Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 13-Ιουλ-2017 00:04

    Στροφή στην μικροοικονομία;

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Κωνσταντίνου Λυμπερόπουλου 

    Το ενδιαφέρον των οικονομολογούντων της Κυβέρνησης  δεν έχει στραφεί ακόμη στο κύτταρο της πραγματικής οικονομίας που αφορά τις επιχειρήσεις, αλλά έχει επικεντρωθεί σχεδόν αποκλειστικά στις δυνατότητες αύξησης του πλεονάσματος και μείωσης του χρέους.  Αύξηση του πλεονάσματος όμως που επιβάλλεται με συνεχείς αυξήσεις της φορολογίας, χωρίς ορθολογική αναδιάρθρωση δαπανών ενός αναποτελεσματικού δημόσιου τομέα λειτουργεί αντιαναπτυξιακά, όχι μόνο γιατί οι φόροι φυσικών προσώπων μειώνοντας το διαθέσιμο εισόδημα μειώνουν την ενεργό ζήτηση (που αποτελεί βασικό κίνητρο για επενδύσεις), αλλά και γιατί οι φόροι επιχειρήσεων που λειτουργούν μέσα σε ένα γενικότερα αρνητικό και ασταθές επιχειρησιακό περιβάλλον αποτελούν έναν από τους παράγοντες μείωσης της διεθνούς ανταγωνιστικότητάς τους.

    Η μείωση των δημοσίων δαπανών που αφορούν την ενίσχυση προβληματικών ασφαλιστικών ταμείων θα μπορούσε να επιτευχθεί μακροχρόνια κυρίως μέσω της αύξησης της απασχόλησης.  Προϋπόθεση γι’ αυτήν είναι η αύξηση των ιδιωτικών ξένων και ελληνικών επενδύσεων, δεδομένου ότι οι δημόσιες επενδύσεις είναι δύσκολο να πραγματοποιηθούν στην απαραίτητη έκταση από ένα δημόσιο τομέα που με τεράστιο κόστος για τους πολίτες εξοικονομεί τα αναγκαία κονδύλια για τις τρέχουσες λειτουργικές δαπάνες του.

    Τα ξένα κεφάλαια, αναζητώντας τη βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητάς τους με την ελαχιστοποίηση του κόστους τους (πρώτων υλών, ενέργειας, εργατικών) και επιδιώκοντας να βρουν επενδυτικές διεξόδους και να εξασφαλίσουν νέες αγορές για τα προϊόντα τους, προκειμένου να επιλέξουν χώρα επέκτασης, εξετάζουν:

    - Τους όρους εγκατάστασης, λειτουργίας και επαναπατρισμού των κεφαλαίων και κερδών τους.
    - Την ελκυστικότητα κάθε αγοράς (υποδομές, μέγεθος αγοράς, τάσεις οικονομίας, πολιτική σταθερότητα, κοινωνικοοικονομικό και νομικό περιβάλλον, ευνοϊκό και σταθερό φορολογικό σύστημα).
    - Το ύψος του αναλαμβανόμενου κινδύνου (κίνδυνος αγοράς, εμπορικοί και πολιτικοί κίνδυνοι).
    - Τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα κόστους ή ποιότητας που έχει κάθε επιχείρηση σε κάθε συγκεκριμένη αγορά. 
    - Την παραγωγική ικανότητα του ανθρώπινου δυναμικού.
    - Την αξιολόγηση της μελλοντικής απόδοσης

    Οι ξένες άμεσες επενδύσεις των πολυεθνικών επιχειρήσεων (σε αντιδιαστολή με τις κερδοσκοπικές βραχυχρόνιες επενδύσεις χαρτοφυλακίου) είναι περιζήτητες γιατί επιφέρουν στις χώρες εισαγωγής των κεφαλαίων, εκτός από τις θετικές επιδράσεις στο Ισοζύγιο Πληρωμών, την αύξηση της απασχόλησης και την συγκράτηση της μετανάστευσης, δημιουργούν πολλαπλασιαστικές επιδράσεις στο εισόδημα και επιταχυντικές στις επενδύσεις, αύξηση της παραγωγικότητας και μείωση του κόστους με τη μεταφορά προηγμένης τεχνολογίας και τελικά την επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης.

    Οι ξένες άμεσες επενδύσεις μεγάλων επιχειρήσεων όμως, παρόλη τη συμβολή τους στην αύξηση της απασχόλησης, δεν είναι σε θέση να αποτελέσουν τον αποφασιστικό παράγοντα για τη δραστική μείωση της ανεργίας.  Αυτή μπορεί να είναι αποτέλεσμα της ανάπτυξης των ελληνικών επιχειρήσεων, οι οποίες εάν μάλιστα στοχεύουν στην παραγωγή προϊόντων που υποκαθιστούν εισαγωγές ή κατευθύνονται στις αγορές του εξωτερικού θα αποφέρουν πολλαπλά οικονομικά οφέλη για την ελληνική οικονομία.

    Για να παρακινηθούν όμως  οι έλληνες επιχειρηματίες να επενδύσουν θα πρέπει να θεωρούν ότι οι προοπτικές της επένδυσής τους είναι ευνοϊκές και αντισταθμίζουν τα μειονεκτήματα: ελλιπούς και ακριβής χρηματοδότησης, υψηλής φορολογίας, ακριβής ενέργειας, μη ιδιαίτερα φιλικού προς τις επενδύσεις πολιτικού περιβάλλοντος, ασταθούς θεσμικού πλαισίου, εξαιρετικά αργής απονομής δικαιοσύνης και μειωμένης ανταγωνιστικότητας (λόγω ανυπαρξίας οικονομιών κλίμακας).

    Ως γνωστόν, ανταγωνιστικότητα είναι η ικανότητα των οικονομικών μονάδων να παράγουν και να πωλούν αγαθά και υπηρεσίες αξιοποιώντας τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα αποτελεσματικότερα από τους ανταγωνιστές τους.  Η ανταγωνιστικότητα μιας χώρας επηρεάζεται από το βαθμό που το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας της και οι υπάρχουσες υποδομές της επιβαρύνουν όσο το δυνατόν λιγότερο το κόστος παραγωγής και διάθεσης των εγχωρίως παραγομένων προϊόντων της.  Οι κρατικές παρεμβάσεις δεν θα πρέπει φυσικά να αποτελούν εμπόδιο για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας (απαγορευμένης λέξης για όσους έχουν αριστερές ιδεοληψίες), αλλά να συμβάλουν στην αύξηση της παραγωγικότητας και της καινοτομικότητας  παραγωγικών μεθόδων και προϊόντων.  Η λύση λοιπόν που προσφέρεται στην παρούσα οικονομική συγκυρία πρέπει να αναζητηθεί στο επίπεδο της Μικροοικονομίας με την ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας και της εξωστρέφειας των ελληνικών επιχειρήσεων, οι οποίες βέβαια στη συντριπτική  τους πλειοψηφία είναι μικρομεσαίες.  Η δημιουργία των προϋποθέσεων ανάπτυξης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων  θα αποτελέσει τον κυριότερο παράγοντα μείωσης της ανεργίας.  Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχουν όμως έναντι των μεγάλων τα εξής μειονεκτήματα:

    - Υψηλή νηπιακή θνησιμότητα
    - Ανυπαρξία οικονομιών κλίμακας
    - Μικρές δυνατότητες χρηματοδότησης
    - Ανεπάρκεια πληροφοριών σχετικά με τις εξελίξεις της τεχνολογίας και τις διαφοροποιήσεις των προτιμήσεων των καταναλωτών
    - Αναποτελεσματικά συστήματα διοίκησης
    - Έλλειψη εξειδικευμένων στελεχών

    Τα παραπάνω μειονεκτήματά τους αντισταθμίζονται από:

    - Έλλειψη γραφειοκρατίας και ταχύτερη λήψη αποφάσεων
    - Αφοσίωση των στελεχών στους επιχειρηματικούς στόχους
    - Ταχύτερη αντίδραση στις ενέργειες του ανταγωνισμού
    - Επικέντρωση σε μικρές εξειδικευμένες αγορές
    - Στενές σχέσεις των διοικούντων με τους πελάτες τους
    - Υπερεκμετάλλευση της εργασίας των επιχειρηματιών και των μελών των οικογενειών τους από τους ίδιους.

    Τα πλεονεκτήματα αυτά προσδίδουν στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις μεγάλη ανθεκτικότητα στις κρίσεις, σε όσες μπορούν να τα αξιοποιήσουν καλύτερα.  Η πρόκληση που αντιμετωπίζουν συνίσταται στην εφαρμογή στρατηγικών που θα τους επιτρέψουν να βελτιώσουν τα μερίδια αγοράς τους στην εγχώρια αγορά και να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους σε ξένες αγορές.  Η διεθνοποίηση της δράσης τους θα τις αναγκάσει να εκσυγχρονίσουν τις οργανωτικές τους δομές και τις παραγωγικές τους μεθόδους, θα ανοίξει νέους ορίζοντες σε δυνητικά πιο κερδοφόρες αγορές, θα επεκτείνει τον κύκλο ζωής των προϊόντων τους, θα εξομαλύνει τις διακυμάνσεις της παραγωγής τους λόγω εποχικότητας, θα μειώσει τα σταθερά τους έξοδα ανά μονάδα και θα τους δώσει τη δυνατότητα ανάπτυξης πέραν των ορίων μιας μικρής και κορεσμένης αγοράς.

    Γενικότερα, οι ελληνικές μεταποιητικές επιχειρήσεις που επιδιώκουν την εξωστρέφεια και στοχεύουν να δραστηριοποιηθούν σε ξένες αγορές θα πρέπει να επιδιώξουν τη δημιουργία στους ξένους καταναλωτές μιας αντίληψης μεγαλύτερης εκλαμβανόμενης αξίας των προϊόντων τους απ’ αυτά του ανταγωνισμού, που να στηρίζεται όμως περισσότερο στην ποιοτική τους διαφοροποίηση και λιγότερο στις τιμές τους, μια και η ποιότητα μπορεί πιο σίγουρα να εξασφαλίσει σταθερά και μακροχρόνια αποτελέσματα.  Η αντίληψη της ποιοτικής διαφοροποίησης από τους καταναλωτές θα πρέπει να στηρίζεται σε συγκριτικά πλεονεκτήματα και να είναι αποτέλεσμα της καινοτομικότητας της προτυποποίησης και επωνυμοποίησης των παραγομένων προϊόντων.

    * Δρ Κωνσταντίνος Λυμπερόπουλος, τ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου
     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ