Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 19-Απρ-2017 00:33

    Η βιομηχανία χωρίς προκαταλήψεις

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Πάνου Λώλου

    Οι πρώτες βιομηχανικές επιχειρήσεις αναπτύχθηκαν στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1920 όταν υπήρξε αφενός το ανθρώπινο δυναμικό που μπορούσε να τις οργανώσει και στελεχώσει όπως πολλοί μηχανικοί του κύκλου της Ζυρίχης και μια δασμολογική πολιτική που ευνόησε τη σύσταση τους αλλά πολύ περισσότερο τις προοπτικές τους.  Καίτοι οι περισσότερες είχαν σαφώς εγχώριο προσανατολισμό, οι επενδύσεις αφορούσαν σημαντικούς τομείς μιας κατά βάση αγροτικής οικονομίας όπως τα λιπάσματα ενώ σύντομα προστέθηκαν και κλάδοι όπως τα τσιμέντα που υποστήριξαν την προσπάθεια για οικονομική ανάπτυξη.

    Το τέλος του Β’ παγκοσμίου πολέμου και των εσωτερικών διενέξεων βρίσκει την Ελλάδα με μια οικονομία όπου ο πρωτογενής τομέας συμβάλει στο 30% του ΑΕΠ ενώ ο δευτερογενής τομέας ουδέποτε ξεπερνά το 18%.  Τα κυρίαρχα εξαγώγιμα προϊόντα του πρωτογενή τομέα παραμένουν χαμηλής προστιθέμενης αξίας (π.χ. σταφίδα και λάδι) αλλά παρ΄ όλα αυτά η Ελλάδα είναι πλεονασματική ως προς το ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων κάτι που συγκρατεί τις καταναλωτικές δαπάνες.

    Η άμεση αμερικανική παρέμβαση στα πολιτικά πράγματα της χώρας και κυρίως το σχέδιο Marshall και η διαχείριση του μετά την παροχή της AMAG και της UNRRA τροφοδότησαν μια δημόσια συζήτηση αναφορικά με την στρατηγική διάθεσης των κονδυλίων και κυρίως την μελλοντική μορφή που έπρεπε να λάβει η ελληνική οικονομία.  Αντίστοιχοι προβληματισμοί ανέκυψαν σε όλες τις χώρες που είχαν εμπλακεί στο Β’ παγκόσμιο πόλεμο συμπεριλαμβανομένων και αυτών του ανατολικού μπλοκ όπου ο κρατικός παρεμβατισμός και η κεντρικά σχεδιαζόμενη οικονομία προέκυψε από πάνω προς τα κάτω ανεξαρτήτως ορθολογικής διαχείρισης και ανταγωνιστικότητας.  Στην Ελλάδα, για την οποία όλες οι διεθνείς μελέτες όπως αυτή του FAO των Ηνωμένων Εθνών επισήμαναν τον ρόλο της ενεργειακής και βιομηχανικής ανάπτυξης ως προτεραιότητα της οικονομικής ανάπτυξης, οι προκλήσεις έγιναν αισθητές κυρίως μέσω της δημόσιας παρέμβασης δυο εμβληματικών ακαδημαϊκών μορφών εκείνης του Κυριάκου Βαρβαρέσου και του Ξενοφώντος Ζολώτα.  Ο πρώτος αμφισβήτησε τις δυνατότητες της χώρας για βιομηχανική ανάπτυξη, υποστήριξε τον αποκλεισμό της κρατικής παρέμβασης για επενδύσεις αλουμινίου, αζώτου ή σιδήρου παρά τον ορυκτό πλούτο της χώρας, πρότεινε την αποκατάσταση της νομισματικής και οικονομικής σταθερότητας και προέτρεψε στην ανάπτυξη της γεωργίας ως βασικού στόχου ενός προγράμματος οικονομικής ανασυγκρότησης.  Ο δεύτερος υποστήριξε ότι οποιαδήποτε πρόοδος στον πρωτογενή τομέα δεν αρκούσε για να λύσει το πρόβλημα της ελληνικής οικονομία για αυτό και  προέκρινε ως απαραίτητη την μείωση του αγροτικού πληθυσμού από το σχεδόν 50% που έφθανε στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ενώ πρότεινε την ανάπτυξη της βιομηχανίας μέσω  ιδιωτικής πρωτοβουλίας, επεκτατικής πιστωτικής πολιτικής και εισαγωγής ξένου κεφαλαίου ως απαραίτητες προϋποθέσεις οικονομικής ανάπτυξης της χώρας.  Ένας άλλος σημαντικός ακαδημαϊκός ο Άγγελος Αγγελόπουλος υποστήριξε ενδιάμεσες θέσεις  ως προς τις συνθήκες βιομηχανικής ανάπτυξης αφού θεωρούσε το κράτος ως απαραίτητο συμμέτοχο σε τόσο σημαντικά έργα με επιπτώσεις στο κοινωνικό σύνολο.

    Το θεωρητικό αυτό ζήτημα έλυσε ουσιαστικά ο Κωνσταντίνος Καραμανλής που βασιζόμενος στο οικονομικό πρόγραμμα νομισματικής σταθερότητας του Γεωργίου Καρτάλη και την γνωστή υποτίμηση της δραχμής από τον Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη στις αρχές της δεκαετίας του 1950, δρομολόγησε εκτεταμένα δημόσια εγγειοβελτιωτικά έργα και έργα υποδομής και βασικά υποστήριξε την βιομηχανική ανάπτυξη της χώρας με αποφασιστικό τρόπο.   Το σχετικά χαμηλό κόστος χρηματοδότησης εκείνης της περιόδου μέσω της δημιουργίας πολλών νέων χρηματοδοτικών φορέων όπως η Τράπεζα Επενδύσεων το 1962 και η ΕΤΕΒΑ (θυγατρική της Εθνικής Τραπέζης και πολλών άλλων ξένων τραπεζών) το 1963, η δασμολογική προστασία και το σταθερό νομικό πλαίσιο επέτρεπαν συνθήκες κερδοφορίας που αντιστάθμιζε την δυνατότητα ορισμένων εξ αυτών να επιτύχουν ανταγωνιστικό ανά μονάδα κόστος παραγωγής λόγω μικρής εγχώριας αγοράς και έλλειψη τεχνολογιών αιχμής.  Σε κάθε περίπτωση είναι γεγονός ότι ο δευτερογενής τομέας προχώρησε με αποφασιστικά βήματα αυξάνοντας την απασχόληση, δημιουργώντας ανάπτυξη με πολλαπλασιαστικά οφέλη και επέτρεπε τη μεγαλύτερη σύγκλιση ανάμεσα στην Ελλάδα και στις υπόλοιπες χώρες μέλη των Ευρωπαϊκής Κοινότητας όταν ήρθε η ώρα της πλήρους ένταξης.

    Σήμερα όπου οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών συνεισφέρουν περί το 30% του ΑΕΠ της χώρας ενώ το 2010 το αντίστοιχο ποσοστό ανερχόταν σε 22% και με δεδομένη την κατάρρευση των εισαγωγών λόγω μειωμένης αγοραστικής ζήτησης και κεφαλαιακών ελέγχων στις τραπεζικές συναλλαγές αλλά κυρίως την αντίσταση που εμφανίζει ο βιομηχανικός κλάδος απέναντι σε όλα τα υπόλοιπα σημάδια οικονομικής υστέρησης,  η ανάγκη να επαναπροσδιοριστεί ο ρόλος της μεταποίησης και του δευτερογενούς κλάδου συνολικά στην οικονομικό μοντέλο που θα ωθήσει την χώρα μας να προχωρήσει αναπτυξιακά είναι απαραίτητη όσο και μετά τον Β΄παγκόσμιο πόλεμο.

    Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο μέσος δείκτης βιομηχανικής παραγωγής την περίοδο Ιανουαρίου-Δεκεμβρίου 2016 έναντι της αντίστοιχης περιόδου του 2015 σημείωσε αύξηση κατά 2,3% και αυτό μάλιστα μετά τις δραματικές εξελίξεις εν μέσω του 2015.  Την αντίστοιχη περίοδο του 2015 έναντι του 2014 ο δείκτης είχε σημειώσει αύξηση κατά 6,9%.  Συνολικά η μεταποίηση ανέρχεται στο 8% του ΑΕΠ μετά από μια διαρκή αποβιομηχάνιση της χώρας ως αποτέλεσμα μη φιλικών προς αυτή πολιτικών.  Το φαινόμενο της μείωσης της μεταποίησης ως κλάδου συνεισφοράς στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία που παρατηρείται στις χώρες μέλη της ΕΕ δεν θα πρέπει να αποθαρρύνει την συζήτηση για τον ρόλο της στην Ελλάδα μιας και αυτό αποτελεί μέρος της αποβιομηχάνισης πολλών ευρωπαϊκών χωρών και μεταφοράς της παραγωγικής βάσεως σε τρίτες χώρες είτε εντός Ευρώπης (βλ. Πολωνία και Τσεχία) είτε στις παρυφές αυτής  (βλ. Τουρκία).  Η αποβιομηχάνιση της Ευρώπης είναι επιπρόσθετος λόγος επαναπροσδιορισμού των προτεραιοτήτων της ελληνικής οικονομίας.  Ο δευτερογενής κλάδος παραγωγής στην Ελλάδα είναι από τις πλέον σημαντικές φοροδοτικές πηγές ενώ συνεισφέρει σταθερά σε υψηλό ποσοστό των κοινωνικών ασφαλίσεων.  Έχει δε να επιδείξει πέραν της υψηλής, ανά περίπτωση, στάθμης ανθρώπινου δυναμικού όχι μόνο ανταγωνιστικό κόστος παραγωγής και ποιότητα παρεχόμενων προϊόντων αλλά και δραστηριότητα σε τεχνολογικούς κλάδους προστιθέμενης αξίας.

    Η Ελλάδα κατόρθωσε πριν από λίγες δεκαετίες να ανατάξει την υφιστάμενη οικονομική δυσπραγία με αιχμή του δόρατος τις μεγάλες επενδύσεις που στηρίχθηκαν σε μια σειρά από σημαντικές μεταποιητικές επιχειρήσεις που δημιουργούν συνθήκες απασχόλησης και οικονομικής ανάπτυξης ακόμη και σήμερα.  Μπορεί να το πράξει και πάλι προσδιορίζοντας τις μελλοντικές ανάγκες σε συνθήκες σταθερότητας.  Η συζήτηση για το πώς ακριβώς μπορεί να επιτευχθεί αυτό οφείλει να γίνει χωρίς προκαταλήψεις.

    * Ο κ. Π. Λώλος είναι στέλεχος επιχειρήσεων και οι απόψεις που εκφράζονται στο παρόν άρθρο είναι προσωπικές

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    00:08 22/09

    ΔΕΘ και πολιτικός ανταγωνισμός

    Όσα χρόνια θυμάμαι τη ΔΕΘ, δηλαδή από τις εποχές Ανδρέα Παπανδρέου και Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, αυτή αποτελούσε μια αρένα μονομαχίας...

    00:04 21/09

    H "γκάφα" που προβληματίζει την Ευρώπη

    Η ψηφιοποίηση της οικονομίας και η μετάβαση στην άυλη οικονομία είναι γεγονός, το οποίο δυστυχώς είναι μακρυά ακόμα από την ελληνική πραγματικότητα.

    00:03 20/09

    Ψάχνετε ευθύνες;... Δεν υπάρχουν, λένε!‬

    Πριν κάποιες ημέρες, και κάτω από πολύ περίεργες συνθήκες, ένα πετρελαιοφόρο βυθίστηκε δίπλα στις ακτές της Αττικής... Μέχρι εδώ, όλα καλά... "Συμβαίνουν αυτά"

    00:03 18/09

    Κάποτε στη χώρα των Μακάρων

    Σύμφωνα με μαρτυρίες του Λουκιανού, πριν από μερικές χιλιάδες χρόνια, υπήρχε κάπου στον Ωκεανό ένα σύμπλεγμα των νήσων Μακάρων.

    00:04 15/09

    Επιχειρήσεις α-λα Σύριζα

    Επιχειρηματικό κέρδος. Η πιο δαιμονοποιημένη και παρεξηγημένη έκφραση του μεταπολιτευτικού ελληνικού κράτους.