Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 24-Απρ-2018 13:23

    Ώρα μηδέν για το ενεργειακό μέλλον της χώρας

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Νίκου Μάντζαρη

    Η κυβέρνηση κατέθεσε στη Βουλή για ψήφιση το πολυαναμενόμενο νομοσχέδιο για την πώληση μονάδων και ορυχείων που αντιπροσωπεύουν το 40% της λιγνιτικής της δραστηριότητας.

    Πρόκειται για μια δομικά λανθασμένη απόφαση. Ανοίγοντας τον δρόμο για την εκμετάλλευση του λιγνίτη από ιδιώτες, επιχειρείται να δοθεί το φιλί της ζωής στο λιγνιτικό μοντέλο ηλεκτροπαραγωγής, τη στιγμή που όλες οι πρόσφατα αποφασισμένες ευρωπαϊκές πολιτικές κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το οξύμωρο είναι ότι οι ίδιοι ευρωπαϊκοί θεσμοί, που για όλη την Ευρώπη νομοθετούν υπέρ της απεξάρτησης από τον λιγνίτη, στην Ελλάδα επιχειρούν να επιβάλουν τη διαιώνισή του. 

    Η αύξηση όμως της τιμής των δικαιωμάτων εκπομπών, η ανάγκη ακριβών αναβαθμίσεων των λιγνιτικών μονάδων και η πρόοδος στις ΑΠΕ και τις τεχνολογίες αποθήκευσης ενέργειας θα συνεχίσουν να συρρικνώνουν τη λιγνιτική παραγωγή, δημιουργώντας οικονομικά αδιέξοδα που θα κληθούν οι έλληνες πολίτες να πληρώσουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. 

    Ούτε όμως τα τεράστια οικονομικά προβλήματα της ΔΕΗ πρόκειται να λυθούν με την πώληση καθώς, με τα σημερινά δεδομένα, είναι πρακτικά αδύνατο να γίνουν συμφέρουσες προσφορές για λιγνιτικές μονάδες και ορυχεία. Οι προτάσεις των ιδιωτών για τον λιγνιτικό σταθμό του Αμυνταίου επιβεβαιώνουν έμμεσα αυτή τη νέα πραγματικότητα, αφού κανένας ιδιώτης δεν δέχτηκε να επωμιστεί εξολοκλήρου τα λειτουργικά έξοδα του σταθμού, που προβλέπονται να είναι υπέρογκα, ειδικά κατά την επόμενη φάση 2021-2030 του χρηματιστηρίου ρύπων.

    Όπως όμως γίνεται συνήθως, ενός κακού μύρια έπονται. Έτσι, οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου για τον Τοπικό Πόρο Ανάπτυξης των τριών λιγνιτικών νομών της χώρας κινούνται επίσης σε εντελώς λάθος κατεύθυνση. Αλλάζοντας τον τρόπο υπολογισμού της εισφοράς, από ποσοστό του ετήσιου κύκλου εργασιών της ΔΕΗ, σε αποζημίωση ανά μονάδα παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη, μειώνεται defacto το ύψος του ανταποδοτικού αυτού τέλους . Σε μια περίοδο που η Κοζάνη, η Φλώρινα και η Αρκαδία έχουν ανάγκη από όσο το δυνατόν περισσότερους οικονομικούς πόρους για να διαχειριστούν τις καταλυτικές συνέπειες της αποεπένδυσης από τον λιγνίτη, η κυβέρνηση μειώνει τους διαθέσιμους πόρους, προσπαθώντας να κάνει το πακέτο πώλησης πιο ελκυστικό για τους δυνητικά ενδιαφερόμενους επενδυτές. Η προβλεπόμενη δε περαιτέρω μείωση της λιγνιτικής δραστηριότητας στην Ελλάδα θα οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη συρρίκνωση του Τοπικού Πόρου Ανάπτυξης, αν διατηρηθεί αυτός ο τρόπος υπολογισμού της εισφοράς των εταιριών. 

    Το νομοσχέδιο προδίδει την αδυναμία της κυβέρνησης να διευθετήσει το  αδειοδοτικό αλαλούμ δεκαετιών σε ό,τι αφορά τις λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ που λειτουργούν με διαρκείς παρατάσεις περιβαλλοντικών όρων, οι οποίοι με τη σειρά τους βασίζονται σε μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων που εκπονήθηκαν δεκαετίες πριν. Ατυχώς η κυβέρνηση συνεχίζει να οδεύει στον ίδιο στρεβλό δρόμο του παρελθόντος προτείνοντας τη νομοθετική διευθέτηση των στρεβλώσεων αυτών με παρατάσεις αδειών και εγκρίσεων ως το τέλος του 2018. Όμως πρέπει επιτέλους να γίνει σαφές ότι οι λύσεις-μπαλώματα δεν είναι λύσεις. Το διαφαινόμενο αδιέξοδο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί παρά μόνο με την εκπόνηση νέων μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων και την έκδοση περιβαλλοντικών όρων με βάση αυτές. Προφανώς σε αυτή τη διαδικασία πρέπει να ληφθούν υπόψη όλες οι εξελίξεις της ευρωπαϊκής και εθνικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας και να υιοθετηθούν οι πραγματικά βέλτιστες και πλέον σύγχρονες αντιρρυπαντικές τεχνολογίες για τη μείωση της ρύπανσης που προκαλεί η λειτουργία των λιγνιτικών μονάδων.

    Το νομοσχέδιο τέλος δεν περιλαμβάνει εναλλακτικές λύσεις για τους εργαζομένους στη λιγνιτική βιομηχανία ούτε εξασφαλίζει την ουσιαστική προστασία τους από την αποεπένδυση της ΔΕΗ σε βάθος χρόνου. Όπως προφανώς δεν εξασφαλίζεται και η βιωσιμότητα της οικονομίας στη Δ. Μακεδονία που δεκαετίες τώρα είναι εξαρτημένη σε συντριπτικό βαθμό από τον λιγνίτη με αποτέλεσμα να βρίσκεται τώρα σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Για τους λόγους αυτούς είναι πιο επίκαιρη παρά ποτέ η πρωτοβουλία των πέντε ενεργειακών δήμων της χώρας να ζητήσουν τη διοχέτευση τμήματος των δημοσίων εσόδων από τη δημοπράτηση δικαιωμάτων διοξειδίου του άνθρακα για τη στήριξη των εργαζομένων και τη μετάβαση των τοπικών οικονομιών σε ένα καθεστώς χαμηλής λιγνιτικής εξάρτησης. Η ως τώρα ενθαρρυντική πολιτική στήριξη της ελληνικής κυβέρνησης στην υπόθεση της Δίκαιης Μετάβασης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, πρέπει να μεταφραστεί σε έμπρακτη οικονομική στήριξη στην Ελλάδα.

    Γενικά, οι  μη διευθετούμενες από το νομοσχέδιο αβεβαιότητες και οι εκκρεμότητες  σε συνδυασμό με τα προνόμια που σπεύδει να εξασφαλίσει το νομοσχέδιο στους επίδοξους αναδόχους δείχνει ότι στόχος δεν είναι καν η προσέλκυση σοβαρών επενδυτών, αλλά επενδυτών της αρπαχτής.

    Οι βουλευτές πρέπει να στείλουν στην κυβέρνηση καθαρό μήνυμα επαναδιαπραγμάτευσης με τους θεσμούς για την πώληση της ΔΕΗ, δίνοντας την ευκαιρία στη χώρα να αποφασίσει την απεξάρτησή της από το κάρβουνο ως το 2030, όπως κάνουν η μία μετά την άλλη οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

    * Ο κ. Νίκος Μάντζαρης είναι υπεύθυνος τομέα ενέργειας και κλιματικής αλλαγής, WWF Ελλάς

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων