Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 09-Μαϊ-2018 00:07

    Δικαίωμα Προτίμησης Δανειολήπτη: Ετοιμάζοντας μια Νέα Γενιά Στρατηγικών Κακοπληρωτών

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Νικόλαου Αρταβάνη

    Τον τελευταίο καιρό διατυπώνεται όλο και πιο συχνά, από φορείς και δημόσια πρόσωπα, η πρόταση για τη θεσμοθέτηση δικαιώματος προτίμησης δανειολήπτη σε περίπτωση πώλησης του δανείου σε τρίτους (funds). Σύμφωνα με την πρόταση αυτή, ο δανειολήπτης θα έχει τη δυνατότητα κατάθεσης δεσμευτικής αντι-προσφοράς έναντι τρίτων για την εξαγορά του δανείου του. Στο άρθρο αυτό θα προσπαθήσω να εξηγήσω με πολύ απλό τρόπο, γιατί η πρόταση αυτή ουσιαστικά θα ακυρώσει τη διαδικασία πώλησης δανείων σε τρίτους, ενέχοντας ταυτόχρονα σημαντικό κόστος για το τραπεζικό σύστημα.

    Το δικαίωμα προτίμησης δανειολήπτη defacto ακυρώνει τη διαδικασία πώλησης κόκκινων δανείων σε τρίτους (funds). Πέρα από τους πρακτικούς λόγους, για τους οποίους το δικαίωμα προτίμησης δεν θα επιτρέψει την ομαλή ολοκλήρωση της διαδικασίας (χρόνος εξέτασης δεκάδων χιλιάδων δανειακών συμβάσεων, πιθανές δικαστικές αντιδικίες), υπάρχει και ένας πιο ουσιαστικός λόγος που δεν θα επιτρέψει στα funds να συμμετάσχουν: το γεγονός ότι τα funds έχουν μειονέκτημα πληροφόρησης αναφορικά με τη δυνατότητα αποπληρωμής σε σχέση με τον δανειολήπτη. 

    Το μειονέκτημα αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό με ένα απλό παράδειγμα. Ας υποθέσουμε ότι έχω ένα δάνειο με υπόλοιπο 100 ευρώ και η δυνατότητα αποπληρωμής μου είναι μόλις 30 ευρώ. Εγώ σαφώς έχω καλύτερη πληροφόρηση για τη δυνατότητα αποπληρωμής, καθώς γνωρίζω ότι μπορώ να διαθέσω το πολύ 30 ευρώ, ενώ το fund όχι. Ας υποθέσουμε τώρα ότι το fund προσφέρει τιμή χαμηλότερη, για παράδειγμα 25 ευρώ. Τότε, ενεργοποιώντας το δικαίωμα προτίμησης, θα εξαγοράσω το δάνειό μου, και το fund δεν θα έχει κέρδη. Αν το fund προσφέρει τιμή μεγαλύτερη  από τη δυνατότητα αποπληρωμής (35 ευρώ), θα αγοράσει το δάνειο, αλλά θα καταγράψει ζημίες, εφόσον θα μπορέσει να εισπράξει το πολύ 30 ευρώ. Σε κάθε περίπτωση, το fund θα έχει είτε μηδενικά κέρδη, είτε ζημιές και κατά συνέπεια θα επιλέξει να απέχει της διαδικασίας. Το αποτέλεσμα αυτό αποτελεί μία απλή εφαρμογή του υποδείγματος ασύμμετρης πληροφόρησης του Akerlof (1970).

    Ταυτόχρονα, το δικαίωμα προτίμησης ενέχει σημαντικό δυνητικό κόστος για το τραπεζικό σύστημα, υπό τη μορφή ενός νέου κύματος στρατηγικών κακοπληρωτών. Τα τραπεζικά ιδρύματα στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα ευάλωτα στην εμφάνιση στρατηγικής συμπεριφοράς. Για παράδειγμα, η άρση πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας χωρίς ουσιαστικούς όρους και προϋποθέσεις, στο πλαίσιο του "νόμου Κατσέλη", είχε ως συνέπεια τουλάχιστον το 28% των κόκκινων δανείων πρώτης κατοικίας να ανήκει σε στρατηγικούς κακοπληρωτές (Artavanis & Spyridopoulos, 20171). Το κόστος της συμπεριφοράς αυτής, που υπερβαίνει τα 5 δισεκατομμύρια ευρώ, μετακυλίστηκε σε μεγάλο βαθμό στον κρατικό προϋπολογισμό και τα συνταξιοδοτικά ταμεία, και κατά συνέπεια στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας. 

    Η θεσμοθέτηση του δικαιώματος προτίμησης θα δημιουργήσει προσδοκίες για έμμεσο κούρεμα χρεών, με αποτέλεσμα ένα νέο κύμα στρατηγικών χρεοκοπιών από ενήμερους δανειολήπτες, προκειμένου να επωφεληθούν από τη διαδικασία. Για παράδειγμα, η ανακοίνωση μιας ευνοϊκής διευθέτησης στεγαστικών δανείων από την Countrywide, στις Ηνωμένες Πολιτείες, οδήγησε σε αύξηση των χρεοκοπιών κατά 18% από αξιόχρεους δανειολήπτες, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαν καθυστερήσει ούτε μία δόση (Mayersetal, 2014). Αξίζει να σημειωθεί, ότι για να συμβεί αυτό αρκεί και μόνο η δημιουργία προσδοκιών για πιθανό όφελος στο μέλλον, ανεξάρτητα από την ικανότητα του τραπεζικού συστήματος να εντοπίσει τους στρατηγικούς κακοπληρωτές, που σε ένα περιβάλλον με τα χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας (φοροδιαφυγή, παραοικονομία) είναι ένα, ούτως ή άλλως, πολύ δύσκολο έργο.

    Τέλος, από τους υπέρμαχους της πρότασης αυτής συχνά διατυπώνεται το επιχείρημα ότι η Κύπρος έχει ήδη θεσμοθετήσει αντίστοιχο δικαίωμα προτίμησης. Το επιχείρημα αυτό είναι ανακριβές. Ο Νόμος 169/2015 και η Τραπεζική Οδηγία 150/2016 της Τραπέζης Κύπρου είναι απολύτως σαφείς: το τραπεζικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να ενημερώσει τον δανειολήπτη για την πρόθεση πώλησης του δανείου του και ο δανειολήπτης έχει το δικαίωμα υποβολής πρότασης αγοράς.  Ωστόσο, η πρόταση αυτή "..δεν είναι δεσμευτική για το ίδρυμα και το ίδρυμα δεν έχει καμία υποχρέωση να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία της εξέτασης και της απόφασής του για μη αποδοχή της προσφοράς προς τα εμπλεκόμενα μέρη" (Άρ.5.2). Ουσιαστικά, ο τρόπος με τον οποίο έχει θεσμοθετηθεί το δικαίωμα υποβολής προσφοράς – και όχι δικαίωμα προτίμησης – στην Κύπρο, περισσότερο βοηθάει την τράπεζα να ανακαλύψει μία δίκαιη τιμή για το δάνειο (price discovery), παρά αντιπαραθέτει δανειολήπτες με τρίτους αγοραστές κόκκινων δανείων.

    Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι ενδεχόμενη θεσμοθέτηση του δικαιώματος προτίμησης δανειολήπτη θα έχει δύο αποτελέσματα. Πρώτον, θα ακυρώσει ουσιαστικά τη διαδικασία πώλησης των κόκκινων δανείων σε τρίτους, στερώντας από τα τραπεζικά ιδρύματα τη δυνατότητα αναδιάρθρωσης και επιστροφής στην ομαλότητα. Δεύτερον, θα ενθαρρύνει την εμφάνιση στρατηγικών κακοπληρωτών, επιβαρύνοντας ένα ήδη εύθραυστο τραπεζικό σύστημα, με κόστος που πιθανότατα θα μετατοπιστεί σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Δυστυχώς, είτε λόγω άγνοιας, είτε λόγω πολιτικού καιροσκοπισμού, το αίτημα για τη θεσμοθέτηση του εν λόγω δικαιώματος, διατυπώνεται ως μία πρόταση "ανέξοδης" πολιτικής, που αναμένει να υλοποιηθεί, ως συνήθως, με τα λεφτά των "άλλων"

    1Το πλήρες κείμενο της μελέτης είναι διαθέσιμο, εδώ: https://ssrn.com/abstract=2946595

    * Ο κ. Νικόλαος Αρταβάνης είναι Επίκουρος Καθηγητής Χρηματοοικονομικής, Isenberg School of Management, University of Massachusetts Amherst.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων