησιακά,  άτομα, αφού αβανταδόρικα: τούς "επιτρέπει να μιλούν και τους απαλλάσσει από το να σκέφτονται”.

    "Η ψεύτικη ζωή μας κάνει ψεύτικη και τη γλώσσα μας. H αλήθεια δεν επιβάλλεται από τη γλώσσα στη ζωή, αλλά από τη ζωή στη γλώσσα. Πρέπει να ξαναζήσουμε αληθινά για να ξαναμιλήσουμε αληθινά”. Η ποιότητα  ζωής και γλώσσας σε ευθέως ανάλογη σχέση. Χρησιμοποιώ τα, σε εισαγωγικά, λόγια του Ζήσιμου Λορεντζάτου σαν προμετωπίδα -και επίλογο μαζί- των δύο άρθρων που ακολουθούν. Κι αυτό γιατί, αν είναι να μείνει κάτι απ’ αυτά τα κείμενα είναι ότι η σύγχρονη φτώχεια της γλώσσας μας είναι αντάξια της ψεύτικης ζωής που ζούμε. 

    Παρόλη τη διάσπαρτη μπουρδολογία σε κάθε πτυχή της ελληνικής ζωής, οι λέξεις μπούρδα, καθώς και η συνώνυμή της μπαρούφα δεν είναι ελληνικές. Η πρώτη προέρχεται από τη γαλλική bourde, ενώ η δεύτερη από την ιταλική baruffa. Και ενώ η μπαρούφα μπορεί, ως πληθωρικός λόγος, να έχει και κάποιες, ακόμα και δημιουργικές συνθηματολογικές πτυχές, η μπούρδα είναι, στην καλύτερη περίπτωση, η επιτομή του κοινότοπου, του κούφιου εντυπωσιασμού.

    Η μπούρδα σπάνια ταυτίζεται με το ψέμα. Ο ψεύτης παρουσιάζει ως αληθινό κάτι που ο ίδιος ξέρει ότι είναι ψέμα. Ο ψεύτης έχει επομένως σαφή άποψη για την αλήθεια. Το έχει εξηγήσει αυτό σε σύντομο δοκίμιό του ο Harry Frankfurt ("On Bullshit”). O ψεύτης δείχνει τουλάχιστον κάποιον σεβασμό απέναντι στην αλήθεια –την αναγνωρίζει και θέλει να μας κρατήσει μακριά από αυτή. Ο μπουρδολόγος ενδέχεται να μη γνωρίζει και σίγουρα δεν ενδιαφέρεται για την αλήθεια.

    Εκπέμπει ανοησίες, λεκτικές κατασκευές δίχως νόημα ή ωραιολογίες που χαϊδεύουν τα αυτιά, χωρίς να προσθέτουν κάποια γνώση, να ισχυροποιούν μια θέση ή να συνθέτουν ένα μήνυμα. Ο μπουρδολόγος αεροβατεί συνήθως σ’ έναν κόσμο κατασκευασμένο από πληθωριστικές λέξεις χωρίς αντίκρισμα.

    Ανάλογα από τη σκοπιά που θα τις δει κανείς, υπάρχουν πολλών ειδών μπούρδες-μπαρούφες. Συνήθεις: οι κενολογικές, οι επιδεικτικές και οι συνθηματολογικές. Θα πρόσθετα και τις γλωσσολογικές και από μια άλλη πλευρά τις σκόπιμες, τις μεθοδευμένες.

    Οι κενολογικές μπούρδες αποσκοπούν να καλύψουν, να γεμίσουν  επικοινωνιακό χρόνο με ανούσιο λόγο, οι επιδεικτικές να φιλοτεχνήσουν ένα προφίλ για τον μπουρδολόγο και οι συνθηματολογικές στην παραγωγή συνθημάτων, ελλείψει επιχειρημάτων, στο πλαίσιο μιας αντιπαράθεσης.

    Οι κενολογικές μπούρδες συνήθως ακούγονται στη θέση της σιωπής. Θυμάμαι το αποστομωτικό "επιχείρημα” υπερθερμασμένου "επενδυτή” του 1999 υπέρ μιας μετοχής εταιρείας που δεν άργησε να αποδειχθεί φούσκα.  Όταν του είπα ότι η συγκεκριμένη εταιρεία δεν είχε ούτε γραφεία, μου απάντησε: "Τι να τα κάνει μωρέ τα γραφεία; Για έξοδα;...” 

    Στις κενολογικές μπούρδες ταιριάζει απολύτως η φράση που αποδίδεται στον Mark Twain: It is better to remain silent and be thought a fool, than to open your mouth and remove all doubt -καλύτερα να παραμένεις σιωπηλός και να περνιέσαι για χαζός, παρά να ανοίξεις το στόμα σου και να επιβεβαιώσεις τις υποψίες τους. 

    Οι επιδεικτικές μπούρδες επιστρατεύονται για να προσδώσουν στον μπουρδολόγο  αρετές ή ιδιότητες που καταφανώς δεν έχει. Το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι ότι για να "αξιοποιηθούν” θέλουν προετοιμασία: σενάριο, στήσιμο, πόζα. Χρησιμοποιούνται ιδιαίτερα  από τους πολιτικούς όταν πρόκειται να διανθίσουν μηνύματα ή όταν αυτές συμπλέουν με επιχειρήματα και προσωπικές απόψεις τής στιγμής. Τότε είναι που επιστρατεύονται: κάποιος αποσπασματικός Κάλβος... "θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία”, κανένας διδακτικός Καβάφης... "να εύχεσαι να είναι μακρύς ο δρόμος”, κανένας Σεφέρης του συρμού... "όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει” κ.λπ.

    Οι γλωσσολογικές μπούρδες είναι οι πιο αθώες επικοινωνιακά, προξενούν όμως μεγάλη ζημιά στη γλώσσα μας, αφού με την επανάληψή τους συνήθως καθιερώνονται και συντείνουν στη λεξιπενία και τον στερεοτυπικό λόγο των νέων, που δεν έχουν στέρεες γνώσεις της γλώσσας μας. 

    Είναι είτε γραμματικές, όπου εκφράσεις όπως:  "κέντρα λήψης απόφασης” , "επί της τιμής πώλησης” πλήττουν οδυνηρά την ακοή, είτε εννοιολογικά μεν σωστές εκφράσεις, κυρίως εντυπωσιασμού που όμως στην πορεία η χρήση τις κατέστησε ξύλινες, έως και αποκρουστικές. Παραδείγματα: "έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση”, "το ύφος και το ήθος της εξουσίας”, "το ενδιαφέρον εστιάζεται”, "οι εξελίξεις που δρομολογούνται” κ.ο.κ.

    Επιπλέον, δεν νοείται πλημμύρα χωρίς "βιβλική καταστροφή”, επιστροφή από την έξοδο χωρίς "θυσία στον Μολώχ της ασφάλτου”, σεισμός χωρίς "οργή του Εγκέλαδου”, συνάθροιση χωρίς "δρακόντεια μέτρα”. Κι ακόμα: το μένος είναι πάντα "ιερό”, το ερώτημα "αναπάντητο”, ο πόνος "βουβός”, το λαρύγγι του τραγουδιστή "χρυσό”...

    Οι συνθηματολογικές μπούρδες αφθονούν στην πολιτική και προκύπτουν από την ανάγκη να αναφερθεί κανείς σε χρόνια προβλήματα με νέο τρόπο, όπως π.χ. τα παραταξιακά "επανίδρυση του κράτους” και "σεμνά και ταπεινά” το παλιότερο "tabula rasa” ή το "One Stop Shop”, που εκστομίσθηκε ως αντιγραφειοκρατική εξαγγελία για τη μείωση των δικαιολογητικών ίδρυσης-δημιουργίας επιχείρησης. Σε απλούστερες περιπτώσεις, μπορούν να αποσκοπούν στη στιγμιαία κατίσχυση του μπουρδολόγου σε μια συζήτηση, οπότε παίρνει τη μορφή της ατάκας. 

    Δυστυχώς υπάρχει και η μεθοδευμένη μπουρδολογία, όπου οι μπουρδολόγοι, συνήθως  τηλεοπτικά προϊόντα υπερκομματικού χαρακτήρα εκμεταλλεύονται τη δίκαιη, συχνά, οργή των πολιτών, διοχετεύοντάς την σε οχλαγωγούντα παράθυρα, όπου κανένας συναντά πασαλειμματικούς πανελίστες, παραθυρόβιους "ειδικούς”, ανεξέλεγκτης αρμοδιότητας και αμφιβόλων προθέσεων, οι οποίοι έχουν, χάρη σε ένα επιτήδειο δοσοληπτικό μηχανισμό, εξασφαλίσει από κάπου ένα ημιεπίσημο χρίσμα που τους θεσμοθετεί ως μέλη του σιναφιού. 

    Ομως, με τις πιο επικίνδυνες μπουρδολογίες, τη συνθηματολογική και τη σκόπιμη, τη μεθοδευμένη που θάλλουν στην ελληνική πολιτική και τηλεόραση θα συνεχίσουμε στο επόμενο ομότιτλο κείμενο. 

    Αναφορές:
    Θ. Βερέμης: Περί μπουρδολογίας, Καθημερινή
    Γ. Ευσταθιάδης: Tragicomedia, Opera
    Γ. Καλιόρης: Παρεμβάσεις, Κέδρος
    Ζ. Λορεντζάτος : Colectanea, Δόμος
    Γ. Τζανετάκος : Λόγος ελληνικός στη δημοσιογραφία, Λύχνος
    Μ. Τσιντσίνης: Βουτιές , Καθημερινή
    Χ. Τσούκας: Η δημοκρατία της μπαρούφας, Καθημερινή

    * O κ. Κωστούλας είναι τέως Γενικός Διευθυντής εταιρειών του ευρύτερου χρηματοπιστωτικού τομέα. 

    gcostoulas@gmail.com

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων