Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 21-Νοε-2017 00:04

    Η απελευθέρωση της ανάπτυξης

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Δημήτρη Σκάλκου

    Στα επόμενα χρόνια είναι αναγκαίο η Ελλάδα να καταγράψει συνεχόμενους υψηλούς αναπτυξιακούς ρυθμούς προκειμένου να βελτιώσει περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά της και να επουλώσει τις βαθιές πληγές που προκάλεσε η πολύχρονη ύφεση στο σώμα της κοινωνίας. Κυρίως να δημιουργήσει χιλιάδες θέσεις απασχόλησης ώστε να αποτρέψει την οριστική απαξίωση πολύτιμου ανθρώπινου κεφαλαίου και τη ​δημιουργία μιας "χαμένης γενιάς". Ωστόσο, η ελληνική οικονομία επίμονα καταγράφει αναιμικές αναπτυξιακές επιδόσεις, μοιάζοντας εγκλωβισμένη στην παγίδα της χαμηλής ανάπτυξης (μόλις πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναθεώρησε τις εκτιμήσεις της για το ΑΕΠ του 2017 στο 1,6% από το αρχικό 2,7%). Είναι ενδεικτικό ότι, με τους σημερινούς ρυθμούς ανάπτυξης η ανεργία θα επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα το 2030. 

    Είναι βέβαια δεδομένο ότι, τα δομικά προβλήματα του διαχρονικά στρεβλού αναπτυξιακού μοντέλου, προσανατολισμένου στην κατανάλωση και την παραγωγή μη εμπορεύσιμων προϊόντων, σε συνδυασμό με την καταστροφή μέρους του παραγωγικού ιστού της οικονομίας στα χρόνια της κρίσης, περιορίζουν το αναπτυξιακό δυναμικό της. Ακόμη όμως και αυτές οι υπάρχουσες δυνητικές αναπτυξιακές δυνατότητες της οικονομίας δεν αξιοποιούνται αποτελεσματικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι, το "παραγωγικό κενό" (output gap) της ελληνικής οικονομίας (δηλαδή η διαφορά ανάμεσα στο πραγματικό και το δυνητικό παραγόμενο προϊόν) ανέρχεται στο -10,5% του δυνητικού ΑΕΠ, είναι το μεγαλύτερο ανάμεσα στα κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ και υπερ-πολλαπλάσιο συγκριτικά με το παραγωγικό κενό άλλων οικονομιών που εφάρμοσαν αντίστοιχα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής (OECD Economic Outlook, June 2017). Σήμερα, παρά την εφαρμογή σημαντικού αριθμού μεταρρυθμίσεων, η οικονομία παραμένει δέσμια πολυάριθμων περιορισμών που δεν επιτρέπουν την οριστική και δυναμική ανάταξή της.

    Πρώτον, μπροστά στον αναπτυξιακό ορίζοντα χάσκει ένα πελώριο κενό χρηματοδότησης. Η πρόθυμη κυβερνητική συμφωνία με τους εταίρους για την υποχρέωση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων καθώς και το ακολουθούμενο "μείγμα" δημοσιονομικής προσαρμογής, με τη δυσανάλογη σχέση αύξησης φόρων και περιορισμού δαπανών (αλλά και μεταξύ άμεσων και έμμεσων φόρων), ασκούν σημαντικές υφεσιακές πιέσεις αφαιρώντας πόρους από την πραγματική οικονομία. Η τραπεζική πίεση διαρκώς μειώνεται και η διαχείριση των διαθέσιμων πιστώσεων από τα ευρωπαϊκά Ταμεία αδυνατεί να συμβάλει στη μόχλευση των απαιτούμενων πόρων.

    Δεύτερον, η οικονομία συνθλίβεται καθημερινά από το στρεβλό θεσμικό της πλαίσιο. Η αναποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα, παρά την ύπαρξη αρκετών νησίδων ποιότητας, παραμένει παροιμιώδης. Η διάχυτη διαφθορά και η γενικευμένη παραοικονομία αυξάνουν το οικονομικό κόστος (σε μελέτη της Παγκόσμιας Τράπεζας υπολογίζεται ότι, αύξηση της διαφθοράς κατά μία μονάδα, σε κλίμακα 0-6 οδηγεί σε περιορισμό του ΑΕΠ κατά 0,84%). Στις αγορές προϊόντων παραμένουν σημαντικές στρεβλώσεις. Και η χώρα υστερεί σε όλους τους δείκτες "καλής διακυβέρνησης". Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι, η σύγκλιση του ελληνικού θεσμικού περιβάλλοντος με τον κοινοτικό μέσο όρο μπορεί να συμβάλει στην αύξηση των εξαγωγών σε ποσοστό 8%, ενώ οι μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων που μπορούν να προσθέσουν στις εξαγωγές επιπλέον ποσοστό 6%.

    Τρίτον, αδυνατούμε να εφαρμόσουμε ένα εθνικό σχέδιο ανάπτυξης που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες της εγχώριας οικονομίας (παρά τη σχετική μνημονιακή υποχρέωση επί δύο σχεδόν χρόνια). Οι αναπτυξιακοί στόχοι δεν ιεραρχούνται, οι περιορισμένοι πόροι συνεχίζουν να δεσμεύονται σε δράσεις χωρίς οικονομική (αλλά συχνά με πολιτική/συντεχνιακή) λογική, παραβιάζοντας την αρχή της αποτελεσματικότητας. Ο συγκεντρωτισμός στη λήψη αποφάσεων και ο κρατισμός ως κυρίαρχη κουλτούρα διοίκησης συνεχίζουν να χαρακτηρίζουν την οικονομική διακυβέρνηση της χώρας. Και βέβαια είναι ολοφάνερη η καχυποψία (αν όχι εχθρότητα) με την οποία αντιμετωπίζει η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ την επιχειρηματικότητα.

    Είναι πια καιρός να απελευθερώσουμε την ανάπτυξη από τα δεσμά αντιαναπτυξιακών λογικών και των ειδικών συμφερόντων διαφόρων προσοδοθηρικών ομάδων. Δεν υπάρχει το παραμικρό περιθώριο και για άλλα χαμένα χρόνια.

     

    ΠΙΝ

     

    * Ο κ. Δημήτρης Σκάλκος είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του "Αλλάζει η Ελλάδα;" (εκδόσεις Επίκεντρο).

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ