Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 17-Ιαν-2018 00:04

    Ψαρόβαρκες και τεκμήρια

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Θεοδόση Μπουντουράκη 

    Χαίρετε και αγαλλιάσθε!  Η Ελλάδα είναι πλέον μια χώρα πλουσίων. 

    Από τότε που οι ξύλινες ψαρόβαρκες των 5 μέτρων έγιναν, βάσει του νέου προϋπολογισμού, τεκμήριο πλούτου και πολυτελούς διαβίωσης η Ελλάδα διαθέτει περισσότερους αναλογικά ιδιοκτήτες σκαφών αναψυχής, απ’ ό,τι το Μονακό ή η Γαλλική Ριβιέρα.

    Ο κάθε ερασιτέχνης ψαράς που έχει μια βαρκούλα για να περνάει την ώρα του ή να βγάζει τον μεζέ του, εμπίπτει πλέον στα τεκμήρια πολυτελούς διαβίωσης και περνάει στην κατηγορία των ευνοημένων συνελλήνων που, διαθέτοντες βέβαια μεγαλύτερα σκάφη, ξημεροβραδιάζονται τα καλοκαίρια στην μυκονιάτικη Ψαρού.

    Μόνο που ο ερασιτέχνης ψαράς με την μικρή ψαρόβαρκα, δεν μπορεί να της βάλει σημαία ξένου φορολογικού παραδείσου, τύπου νήσων Τζέρσεϋ ή Κέϊμαν, ενώ ο σκαφάτος συνάδελφός του μπορεί. Και έτσι μένει ο ψαράς με την ψαρόβαρκα να πληρώνει φόρο τεκμηρίων, ενώ ο μεγλοσκαφάτος φίλος μας την γλυτώνει. Τι ελληνικότερον αυτού;

    Η νησιωτική και παραλιακή Ελλάδα είναι διάσπαρτη με γραφικά λιμανάκια στα οποία λικνίζονται μικρές ψαρόβαρκες με τοπικά ονόματα και βαμμένες με φανταχτερά χρώματα που συνθέτουν ένα μοναδικό θαλασσινό σκηνικό. Που να φανταστούν οι έρμοι ιδιοκτήτες τους ότι, εν μια νυκτί, θα μετατρέπονταν σε ιδιοκτήτες σκαφών αναψυχής και θα μεταπηδούσαν στην κατηγορία των ευπόρων σκαφάτων συμπατριωτών τους. 

    Και όμως ελέω ελληνικής εφορίας και των περιφήμων τεκμηρίων πολυτελούς διαβίωσης το είδαμε κι αυτό.

    Προ καιρού είχα πάει μια εκδρομή στην Ήπειρο. Καθώς ανέβαινα την ακτή της Ηπείρου δίπλα στο Ιόνιο προς τα βόρεια, συναντούσα κάθε λίγο μικρά χωριουδάκια πάνω στη θάλασσα, με κοινό γνώρισμα το λιμανάκι του καθενός γεμάτο τέτοιες μικρές ψαρόβαρκες.

    Ήταν ένα θέαμα ποιητικό και συνάμα γραφικό. Το απαστράπτον Ιόνιο στο βάθος και στην παραλία λιμανάκια, προκυμαίες και μικρές φυσικές αγκαλιές, όπου οι ντόπιοι έκαναν την βόλτα τους με φόντο τις βαρκούλες, δεμένες υπομονετικά η μια δίπλα στην άλλη να συνθέτουν ένα ζωηρό, πολύχρωμο και μοναδικά ελληνικό σκηνικό. Μια σκέτη μαγεία να το βλέπεις και να ζηλεύεις την ηρεμία και την τρυφερή γλυκύτητα του τοπίου.

    Σε λίγο έφθασα στα Αλβανικά σύνορα και πέρασα στην Αλβανία με κατεύθυνση τους Αγ. Σαράντα. Με έτρωγε η περιέργεια να δω την χώρα, το τοπίο, τους ανθρώπους και την ατμόσφαιρα.

    Συνέχισα λοιπόν να ταξιδεύω κατά μήκος της ακτογραμμής αλλά ξαφνικά διαπίστωσα την αλλαγή σκηνικού, που ήταν δραματική σε σχέση με την Ελλάδα.

    Φυσικά το τοπίο και η θάλασσα δεν άλλαξαν. Αυτό που άλλαξε απότομα, ήταν ότι από την στιγμή που μπήκα στην Αλβανία δεν συνάντησα ούτε ένα λιμανάκι σαν αυτά που χρωματίζουν κάθε τόσο την Ελληνική ακτή. Και ακόμα δεν συνάντησα ούτε μια βαρκούλα ούτε ένα ιστιοφόρο, τίποτε απολύτως που να ζει πάνω στη θάλασσα! Μέσα σε χίλια μέτρα άλλαξε τελείως η ατμόσφαιρα.

    Έρημα παράλια, και όπου υπήρχε οικισμός κοντά στην θάλασσα έδειχνε σαν να μην έχει καμία επαφή και επικοινωνία μαζί της. Ούτε ένας άνθρωπος να περπατάει στην παραλία ή να ψαρεύει από τον μόλο. Άνθρωποι και θάλασσα απολύτως αποξενωμένοι.

    Πως είναι δυνατόν οι Έλληνες να συνυπάρχουν με το Ιόνιο, να έχουν τις βάρκες τους, να ψαρεύουν και ζουν μαζί με την θάλασσα, και λίγο πιο πάνω άνθρωποι και θάλασσα να μην έχουν καμία επαφή και επικοινωνία. Μου φάνηκε μεγάλο μυστήριο! 

    Σε λίγο έφτασα στους Αγ. Σαράντα. Εκεί το σκηνικό τελείως διαφορετικό. Μεγάλα ξενοδοχεία πάνω στη θάλασσα (ελέω Ιταλών επενδυτών) ταβέρνες και κόσμος στην παραλία. Πως γίνεται εκεί οι άνθρωποι να ζουν σε στενή σχέση με την θάλασσα ενώ λίγο πιο πριν ούτε καν την πλησίαζαν ; Την απορία μου έλυσε φίλος και γνώστης των πραγμάτων.

    Επί κομμουνιστικού καθεστώτος ο τοπικός τύραννος Εμβέρ Χότζα είχε απαγορεύσει την κατοχή και την χρήση κάθε είδους πλεούμενου από τους Αλβανούς υπηκόους του. Ο λόγος απλός . Αν ένας Αλβανός είχε μια βαρκούλα, θα μπορούσε εύκολα να δραπετεύσει από τον κομμουνιστικό παράδεισο στη απέναντι Κέρκυρα. Μάλιστα ορισμένοι απελπισμένοι κάτοικοι χρησιμοποιούσαν σαμπρέλες αυτοκινήτων, ως αυτοσχέδια πλωτά μέσα, για να γλυτώσουν από το αλβανικό καθεστώς και να βρεθούν στην Ελλάδα. 

    Λόγω αυτής της απαγόρευσης ο κόσμος έχασε κάθε επαφή με την θάλασσα και κάθε είδους πλεούμενο, με αποτέλεσμα σήμερα οι παραθαλάσσιοι κάτοικοι της Αλβανίας να ζουν σαν βουνίσιοι. Έτσι λοιπόν εξηγείται η ανυπαρξία κάθε είδους βάρκας και η αποστροφή των ντόπιων προς την θάλασσα. Ξαφνικά αισθάνθηκα σοφότερος. Μια μικρή σταγόνα ιστορίας αρκεί μερικές φορές να εξηγήσει τα πιο παράδοξα μυστήρια!

    Τώρα εκ των υστέρων που θυμήθηκα αυτήν την ιστορία, σκέφτομαι ότι πάλι καλά που εδώ σε μας ο Τσίπρας δεν απαγόρευσε τις βάρκες. Απλώς τις φορολόγησε. 

    Παρ' όλα αυτά γύρω στις 400.000 συμπατριώτες μας έχουν εγκαταλείψει την δύσμοιρη χώρα μας και κατέφυγαν στο εξωτερικό σε αναζήτηση ενός καλλίτερου αύριο. Μόνο που αυτοί είναι στην πλειονότητά τους επιστήμονες, ενώ οι Αλβανοί φυγάδες επί Χότζα ήταν χειρώνακτες.

    Δυστυχώς, πέραν της χιουμοριστικής διάθεσης η ιστορία αυτή κρύβει και αλήθειες. 
    Ας βγάλει ο καθένας μας τα συμπεράσματά του.

    * Ο κ. Θεοδόσης Μπουντουράκης είναι Οικονομολόγος 
                

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων