Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 20-Απρ-2018 00:11

    Διοικητική Δικαιοσύνη και Φορολογία: Συμβολή στο κράτος δικαίου και στην ανάπτυξη

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Στέφανου Μήτσιου

    Κατά συνταγματική επιταγή, η Πολιτεία συντίθεται από τη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική λειτουργία. Η δικαστική λειτουργία ή Δικαιοσύνη, αν και ανεξάρτητη από τις υπόλοιπες, στην ουσία βρίσκεται σε συνεχή αλληλεπίδραση με τη νομοθετική λειτουργία. Είναι, εξάλλου, επιφορτισμένη με την αρμοδιότητα του δικαστικού ελέγχου – και μάλιστα, αυτεπαγγέλτως – της συνταγματικότητας των νόμων. Η αλληλεπίδραση της δικαστικής λειτουργίας με τη νομοθετική καταδεικνύει τη σπουδαιότητα του ρόλου που καλείται να επιτελέσει η Δικαιοσύνη, σε μια Πολιτεία που θέλει να λέγεται ευνομούμενη.  

    Τα τελευταία χρόνια της "κρίσης χρέους", έχει θεσπιστεί πληθώρα νέων φορολογικών διατάξεων υπαγορευόμενων, σε μεγάλο βαθμό, από την ανάγκη του κράτους να αυξήσει τα έσοδα στα κρατικά ταμεία. Είναι, εξάλλου, σύνηθες το φαινόμενο της νομοθέτησης διατάξεων, από το γράμμα των οποίων δεν προκύπτει ούτε το πεδίο εφαρμογής τους, ούτε η βούληση του νομοθέτη, ούτε – πολλές φορές – και η έναρξη ισχύος αυτών. 

    Στο πλαίσιο αυτό, ειδικά η Διοικητική Δικαιοσύνη καλείται πολλάκις να επιτελέσει τον δύσκολο ρόλο του ερμηνευτή ενός νεφελώδους νέου φορολογικού πλαισίου, προσπαθώντας να εντοπίσει τη "χρυσή τομή" μεταξύ της συνταγματικής ερμηνείας και εφαρμογής των φορολογικών νόμων και του – δημοσιονομικού– σκοπού που αυτοί επιδιώκουν (ενδεικτικά ΣτΕ Ολομ. 1685/2013, με την οποία κρίθηκε συνταγματική, ως μη αντίθετη προς τις αρχές της φοροδοτικής ικανότητας και της μη αναδρομικότητας της φορολογίας, η επιβολή της έκτακτης εισφοράς του άρθρου 18 του ν. 3758/2009 στο εισόδημα των φυσικών προσώπων, ΣτΕ Ολομ.2365/2015 αναφορικά με τη συνταγματικότητα της επιβολής της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν. 3986/2011 και του τέλους επιτηδεύματος του άρθρου 31 του ν. 3986/2011, με παρεμφερές ως άνω σκεπτικό). 

    Τους τελευταίους μήνες, διαφαίνεται η στροφή των Διοικητικών Δικαστηρίων να ερμηνεύουν τις φορολογικές διατάξεις με – ορθή, κατά τη γνώμη του γράφοντος– επίκληση και εφαρμογή των συνταγματικώς κατοχυρωμένων αρχών του κράτους δικαίου, της ασφάλειας δικαίου, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικούμενου, της χρηστής διοίκησης, της αρχής της αναλογικότητας, της αρχής της μη αναδρομικότητας του φορολογικού νόμου και της αρχής της φανερής δράσης της Διοίκησης επαναπροσδιορίζοντας, παράλληλα, την έννοια του δημοσίου συμφέροντος (ΣτΕ Ολομ. 1738/2017, με την οποία κρίθηκε η αντισυνταγματικότητα της παράτασης του χρόνου παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει φόρο, και ΣτΕ 1364/2017, με το σκεπτικό της οποίας επαναπροσδιορίστηκε η έννοια του δημοσίου συμφέροντος, σε σχέση με την αρχή της φανερής δράσης της Διοίκησης).  

    Είναι, επίσης, άξιο επισήμανσης, το γεγονός ότι φαίνεται να επιτυγχάνεται η προσπάθεια των τελευταίων ετών για επιτάχυνση της απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης. Παρά την πίεση, με την οποία αρχικώς επιφορτίστηκαν οι διοικητικοί δικαστές, φορολογικές υποθέσεις μείζονος σημασίας και φορολογικές υποθέσεις με υψηλό οικονομικό διακύβευμα εκδικάζονται πλέον με ταχύτερους ρυθμούς, με οφέλη τόσο για τον φορολογούμενο, όσο και για τη Διοίκηση. 

    Αναμφίβολα, η προσήλωση των Διοικητικών Δικαστηρίων να εκδίδουν αποφάσεις με γνώμονα τις συνταγματικές επιταγές παράλληλα με την επιτάχυνση της απονομής της Διοικητικής Δικαιοσύνης αποκαθιστούν σταδιακά την εμπιστοσύνη των πολιτών και επιχειρήσεων στο κράτος δικαίου. Παράλληλα, οι αρχές της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας, που διαφαίνονται σε πρόσφατες αποφάσεις της Διοικητικής Δικαιοσύνης, θέτουν τις βάσεις για μια στοιχειώδη κοινωνική αποδοχή των κρίσεών της, η οποία αποτελεί, μακροπρόθεσμα, προϋπόθεση για την αποτελεσματική εφαρμογή τους. 

    Ταυτόχρονα, το έργο της Διοικητικής Δικαιοσύνης, στο μέτρο που αντανακλά τις ως άνω συνταγματικές αρχές προσαρμοζόμενες στις ανάγκες της σύγχρονης οικονομικής και κοινωνικής ζωής, μπορεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς τόσο στη νομοθετική λειτουργία κατά τη νομοπαρασκευαστική διαδικασία, όσο και στην εκτελεστική λειτουργία κατά την εφαρμογή των νόμων, προς τον σκοπό άσκησης των ανωτέρω λειτουργιών σε συμφωνία με το Σύνταγμα.

    Με τον τρόπο αυτό, μπορεί να επιτευχθεί: 

    - ο ορθός νομοθετικός σχεδιασμός (κατά την εισαγωγή νομοθετικών διατάξεων στην έννομη τάξη), 
    - η ορθή εφαρμογή των νόμων τόσο από τον φορολογούμενο, όσο και από τη Διοίκηση, και κατά συνέπεια, 
    - η σταδιακή μείωση των διαφορών – φορολογικών και όχι μόνο – που οδηγούνται εν τέλει ενώπιον της Διοικητικής Δικαιοσύνης,

    με συνέπεια την εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους και πολιτών και επιχειρήσεων, που θα καταστήσει εφικτή τη λήψη πρωτοβουλιών με αναπτυξιακό χαρακτήρα τόσο σε οικονομικό, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.

    * Ο κ. Στέφανος Μήτσιος είναι Επικεφαλής Φορολογικού Τμήματος ΕΥ Ελλάδος

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ