Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 15-Ιουν-2017 13:30

    Συμφωνία σήμερα χωρίς άλλη καθυστέρηση

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Βασίλη Σαραφίδη 

    Φοβάμαι ότι η κυβέρνηση ζει και δρα απλά για τις εντυπώσεις και τις εσωκομματικές ζυμώσεις, παίζοντας την Ελλάδα στα ζάρια. Επιλέγει να συγκρουστεί την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή για ένα θέμα (ελάφρυνση του χρέους), η διευθέτηση του οποίου δεν έπρεπε να συνδεθεί με το κλείσιμο της β’ αξιολόγησης: ειδικότερα επειδή η Ελλάδα σήμερα δανείζεται με ευνοϊκά επιτόκια που δεν αντανακλούν το μέγεθος του χρέους της.

    Προφανώς η μη διευθέτηση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους την παρούσα στιγμή (έστω και λεκτικά) επηρεάζει αρνητικά την πιθανότητα ένταξης της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Αλλά τα θετικά αποτελέσματα που θα προέκυπταν από μια τέτοια εξέλιξη είναι πολύ μικρότερα σε σχέση με τις ζημιές που συνεπάγεται η καθυστέρηση του κλεισίματος της β’ αξιολόγησης και η μη καταβολή της επόμενης δόσης για την κάλυψη των υποχρεώσεων τον ερχόμενο Ιούλιο.

    Ακόμα και αν έμπαινε αύριο η Ελλάδα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, οι αγορές ομολόγων από την ΕΚΤ δεν θα ήταν επαρκείς για να συμπιέσουν αρκετά το κόστος δανεισμού της χώρας μας και να διευκολύνουν την επιστροφή της στις αγορές.

    Ο κυριότερος λόγος γι' αυτό είναι ότι υπάρχει όριο στο ύψος των ομολόγων μιας χώρας που μπορεί να κατέχει η ΕΚΤ. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η ΕΚΤ έχει ήδη στην κατοχή της σημαντικό μέρος των ομολόγων που αγόρασε στο πλαίσιο προηγούμενου προγράμματος αγοράς τίτλων.

    Από την άλλη μεριά, στα πλαίσια του 3ου μνημονίου η Ελλάδα έχει λάβει μέχρι στιγμής κεφάλαια που αντιστοιχούν περίπου με το 1/3 του συνολικού ποσού που προβλέπεται (86 δισ. ευρώ), έχοντας καλύψει χρονικά περίπου τα 2/3 της διάρκειας του προγράμματος. Αυτό σημαίνει ότι βρισκόμαστε πολύ πίσω όσον αφορά την άντληση κεφαλαίων. Ήδη από τον Φεβρουάριο του 2016 οι πιστωτές προέτρεπαν την ελληνική κυβέρνηση να εργαστεί για την οριστικοποίηση της α’ αξιολόγησης, η οποία τελικά έκλεισε μόλις τον Οκτώβριο του 2016. 

    Οι μεγάλες καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης του προγράμματος επιδεινώνουν σημαντικά την ρευστότητα της ελληνικής οικονομίας και σαφώς υπεραντισταθμίζουν τα όποια οφέλη θα προέκυπταν από την ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Η απουσία κεφαλαίων οδηγεί σε καθυστέρηση των πληρωμών του δημοσίου σε ιδιώτες και επιχειρήσεις και τη συσσώρευση των ληξιπρόθεσμων οφειλών. 

    Η αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών δεν επηρεάζει αρνητικά μόνο την ανάπτυξη, αλλά υπονομεύει και τη μελλοντική είσπραξη των φόρων καθώς οι προμηθευτές του δημοσίου δεν είναι σε θέση να πληρώσουν τους φόρους τους,αφού και οι ίδιοι δεν πληρώνονται από το κράτος.

    Όσον αφορά την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές το 2018, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο στόχος αυτός πράγματι προϋποθέτει την ελάφρυνση του χρέους. Δεν αρκεί όμως αυτό. Η ελληνική κυβέρνηση σήμερα ούτε έχει, ούτε διεκδικεί την "ιδιοκτησία" ενός προγράμματος μεταρρυθμίσεων. Όσο η πολιτική μας ηγεσία επιλέγει να συνδέει την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων με την ελάφρυνση του χρέους, τόσο περισσότερο θα απομακρύνεται η Ελλάδα από τον στόχο της διότι έτσι μειώνεται η αξιοπιστία της στις κεφαλαιαγορές.

    Παρεμπιπτόντως, εάν η Ελλάδα είχε σήμερα πρόσβαση στις αγορές, τότε υπό τις παρούσες συνθήκες θα αντιμετώπιζε πιθανώς περισσότερα προβλήματα από αυτά που θα έλυνε: κάθε φορά που ένα μέλος της κυβέρνησης έκανε δηλώσεις τύπου "η επιστροφή στη δραχμή δεν είναι ταμπού", ή "οι εταίροι είναι ψεύτες που δεν τηρούν τα συμφωνηθέντα", το κόστος δανεισμού θα εκτοξευόταν στα ύψη·κι αυτό ανεξάρτητα από το μέγεθος ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους που θα είχε πραγματοποιηθεί. 

    Δυστυχώς, το πρόσφατο άρθρο του κ. Τσίπρα που δημοσιεύτηκε σε Le Monde και Die Welt αντανακλά την έλλειψη κατανόησης των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, ενώ βαραίνει χωρίς λόγο το κλίμα ενόψει της σημερινής συνάντησης του Γιούρογκρουπ.

    Σύμφωνα με τονΈλληνα πρωθυπουργό "το ελληνικό χρέος αποτελεί μια διαρκή τροχοπέδη στην ανάπτυξη". Ισχύει κάτι τέτοιο στην πραγματικότητα; 

    Η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους το 2012 (PSI, PSIplus και OSI), οδήγησε στη μείωση της ονομαστικής αξίας του χρέους κατά 100 δις.€ περίπου (βλ. εδώ) καθώς και σε μια επιπλέον μείωση του χρέους σε όρους παρούσας αξίας που ισοδυναμεί περίπου με το 50% του ΑΕΠ (βλ. εδώ, σελ. 30).  

    Εάν η γενναία παρέμβαση του 2012 δεν στάθηκε ικανή να αλλάξει τη ρότα της χώρας, πώς θα πετύχει κάτι τέτοιο ένα επικοινωνιακό τέχνασμα που θα αφορά κάποια συγκεκριμενοποίηση μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος, τα οποία ούτως ή άλλως θα εφαρμοστούν από το 2018 και μετά;

    Εάν η κυβέρνηση θέλει πράγματι να επηρεάσει θετικά την πραγματική οικονομία και να συμβάλλει στην ανάπτυξη της χώρας, τότε οφείλει να κλείσει σήμερα το θέμα της β’ αξιολόγησης χωρίς άλλη καθυστέρηση. Η εξασφάλιση μιας όσο το δυνατόν μεγαλύτερης δόσης θα επιτρέψει στο ελληνικό δημόσιο να πληρώσει τις δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους, και παράλληλα να τονώσει τη ρευστότητα στην αγορά, μειώνοντας τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του.

    * Ο κ. Βασίλης Σαραφίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής Οικονομετρίας στο πανεπιστήμιο Monash της Μελβούρνης

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ