Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 20-Απρ-2018 00:29

    Ο Ιππόλυτος και η Θεοδώρα από το Τιμιρτάου - Καζακστάν έχουν κάτι να μας πουν

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Γιώργου Ι. Κωστούλα

    Θέλω να μοιραστώ μαζί σας μια μαρτυρία, από τις αναρίθμητες που δυστυχώς δε θα ακούσουμε ποτέ.

    Πόσα ξέρουμε για τις ζωές των συνήθως απόκληρων, αλλά συχνά και τολμηρών  προγόνων μας,  που μεταναστεύοντας στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα έχτισαν αυτό που περήφανα σήμερα αποκαλούμε απόδημο ελληνισμό; 

    Ιδιαίτερα των πρωτοπόρων εκείνων του πρώτου κύματος της μετανάστευσης του δευτέρου μισού του 19ου αιώνα και του πρώτου μισού του 20ου προς τις  ΗΠΑ.

    Ή, αυτών που συνέπηξαν το ελληνόφωνο καμάρι, από τα Βαλκάνια και την παραδουνάβια κεντρική Ευρώπη μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα. Αυτών που διέπρεψαν στις ακμαίες πόλεις  της οθωμανικής αυτοκρατορίας και τα αστικά κέντρα των ευρωπαϊκών χωρών-πρόσωπα φορείς ιδεών, προπομπών της υπό διαμόρφωση αστικής τάξης.

    Και των άλλων, των ανώνυμων ξεριζωμένων, που, με τη βία αυτοί, αναζήτησαν άλλους τόπους για να αποθέσουν το δισάκι με τα τιμαλφή τους. Αυτών των χαμένων της ιστορίας, που όμως έχουν τόσα να μας διδάξουν, και πάντως περισσότερα από τους νικητές. 

    Για όλους αυτούς, πόσα ξέρουμε;

    Πώς μοιάζει, για παράδειγμα, να έχεις ζήσει μια ολόκληρη ζωή με την πατρίδα στη ψυχή, με το όνειρο της επιστροφής πάντοτε ζωντανό, με την ελπίδα ακόμα και για μια επίσκεψη σ’ αυτήν, που αλλοίμονο, ούτε αυτή έμελλε να πραγματοποιηθεί; 

    Όπως καλή ώρα το ζευγάρι των Συνελλήνων που πρωταγωνιστεί στην ιστορία- μαρτυρία που μου διηγήθηκε- και την οποία καταγραφεί παρακάτω- ο φίλος π. πρέσβης Χρίστος Κοντοβουνήσιος.

    Βαθύπλουτος από εντυπώσεις ο κ. Κοντοβουνήσιος-απαύγασμα μιας σπουδαίας διπλωματικής ζωής, με θητεία τόσο σε μεγάλες πρωτεύουσες, με πολυπληθείς ελληνικές κοινότητες, όσο και σε προκεχωρημένα φυλάκια του ελληνισμού, έχει πολλά να μας διηγηθεί. Τον ακούμε:

    "[…] Στην ιστορική και χρονική συγκυρία του χειμώνα του 2007, είχα την τύχη-αγαθή ευκαιρία να επισκεφθώ [το Τιμιρτάου] αυτό το προκεχωρημένο, στα έγκατα της Ευρασίας, ελληνικό φυλάκιο  σε εκείνα τα άγρια χώματα, ως πνευματικός ακόλουθος, ενός από τους μεγαλύτερους, ωραιότερους και ευγενέστερους Έλληνες που έχει να δείξει η Ελλάδα τον 20 αιώνα.  Ήταν ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος, ο μεγάλος αυτός Έλληνας σκηνοθέτης και στοχαστής που στις αφιλόξενες στέπες του εσώτερου Καζακστάν θέλησε να αρχίσει το γύρισμα της τελευταίας, ολοκληρωμένης, διεθνούς ταινίας του ‘Η σκόνη του χρόνου’.

    […] Ήταν η ώρα να περάσουμε στην διπλανή αίθουσα συνεστίασης, όταν ένα σεβάσμιο ζευγάρι, φανερά αποκαμωμένο απ’ τις ανάγκες και τις στερήσεις της ζωής, σηκώθηκε ευγενικά και σταθερά, ζήτησαν το λόγο και απευθύνθηκαν στον υπογράφοντα.

    Ο άνδρας: ‘Ονοματίζομαι Ιππόλυτος και είμαι παστρικός Έλληνοβυζάντιος. Έχω 85 χρόνια. Γεννήθηκα όξω από την Τραπεζούντα. Ο πατέρας μου, μας πήρε και μας ύπαγε στο Βατούμι της Γεωργίας, γιατί θα μας σκότωναν οι Τούρκοι, διότι είμαστε Ρωμιοί.  

    Στα χρόνια του 30, ο Στάλιν μας έδιωξε στο Καζακστάν, στο Τιμιρτάου, γιατί ο πατέρας μου δεν ‘δούλεψε’ πολύ για το κόμμα. Εκεί δούλευε  κάτω βαθιά στη γη με τα μέταλλα και μια μέρα δεν τον ματαείδαμε. Το κόμμα μάς έδινε φαγητό, ρούχα και βιβλία και η μάνα μάς έλεγε ότι κάποια μέρα θα έρθουν άνθρωποι να μας πάρουν πίσω στην πατρίδα, στην Ελλάδα, γιατί είμαστε παστρικοί Ρωμιοί.  Κοιτάζω ότι ήρθε η ώρα, εσείς οι δύο (υπογράφων και Αγγελόπουλος) να με πάρετε μαζί σας, να γονατίσω στο χώμα της πατρίδας, την Ελλάδα, που τα πατρικά μου μια ζωή μιλούσαν για αυτή και δεν την γνώρισαν, και αυτό πριν πεθάνω’. 

    Και δεν ήταν να τελειώσει εκεί…

    Η γυναίκα: ‘Ιγώ είμαι  η Θεοδώρα, παστρικιά Ρωμιά.  Έχω 82 χρόνια και τρία παιδιά.  Γεννήθηκα σε χωριό ρωμαίικο στην Τουρκία, κοντά στη χριστιανική Γεωργία. Ο πατέρας μου μας πήγε στα ρωμαίικα χωριά της Γεωργίας, Τσάλκα, πριν τον πόλεμο, γιατί δεν μας θέλανε οι Τούρκοι.  Καλά περνάγαμε εκεί, μέχρι πού’ρθε ο πόλεμος και ο πατέρας πήγε να πολεμήσει.  Επειδή δε πολέμησε καλά μας έστειλαν στο Τιμιρτάου.  Η μάνα και ο πατέρας  μιλάγανε πάντα για την Ελλάδα που έχει τα πάντα και δεν την είχαν γνωρίσει. Εγώ, στα βιβλία και στο χάρτη του σχολείου, το μάτι μου πάντα πήγαινε στη γαλανή θάλασσα και φανταζόμουνα τα κύματα και τις μικρές πετρούλες να παίζουν  μεταξύ τους. Είχα μάθει για την Αφροδίτη στην Κύπρο, για τον Ποσειδώνα και άλλους θεούς ελληνικούς.  Ο κύρης μου θέλει να πάει, να γονατίσει και φιλήσει το χώμα της ρωμαίικης Ελλάδας. Εγώ θέλω να πάω και να δω τη θάλασσα, γιατί δεν έχω δει ποτέ στη ζωή μου θάλασσα και μετά να πεθάνω. Σε περικαλούμε γιόκα μου να μας βοηθήσεις να πάμε να δούμε την πατρίδα, πριν κλείσουμε τα μάτια μας.’

    […]Αρχές Φεβρουαρίου 2008, μετά από τις σχετικές υπηρεσιακές-τυπικές ενέργειές μου προς τις αρμόδιες δημόσιες αρχές, είχα εξασφαλίσει την πλήρη δαπάνη φιλοξενίας του ζευγαριού για ένα μήνα στις θερινές  κατασκηνώσεις ενός Δήμου στα παράλια της Μακεδονίας.

    Αλαφρωμένος και ευχαριστημένος, τηλεφώνησα στον πρόεδρο της κοινότητας Τιμιρτάου κ. Γιάννη και του ζήτησα να ανακοινώσει τα καλά νέα στο σεβάσμιο ζευγάρι και να φροντίσει να μιλήσω μαζί τους.  Μου έπεσε το ακουστικό απ’ το χέρι όταν μου είπε ότι ο κ. Ιππόλυτος  πέθανε, πριν ένα μήνα.   

    Με τις διευκολύνσεις του προέδρου της κοινότητας μίλησα με την κα Θεοδώρα για να μου πει: ‘Γιόκα μου δεν μπορώ εγώ να πάω μονάχη μου στην πατρίδα, γιατί θα στεναχωρηθεί ο Ιππόλυτος. Έφυγε και δεν φίλησε το χώμα της Ελλάδας και εγώ θα φύγω χωρίς να ιδώ τη θάλασσα. Θέλω να είμαστε ίσοι…’”


    * O κ. Κωστούλας είναι τέως γενικός διευθυντής εταιρειών του ευρύτερου  χρηματοπιστωτικού τομέα

    gcostoulas@gmail.com

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων