Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 13-Ιουν-2018 00:06

    Δύο πληγές του Έλληνα Φαραώ

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Θεοδόση Μπουντουράκη 

    Δύο τεράστιες πληγές σημαδεύουν το σώμα της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια.

    Η πρώτη, κρισιμότερη και διαρθρωτικής μορφής, είναι η μετανάστευση 500.000 Ελλήνων, κυρίως επιστημόνων, στο εξωτερικό και η διαμορφούμενη δημογραφική γήρανση του εναπομένοντος πληθυσμού. Η ελληνική κοινωνία χαρακτηρίζεται ούτως ή άλλως από οξύ δημογραφικό πρόβλημα λόγω της υπογεννητικότητας και φυσικά της αύξησης του προσδόκιμου ζωής. Αν τώρα πάνω σε αυτά προσθέσουμε και τη μετανάστευση ενός μεγάλου αριθμού νέων και παραγωγικών ανθρώπων, αντιλαμβάνεται κανείς την ανησυχητική  πραγματικότητα που τελικώς διαμορφώνεται.

    Είναι το φαινόμενο που έχει επικρατήσει να ονομάζεται brain drain και αφορά ακριβώς την αφαίμαξη της οικονομίας αλλά και της κοινωνίας, από το πλέον ενεργό και δραστήριο παραγωγικό δυναμικό που αυτές διαθέτουν. 

    Η δεύτερη πληγή την οποία βιώνουμε τα τελευταία χρόνια κυρίως στην οικονομία, έχει και αυτή τη μορφή της αφαίμαξης, αλλά σε αυτήν την περίπτωση αφορά τη ρευστότητα της οικονομίας. Θα μπορούσε να την χαρακτηρίσει κανείς ως liquidity drain και έρχεται ως αποτέλεσμα και συνέπεια της επαχθέστατης υπερφορολόγησης.

    Η ψυχαναγκαστική και άκρως ιδεοληπτική εμμονή της κυβέρνησης να φορολογεί την ιδιωτική οικονομία και να δημιουργεί ένα τεράστιο απόθεμα ρευστότητος στα κρατικά ταμεία, οδηγεί την οικονομία σε ασφυξία και σίγουρα καταστρέφει κάθε ελπίδα για μια σταθερή και μακροχρόνια ανάπτυξη, ύστερα από τόσα χρόνια κρίσης και ύφεσης. Μικρές αναπτυξιακές αναλαμπές όπως αυτή του πρώτου τριμήνου του 2018, είναι ευκαιριακές και σίγουρα δεν αρκούν για να αντιστρέψουν την μεγάλη εικόνα. 

    Δύο είναι οι αναντίρρητες προϋποθέσεις για μια σταθερή και μακροχρόνια οικονομική ανάπτυξη. 

    Πρώτον το ανθρώπινο πνεύμα, το οποίο στοιχειοθετεί την απαραίτητη επιχειρηματικότητα, την καινοτομία και την αναγκαία ανάληψη επιχειρηματικών κινδύνων, και δεύτερον η απαραίτητη ρευστότητα στην οικονομία, η οποία δημιουργεί τις επενδύσεις αλλά αποτελεί και την κινητήριο δύναμη της λειτουργίας των επιχειρήσεων.

    Γι' αυτό άλλωστε η κλασσική συνταγή που ακολουθούν όλες οι κεντρικές τράπεζες προκειμένου να ενισχύσουν την οικονομική ανάπτυξη είναι η δυναμική πολιτική μείωσης των επιτοκίων, που ακριβώς αποσκοπεί στην αύξηση της ρευστότητος στην οικονομία.

    Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ΕΚΤ η οποία εδώ και χρόνια μείωσε σταδιακά το επιτόκιο της ευρωζώνης και μάλιστα δεν δίστασε να υιοθετήσει μέχρι και αρνητικά επιτόκια τα οποία ισχύουν ακόμη σήμερα. Αυτή η κίνηση χαρακτηρίσθηκε ως πρωτοφανής και ρηξικέλευθη αφού το επιτόκιο ως έννοια, είναι εξ ορισμού θετικό, διότι αντικατοπτρίζει την αξία του χρήματος. Τα αρνητικά επιτόκια τιμωρούν την αποταμίευση και αναγκάζουν τη ρευστότητα να διοχετευθεί στην αγορά αντί να αποταμιευθεί.

    Και όχι μόνο αυτό, αλλά προκειμένου να δημιουργήσει ακόμη μεγαλύτερη ρευστότητα, η ΕΚΤ καθιέρωσε το περίφημο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, ένα πρόγραμμα δηλαδή αγοράς ομολόγων από τη δευτερογενή αγορά, με αντίστοιχη διοχέτευση ρευστότητος πέραν αυτής που ήδη δημιουργούν τα αρνητικά επιτόκια.

    Το πείραμα της ΕΚΤ πέτυχε και έτσι η ευρωζώνη είχε μια σταθερή οικονομική ανάπτυξη της τάξεως του 2%-3% κατά τα προηγούμενα χρόνια.

    Πίσω τώρα στα δικά μας, οι ανεκδιήγητοι οικονομικοί εγκέφαλοι που μας κυβερνούν κάνουν ακριβώς το αντίθετο από την ΕΚΤ. Εφαρμόζουν μια πολιτική αποστέρησης ρευστότητος από την αγορά και μάλιστα σε μια συγκυρία όπου το τραπεζικό σύστημα καρκινοβατεί και όχι μόνο δεν μπορεί να χορηγήσει νέα δάνεια, αλλά είναι αναγκασμένο υπό το βάρος των κόκκινων δανείων, να εφαρμόζει αρνητική πιστωτική επέκταση. Να περιορίζει δηλ. τον υφιστάμενο δανεισμό της οικονομίας αντί να τον αυξάνει, σε μια περίοδο που η οικονομία χρειάζεται επειγόντως ρευστότητα. Έτσι η μόνη πηγή ρευστότητος που απομένει για την ιδιωτική οικονομία είναι οι ξένες επενδύσεις.

    Πολλά δάκρυα και πολύ μελάνι έχουν χυθεί για τις περίφημες ξένες επενδύσεις οι οποίες στην θεωρία είναι ευπρόσδεκτες, στην πράξη όμως σκαλώνουν σε τόσα εμπόδια και στρεβλώσεις που τελικά δεν έρχονται.

    Αλήθεια τι γίνεται με την επένδυση του Ελληνικού;

    Ύστερα από τόσες κωλυσιεργίες προχωράει και σε τι στάδιο βρίσκεται;

    Αν αυτή η επένδυση γινόταν σε οποιαδήποτε άλλη λογική χώρα, τώρα θα είχε ολοκληρωθεί ενώ εδώ ακόμη κυοφορείται και πηγαινοέρχεται.

    Εκτός αν ο πρωθυπουργός κι η παρέα του έχουν ανακαλύψει μια εναλλακτική μορφή οικονομικής ανάπτυξης η οποία να μη βασίζεται σε ανθρώπους και ρευστότητα, αλλά σε υπερφορολόγηση και κολοσσιαία κρατικά πλεονάσματα.

    Μήπως αυτό εννοούν όταν μιλάνε για ‘’ολιστική’’ ανάπτυξη, έναν όρο που μόνον αυτοί καταλαβαίνουν διότι κανείς άλλος δεν έχει ιδέα τι σημαίνει.

    * Ο κ. Θεοδόσης Μπουντουράκης είναι Οικονομολόγος 

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων