Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 15-Ιουν-2017 00:03

    Η καταστροφή της ελληνικής πιστοληπτικής ικανότητας το 2009-2010

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Γεωργίου Ι. Μάτσου 

    Θεμελιώδεις παρεξηγήσεις εξακολουθούν να ταλανίζουν την ελληνική κοινωνία σε σχέση με τις ακριβείς αιτίες υπαγωγής στα Μνημόνια.

    Καταρχάς: Μνημόνιο δεν σημαίνει απλώς λήψη σκληρών μέτρων ανόρθωσης των δημοσίων οικονομικών αλλά, υπαγωγή της χώρας σε ξένη κηδεμονία, λόγω αποκοπής της από τη δυνατότητα δανεισμού από τις αγορές χρήματος, δηλαδή: λόγω χρεωκοπίας. Η κηδεμονία υλοποιείται δια διακρατικού δανεισμού (άμεσα ή μέσω EFSF-ESM-ΔΝΤ), τεθέντος υπό τη νομική προϋπόθεση συγκεκριμένων υποχρεώσεων οικονομικής πολιτικής. Αυτή η νομικά υποχρεωτική οικονομική πολιτική ονομάζεται Μνημόνιο.

    Μνημόνιο καθαυτό σημαίνει λοιπόν όχι σκληρά μέτρα (αυτά ονομάζονται "λιτότητα"), αλλά α) χρεωκοπία και β) ξένη κηδεμονία. Το Μνημόνιο ασφαλώς συνεπάγεται μεν λήψη σκληρών μέτρων, όμως αυτά μπορεί και πρέπει να είναι αυτοδύναμη επιλογή των κυβερνήσεων, όταν υπάρχει δημοσιονομικό πρόβλημα και είναι, συνεπώς, άσχετα καθαυτά με την υπαγωγή σε Μνημόνιο και τη χρεωκοπία.

    Αν υπάρχει δημοσιονομικό πρόβλημα (όπως υπήρχε τον Οκτώβριο 2009) κυβερνητικό καθήκον είναι να μην οδηγήσει τη χώρα σε χρεωκοπία και ξένη κηδεμονία, αλλά να λάβει τα μέτρα εκείνα που είναι αναγκαία προκειμένου ακριβώς να αποφευχθεί η χρεωκοπία.

    Ο κόσμος νομίζει σήμερα ότι "αφού δεν ήταν καλή η οικονομική κατάσταση, πώς γινόταν να αποφύγουμε το Μνημόνιο;". Μα γινόταν, εάν απλούστατα παίρναμε μέτρα μόνοι μας.

    Αυτή ακριβώς είναι η δεύτερη και σοβαρότερη παρεξήγηση: Η κακή δημοσιονομική κατάσταση δεν οδηγεί από μόνη της σε αποκοπή από τις αγορές και σε Μνημόνιο. Πάντως αυτό, πολύ απλά, δεν συνέβη στην περίπτωση της Ελλάδας.

    Ιδού πώς ακριβώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα.

    Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2009 (παραμονή των εκλογών), το επιτόκιο δανεισμού της Ελλάδος ήταν μόλις 1,29% υψηλότερο (spread 129) από το γερμανικό και πληρούσε τα κριτήρια σταθερότητας της συνθήκης του Μάαστριχτ (επιτρεπτή απόκλιση 1,5%). Η Ελλάδα κατά τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου πρόβλημα δανεισμού δεν είχε. Παρά την εντονότατη διεθνή κρίση του 2008-2009, είχε ήδη δανειστεί μέσα στο 2009 περίπου 53 δις με μακροπρόθεσμα ομόλογα, επιλύοντας μάλιστα σχετικά εύκολα εν τη γενέσει της και τη μίνι-κρίση δανεισμού του Φεβρουαρίου-Μαρτίου 2009.

    Πρώτο προφανές συμπέρασμα: Το πρόβλημα δανεισμού του 2010 προέκυψε μετά τις εκλογές και όχι επί της προκατόχου κυβερνήσεως.

    Την ίδια ημέρα (2 Οκτωβρίου 2009) ο τότε προϊστάμενος της στατιστικής υπηρεσίας, ο μακαρίτης Εμμ. Κοντοπυράκης, στέλνει επιστολή στην Eurostat με δύο καίριες παραδοχές. Η πρώτη (άγνωστη στο ευρύ κοινό) ήταν ότι η Ελλάδα είχε νοθεύσει το έλλειμμα του 2008 (όχι του 2009), τα στοιχεία δηλαδή που έδινε στην Eurostat για τα τετελεσμένα δημόσια οικονομικά του 2008. Η δεύτερη ήταν η εκτίμηση ότι το έλλειμμα του 2009 θα ανήρχετο στο τέλος της χρονιάς στο 6% του ΑΕΠ.

    Ιδού μια τρίτη παρεξήγηση: Νόθευση μελλοντικού μεγέθους δεν είναι δυνατόν να υπάρξει. Μπορεί να υπάρξει υπεραισιόδοξη, εσφαλμένη ή ακόμη παραπλανητική εκτίμηση. Νόθευση για μελλοντικό μέγεθος είναι εξ ορισμού αδύνατη, διότι η νόθευση προϋποθέτει αναληθή καταμέτρηση τετελεσμένων οικονομικών γεγονότων.

    Η νέα κυβέρνηση Παπανδρέου πήρε όμως την επιστολή Κοντοπυράκη και άρχισε να φωνάζει για δήθεν "νόθευση του ελλείμματος του 2009" (όχι για την πραγματική του 2008), διότι το έλλειμμα του 2009 θα ανήρχετο, λέει, σε 12% εντέλει.

    Ποιος το έλεγε αυτό; "Ο Προβόπουλος", λέει ο κ. Παπακωνσταντίνου στην πρόσφατη συνέντευξή του στο Capital.gr, παραθέτοντας μάλιστα ως δήθεν "ακριβή φράση" του τότε διοικητή της ΤτΕ ότι τάχα "το έλλειμμα θα φθάσει, αν δεν ξεπεράσει το 12%".

    Στο βίντεο όμως ο κ. Προβόπουλος φαίνεται να λέει: "Δυστυχώς το πρώτο εννεάμηνο προκύπτει ότι το έλλειμμα είναι της τάξης του 10%. Εάν συνυπολογίσει κανείς τη δυναμική, όπως έχει διαμορφωθεί, και το τι μέλλει γενέσθαι τους επόμενους μήνες, θα μπορούσε κανείς να πιθανολογήσει με σχετική βεβαιότητα ότι το έλλειμμα δυστυχώς το ξαναλέω θα αγγίξει, αν δεν ξεπεράσει, το 12%.".

    Ούτε δηλαδή ο κ. Προβόπουλος προέβαινε σε καταμέτρηση τετελεσμένων οικονομικών γεγονότων, αλλά σε εκτίμηση "εάν συνυπολογίσει κανείς τη δυναμική, όπως έχει διαμορφωθεί, και το τι μέλλει γενέσθαι τους επόμενους μήνες".

    Τις ίδιες ημέρες ο Κοντοπυράκης καταγγέλλει στην Κομισιόν παρεμβάσεις στην ανεξαρτησία της στατιστικής υπηρεσίας, αναζητώντας απεγνωσμένα στήριξη. Στήριξη δεν λαμβάνει και αναγκάζεται, λίγες ημέρες αργότερα (20 Οκτωβρίου 2009) να διαβιβάσει εκτίμηση ελλείμματος για το 2009 ύψους 12,5%. Με "πολιτική εντολή", όπως ο ίδιος είχε επανειλημμένα καταγγείλει. Παρεμπιπτόντως, οι καταγγελίες Κοντοπυράκη ουδέποτε διαψευσθήκαν. Σε κάθε δήλωση Κοντοπυράκη, ο κ. Παπακωνσταντίνου εξέδιδε αυστηρές ανακοινώσεις του τύπου "ο κ. Κοντοπυράκης να μην ομιλεί", "ο κ. Κοντοπυράκης έχει ποινικές ευθύνες" κλπ., αλλά δεν διέψευδε.

    Εάν ίσχυε η πλάνη που τείνει να επικρατήσει στην ελληνική κοινωνία ότι τάχα φταίνε τα ελλείμματα που μπήκαμε σε Μνημόνιο, τότε την επομένη της ανακοίνωσης περί ελλείμματος 12,5% έπρεπε κατευθείαν να μπαίναμε σε Μνημόνιο. Όμως όχι μόνον δεν έγινε έτσι, αλλά την ημέρα εκείνη το ελληνικό επιτόκιο παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο.

    Ήταν λοιπόν αυτά που ακολούθησαν την ανακοίνωση του υψηλού ελλείμματος που κατέστρεψαν την πιστοληπτική μας ικανότητα και όχι το ίδιο το (έστω αληθές υποτιθέμενο, ασχέτως όσων έχουν ήδη αναλυθεί) υψηλό έλλειμμα.

    Αυτά που ακολούθησαν ήταν τα εξής:

    Πρώτη σημαντική παράμετρος που συστηματικά παραβλέπεται έως διαστρεβλώνεται, είναι ότι η εκτίμηση για χαμηλό μελλοντικό έλλειμμα, ακόμη και εάν θεωρηθεί υπεραισιόδοξη ή εσφαλμένη, ενέχει στοχοθέτηση και πολιτική βούληση για χαμηλό έλλειμμα. Ακόμη και αυτή η απλή εκδήλωση πολιτικής βούλησης λειτουργεί, στο δικό της μέτρο και ασχέτως της πραγματικής αποτελεσματικότητας της στοχοθέτησης, καθησυχαστικά για τις αγορές και την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας.

    Στον αντίποδα ακριβώς της προεκλογικής, η μετεκλογική κυβερνητική στοχοθέτηση για το έλλειμμα του 2009 αποδεικνύεται από το βίντεο με την ως άνω δήλωση Προβόπουλου, όπου διακρίνεται η βλοσυρή συγκατάβαση του αρμόδιου υπουργού, Γ. Παπακωνσταντίνου, στη "δυναμική, όπως έχει διαμορφωθεί, και το τι μέλλει γενέσθαι τους επόμενους μήνες" που έφερνε το έλλειμμα από το 10% στην περιοχή του 12%. Η συγκατάβαση περί του ότι "το τι μέλλει γενέσθαι" τους επόμενους μήνες θα φέρει το έλλειμμα περί το 12% σήμαινε πολύ απλά ότι το έλλειμμα, ναι, θα φθάσει και θα ξεπεράσει το 12% και εμείς δεν θα κάνουμε απολύτως τίποτε για να αποτρέψουμε την εξέλιξη αυτή.

    Πράγματι η κυβέρνηση εκείνη δεν έκανε απολύτως τίποτε για να επιχειρήσει μείωση των ελλειμμάτων τους πέντε πρώτους μήνες της θητείας της. Το "γιατί" είναι προφανές ερώτημα. 

    Αντιθέτως, στους τρεις πρώτους μήνες (δ’ τρίμηνο 2009), αντί να μειώσει το 10% που κατά τον κ. Προβόπουλο παρέλαβε, το οδήγησε στο 12,5% και ακόμη υψηλότερα.

    Όταν μια κυβέρνηση ανακοινώνει εκτίμηση υπερδιπλάσιου ελλείμματος σε σχέση με τις εκτιμήσεις της προηγούμενης κυβέρνησης, το λογικό και το αναμενόμενο είναι, αμέσως μετά να πει στους βουλευτές της και στους ψηφοφόρους της ότι "τι να κάνουμε, νομίζαμε ότι λεφτά υπήρχαν, τελικά δεν υπήρχαν, τώρα πρέπει να πάρουμε μέτρα". Το ΠΑΣΟΚ άλλωστε είχε ξαναμειώσει ελλείμματα μετεκλογικώς: Δύο φορές το 1985 και το 1993 με τον Ανδρέα Παπανδρέου και μία φορά με τον Σημίτη το 1996-2000. Η λαϊκιστική ψυχή του ΠΑΣΟΚ πότε δεν ήθελε μέτρα, όμως πάντοτε όταν είχε χρειαστεί, το κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ είχε ενεργήσει για τη μείωση ελλειμμάτων.

    Αντί για το αναμενόμενο, η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου συνέχισε να ξεφωνίζει τη χώρα ότι "νοθεύει τα ελλείμματά της" και είναι "στο χείλος της χρεωκοπίας", παρομοιάζοντάς την με Τιτανικό, χωρίς παράλληλα να παίρνει κανένα απολύτως μέτρο μείωσης των ελλειμμάτων.

    Μετά το πρώτο τρίμηνο κυβερνητικής απραξίας, συνδυασμένης με ρητορική ξεφωνίσματος της χώρας στις αγορές, τον Ιανουάριο του 2010 τα επιτόκια είχαν ανεβεί και ετίθετο πια σταδιακά το ερώτημα, μήπως η Ελλάδα χρεωκοπήσει.

    Ακόμη και τότε όμως, η Ελλάδα μπορούσε άνετα να μείνει στις αγορές χρήματος και να μην χρεωκοπήσει. Τα σχετικά ρεπορτάζ ουδέποτε διαψεύσθηκαν: "Το πρώτο δίμηνο του 2010 και ενώ το ΥΠΟΙΚ είχε επιτυχώς προχωρήσει σε ομολογιακές εκδόσεις με δηλωμένη την προθυμία των primary dealers να καλύψουν και τις επόμενες που είχαν προγραμματισθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες διαχείρισης δημόσιου χρέους, η κυβέρνηση όπως είναι γνωστό στράφηκε αλλού".

    Αντί δηλαδή η κυβέρνηση να προσπαθήσει να αποκαταστήσει τη ζημιά που η ίδια είχε κάνει έως τον Ιανουάριο στην πιστοληπτική ικανότητα και στο επιτόκιο, ξεκίνησε αντιθέτως να επιδιώκει δημοσίως τη δημιουργία "μηχανισμού στήριξης" της ελληνικής οικονομίας – την τελική δημιουργία του οποίου ο κ. Παπανδρέου θεωρεί μεγάλο του επίτευγμα.

    Η απαίτηση, όμως, "μηχανισμού στήριξης" ήταν δημόσια παραδοχή αδυναμίας, παραδοχή ότι η Ελλάδα είχε ανάγκη από στήριξη διότι τάχα "δεν μπορούσε".

    Αυτό τότε κάθε άλλο παρά αληθές ήταν. Ο μόνος που το ισχυριζόταν ήταν η ίδια η κυβέρνηση Παπανδρέου. Ούτε οι αγορές χρήματος το πίστευαν – ατράνταχτη απόδειξη του ρεπορτάζ είναι ότι όντως δάνειζαν τα ωραία τους λεφτά στην Ελλάδα – 27 δις μας δάνεισαν μετά την ανακοίνωση υψηλού ελλείμματος.

    Ακόμη και στο μέτωπο των επιτοκίων τα πράγματα δεν ήταν τόσο άσχημα. Όταν η κυβέρνηση έλαβε έστω και με σημαντική καθυστέρηση (προφανώς μετά από ευρωπαϊκή πίεση) τα πρώτα μέτρα μείωσης του ελλείμματος στις 3 Μαρτίου 2010, το spread έπεσε την επομένη στις 287 μ.β., με τάση περαιτέρω αποκλιμάκωσης: Τα λεγόμενα "βάρβαρα επιτόκια", με δεδομένο ότι η περιοριστική δημοσιονομική πολιτική θα συνεχιζόταν, σύντομα θα μειώνονταν και δεν θα είχαν μεγάλη επίδραση στο έλλειμμα. Το ΙΟΒΕ στην τριμηνιαία του έκθεση του Μαρτίου 2010 υπολόγιζε την επίδραση των αυξημένων επιτοκίων για μεν το 2010 σε 0,2% του ΑΕΠ, για δε το 2011 σε 0,4% του ΑΕΠ, με αποκλιμάκωση στη συνέχεια.

    Η "στήριξη" δηλαδή όχι μόνον ήταν αχρείαστη επιτοκιακά, αλλά και έβλαπτε, καθώς επιδείνωνε το ψυχολογικό κλίμα για την ελληνική οικονομία.

    Με αυτόν τον τρόπο όμως η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου εξουδετέρωσε την αρχική ευεργετική επίδραση των μέτρων της 3ης Μαρτίου 2010 στην ελληνική πιστοληπτική ικανότητα: Όταν ο πρωθυπουργός ξεκίνησε στις 5 Μαρτίου περιοδεία σε Παρίσι, Βερολίνο, Ουάσινγκτον αιτούμενος "στήριξη", το σήμα αδυναμίας που εξέπεμπε οδήγησε σε άμεση ακύρωση των κερδών που αποκόμιζαν στις 4 Μαρτίου τα ελληνικά ομόλογα.

    Η άμεση ακύρωση των κερδών των ομολόγων είχε μία ακόμη σοβαρή παράμετρο που δεν έχει συζητηθεί μέχρι σήμερα: Κάθε φορά που η Ελλάδα κατά τους κρίσιμους εκείνους μήνες εξερχόταν στις αγορές, η τότε κυβέρνηση προκαλούσε, με τη συζήτηση περί "στήριξης" (και το συνακόλουθο σαφές μήνυμα αδυναμίας), άνοδο των επιτοκίων και, άρα, άμεση εγγραφή ζημιών όσων επενδυτικών οίκων είχαν εμπιστευθεί το ελληνικό ομόλογο.

    Είναι αλήθεια ότι αυτό δεν πρωτοξεκίνησε από την ελληνική κυβέρνηση, αλλά από τους Financial Times: Δύο ημέρες μετά την επιτυχημένη έκδοση ομολόγων της 25ης Ιανουαρίου 2010, που είχε αλλάξει το εις βάρος της Ελλάδας κλίμα, οι FT δημοσίευσαν είδηση (από ποια πηγή άραγε;) περί δήθεν δανεισμού της Ελλάδας από την Κίνα. Η είδηση ήταν δυσμενής για την ελληνική πιστοληπτική ικανότητα, διότι ακριβώς σήμαινε αδυναμία της Ελλάδος να συνεχίσει να δανείζεται από τις αγορές.

    Και ο μεν δανεισμός από την Κίνα διαψεύσθηκε, η ελληνική κυβέρνηση άρχισε όμως έκτοτε να αιτείται τη δημιουργία "μηχανισμού στήριξης", αίτημα που εξέπεμπε ίδιο ακριβώς μήνυμα αδυναμίας προς τις αγορές: Η ουσία του δημοσιεύματος των Financial Times επιβεβαιώθηκε, ακυρώνοντας τα ψυχολογικά οφέλη του δανεισμού της 25ης Ιανουαρίου.

    Το χειρότερο ήταν ότι οι επενδυτές που είχαν εμπιστευθεί την Ελλάδα, ενέγραψαν αμέσως, λόγω της ανόδου των επιτοκίων, σημαντικές ζημίες, ενόσω λόγω του ήδη υψηλού αρχικού επιτοκίου βασίμως προσδοκούσαν, κατά την αναμενόμενη, στοιχειωδώς ορθολογική συμπεριφορά εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης, υψηλά κέρδη από τη μελλοντική αποκλιμάκωση του ελληνικού επιτοκίου.

    Με παρόμοιο τρόπο η Ελλάδα ώθησε τους επενδυτές σε άμεσες ζημίες και στην έκδοση του Φεβρουαρίου 2010 και στην έκδοση που ακολούθησε τα μέτρα της 3ης Μαρτίου 2010 (με την ως άνω περιοδεία Παπανδρέου), ενώ με λεκτικές αψιμαχίες του Γ. Παπανδρέου κατά του "μηχανισμού στήριξης" όπως τον είχε αποφασίσει πια η Ευρώπη στις 25 Μαρτίου 2010, ενέγραψαν ζημίες και οι επενδυτές που είχαν εμπιστευθεί την τελευταία προμνημονιακή ελληνική έκδοση επταετών ομολόγων την 29η Μαρτίου 2010.

    Πώς να θέλουν να ξαναδανείσουν την Ελλάδα, όταν κάθε φορά που δάνειζαν, η κυβέρνηση τους επεφύλασσε άμεσες ζημίες με την ανορθολογική συμπεριφορά της;

    Ενώ ο Γ. Παπανδρέου εμφανιζόταν στα λόγια λάβρος κατά των "κερδοσκόπων" της υποτιμητικής κερδοσκοπίας, στην πράξη αποδεικνυόταν ο καλύτερός τους φίλος και εχθρός όσων επενδυτών εμπιστεύονταν τη χώρα.

    Η ολοκλήρωση της καταστροφής της ελληνικής πιστοληπτικής ικανότητας έγινε με την ίδια τη χρήση του "μηχανισμού στήριξης", που, όπως εξηγήθηκε παραπάνω, ισοδυναμούσε με δήλωση χρεωκοπίας της Ελλάδας.

    Ήταν ακριβώς η φημολογία περί χρήσης του μηχανισμού στήριξης και εν συνεχεία η ίδια η δήλωση χρεωκοπίας του Καστελόριζου, που εκτίναξε απότομα το ελληνικό επιτόκιο από τα διαχειρίσιμα επίπεδα των 300-400 μονάδων βάσης την προηγουμένη του Καστελόριζου εβδομάδα, στα επίπεδα των 1.000 μ.β. 

    Ήταν το ίδιο το Καστελόριζο και όχι η όποια οικονομική κατάσταση προϋπήρχε, που έκανε αμέσως μετά αναγκαία, είτε τη χρήση του μηχανισμού στήριξης, είτε τη λεγόμενη "άτακτη" χρεωκοπία (που εκ των υστέρων αποδεικνύεται ότι τότε, Μάιο του 2010, πιθανώς θα πλεονεκτούσε έναντι του "μηχανισμού στήριξης", λύνοντας το ελληνικό δημοσιονομικό πρόβλημα μια κι έξω).

    Η ίδια η χρήση του "μηχανισμού στήριξης" θέτει όμως ακόμη ένα σοβαρό ερώτημα:

    Η κυβέρνηση Παπανδρέου διατεινόταν ότι ήθελε τον "μηχανισμό στήριξης" όχι για να τον χρησιμοποιήσει, αλλά τάχα ως "πιστόλι πάνω στο τραπέζι" κατά των "κερδοσκόπων", δηλαδή ως δημιουργία δανειστή τελευταίας καταφυγής που θα αποθάρρυνε την υποτιμητική κερδοσκοπία.

    Μόλις όμως δημιουργήθηκε ο μηχανισμός στήριξης και συγκεκριμενοποιήθηκαν (στις 11 Απριλίου 2010) οι όροι του, η κυβέρνηση έσπευσε να κάνει χρήση του "μηχανισμού" δώδεκα μόνον ημέρες αργότερα, χωρίς να τον αφήσει καθόλου να λειτουργήσει εγγυητικά εναντίον των "κερδοσκόπων". Οι οποίοι εντέλει επωφελήθηκαν τα μέγιστα από τη χρήση που "μηχανισμού στήριξης", λόγω της μεγάλης υποτίμησης των ελληνικών ομολόγων που ακολούθησε.

    Αυτά είναι τα γεγονότα. Η Ελλάδα δεν χρεωκόπησε λόγω της ανακοίνωσης υψηλού ελλείμματος, αλλά λόγω των χειρισμών που ακολούθησαν την ανακοίνωση. Ακόμη χειρότερα: Δήλωσε χρεωκοπία εντέλει από επιλογή και όχι από πραγματική αδυναμία.

    Κλείνοντας, επιβάλλεται να διερωτηθούμε, για ποιο λόγο η κυβέρνηση Παπανδρέου ενήργησε έτσι. Το ερώτημα "ανοησία ή δόλος" ταλανίζει έκτοτε την ελληνική κοινωνία, με τους "μνημονιακούς" να κατηγορούν τους "αντιμνημονιακούς" ως συνωμοσιολόγους, "ψεκασμένους" κλπ.

    Το ερώτημα αυτό σε μια ευνομούμενη χώρα (βλ. ΗΠΑ και καταγγελίες Comey) δεν θα είχε την ίδια σημασία, καθώς μόνες οι καταγγελίες του μακαρίτη Κοντοπυράκη θα αρκούσαν για να ξεκινήσει αρμοδίως περαιτέρω διερεύνηση. Διερεύνηση περί του εάν η κυβέρνηση Παπανδρέου ενήργησε από απλή ανοησία, απλώς επεδίωκε να αποφύγει το πολιτικό κόστος των μέτρων ψάχνοντας αποδιοπομπαίο τράγο στην Ευρώπη και στο ΔΝΤ, πίστευε ότι ήταν καλύτερα για την Ελλάδα να δηλώσει χρεωκοπία και να διαχειριστεί το έλλειμμά της σε συνθήκες χρεωκοπίας, ή κάτι άλλο συνέβαινε.

    Αν ψάχνει κανείς υλικό κίνητρο, τρεις υπαρκτές περιστάσεις υλικού οφέλους από την ελληνική κρίση έχουν απασχολήσει, σε αντίθεση με τις ανοησίες που επικράτησε να διακινούνται, ελάχιστα τη δημόσια συζήτηση.

    Η πρώτη είναι η απαξίωση και η αλλαγή ιδιοκτησίας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος έναντι ευτελούς αντιτίμου. Τούτο αποτελούσε ομολογημένη επιδίωξη του Γ. Παπανδρέου, όπως αποδείχθηκε και από την ψήφο του σε σχετική διάταξη την πολλαπλώς κρίσιμη 6η Απριλίου 2014. Τα κατάφερε εντέλει ο παλαιός του σύμβουλος Γ. Βαρουφάκης και τελειωτικά ο Α. Τσίπρας, με τον αμφιλεγόμενο χειρισμό των ΑΜΚ του Οκτωβρίου 2015.

    Η δεύτερη είναι η δημιουργία μιας εκ του μη όντος κρίσης στο ευρώ, επ’ ωφελεία του καταρρέοντος, το 2009, αμερικανικού δολαρίου. Οι ΗΠΑ "τύπωσαν" ανενόχλητες καθ’ όλη τη διάρκεια της ελληνικής/ευρωπαϊκής κρίσης τουλάχιστον 5,1 τρις δολάρια, όχι επειδή ήθελαν να καταπολεμήσουν τον αντιπληθωρισμό (όπως κάνει σήμερα η ΕΚΤ), αλλά επειδή δυσκολεύονταν πραγματικά να βρουν δανειστές μετά την κρίση της Lehman. Ο κ. Παπακωνσταντίνου αποκάλυψε ότι η απόφαση για το "μηχανισμό στήριξης" οριστικοποιήθηκε μετά από τηλεφώνημα του Αμερικανού υπουργού οικονομικών. Να υποθέσουμε ότι οι ΗΠΑ επεδείκνυαν ειλικρινές ενδιαφέρον για την ελληνική οικονομία; Δεκτό. Να μην παραβλέψουμε, όμως, ότι η διαφορετική ανάγνωση των οικονομικών της Ευρωζώνης που προκάλεσε η ελληνική κρίση, βοήθησε αντικειμενικώς τις ΗΠΑ (ασχέτως επιδιώξεων) να στραφεί η αρνητική προσοχή των επενδυτών προς την Ε.Ε.

    Η τρίτη υπαρκτή περίσταση είναι η τεράστια υποτιμητική κερδοσκοπία με τα ελληνικά ομόλογα που ξεκίνησε λίγο μετά την εκλογή της κυβέρνησης Παπανδρέου και εξελισσόταν μέχρι την υλοποίηση του PSI. Κερδοσκοπία που φέρεται να ενισχύθηκε με κινήσεις όπως το φερόμενο σκάνδαλο Τ+10, για το οποίο ουδέποτε δόθηκαν ικανοποιητικές απαντήσεις. Όλον τον καιρό κατά τον οποίο ο Π. Καμμένος παραπλανούσε την ελληνική κοινωνία με δήθεν συμμετοχή της οικογένειας Παπανδρέου σε αγορές CDS, ο Γ. Παπανδρέου με την εν γένει κυβερνητική πολιτική του αποδείχθηκε ο καλύτερος φίλος της υποτιμητικής κερδοσκοπίας όχι με CDS, αλλά με τα ίδια τα ελληνικά ομόλογα. Εάν κάποιος είχε εσωτερική πληροφόρηση για το πώς επρόκειτο να κινηθεί η κυβέρνηση, τότε είναι βέβαιο ότι αυτός ο κάποιος θα κέρδιζε πολλές δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ.

    Ασφαλώς και δεν ισχυριζόμαστε ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου έδιδε εσωτερική πληροφόρηση σε κανέναν, ούτε ότι ευνόησε συνειδητά τα νομισματικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Ισχυριζόμαστε, όμως, ότι υπάρχουν αντικειμενικά ωφελημένοι από την ελληνική κρίση. Εάν θα ήθελε κανείς να εξετάσει πιθανά οικονομικά κίνητρα ("follow the money") πίσω από τις υπαρκτές ενδείξεις σκόπιμης καταστροφής της ελληνικής πιστοληπτικής ικανότητας, οι παραπάνω επιπτώσεις της χρεωκοπίας της Ελλάδας το 2010 θα μπορούσαν και θα έπρεπε να προκαλέσουν έρευνα.

    Που θα έπρεπε να διενεργήσει είτε ένα Ειδικό Δικαστήριο, είτε εκείνη η έρμη "μία και μόνη εξεταστική για το πώς μπήκαμε στο Μνημόνιο", που είχε υποσχεθεί κάποτε ο Σαμαράς.

    Όμως "γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς". Όσο η ελληνική κοινωνία δεν μαθαίνει την αλήθεια για την κρίση της, τόσο θα εξακολουθεί να παραμένει εγκλωβισμένη σε αυτήν. Τα ψέματα που οι ίδιοι λέμε στους εαυτούς μας περί της δήθεν "αναπόφευκτης" κρίσης είναι η σημαντικότερη αιτία του εγκλωβισμού μας.

    * Γεώργιος Ι. Μάτσος - Δ.Ν. – Δικηγόρος

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ