Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 29-Ιαν-2018 00:28

    Τι είδους αναπτυξιακή τράπεζα χρειαζόμαστε;

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Πάνου Λώλου

    Η πρόθεση ίδρυσης αναπτυξιακής τραπέζης είναι εκ των πραγμάτων ορθή δεδομένου ότι η χώρα σημειώνει αναιμική ανάπτυξη μετά από μια σειρά ετών μειώσεως του ΑΕΠ και επενδυτικής δυσπραγίας.

    Η σχετική εξαγγελία όμως δεν προσδιορίζει ένα πλαίσιο λειτουργίας σύμφωνο με τις προτεραιότητες στα πλαίσια αλλαγής οικονομικού προτύπου.  Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Οικονομικής Πολιτικής (ΚΥΣΟΙΠ) κατά το περασμένο καλοκαίρι αλλά και από την υπογραφή του μνημονίου συνεργασίας μεταξύ της ελληνικής και της γαλλικής κυβερνήσεως κατά την πρόσφατη επίσκεψη του Γάλλου Προέδρου στην Ελλάδα, η διαφαινόμενη πρόθεση είναι να ιδρυθεί μια τράπεζα με πλαίσιο λειτουργίας συμπληρωματικό και όχι ανταγωνιστικό προς τις ελληνικές εμπορικές τράπεζες.  Αυτό το δεδομένο από τη φύση του εμπεριέχει περιορισμούς στο κατά πόσο η νέα τράπεζα θα είναι πραγματικά αναπτυξιακή ή όχι.  Επιπρόσθετα, διαφαίνεται ότι βασική επιδίωξη για τον νέο φορέα θα είναι η χορήγηση ουσιαστικών εγγυήσεων για τον τραπεζικό δανεισμό μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜμΕ), η ανάπτυξη κυβερνητικών και μη-κυβερνητικών μέσων υποστήριξης τους, η χρηματοδότηση της απόκτησης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και η αξιολόγηση καινοτόμων σχεδίων.  Τέλος, το μνημόνιο συνεργασίας με την γαλλική κυβέρνηση προβλέπει επιπρόσθετα την διασύνδεση γαλλικών με ελληνικές ΜμΕ στα πλαίσια καινοτόμων ιδεών.  Η κατάθεση σχεδίου νόμου δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί καίτοι αποτελεί φυσιολογική προτεραιότητα για την ελληνική οικονομία.

    Εκ των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι η εξαγγελία ιδρύσεως αναπτυξιακής τραπέζης δεν σχετίζεται με τα παραδείγματα της Τράπεζας Επενδύσεων και της ΕΤΕΒΑ που ιδρύθηκαν το 1962 και το 1963 αντίστοιχα με σκοπό την συν-χρηματοδότηση σημαντικών επενδυτικών και, κατά συνέπεια, αναπτυξιακών έργων.  

    Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν δύναται, επί του παρόντος, να διασφαλίσει τη χρηματοδότηση όλων των σημαντικών επενδύσεων ή αναπτυξιακών έργων που η χώρα έχει ανάγκη με ανταγωνιστικούς όρους, κάτι που αποτελεί προϋπόθεση για τις μεγάλες επιχειρήσεις οι οποίες αναλαμβάνουν μακροπρόθεσμες επενδύσεις με συγκεκριμένα επιχειρηματικά σχέδια.  Οι περισσότερες εξ αυτών είναι εξωστρεφείς και άρα έχουν να αντιμετωπίσουν τον διεθνή ανταγωνισμό ο οποίος ως προς τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες απολαμβάνει πολύ χαμηλών επιτοκίων στις αγορές χρήματος και κεφαλαίων.  Συνεπώς, η εγχώρια τραπεζική ρευστότητα ακόμη και αν είναι ικανοποιητική δεν είναι ανταγωνιστική ως προς το κόστος δανειοδότησης αυτών των επιχειρήσεων, κάτι που επιτείνει την επενδυτική δυσπραγία περαιτέρω.  Δεδομένου ότι οι άμεσες ξένες επενδύσεις στην χώρα μας έχουν μειωθεί δραματικά, οι επιχειρήσεις αμιγώς ελληνικών συμφερόντων αδυνατούν να εξασφαλίσουν επιθυμητούς όρους υποστήριξης των επενδυτικών τους σχεδίων.  Εξαίρεση σε αυτήν την πρακτική αποτελεί η έκδοση εταιρικών ομολόγων (corporate bonds) τα οποία διέπονται από κόστος χρηματοδότησης σημαντικά μικρότερου αυτού του τραπεζικού δανεισμού.  Έτσι, σημαντικοί ξένοι ή διεθνείς χρηματοδοτικοί φορείς όπως η EBRD τοποθετούνται κατά κύριο λόγο σε εταιρικά ομόλογα μεγάλων μόνο ελληνικών επιχειρήσεων με διεθνή παρουσία.  

    Η ίδρυση μιας αναπτυξιακής τράπεζας δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να αποτελεί ανταγωνιστική ενέργεια προς τις εγχώριες τράπεζες οι όποιες έχουν αριθμητικά συρρικνωθεί, επιδιώκουν επί του παρόντος την μείωση του κόστους λειτουργίας τους και οι οποίες διαθέτουν εναλλακτικές χρηματοδότησης με άμεσο αντίκτυπο στην οικονομία (ναυτιλία, τουρισμός, συμβολαιακές καλλιέργειες κ.α.).  Παράλληλα, αποτελεί παράδοξο –υπό τις παρούσες συνθήκες- μια αναπτυξιακή τράπεζα να ασχολείται με καινοτόμες ιδέες οι οποίες εμπεριέχουν από την φύση τους υψηλό ρίσκο το οποίο μπορεί να αποτιμηθεί μόνο από εξειδικευμένους χρηματοδοτικούς φορείς, καίτοι η φιλοσοφία των αναπτυξιακών τραπεζών είναι ορισμένες φορές αντισυμβατική.  Ακόμη περισσότερο όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αναπτυξιακή ενέργεια η περαιτέρω ενίσχυση των ΜμΕ όταν γνωρίζουμε ότι αυτό ακριβώς είναι ένα από τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας (κάτι που παρατηρείται έντονα και στην γεωργία με την κατάτμηση των γεωργικών κλήρων) με αριθμό ΜμΕ σημαντικά μεγαλύτερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

    Η αναπτυξιακή τράπεζα δεν μπορεί παρά να είναι αυτό που έχει υπάρξει επιτυχημένα στο παρελθόν στην Ελλάδα –ακόμη και υπό τις κατά καιρό αγκυλώσεις της ελληνικής οικονομίας- και στο εξωτερικό.  Αποκλειστική αποστολή της πρέπει να είναι η με διαφάνεια χρηματοδότηση μεγάλων επενδύσεων αμιγώς ιδιωτικού ή μικτού χαρακτήρα (ΣΔΙΤ) και η συν-χρηματοδότηση αναπτυξιακών έργων (υποδομών ή επιχειρηματικά) υπό την προϋπόθεση της ύπαρξης καλύψεων ή η ανάληψη συμπληρωματικής κάλυψης τραπεζικών χορηγήσεων αυτού του χαρακτήρα από εγχώριες ή ξένες τράπεζες που χρηματοδοτούν αντίστοιχα έργα.  Αυτονόητο είναι ότι η αναπτυξιακή τράπεζα πρέπει να τοποθετείται σε τομείς όπου διατίθεται ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό και απτή δέσμευση των ενδιαφερομένων ενώ δεν πρέπει να παραβλέπεται η σημασία έργων με δυνητικό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα σε εθνικό ή τοπικό πλαίσιο στα πλαίσια της ισόρροπης ανάπτυξης.  Επίσης, μια τέτοια τράπεζα απαιτείται να μελετά σε βάθος την οικονομοτεχνική φύση των κλάδων και των έργων στα οποία θα τοποθετηθεί.  Σε αντίθεση με τις κλασσικού τύπου τράπεζες, η αναπτυξιακή τράπεζα δεν μπορεί από τη φύση της να ανταποκριθεί σε ανάγκες  ΜμΕ οι οποίες διέπονται από υψηλό βαθμό μη-συστημικών κινδύνων και άρα αβέβαιων αποδόσεων ειδικά υπό τις παρούσες συνθήκες που απαιτούν την άμεση τόνωση της επενδυτικής ρευστότητας που απειλεί την ελληνική οικονομία σε μακροπρόθεσμη προοπτική.  Η χώρα μας δεν διέπεται από υψηλό βαθμό ανάπτυξης καινοτομίας παρά τον διαθέσιμο αριθμό ερευνητών και άρα είναι φενάκη να επιδιώκεται η τόνωση της μέσω μιας αναπτυξιακής τραπέζης η οποία πρέπει να εξασφαλίσει την χρηματοδότηση έργων στα πλαίσια της επιδίωξης ενός ενάρετου οικονομικού κύκλου σταθερής προοπτικής.  Η ανάγκη ανάταξης της οικονομίας κάνει το αίτημα ύπαρξης αναπτυξιακής τραπέζης με άμεσα πολλαπλασιαστικά οφέλη στους τομείς του εγχώριου επιχειρείν επιτακτικό.    

    Η διεθνής συγκυρία ευνοεί την ίδρυση και συγκρότηση μιας τραπέζης αναπτυξιακού χαρακτήρα δεδομένου ότι υπάρχει υψηλή ρευστότητα με χαμηλό κόστος.  Ο συστημικός κίνδυνος (country risk) είναι μόνον αυτός που μπορεί να αποτρέψει το ενδιαφέρον ενός διεθνούς φορέα να συμμετάσχει σε ένα τέτοιο εγχείρημα ενώ παράλληλα είναι φυσικό να επιδιώκεται και η συμμετοχή εγχώριων φορέων με σχετική ρευστότητα –πέραν των τραπεζών- όπως το ΕΤΕΑΝ και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων .  Δεν υπάρχει λόγος να δημιουργούνται πρόσθετα προσκόμματα εξαιτίας και μιας στρεβλής προσέγγισης που αντιβαίνει στις προτεραιότητες της ελληνικής οικονομίας, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα της ανάγκης αλλαγής παραγωγικού μοντέλου.  

    * Ο κ. Π. Λώλος είναι στέλεχος επιχειρήσεων και οι απόψεις που εκφράζονται στο παρόν άρθρο είναι προσωπικές

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ